Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Part 10

Chapter 10 56 words Public domain Markdown

— Όχι, μα την ανάσταση του γένους μου, δεν πέφτει. Τη γη που τον ανάθρεψε με τα βλαστάρια ζώνει, Κι' όπου απαντήση ριζιμιό κι' όπου εύρη χαραμάδα Γενειάζει εκεί βαθειά, βαθειά, κ' υφαίνει τον πλοκό του Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κι' αιώνια φράχτη, Για κείνους που συνείθισαν... να παρασυνορίζουν.

— Θανάση, θα λησμόνησες!... Εχτές 'ς την Αλαμάνα Εγώ δεν άνοιξα πορειά;

— Ομέρπασα, φυλάξου 'Σ το γύρισμά σου μην ευρής ορθά τα κόκκαλά μου Και σ' εμποδίσουν να διαβής.

— Να μη γυρίζω πίσω Τώμαθα πάντ' από παιδί, και τα μαθηταρούδια Τ' Αλήπασα δεν σκιάζονται, Θανάση, βρυκολάκους. Συ το γνωρίζεις, πολεμώ, γιατί τροφή, χαρά μου, Ειν' ο καπνός του τουφεκιού. Με σας δεν έχω πάθος. Μαρέσει μέσα 'ς τη φωτιά να βλέπω το σπαθί μου Να φέγγη, να σπιθοβολή, να μη θολόνη εμπρός σας. Ζηλεύω την παλληκαριά, δεν τη φθονώ σαν άλλους... Κι' όταν εγώ 'ς τα Γιάννινα, εσέ, το υιό τ' Ανδρούτζου, Του Καραΐσκου το παιδί, το Θώδωρο το Γρίβα, Με τάλογά σας έβλεπα να λάμπετε 'ς τον ήλιο, Ν' ανεμοστροβιλίζετε, σας εχαιρόμουν, Διάκε, Κ' έλεγα μέσα μου κρυφά, ένας Θεός το ξέρει, Νάμουν εγώ το σύγνεφο και σεις ταστροπελέκια... Καλός καιρός οπούτανε!... Τώρα και σας κ' εμένα Μας άρπαξε το σύφλογο και ξεζευγαρωμένους Μας δέρν' η ανεμοριπή... Θέλεις να ζήσης, Διάκε;...

— Ένας μωρίζει τη ζωή, ό,τ' είπε θα να γένη. Πώς με ρωτάς, Ομέρπασα;... Το χέρι το δεξί μου Τώχασα χτες μες 'ς τη φωτιά. Με τάλλο ωρφανεμένο Δε θα χορταίνω σκοτωμό. Με φτάνει το ζερβί σου. Αν είχες δυο δε σ' ήθελα... Ζύγωσε κι' άκουσέ με... Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος Με χιόνια, με τρισκότειδο, 'ς το σπήτι του Κροκίδα Κλεφτά σας εσυμάζονε, κι' άγρυπνοι κάθε βράδυ Εδιαλογίζεστε μαζύ πώς να την καταπιήτε Του Αλήπασα τη δύναμη, τα μάτια του Ταχήρη Πιστά σας παραμόνευαν κ' εφέγγαν 'ς το πλευρό σας Ακοίμητα σαν τα κεριά, που ανάφτετε την ώρα Οπού σας ώρκιζε ο πάπας 'ς το τετραβάγγελό σας. Μια μέρα μ' έκραξε ο Αλής... Τα φρύδια του μαχαίρια, Το στόμα τάφος ανοιχτός... Μου λέγει... «Ομέρ Βριόνη »Απόψε τα κεφάλια τους...» Και βγάνει ένα δεφτέρι Οπού είχε μες 'ς τον κόρφο του. Μου τώδωκε και φεύγει. Τανοίγω κ' ανατρίχιασα... Δεν έλειπε κανένας... Αστράψανε τα μάτια μου, η γλώσσα μου φαρμάκι... Εγώ φονειάς;... Και μ' απιστιά;... Εγώ, Θανάσης [Βάγιας!... Διαβάζω ακόμα... τι να ιδώ;... Με τον Αλέξη Νούτζο, Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο... Έτρεξα 'ς τη Βασιλική... Πέφτει 'ς τα γόνατά του Και το λειοντάρι ημέρεψε... Πες μου, Θανάση Διάκε, Ξέρεις γιατί σας έσωσα;...

— Δε θέλω να το μάθω.

— Θυμήθηκα τον πάππο μου, που 'ς τα γεράματά του Μώδινε πάντα μιαν ευχή, ποτέ να μην ξεχάσω... Ότ' είμαι... βασιλόπουλο..

