Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος
Part 9
Κλαίνε τα μαύρα τα βουνά παρηγοριά δεν έχουν. Δεν κλαίνε για το ψήλωμα, δεν κλαίνε για τα χιόνια, Η Γκιόνα λέει της Λιάκουρας, κ' η Λιάκουρα της Γκιόνας: «Βουνί πούσαι ψηλότερο, και πλειο ψηλ' αγναντεύεις, »Ανδρούτζος τι να γίνηκε, η λεβεντιά πού νάναι; »Τι να σου 'πω βουνάκι μου, τι να σου πω βουνί μου, »Τη λεβεντιά τη χαίρονται οι ψωριασμέν' οι κάμποι, »'Σ τους κάμπους ψένουν τα σφαχτά και ρίχνουν 'ς το [σημάδι »Τους κάμπους τους στολίζουνε με τούρκικα κεφάλια.» Κ' η Λιάκουρα σαν τάκουσε πολύ της κακοφάνη. Τηράει δεξιά, τηράει ζερβιά, τηράει κατά τη Σκάλα, «Βρε κάμπε αρρωστιάρηκε, βρε κάμπε μαραζάρη, »Με τη δική μου λεβεντιά να στολιστής γυρεύεις; »Για βγάλε τα στολίδια μου, δος μου τη λεβεντιά μου, »Μη λυώσ' όλα τα χιόνια μου και θάλασσα σε κάμω.»
Το άσμα τούτο, εξ ου απορρέει κρουνηδόν ο πλαστικός οπός της δημοτικής ποιήσεως, εποιήθη περί τα 1789, ότε ο μεν Ανδρούτζος μετά πεντακοσίων πολεμιστών καταβάς από των ορέων αναπεπταμένας έχων τας σημαίας, περιέτρεχε νικηφόρος την Στερεάν και την Πελοπόννησον, το δε Γαλλικόν έθνος ανέτρεπεν εκ θεμελίων το σαθρόν οικοδόμημα του μεσαιωνικού απολυτισμού και διεκήρυττε τ' αθάνατα και απαράγραπτα δικαιώματα του ανθρώπου.
ΒΛΑΧΟΘΑΝΑΣΗΣ.
Εκ Βουνιχώρας της Παρνασσίδος, _ψυχοπατέρας_ του Ανδρούτζου, αγαπών αυτόν ως ίδιον τέκνον, πρώτος τον καθωδήγησεν εις το πολεμικόν στάδιον. Διατηρηθείς ακμαίος μέχρις εσχάτου γήρατος και ουδέποτε απαυδήσας μαχόμενος, έπεσεν ο γενναίος πλησίον της Ναυπάκτου, ότε ξιφήρης ώρμησεν εις μέσον των πολεμίων ίνα συμπλακή προς τον διοικητήν αυτής Μουχτάρ πασάν. Εν τη ορμητική ταύτη εφόδω μόλις επρόφθασε να τον ακολουθήση ο Ιωάννης Ξυλικιώτης, όστις και εφονεύθη παρά τω πολιώ αρματωλώ. Μάχη πεισματώδης συνήφθη μετά ταύτα προς κατάκτησιν της κεφαλής του Βλαχοθανάση. Υπερισχύσαντες δε οι Αλβανοί ήρπασαν αυτήν και αφού εν θριάμβω την περιέφερον ένθεν κακείθεν, την επώλησαν επί αδρά αμοιβή προς τον βέην των Σαλόνων, όστις και διέταξε να στηθή επί τινος κοπρώνος.
Ο Ανδρούτζος θρηνών τον θάνατον του Βλαχοθανάση είπε:
Πέντε παιδιά μου σκότωσαν και το Βλαχοθανάση, Πέντε πλευρά μου τζάκισαν και τη δεξιά μου πλάτη.
ΛΙΑΚΟΣ ΚΟΥΤΑΒΑΣ.
Αρματωλός του Ολύμπου περί ου και το υπ' αριθμόν LXXXIX εν τη Πασσοβίω συλλογή δημοτικόν άσμα όπου διαλάμπουσιν οι τρεις επόμενοι στίχοι.
Προσκύνα, Λιάκο, τον πασά, προσκύνα το Βηζύρη. Όσο είν' ο Λιάκος ζωντανός πασά δεν προσκυνάει· Πασά έχει ο Λιάκος το σπαθί, βηζύρη το τουφέκι.
ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ.