— Μας τούπε και ο Κυρ Μάνθος.

— Κι' ότι η γενειά μου μια φορά της Μουζακιάς το [θρόνο...

— Χριστιανή κι ορθόδοξη κληρονομιά τον είχε...

— Θανάση, δε σ' ερώτησα. Μη μ' αντικόβης, πάψε... Εκάθηκε ο Αλήπασας και με το χαλασμό του Ο σπόρος, που εκοιμότουνε κρυφά μες 'ς την καρδιά μου, Ανάδωκε κ' εγέννησε ταγκαθερό λουλούδι, Που μέρα νύχτα με κεντά... Είδες το γυιο τ' Ανδρούτζου;

— Θα τον ευρής 'ς το δρόμο σου.

— Θανάση, θα γνωρίζης Ότ' είμεθα σαν αδερφοί. Το μυστικό που σούπα Μας δένει τώρ' από καιρό... Σπαθί, φωτιά, τουφέκι, 'Σ τους ξένους οπού επάτησαν τα χώματά μας, Διάκε. Εμέ με φτάνει η Αρβανιτιά, και τάλλα, απ' άκρη 'ς άκρη Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα, κλαρί και πέτρα.

— Κι' αφού σ' εκάμανε πασά, με μιας τα ονείρατά σου, Βριόνη, τα λησμόνησες και δούλος του Μεχμέτη Σκοτώνεις τους συντρόφους σου...

— Διάκε, νερό κι αλάτι... Εσ' είσαι ακόμα ζωντανός, και τον Κιοσέ Βεζήρη Τον έχομε 'ς τα νύχια μας, μ' ένα σου λόγο, σβυέται... Δεν ξέρω παρακάλεσαις, δε διακονεύω σχώρια... Στοχάσου... η ώραις φεύγουνε... και πες μου, ναι ή όχι;

— Εψές τα παλληκάρια σου, Ομέρπασα Βριόνη, Το δαχτυλίδι μάρπαξαν και το φορείς 'ς το χέρι.. Πριν απαντήσω... το φιλείς;

— Και τι σημάδια φέρνει;

— Εκείνα πούχαν μια φορά, Βριόνη, οι γέροντές σου. Ένα δικέφαλο αητό με τα φτερ' απλωμένα Κ' επανωθέ του το Σταυρό...

— Θανάση... ναι ή όχι;

— Όχι... δε δίνω σ' άπιστον ούτε μια φούχτα χώμα Από τη γη μου τη γλυκειά, ούτ' από τα νερά μου Δε δίνω μια σταλαματιά.

— Το κρίμα στο λαιμό σου... Οσμάν!... πώς ήρθες;... τι θα πης;

— Ομέρπασα, ο Βεζήρης, Ακούστηκ' έξω αναβρασμός, φωναίς ξαγριωμέναις Κι αλόγωνε ποδοβολή... Δειλιάζει, ανατριχιάζει Ο λύκος της Αρβανιτιάς... τρέμ' η φωνή του... αχνίζει.

— Θανάση, το κεφάλι μου...

— Μη σκιάζεσαι. Μαζί μου Το μυστικό σου θα ταφή ...τώχω βαθειά κρυμμένο. Και συ τι θέλεις από με;... 'Σ τον κόσμο κάτι ορίζω.

— Δος μου, το δαχτυλίδι μου.

— 'Σ τα χέρια σου, Θανάση, Αλυσωμένα, θα φανή και θα με μαρτυρήση.

— Εδώ... 'ς το στόμα... γρήγορα... φέρε το...πίθωσέ το.

Του τώδωκε ο Ομέρπασας. 'Σ τη φλογερή χαρά του Ταρπάζει εκείνος, το φιλεί, δεν το χορταίνει ο Διάκος. Ακόμα τανασπάζεται και κοινωνιά στερνή του Το καταπίνει λαίμαργα, λες κ' ήθελε να σώση 'Σ το είδωλό του το γλυκό τα σπλάχνα του κιβούρι.

Πλακόνει ωστόσο κι ο Κιοσές. Μαύρη, θολή πλημμύρα Το πάτημά του ακολουθεί, σαν νάταν ένα κύμα Πώσερνε φύκη 'ς το γιαλό. Τασπράδι του ματιού του Έσταζεν αίμα και χολή...

— Ομέρπασα Βριόνη, Μα τώνας είναι του Θεού ο φοβερός προφήτης, Αν έλειπαν τα σίδερα 'ς αυτό ταγριοπούλι, Θα πίστευα πώς είσαι συ, κατάδικος και φταίστης... Τόσο σε βλέπω ανόρεχτον! .. Εχτές 'ς τη Χαλκομμάτα Δε σου πονούσεν η καρδιά να βλέπης τάλογό σου Κουφάρια να ποδοπατή, 'ς το αίμα να βαλτόνη Και τώρα σαν κ' εμούδιασες!

— Βεζήρη, οι αρβανίταις, Εχθρούς δεμένους δε κτυπούν.

— Και μάλιστα όταν λάχη Νάναι παληοί των σύντροφοι... Εμείς, ανατολίταις, Σύγνεφα διαβατάρικα, όταν περνούμ' εδώθε, Ομέρ Βριόνη, μάθε το, χαλάζι φορτωμένοι Κι' αστροπελέκια φλογερά, δεν έχομε 'ς το νου μας Παρά πώς να πλατύνωμε την ερημιά, το μνήμα. Ούτε το σπόρο μες 'ς τη γη, ούτε κλαρί 'ς το λόγγο, Ούτε παιδί μες 'ς την κοιλιά θ' αφήσωμε να ζήση. Ως τα θεμέλια ο χαλασμός. Για πεντακόσια χρόνια 'Σ αυτά τα στειρολίθαρα, πώσο και αν έχουν χώμα Ταπόχτησανε τρώγοντας από τα κόκκαλά μας, Μάτι ποτέ δεν έκλεισεν ούτ' ένας Μουσουλμάνος Χωρίς να ιδή 'ς τον ύπνο του να λάμψη ένα τουφέκι Ή να σφυρίξη ένα σπαθί. Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, Θα ξεχωνιάσω αυτήν τη γη. Θα ιδώ 'ς τα σωθικά της Ποιος δαίμονας εφώλιασε. Και αλλοίμονον 'ς εκείνον Που μ' αντικόψη, Ομέρπασα, και που τον εύρω εμπρός μου... Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη; Κι όσοι πιστοί, τι λέτε;

— Βεζήρη, εχάθηκε η Τουρκιά. Πενήντα παληοκλέφταις Μας εζεμάτισαν. Αμάν! Θέρισε, σώριασέ τους 'Σ ένα ρογό και κάψε τους. Πελέκα αυτούς τους λύκους· Ξεσπέρμεψέ τους απ' εδώ, κ' η στάχτη τους, Βεζήρη, Ας ριπιστή 'ς τον άνεμο να μη ματαφυτρώσουν.

— Όχι, δε χάνετ' η Τουρκιά. Να κλαίτε το μερμήγκι Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά, ή 'ς το νερό θα πέση, (Δεν είν' αλήθεια, Ομέρπασα;) και θαυρεθή πνιμμένο, Ή θα ταρπάξη το πουλί... Πούναι το παλληκάρι Που χτες μ' ανδρειευότουνε;

— Εδώμαι, και σ' ακούω.

— Ποιος είσ' εγώ δεν το ρωτώ. Για με τα ονόματά σας θα να σβυστούν όλα με μιας κ' είναι καιρός χαμένος Εμείς να τα μαθαίνωμε. Θέλεις να προσκυνήσης Και να δεχτής την πίστη μου;

— Κιοσέπασα δε θέλω.

— Θα να σε ψήσω ζωντανόν.

— Εμείς οι παληοκλέφταις Έχομε σάρκα κάκοψη.

— Χαλήλμπεη!.. δικός σου.

***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

» Με χίλια μύρια βότανα. » σ. 219

_Βότανα_, χόρτα κατέχοντα ιαματικάς ιδιότητας, όθεν και το δημώδες.

Τα βότανα της γης γιατρεύουνε τα πάθη.

» Την άγρια την αψάδα. » σ. 219

_Αψάδα_, κυρίως επί δριμέων υγρών, μεταφορικώς δε σημαίνει _θυμόν. Αψής_ θυμοειδής. Συνηθέστατον επί ίππων.

» Το διάνεμα γοργά γοργά. » σ. 219

_Διάνεμα_, σκιά φεύγουσα ταχέως, αστραπηδόν.

» Αναλαμπαίς και δόξαις. » σ. 220

_Αναλαμπή_ η εκ μεγάλης πυρκαϊάς προκύπτουσα λάμψις, αλλά και αυτή η θερμότης της φλογός.

» Ανέλπιστο λιοβόρι. » σ. 221

_Λιοβόρι_ βορειανατολικός άνεμος πνιγηρός και καυστικός.