Ιωάννης Κοντογιάννης εκ Χαλικιοπούλων του Βάλτου, αρματωλός Υπάτης. Παρευρέθη και διέπρεψε κατά την εν Κερασόβω μάχην. Επειδή δε ο Κουρτ πασάς βαρέως φέρων την ήτταν διέταξε τον Μούρτο Χούσον, ίνα διά νέων δυνάμεων επιπέση κατά του Μπουκουβάλλα, ειδοποιηθέντες οι αρματωλοί συνεξεστράτευσαν πάντες, και ταύτην την φοράν αναθέσαντες την αρχηγίαν εις τον Κοντογιάννην επορεύθησαν προς συνάντησιν των πολεμίων. Ο Κοντογιάννης απ' αρχής απέφυγε την συμπλοκήν μέχρις ου, διά στρατηγημάτων εφελκύσας τους Αλβανούς εις Χόνια, σύμφυτον και αδιέξοδον χώρον εν Βάλτω, επέπεσε κατ' αυτών και τους κατέστρεψε. Παρίσταται ο αείμνηστος ούτος εν τω στιχουργήματι σκυθρωπάζων και εξαιτούμενος συγγνώμην παρά του Διάκου υπέρ του απογόνου αυτού Μήτζου. (όρα προλεγόμενα).
ΚΑΤΖΑΝΤΩΝΗΣ.
Ευχαρίστως επανέρχομαι εις το προσφιλές τούτο όνομα ου μόνον διότι απ' αρχής του ποιητικού μου σταδίου συνηντήθην μετ' αυτού, υπό την σκιάν του εν Ιωαννίνοις αιμοχαρούς πλατάνου, αλλά διότι στενώς διατελεί συνδεδεμένον μετά της φίλης μου Λευκάδος.
Αναδιφών την ιστορίαν των χρόνων εκείνων, καθ' ους, αφ' ενός μεν Αλής ο Τεπελενλής διενοήθη να καταστρέψη το τελευταίον του Ηπειρωτικού αρματωλισμού καταφύγιον, αφ' ετέρου δε οι διασημότεροι των ημετέρων πολεμιστών απεφάσισαν αντί οιαςδήποτε θυσίας να το διασώσωσι και διεξερχόμενος τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας θυσίας ας υπέστη ο λαός της πατρίδος μου, τους κινδύνους ους διέτρεξε, τας κακουχίας, την ακαταμάχητον καρτερίαν, αγάλλομαι ενδομύχως βλέπων ανά πάσαν στιγμήν τον μεν Κατζαντώνην επισκιάζοντα την ακρόπολιν ταύτην του Ελληνισμού διά της κεραυνοβόλου σπάθης του, τον δε Ιωάννην Καποδίστριαν δι' ακαταλογίστων προσπαθειών παρηγορούντα τους θλιβομένους και αεννάως μεριμνώντα υπέρ της αγωνιώσης Λευκάδος.
Μεθ' όσα εδημοσίευσεν ο Κύριος Επαμινώνδας Φραγγίστας υιός ενός των γενναιοτέρων του Κατζαντώνη συναγωνιστών, μεθ' όσα κ' εγώ εσημείωσα εν τοις Μνημοσύνοις, περιττή απέβαινε, πάσα περαιτέρω έρευνα αν δεν ησθανόμην βαρείαν του συνειδότος τύψιν παρασιωπών τας σπουδαίας υπηρεσίας ας παρέσχε τότε τη πατρίδι, ο φιλόπατρις ημών κλήρος έχων επί κεφαλής τον δημοτικώτατον αυτού ιεράρχην, τον διά του ιδίου παραδείγματος αδιαλείπτως διεγείροντα εις τας ψυχάς απάντων την εθνικήν φιλοτιμίαν, τον απ' αρχής μέχρι τέλους της μακράς εκείνης πολιορκίας γενναίως προκινδυνεύσαντα, τον μη φεισθέντα ούτε αγώνων ούτε μόχθων προς ματαίωσιν των εθνοκτόνων βουλών του τρομερού Βεζύρου.
Ο Μητροπολίτης Λευκάδος Παρθένιος Κονιδάρης έσχε τότε την τιμήν να υποδεχθή τον Αρτης Ιγνάτιον, ηυτύχησε δε τας ευλογίας αυτού να επιδαψιλεύση και επί της αρειμανίου κεφαλής του Κατζαντώνη, δραμόντος προς ενίσχυσιν των διακινδυνευόντων αδελφών του. Ακμαία διατηρείται εισέτι εν τη μνήμη των γερόντων η ιστορία των ημερών εκείνων, διασώζεται δε ζωηροτάτη και η εθνική και απαράμιλλος διαγωγή του Παρθενίου. Μετά την αποσόβησιν του κινδύνου ο Κόμης Ιωάννης Καποδίστριας, ο έκτακτος απεσταλμένος της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλων να επισημοποιήση τα διατρέξαντα απηύθυνε προς τον ιεράρχην ευχαριστήριον επιστολήν, ην ασμένως δημοσιεύω, καθόσον εξ αυτής προκύπτουσι γεγονότα τότε μεν επαξίως εκτιμηθέντα, σήμερον δε εις ουδέν λογιζόμενα επί μεγάλη βλάβη των συμφερόντων του Ελληνισμού.
Επίσης δημοσιεύω επίσημον δίπλωμα, δι' ου ο Κόμης Γεώργιος Μοτζενίγος εκφράζει προς τον Λευκάδος μητροπολίτην την ευγνωμοσύνην της Κυβερνήσεως, και επιστολήν του Παρθενίου προς τον Ιγνάτιον, εν η μετά χριστιανικής μετριοφροσύνης και σεμνότητος αποδίδεται πάσα της επιτυχίας η τιμή εις τας ενδελεχείς προσπαθείας του διασήμου εκείνου πρόσφυγος.
Ο ΕΚΤΑΚΤΟΣ ΑΠΕΣΤΑΛΜΕΝΟΣ
Προς τον Πανιερώτατον Μητροπολίτην Λευκάδος.
Τη 23 Αυγούστου 1807.
Εκπληρώσας την εντολήν μου, μεταβαίνω εις Κέρκυραν. Αλλά κοινοποιών υμίν, Πανιερώτατε, την αγγελίαν ταύτην δεν δύναμαι να μη εκδηλώσω συγχρόνως την αΐδιον ευγνωμοσύνην μου προς υμάς, εν δυσχερεστάταις περιστάσεσιν ευαρεστηθέντας ίνα μοι παράσχητε συνδρομήν διά της μεγάλης επιρροής, ην εξασκείτε επί της ψυχής του λαού τούτου ανέκαθεν εκτιμήσαντος τας αρετάς, δι' ων περικοσμείσθε, και δικαίως ανυψώσαντος υμάς εις την υψηλήν έδραν, ην κατέχετε.
Γλυκυτάτην θέλω φέρει μετ' εμού την ανάμνησιν της εποχής, καθ' ην, πιστώς υπηρετούντες τη πατρίδι, ετιμήσατε τα πολεμικά έργα τα κατασκευαζόμενα υπό την βολήν των εχθρικών τηλεβόλων, παριστάμενοι εντός των τάφρων δι' ων περιεζώσθη η πόλις. Ούτε θέλω λησμονήση τας ημέρας καθ' ας περιτρέχοντες τα όρη της Νήσου ενεπνέετε εις τας καρδίας των ανδρείων αυτής τέκνων τον ιερόν υπέρ Πατρίδος και πίστεως έρωτα. Διά της ισχύος του λόγου και του υμετέρου παραδείγματος ο λαός ούτος υπέστη αγογγύστως μόχθους και ακαταπαύστους αδροτάτας δαπάνας (fatiche e incessanti dispendii gravosissimi) αυτοί δ' εκείνοι, οίτινες αυτοπροαιρέτως ανεδέχοντο το βάρος των πολεμικών έργων, προέταξαν εν ώρα κινδύνου και τα στήθη επί των εξωτερικών οχυρωμάτων, και ο βάρβαρος και αυθάδης εχθρός όστις μας ηπείλει ωχρίασεν ενώπιόν των, (ed all'uopo quei stessi che sostennero il peso dei travagli, si presentarono nelle esteriori trinciere a far impallidire il prepotente ed il barbaro nemico che ei minacciava).
Τηλικαύται υπηρεσίαι μεγάλως τιμώσαι την υμετέραν Πανιερότητα και την πατρίδα, ήτις ευτύχησε να έχη υμάς, αναντιρρήτως συνέτειναν προς ευόδωσιν και αισίαν εκπεραίωσιν της εντολής ην ανεδέχθην ως έκτακτος απεσταλμένος της εκλαμπροτάτης Γερουσίας εν ταύτη τη Νήσω.
Διό παρακαλώ υμάς ίνα αποδεχθήτε τας εν τω επισήμω τούτω εγγράφω κατατεθείσας θερμάς ευχαριστίας μου, μοι επιτρέψητε δε συγχρόνως ίνα μετά της αυτής ειλικρινείας υποβάλω τη εκλαμπροτάτη Γερουσία τας πατριωτικάς υμών προσπαθείας και μαρτυρήσω υπέρ της ευγνωμοσύνης και των εγκωμίων άτινα οφείλονται προς την υμετέραν Πανιερότητα.
Εύχομαι ίνα η χειρ του Υψίστου, η προστατεύσασα αείποτε, την νήσον ταύτην, ευλογήση αυτήν και πάλιν, απομακρύνουσα πάντα κίνδυνον εκ των μεθορίων προερχόμενον, προάξη δε την ευημερίαν αυτής εις αμοιβήν των δυστυχημάτων όσα υπέμεινε (a cui ha diritto di aspirare dopo le sventure sofferte).
Η ευχή αύτη ην εγώ απευθύνω προς τον παντοδύναμον, εμπνεόμενος υπό της ζωηροτέρας αγάπης προς τον λαόν της Λευκάδος και γνωρίζων, κακή τύχη, την οικτράν κατάστασιν εις ην περιήλθεν η Νήσος, εξέρχεται εκ των μυχών της καρδίας μου.