» Και χίλια τ' αντιρίμματα. σ. 221

_Αντιρίμματα_ οι περί την ρίζαν δένδρου τινος φυόμενοι βλαστοί.

Σα στο κυβέρτι η μέλισσαις πριν ο γονός κινήση. σ. 221

_Κυβέρτι_ το κύβεθρον, η κυψέλη. _Γονός_ η νέα γενεά των μελισσών η κατά το έαρ απολείπουσα τον γενέθλιον οίκον και μεταναστεύουσα αλλαχόσε.

Όστις παρετήρησεν εκ του πλησίον τα πολύτιμα ταύτα έντομα δεν παρέλειψε βεβαίως να σημειώση τον απερίγραπτον βόμβον, όστις επικρατεί εντός της κυψέλης ολίγην ώραν πριν ή εξέλθη ο _γονός_. Ήθελεν είπη τις, ότι αι μητέρες και οι πατέρες θρηνούσι συνάμα και χαίρουσιν επί τη εξόδω των τέκνων.

Ο _γονός_ εξερχομένος πρώτην φοράν εις το φως της ημέρας πλανάται προς ολίγον ένθεν κακείθεν και προσκολλάται μετά ταύτα επί τινος αποτόμου πέτρας, ή κάθηται επί κλαδίσκου τινός δένδρου. Αν δε αμελήση τις να τον παραλάβη και τοποθετήση εντός κυψέλης, απέρχεται προπορευομένης της _Ανάσσης_. Την αποχώρησιν ταύτην ως και την πρώτην έξοδον του _γονού_ εκ της κυψέλης ήκουσα να χαρακτηρίζωσιν οι ημέτεροι χωρικοί διά των λέξεων, »_Εκίνησεν ο λαός._» Και μα την αλήθειαν δεν εδυνήθην να μη ενθυμηθώ την διαβόητον Ομηρικήν παρομοίωσιν ένθα το «έθνεα πολλά μελισσάων» αντιστοιχεί πληρέστατα προς το _λαός_.

»Και τώκοβαν το αίμα.» σ. 222

Φράσις εμφαίνουσα την νευρικήν κατάπτωσιν ήτις προέρχεται ένεκα φόβου αιφνιδίου. Πιστεύεται δε υπό του λαού ότι επί τοιούτων περιστάσεων το αίμα αποσυντίθεται. Το αυτό ρήμα εν χρήσει επί γάλακτος αποσυντεθειμένου. « _Έκοψε το γάλα._»

Βλέπει πασπρογαλιάζει. σ. 222

_Ασπρογαλιάζει_ και _ασπρογάλιασμα_, το υπόλευκον χρώμα του ουρανού και της θαλάσσης κατά το λυκαυγές της ημέρας.

»Το φτερωτό σου μάτι.» σ. 223

Οφθαλμός περικυκλούμενος υπό μακρών και πυκνών βλεφαρίδων ή επισκιαζόμενος υπό δασέων οφρύων, εθεωρείτο ως τεκμήριον ανδρείας ψυχής και συνδυαζόμενον μετ' άλλων τινων προσόντων, καθωδήγει εις εύστοχον εκλογήν των _παλληκαρίων_.

Κι όπου απαντήση ριζιμιό κι όπου εύρη χαραμάδα, Γενειάζει εκεί βαθειά βαθειά κ' υφαίνει τον πλοκό του Αδιάβατη γεροβολιά, πυκνή κ' αιώνια φράχτη Για κείνους που συνείθισαν να παρασυνορίζουν. σ.224

_Ριζιμιό_, πέτρα ερριζωμένη, κατ' αντίθεσιν προς το »_πέτρα πλεούμενη._»

_Χαραμάδα_ τα σκίσματα εν γένει.

_Γενειάζει_ επί φυτών, όταν βάλλωσι τας πρώτας οιονεί τριχοειδείς ρίζας. Επί κισσού, όταν προσκολλάται διά των ελαστικωτάτων νεύρων, άτινα αναφύονται εκ των απείρων αυτού γονάτων.

_Πλοκός_ σύμπλεγμα εκ κλάδων προς ανακοπήν των υδάτων. Η εργασία αύτη δηλούται διά του _υφαίνω_.

_Γεροβολιά_ Κλείσμα, φραγμός κυκλοειδής διά καλαμών κατασκευαζόμενος δι' ου πολιορκούνται οι ιχθύες ένθα ενδιαιτώνται. Μεταφορικώς παν περίκλεισμα ασφαλές, ανυπέρβλητον.

Μας άρπαξε το σύφλογον. σ. 225

_Σύφλογο_ η δίνη η προερχομένη εκ της συναντήσεως φλογών πρώην κεχωρισμένων. Συνήθης κατάρα· »_Να σε πάρη το σύφλογο.» Μ' επήρε το σύφλογο»!_

Μας δέρν' η ανεμοριπή. σ. 225 _Ανεμοριπή_ ορμή ανέμου παρασύροντος παν το προστυχόν, και τούτο προς δήλωσιν καταστροφής. »_Μας επήρε η ανεμοριπή._»

Όταν μέσα 'ς τα Γιάννινα, Θανάση, ο Οικονόμος Με χιόνια με τρισκότειδο 'ς το σπήτι του Κροκίδα Κλεφτά σας εσυμάζονε. σ. 226

Αποφασισθείσης υπό του Σουλτάνου της καταστροφής του Αλή πασά οι έφοροι της φιλικής εταιρίας απέστειλαν εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ιωάννινα τον Χριστόδουλον Οικονόμου ίνα κατηχήση τον αδελφόν αυτού Μάνθον, τον εξ απορρήτων του Βεζύρου, μεγάλην χαίροντα εν Ηπείρω επιρροήν και υπόληψιν, τον Αλέξην Νούτζον, τον Ίσκον, τον Στράτον, τους Φαρμάκιδες και άλλους τοιούτους. Ο δε Ασημάκης Κροκίδας προς τον σκοπόν τούτον παρέσχε την εν τη πρωτευούση του Τεπελενλή οικίαν του ήτις καθά διαβεβαιοί και ο Φιλήμων, εν ταις ημέραις εκείναις ωμοίαζε προς άλλον μυστηριώδη και τρομερόν στρατώνα, όπου κατά πάσαν νύχτα συνήρχοντο και συνεσκέπτοντο μετά του απεσταλμένου των φιλικών Χριστοδούλου Οικονόμου, γαμβρού του Κροκίδα, Ιωαννίται, Ζαγορίσιοι, Ακαρνάνες, Σουλιώται.

Με τον Αλέξη Νούτσο

Οπού τον είχε σαν παιδί, βλέπω το Γεώργη Κίτζο. Έτρεξα 'ς τη Βασιλική. 226

Ο Αλέξης Νούτσος ενέμετο σχεδόν αποκλειστικώς επί πολύν χρόνον την εύνοιαν του Αλή όστις και απεκάλει αυτόν παιδί του.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ.

_Κίτσος Κονταξής_ εκ των προυχόντων της κωμοπόλεως Πλεισοβίτζας, υπήρξεν ο πατήρ της εν τοις Αληπασικοίς χρονικοίς τοσούτον σπουδαίαν κατεχούσης θέσιν διαβοήτου επί καλλονή και συνέσει Βασιλικής. Ως εκ των γενεθλίων και της δεδοκιμασμένης αυτού ανδρείας απελάμβανεν ούτος γενικής υπολήψεως παρά τοις συμπολίταις αυτού δι' ο και ύποπτος γενόμενος σκληρώς κατεδιώχθη υπό του αιμοχαρούς Βεζύρου.

Εν ταις ημέραις εκείναις Μαρίνα τις, εκ της αυτής κωμοπόλεως ορμωμένη, αντί μικράς ευεργεσίας έλαβε παρά του Αλή την εντολήν να κλέψει και τω παραδώση την επταετή κόρην του Κίτζου, και το μιαρόν γύναιον προσοικειωθέν τη συζύγω του Κονταξή μυρία ήρξατο να τεκταίνεται προς πραγματοποίησιν του βδελυρού σχεδίου.

Αποθανόντος δέ τινος των εν Φιλιάταις βέηδων ο Κίτζος μετέβη μετά της συνεύνου Αναστασίας, όπως συλλυπηθή την χήραν του απελθόντος φίλου, και κατά την απουσίαν αυτού η Μαρίνα παραλαβούσα δι' απάτης εις την εαυτής οικίαν, την Βασιλικήν, έσπευσε να ειδοποιήση τον Σατράπην, όστις αποστείλας αμέσως εις ορισθέν τι μέρος ίππους ταχυδρομικούς και ένοπλον συνοδίαν, απήγαγε το κοράσιον.