Υμίν δε απόκειται, Πανιερώτατε, διά των προς τον Θεόν δεήσεων, να εμπνεύσητε τω λαώ τούτω καρτερίαν, μετριοπάθειαν, σύνεσιν, παραμυθούντες και ενθαρρύνοντες αυτόν διά του υμετέρου βλέμματος.
Δέξασθε την διαβεβαίωσιν της βαθυτάτης υπολήψεώς μου.
Κόμης ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ.
ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟΝ ΔΙΠΛΩΜΑ. Κόμητος Γεωργίου Μοτζενίγου. Επειδή προκύπτει ημίν εξ επισήμων διαβεβαιώσεων, η ενδελεχής συνδρομή του Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Λευκάδος Παρθενίου υπέρ της αισίας διεξαγωγής της επιχειρήσεως, ην από κοινού ανεδέχθησαν ότε Ρωσσικός στρατός και η Ιονική Κυβέρνησις προς σωτηρίαν και ασφάλειαν της Λευκάδος κατά την διάρκειαν του πολέμου, παρέχομεν αυτώ την παρούσαν εις ένδειξιν της υμετέρας ευγνωμοσύνης και της πλήρους ευαρεσκείας της Σεπτής Αυτοκρατορικής ημών αυλής.
Πεποίθαμεν ότι η πατρίς του αγαθωτάτου ποιμενάρχου εκτιμώσα τας αρετάς και τας υπηρεσίας δι' ων κατέκτησε την συμπάθειαν των Ρωσσικών όπλων και της Ιονίου Κυβερνήσεως, θέλει και εν τω μέλλοντι αποδίδει αυτώ αγάπην αμετάτρεπτον προς αμοιβήν του ιερού χαρακτήρος, των αρετών δι' ων περικοσμείται, και των εξόχων υπηρεσιών ας προσήνεγκε. (17)
Κερκύρα τη 15 Αυγούστου 1807. Κόμης ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΟΤΖΕΝΙΓΟΣ.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΑΡΘΕΝΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΙΓΝΑΤΙΟΝ.
_Πανιερώτατε και θεοπρόβλητε Δέσποτα._
Είναι γνωστόν και ομολογούμενον από όλους σχεδόν και τους εγκρίτους της πόλεως και τους κατοίκους ταύτης της Νήσου, πόσος ήτον ο κίνδυνος του τόπου τούτου και ο μέγας φόβος, οπού δι' αυτόν περιείχε δικαίως τας ψυχάς όλων των εντοπίων, και πόσον εξ εναντίας ενεψύχωσεν όλους η παρουσία της υμετέρας Πανιερότητος.
Οι ελλόγιμοι και πατρικοί αυτής λόγοι, τα γενναία και ηρωικά κατορθώματα του εκλάμπρου υποκειμένου της, οπού διά φυσικήν αυτής καλοκαγαθίαν και ζήλον ένθερμον πατριωτισμού κατά συνέχειαν και πόνοις και ιδρώσιν εις όλους εδείκνυε, δεν εδυνήθησαν παρά να αποδιώξωσι κάθε κίνδυνον και να δώσωσι ψυχήν και εις τους πλέον αψύχους.
Όθεν όλοι κοινώς δι' εμού του ελαχίστου αυτών ποιμένος απονέμουσιν εις την ιεράν και ευεργετικήν αυτής ψυχήν τας διά λόγου οφειλομένας χάριτας, ομολογούντες απανταχού το μέγεθος των προτερημάτων της.
Δέξαι λοιπόν, πανιερώτατε Δέσποτα, εις απόδειξιν της ευχαρίστου προς αυτήν ημών διαθέσεως την παρούσαν ομολογίαν, οπού δι εμού γίνεται, δεομένου του παντοδυνάμου Θεού υπέρ της υγείας και παντός άλλου αγαθού της υμετέρας Πανιερότητος.
Ο Μητροπολίτης Λευκάδος και αγίας Μαύρας.
ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ.
ΑΛΕΞΗΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ.
Νέος έτι εισήλθεν ως μοναχός εν τη μονή του προφήτου Ηλιού. Η σπανία αυτού καλλονή τον υπεχρέωσε ν' αποδυθή εις το πολεμικόν στάδιον, όπως διαφύγη τας αισχράς των οθωμανών καταδιώξεις. Προς ανάμνησιν δε του καλογηρικού του βίου προσηγορεύθη _Καλόγερος_, ενώ της οικογενείας αυτού το επώνυμον ήτο _Ρουμάνης_. Υπηρέτησεν υπό τον Ανδρούτζον. Συλληφθείς δε διά προδοσίας εφονεύθη εις Σάλονα.
ΚΑΤΖΙΚΟΓΙΑΝΝΑΙΟΙ.