Επανελθών ο Κίτζος και πληροφορηθείς παρά των κατοίκων, εν όπλοις διατελούντων και υπισχνουμένων εκδίκησιν, τα περί απαγωγής της προσφιλούς αυτώ θυγατρός, περιήλθεν εις τοιαύτην αδημονίαν ώστε σχεδόν παρεφρόνησε. Και την μεν περιουσίαν κατηνάλωσεν αφειδώς διανείμας αυτήν προς πάντας όσοι εκμεταλλευόμενοι την πατρικήν στοργήν επηγγέλλοντο αυτώ την ανάκτησιν του τέκνου, αυτός δε καταβληθείς υπό της λύπης ώρυξε τάφον εν τω υπογείω της οικίας, απέβαλε τον οπλισμόν, εζώσθη σχοινίον και εν νηστείαις και στερήσεσι διανυκτερεύων επεκαλείτο την Θεομήτορα υπέρ της επανόδου της Βασιλικής.

Εκ των τελαιπωριών τούτων και του ψυχικού άλγους προσβληθείς υπό στηθικού νοσήματος, απεβίωσε μετ' ολίγον χωρίς να δυνηθή να ασπασθή την θυγατέρα. Καί τοι προσκληθείς πολλάκις υπό του Αλή, ουδέποτε έστερξε να συναντηθή μετά ασπόνδου εχθρού, του παραιτίου της καταστροφής του. Αλλά περί τα τέλη του βίου ενδώσας εις τας προτροπάς των συγγενών και ηττηθείς υπό του προς την θυγατέρα φίλτρου, μετέβη εις Ιωάννινα, και παρεστάθη ενώπιον του αιμοχαρούς Σατράπου. Ο Βεζήρης αφ' ου φιλοφρόνως τον υπεδέχθη, διανοούμενος βεβαίως τίνι τρόπω και εν αυτή τη παραμονή του θανάτου εδύνατο να καταστήση σκληροτέραν την αγωνίαν, ηρώτησεν αυτόν ποίαν τινα χάριν ήθελε να τω απονείμη προς παραμυθίαν των παθημάτων του. Ο δε Κίτζος δελεασθείς υπό της ψευδούς ταύτης ευνοίας, συντετριμμένος την καρδίαν έπεσε κατά γης γονυπετής και ανεβόησε δακρύων·» τα μάτια μου! Το φως μου! Το παιδί μου!» Τότε εμβλέψας ο Αλής μειδιών προς τον γέροντα τω ηρνήθη αποτόμως και μόνον τω επέτρεψε να ίδη μακρόθεν, αν ήθελε, το περιπόθητον τέκνον.

Είναι ανατίρρητον ότι ο Αλής, ο ανήμερος εκείνος λύκος, ηγάπησε την Βασιλικήν μόλις παραδοθείσαν εις χείρας του, είτε διότι προησθάνετο ποίον ευωδέστατον άνθος έμελλε να εκφανισθή εκ του κάλυκος εκείνου, είτε διότι απ' αρχής τον κατεγοήτευσεν η έμφυτος αφέλεια της επταετούς παρθένου. Διό και επειράτο παντί σθένει να υπερνικήση διά των περιθάλψεων την προς αυτόν αμείλικτον αντιπάθειαν του κορασίου.

Ημέραν τινα η Βασιλική επισκεπτομένη τας κρύπτας των σεραγίων εύρεν έν τινι γωνία την εικόνα της Θεομήτορος και λαβούσα αυτήν έδραμε και προσπεσούσα τω Αλή εξητήσατο την χάριν ίνα εν τω ιδίω θαλάμη καταθέση το παρήγορον εύρημα. Ο Βεζήρης επαινέσας τον θρησκευτικόν αυτής ζήλον, έστερξε προθύμως και ούτω χάριν της Βασιλικής εν αυτή τη φωλεά του θηρίου κατηρτίσθη πολύτιμον προσευκτήριον, όπου πολλάκις και το ανθρωπόμορφον εκείνο τέρας εν ταις μεγάλαις αυτού δυσχερείαις προσήρχετο ικετεύων.

Δεκαπενταετή ήδη ενυμφεύθη αυτήν ο Αλής κατά το οθωμανικόν θρήσκευμα και έκτοτε την ηγάπησε μανιωδώς καί τοι γέρων. Ουδεμία δε υπάρχει αμφιβολία ότι εις την μεγάλην επιρροήν αυτής επί την ψυχήν του τυράννου πρέπει ν' αποδοθή η σωτηρία πολλών.

Αλλ' όσον ο Βεζήρης ηγάπα την Βασιλικήν τόσον εμίσει τον αδελφόν αυτής Γεώργιον Κίτζον, τον όντως μεγαλοπρεπή και ωραιότατον οπλαρχηγόν της Πλεσσοβίτζας, τον διά της ανδρείας αυτού απαθανατίσαντα μετά ταύτα την αιματόφυρτον του Μεσολογγίου Λουνέταν. Μη ανεχόμενος ο ζηλότυπος Σατράπης την υπεροχήν ην απήλαυεν εν τη αυλή των Ιωαννίνων ως γυναικάδελφος αυτού απεφάσισε να τον δολοφονήση, και πρώτον επεχείρησε την εκπλήρωσιν του μελετωμένου κακουργήματος προπαρασκεύασας διά κωνίου φύλλα νικοτιανής· αλλ' απέτυχεν ειδοποιηθέντος του Κίτζου υπό του Ιωάννου Κωλέτου. Ύστερον προσεκάλεσεν αυτόν εις μέγα τι κυνηγέσιον και διέταξε δύο εκ των πιστών δημίων να πυροβολήσωσι κατ' αυτού. Εν τη δευτέρα ταύτη αποπείρα επληγώθη βαρέως ο Κίτζος και ήθελεν ίσως αποθάνη νοσηλευόμενος υπό των ιατρών του Αλή, αν η Βασιλική επί τω απαισίω ακούσματι δεν απήτει την ίασίν του και αν δεν κατετρόμαζεν αυτόν διά της απειλής ότι ήθελεν αυτοχειριαζομένη συναποθάνη μετά του αδελφού. Έντρομος ο Αλής ου μόνον εφρόντισε να αναθέση την σωτηρίαν του τραυματίου εις τον ικανώτερον των χειρουργών του, αλλά και αυτοπροσώπως επετήρει την θεραπείαν προς εξιλασμόν της προσφιλούς συζύγου.

Ούτω διήλθε τας τελευταίας ημέρας του βίου του τυμβογέρων ήδη ο Αλής· κατά την μαρτυρίαν των επιζησάντων προκύπτει ότι απέναντι της φοβεράς μεταβολής της τύχης, της προδοσίας των τέκνων του, της λειποταξίας των διασημοτέρων οπλαρχηγών του, της επικειμένης τιμωρίας των κακουργημάτων του, όταν κατέκλινε το πολιόν και θυελώδες μέτωπον επί των αβρών γονάτων της Βασιλικής, εκ μιας ελησμόνει τα πάντα και παρεδίδετο εις τας αγκάλας του ύπνου, ως αν επίστευεν αδύνατον την καταστροφήν εν τοις κόλποις τοιούτου παραδείσου.

Ύστερον δε ότε απεκλείσθη εν τη λίμνη των Ιωαννίνων και έβλεπε προεγγίζοντα τον αναπόφευκτον όλεθρον, εν ω την ακαταδάμαστον αυτού ψυχήν δεν κατέβαλεν ο φόβος του θανάτου, την κατεσπάραττεν η ιδέα ότι η Βασιλική έμελλε να περιέλθη εις χείρας των εχθρών του. Όθεν εν τη απογνώσει αυτού, προσκαλέσας τον Αθανάσιον Βάγιαν ενετείλατο να φονεύση την γυναίκα εάν ποτε ως εκ των περιπετειών του πολέμου ήθελεν ιδεί αυτόν ζωγρηθέντα ή πεσόντα υπό το ξίφος των πολεμίων.

Ότε λοιπόν ο Αλής θανασίμως πληγείς απήτησε την εκτέλεσιν της εντολής, εξελθών ο Βάγιας του δωματίου ένθα εν τω ιδίω αίματι εκυλίετο ήδη ο αγωνιών λέων, επυροβόλησεν ασκόπως και επανακάμψας ανήγγειλε προς τον θνήσκοντα την εκπλήρωσιν του τελευταίου πόθου του. Τότε επί των ωχρών χειλέων του επήνθισεν έσχατον μειδίαμα και χαίρουσα εξεδήμησεν η αγρία αυτού ψυχή.

Η Βασιλική αιχμαλωτισθείσα επέμφθη εις Κωνσταντινούπολιν μετά του αδελφού της Σίμου βέη, και εκείθεν εξωρίσθη εις Προύσαν. Κατά δε το 1830 ελευθερωθείσα ήλθεν εις Μεσολόγγιον και κατώκησεν εν τη Κωμοπόλει Κατοχή, οπόθεν μετά τον θάνατον του αδελφού, καταβληθείσα υπό της λύπης και ασθενήσασα βαρέως μετέστη επί θεραπεία εις Αιτωλικόν, ένθα και κατέλυσε τον βίον εν έτει 1835.