Την δραματικοτάτην ιστορίαν της οικογενείας ταύτης ευχαρίστως αναφέρω εν ταις σημειώσεις μου, ου μόνον διότι αδίκως μέχρι τούδε παρεσιωπήθησαν αι σπουδαίαι υπηρεσίαι, ας προσήνεγκε τη πατρίδι, αλλά και διότι εκ των πολλών επιστολών, αίτινες διασώζονται εν τω χαρτοφυλακείω της Λευκάδος, προκύπτει η ακατανόητος επιμονή, αφ' ενός μεν του Αλή πασά προς εξόντωσιν αυτής, αφ' ετέρου δε των εγχωρίων αρχών της πατρίδος μου, όπως την διαφυλάξωσιν.
Κατά το έτος 1802 και 1803 οι αδελφοί Χρήστος και Απόστολος Κατζικογιάνναι κατείχον το καπιτανάτον της Ακαρνανίας. Αμφότεροι ούτοι, εξαιρέτως δε ο Χρήστος, κηρυχθέντες κατά του σατράπου των Ιωαννίνων, επί πολλά έτη εβασάνισαν αυτόν επιπίπτοντες κατά των αλβανών Δερβεναγάδων, οίτινες ανηλεώς τους κατεδίωκον.
Νοήσας ο Αλής ότι αδύνατον ήτο να τους εξολοθρεύση διά του πολέμου, απεφάσισε να προστρέξη εις την στυγερωτέραν των προδοσιών. Προσεκάλεσε τον Βεκήρ Τσουγαδούρον, _αδελφοποιητόν_ του Χρήστου και του Αποστόλου, και ενετείλατο αυτώ την δολοφονίαν, αφού διεφήμισεν ότι λησμονών τα παρελθόντα, έπεμπε τον διαβόητον τούτον αλβανόν, όπως διαβιβάση προς τους παλαιούς φίλους του την διαβεβαίωσιν της πατρικής στοργής του.
Ο Βεκήρ παραλαβών εκλεκτήν συνοδείαν μετέβη εις Ακαρνανίαν και μαθών ότι οι Κατζικογιάνναι διέμενον κατά τας ημέρας εκείνας εις Πλαγιάν, έδραμεν αυθωρεί, παραγγείλας προς τους παρακολουθούντας αυτόν να πυροβολήσωσι κατ' εκείνων, ους ήθελεν ασπασθή.
Αφού οι δύο αδελφοί έμαθον την άφιξιν του αρχαίου φίλου εξήλθον εις προϋπάντησιν αυτού. Τον υπεδέχθησαν δε περιπαθώς και φιλοφρόνως υπό την σκιάν της πλατάνου παρά τη πηγή της Πλαγιάς· εκεί ο Ισκαριώτης εναγκαλισθείς αυτούς, υπέδειξε τα θύματα, και οι αλβανοί πυροβολήσαντες εκ των νώτων εφόνευσαν αμφοτέρους.
Μετ' ου πολύ έφθασεν επιστολή εκ Πρεβέζης, δι' ης ο Κάσκαρης, στενός αυτών συγγενής, έγραφε προς τους δολοφονηθέντας την εις Ακαρνανίαν μετάβασιν του Τσουγαδούρου, και αινιγματωδώς εσυμβούλευεν εν τη συναντήσει αυτών μετά του αλβανού δερβέναγα, να προσέχουν ώστε, «_όπου είναι ο Χριστός να μην ήναι και ο Απόστολος,_» υποδεικνύων ούτω πως την τεκταινομένην προδοσίαν και προειδοποιών περί αυτής τον Χρήστον και τον Απόστολον. Αλλ' ότε η αγγελία έφθασεν, ο φόνος είχεν εκτελεσθή και ο Βεκήρ επανήρχετο τροπαιοφόρος άγων μετ' αυτού και τας πενθηφορούσας οικογενείας των προδοθέντων φίλων του. Κατά την οδοιπορίαν ταύτην η σύζυγος του Αποστόλου, επί επιμόνω αυτής αιτήσει, έλαβε τας δύο κεφαλάς ταριχευμένας ήδη, και εγκολπωθείσα αυτάς τας μετέφερε μεχρις Ιωαννίνων.
Ο Αλής προσεποιήθη βαθυτάτην λύπην επί τη αυθαιρέτω, ως έλεγε, διαγωγή του Τσουγαδούρου, αλλά μη δυνάμενος να επανορθώση το κακόν ηθέλησε διά πολλών περιποιήσεων να δείξη προς τας οικογενείας των φονευθέντων την εύνοιαν και την αγάπην του, και διέταξεν ίνα αρμόδιον κατάλυμα χορηγηθή αυταίς εν τοις ιδίοις σεραγίοις.
0 Χρήστος αφήκεν υιούς τον Μήνιον φονευθέντα κατά τον ιερόν αγώνα εις τον Ανηφορίτην πλησίον των Θηβών, τον Σπύρον φονευθέντα επίσης κατά τα 1821 εις Καγκέλια, τον Στάθην προαχθέντα συνταγματάρχην και αποθανόντα κατά το 1836 και μίαν θυγατέρα την Μπήλιω.
Ενώ η οικογένεια διέμενεν εν Ιωαννίνοις ηράσθη αυτής ο Βεζύρης και επειράθη να την εισαγάγη εντός του Χαρεμίου του, αλλ' ο αδελφός αυτής Μήνιος μη ανεχόμενος την ατιμίαν, ιδίαις χερσί την εφόνευσε.
Ο δε Απόστολος αφήκε τον Κωστούλαν φονευθέντα εις Βλαχίαν υπό την σημαίαν του Υψηλάντου, τον Αποστόλην πεσόντα εν τη ακροπόλει των Αθηνών, και τον Πρέβαν αποθανόντα εις Πάτρας επί Κυβερνήτου.
Ο Συνταγματάρχης Ευστάθιος Κατζικογιάννης αριθμείται μεταξύ των γενναίων εκείνων, οίτινες υπό την αρχηγίαν του Οδυσσέως εκλείσθησαν εις το χάνι της Γραβιάς, και διά της περιφανεστέρας ανδραγαθίας αντεστάθμισαν την ήτταν των Θερμοπυλών.
ΓΡΙΒΑΣ ΧΡΗΣΤΟΣ.
Κατά τινα νεωτέραν ανακάλυψιν περί ης εν εκτάσει πραγματεύεται ο Κύριος Σάθας εν τω κατά την στιγμήν ταύτην εκδιδομένω πονήματι αυτού, «_Ανδραγαθήματα Μπούα,_» η αρειμανής των Γριβών οικογένεια αριθμείται μεταξύ των πολλών παραφυάδων, οίτινες ανεβλάστησαν εκ του περιφανούς των Μπουκίων γένους όθεν ανεφύησαν και οι Σπάται, και οι Σγούροι και άλλοι κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ηγεμόνες της Αλβανίας, της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.
Ο Θεόδωρος Μπούας Γρίβας κατά την πρώτην εν Πελοπονήσω οθωμανικήν εισβολήν επολέμησεν ως οπλαρχηγός μετά του συγγενούς αυτού Κορκονδείλου Κλαδά κατά Βενετών και Τούρκων. Ύστερον η οικογένεια εγκατέστη εν Αλβανία και μέλη τινα εξ αυτής μετώκησαν εκείθεν εις την Επτάνησον και την Ακαρνανίαν.
Σίμος Γρίβας Μπούας αρματωλός της Ακαρνανίας περί τα τέλη του ΙΖ'. αιώνος κατέφυγεν εις Λευκάδα και τον μοναχικόν ασπασάμενος βίον ετελεύτησεν εκεί κατά το 1622 και ετάφη εν τη μονή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου.
Ο συγγενής αυτού Θεόδωρος ανέκτησε διά του ξίφους το αρματωλίκιον του Σίμου και απέθανε κατά το 1653 δολοφονηθείς κατά την θέσιν ήτις σήμερον εισέτι καλείται «_του Μπούα ταυλάκι._»
Δράξας την ευκαιρίαν ταύτην ο εκ Βάλτου Τζεκούρας εισήλασεν εις Ακαρνανίαν και ήρπασε περί το 1680 το κληρονομικόν των Γριβαίων αξίωμα. Ολίγον ύστερον ο Απόστολος Γρίβας, όστις διέμενεν εις Τόσκεσι του Σουλίου, επέπεσε μετά 100 οπαδών κατά του Τζεκούρα και ανακτήσας το αρματωλίκιον κατώκησεν εν Περατιά της Ακαρνανίας παρά τους πρόποδας του όρους Λάμιας. Τούτον διεδέχθη ο υιός του Χρήστος, τον δε Χρήστον ο ομώνυμος τω πάππω Απόστολος και τον Απόστολον ο εν τη οπτασία του Διάκου εμφανιζόμενος Χρήστος όστις και συνήψε γάμον μετά νεάνιδος εκ του οίκου των Κατζικογιανναίων.
Κατά την επανάστασιν του 1769 ανέλαβεν ούτος την αρχηγίαν πάντων των εν τη δυτική Ελλάδι αρματωλών και εξεστράτευσε κατά του Βραχωρίου, αλλ' αποτυχών υπεχώρησεν εις _άγιον Ηλίαν_ του Αγγελοκάστρου ένθα και υπέμεινε τους επελθόντας πολυαρίθμους εχθρούς προς ους και συνεπλάκη. Εν τω διαβοήτω τούτω αγώνι έπεσεν ο γενναίος και το απαίσιον εκείνο πεδίον της μάχης, βαπτισθέν διά του αίματός του, προσηγορεύθη έκτοτε «_τα κόκκαλα του Γρίβα._»
Αλλ' ό,τι πλήττει την φαντασίαν εμού γινώσκοντος ακριβώς πάσας τας αιματηράς θυσίας ας οι Γρίβαι προσήνεγκον τη πατρίδι από διακοσίων και επέκεινα ετών, είναι η περίεργος σύμπτωσις καθ' ην εκ μακρών διαλειμμάτων παρίσταται ο προφήτης Ηλίας, ώς περ επιθεώμενος τους διαπρεπεστέρους άθλους της φιλοπολέμου ταύτης οικογενείας.
Εν αγίω Ηλία του Αγγελοκάστρου έπεσε μαχόμενος ο Χρήστος Γρίβας.
Εν αγίω Ηλία της Ακαρνανίας ήρατο περιφανεστάτην νίκην ο περιώνυμος αυτού απόγονος στρατάρχης Θεόδωρος, ότε ανακρούσας τα κύματα της πρώτης Αλβανικής εισβολής, κατώρθωσε να σώση τα απανθρώπως εκ Καλάμου εξελασθέντα γυναικόπαιδα.
Εν αγίω Ηλία της Αργολίδος ο υιός του Στρατάρχου Δημήτριος αντετάχθη προς τον βασιλικόν στρατόν και έσωσε προκινδυνεύων την στρατιωτικήν τιμήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αναδειχθείς άξιος απόγονος του περιλαλήτου Χρήστου και υιός εφάμιλλος του πατρός αυτού Θεοδώρου.
Επειδή δε τα περί της οικογενείας ταύτης απαιτούσι λίαν διεξοδικήν αφήγησιν υπερβαίνουσαν τα στενά όρια βραχείας, σημειώσεως, αναγκάζομαι και άκων να περιστείλω τον λόγον εις μόνα τα προς τον εν τω κειμένω μνημονευόμενον Χρήστον αναφερόμενα.
ΣΑΜΟΥΗΛ.
Ο γνωστός πολέμαρχος, ο θεόπνευστος προφήτης, ο εν τη εκκλησία της αγίας Παρασκευής πυρίκαυστος γινόμενος, ο διά της θυσίας αυτού απαθανατίσας το Κούγγι, έρχεται τελευταίος εν τη οπτασία του Διάκου συνοδευόμενος υπό των πέντε συνεταίρων αυτού, και της χορείας των νηπίων, άτινα καθηγίασαν διά του αθώου αίματός των τον βράχον του Ζαλόγγου, ότε αι μητέρες αυτών προς αποφυγήν της επικειμένης καταισχύνης πρώτον μεν εξεσφενδόνισαν αυτά κατά του κρημνού, ύστερον δε τα παρηκολούθησαν πίπτουσαι μία μετά την άλλης εις τα βάθη του αχανούς βαράθρου. (όρα Μνημόσυνα).
Λαθύρια, βρακανίδαις. σ. 147.
_Λαθύρια_ όσπριον εκ των ευτελεστέρων. _Βρακανίδα_, αγριολάχανον περιφρονούμενον ως και η _βρούβα_.
Κρεμούν τον Πατριάρχη, σ. 148.
Παρηκολούθησα πιστώς τας ακριβεστέρας πληροφορίας περιγράφων το μαρτύριον του αειμνήστου εθνομάρτυρος Γρηγορίου.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΕΜΠΤΟΝ
ΟΜΕΡ ΒΡΙΟΝΗΣ.
«Όπου αγαπά — Συχναπαντά.»
Ο ύπνος, πούναι της ψυχής κρυφό περιβολάκι Με χίλια μύρια βότανα για να γιατρεύη πόνους, Είχε γλυκάνη την καρδιά του Ομέρπασα Βριόνη Και τούχε σβύση τη χολή, την άγρια την αψάδα 'Σ τ' ανδρειωμένα σωθικά. Καμμιά φορά 'ς το νου του Το διάνεμα γοργά γοργά του αλόγου του επερνούσε, Τάκουε που χλημήτιζε... 'ς το φυσσομανητό του Ταντιβοούσανε ταυτιά, του ξάναφταν τα μάτια, Κ' ύστερα πάλ' επλάκωνε με τη χαρά της νίκης Κάθε πικρό συλλογισμό, κι άφινε να φωτίζουν Το μέτωπό του το τραχύ παράδοξαις ελπίδαις. Αντραγαθήματα παληά, χρυσοπλασμένα γνέφη, Μ' ένα χαμόγελο πικρό για τον Κιοσέ Μεχμέτη. Τα περασμένα χρόνια του, τώνα σιμ' από τάλλο, Μισοσβυσμένα, σκοτεινά, χωρίς να τα φωτίζη Της νειότης το ξημέρωμα, τη μνήμη του χτυπούνε Με το νεκρό τους τον αφρό. — Θυμήθηκε την ώρα Που θρονιασμένος βασιλειάς 'ς του αλόγου του τη ράχη, Μ' ένα με δυο πηδήματα, βορειάς, ανεμοζάλη, Πετάχτηκε 'ς την Αραπιά. — Τα σωθικά του τότε Δεν τα φαρμάκευαν κρυφοί και φλογισμένοι πόθοι, Ούτε του κόσμου ψεύτικαις αναλαμπαίς και δόξαις. Τάρεσε νάχη μοναχά πρωτοπαλλήκαρά του Μες 'ς την πλατειά την ερημιά, τα δυο του φτερνιστήρια, Το δαμασκί του το σπαθί, κ' εκεί να παρατρέχη Με του Σιμούν το φύσημα ποιος να πρωτοπεράση. Ύστερα τον εμάγεψε τ' Αλήπασα ταστέρι 'Σ το νου του εσπιθοβόλησαν τιμαίς και μεγαλεία, Κ' επήρε τον ανήφορο... Αναίβαινε τρεχάτος... Εμπρός του ο βράχος του Σουλιού, θεόχτιστος, δεν σκύφτει Να τον αφήση να διαβή. Γλιστρά... γυρίζει πίσω, Με λίγο χιόνι 'ς τα μαλλιά, με καταχνιά 'ς την όψη. Περνούν η μέραις σα νερό ... Ανέλπιστο λιοβόρι Τη φλόγα του Τεπελενλή τη σβει, τη συνεπέρνει. Πόλεμος πάντα πόλεμος... 'Σ τάρματα μέρα νύχτα ... Τότε για τον Αλήπασα. Τώρα... για ποιόνε τώρα;... · Η μοίρα τον εγλύκαινε με ταγκαλιάσματά της. Και φιλενάδα του πιστή εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα Τώστρωσε δάφναις να διαβή... Αν έσφιγγε τα φρύδια 'Σ το θέλημά του η Αρβανιτιά με τρόμο επροσκυνούσε Κρατεί 'ς τα χέρια του σφιχτά δεμένο το λειοντάρι. Που τούχε φράξη τα Θερμιά... Γιατί, γιατί θα νάναι Πάντοτε ίσκιος κι' όχι φως;.... Μ' αυτούς που πολεμούσε Γνωρίζει ότι τον έδεναν, παληαίς αδερφοσύναις. Πως μια φορά κ' έναν καιρό, μια μόν' ήταν η ρίζα Και χίλια τ' αντιρίμματα... 'Στα στήθια του αναβράζουν Σα 'ς το κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση, Αμέτρητα φαντάσματα, και πότε ο λογισμός του, Ανήμερο αγριοπούλαρο, πετιέται, λειβαδεύει Και βόσκει μες 'ς τα ονείρατα, πότε του παραστένει Την άβυσσο, που ερούφηξε το βράχο πούχε χτίση Με στοιχειωμένα ριζιμιά 'ς τα Γιάννινα ο Βηζύρης, Και τότ' ενύχτονε η χαρά με μιας 'ς το μέτωπό του Επίκραιναν τα χείλη του, κι' ανατριχύλαις κρύαις Του ράγιζαν τα κόκκαλα και τώκοβαν το αίμα.
Τεντόνει το παράθυρο. Βλέπει πασπρογαλιάζει Το χάραμμα 'ς τον ουρανό, και τάστρα λίγο λίγο Να κρύβωνται, να φεύγουνε, καθώς κατακαθίζουν Βαθειά 'ς τα φυλλοκάρδια του και σβυόνται της ψυχής του Τα κούφια ταστραπόβροντα... Ξανοίγει το ρουπάκι... Χτυπά τα χέρια τρεις φοραίς: «Οσμάν!..Οσμάν!..το Διάκο!»
— Λεβέντη, η περηφάνεια σου, το φτερωτό σου μάτι Σε λεν παιδί της Ρούμελης... Σ' είσ' ο Θανάσης Διάκος;
— Όλος... Με ξέρει η Αρβανιτιά, κ' η πέτραις με [γνωρίζουν.
— Και πώς επιάστης ζωντανός;
— Δέκα χιλιάδαις κ' ένας. Ο Χάρος μ' απαρνήθηκε και το στερνό μου βόλι, Όπου το φύλαγα για με, σας τώδωκα κ' εκείνο.
— Αν έπεφτα 'ς τα χέρια σου τ' ήθες με κάμει, Διάκε;
— Θα σου φορούσα τάρματα να ματωθούμε πάλε.
— Μην αγριεύεσαι μ' εμέ. Πριν σ' εύρω 'ς τη Δαμάστα, Σ' απάντησα 'ς τα Γιάννινα. 'Σ τον ίσκιο του Βηζύρη Δεν ελημέριασες και συ;
— Ομέρπασα Βριόνη, Πνίγει το δέντρο κι' ο κισσός με ταγκαλιάσματά του.
— Κι' όταν το δέντρο ξεραθή και γύρη ταντιστύλι Θανάση Διάκε, κι' ο κισσός, το ξέρεις, γονατίζει.