Επειδή δε εκ της βιογραφίας ταύτης γίνεται δήλον ότι διά της προστασίας της Βασιλικής πολλοί πολλάκις εσώθησαν των κινδυνευόντων χριστιανών ουχί παραλόγως αποδίδεται εις αυτήν εν τω ποιήματι η σωτηρία των Φιλικών, ων οι αγώνες και ο σκοπός αναντιρρήτως δεν ελάνθανον την οξυδέρκειαν του Αλή.

Μας τούπε κι' ο Κύρ Μάνθος. σ. 227

Υπήρξε καιρός καθ' ον τοιαύτη ήτο η υπόληψις ην έχαιρεν εν Ηπείρω ο γνωστός ούτος επί συνέσει γραμματεύς του Αλή πασά, ώστε παροιμιώδης κατήντησεν η αλήθεια των λόγων του. » _Τούπε ο Κυρ Μάνθος_» εταυτίζετο προς το _αυτός έφα_. Ο Μάνθος καθ' ην στιγμήν απεκλείσθη ο Αλής συνελήφθη υπό των Σουλτανικών και εκαρατομήθη εν Μετζόβω.

Και τ' άλλα απ' άκρη 'ς άκρη.

Να τα κρατήσετε όλα σεις, χώμα κλαρί και πέτρα. σ. 228

Το »_απ' άκρη ς' άκρη_» και το _χώμα κλαρί και πέτρα_, ήσαν ρήτραι δι' ων συνήθως εν τοις παλαιοίς συμβολαίοις παρεχωρείτο η απόλυτος κατοχή κτήματός τινος.

Διάκε νερό κι' αλάτι. σ. 228

_Νερό κι αλάτι_ φράσις δημώδης, δι' ης εμφαίνεται η επανάληψις φιλίας διακοπείσης ένεκεν σοβαρού τίνος λόγου.

Το κρίμα 'ς το λαιμό σου.

Άλλο δημώδες λόγιον δι' ου ανατίθεται ευθύνη εις τον μη στέργοντα να παραδεχθή σπουδαίαν τινα πρότασιν. Ταυτόσημον τω »_Νίβομαι, κι απονίβομαι,» »Έξω από το κρίμα νάμαι._» Και τα παραπλήσια.

Φέρε το... πίθωσέ το. σ. 230

_Πίθωσε_ είναι το επίθεσον. Η μετά προσοχής και αβρότητος τοποθέτησις πράγματός τινος.

Ήρθε 'ς το χτένι ο κόμπος, σ. 232

Δηλοί, έφθασεν η ώρα καθ' ην η βία θέλει λύση το ζήτημα

Τι λες εσύ, Χαλήλμπεη. σ. 232

Ο μοχθηρός ούτος εκ των εγχωρίων αγάδων, υπήρξεν η αληθής ίσως δε και η μόνη αιτία της καταδίκης του Διάκου. Παρουσιασθείς προς τον Κιοσέ Μεχμέτ πασάν προσέπεσεν εις τους πόδας αυτού και μετά δακρύων εζητήσατο παραδειγματικόν θάνατον προς τιμωρίαν ανδρός θεωρουμένου τότε κινδυνωδεστάτου.

'Σ ένα ρογό και κάψε τους. σ. 232

_Ρογός_ το εκ σανίδων διαμέρισμα εντός των αποθηκών οπού αποταμιεύεται ο σίτος, και αυτός ο σωρός του σίτου.

Να κλαίτε το μερμήγγι. Πώταν η μοίρα τ' οργιστή με ψεύτικα φτερούγια Βγαίνει 'ς τον κόσμο και πετά. σ. 232 — 233

Δημώδης παροιμία στηριζομένη επί της ακριβούς παρατηρήσεως της περιέργου παραμορφώσεως ην πάσχει ο μύρμηγξ, όταν αναφύωνται τα πτερά επί των νώτων αυτού και μεταβάλλεται εις πτηνόν.

Εδώμαι και σ' ακούω. σ 233

Το «_και σ' ακούω_» εν τοιαύταις περιπτώσεσιν έχει απειλιτικήν και περιφρονητικήν έννοιαν. Εν τη Λακωνική εκείνη φράσει περιέχεται πάσα η αηδεία και αγανάκτησις ην διήγειρεν εν τη καρδία του Διάκου η θρασύτης των οθωμανών.

Έχομε σάρκα κάκοψη. σ. 233

_Κάκοψος_ περί οσπρίων σκληρών, αντίθετον του _κάλοψος_. Τραχύς, αντέχων εις την ενέργειαν του πυρός.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΕΚΤΟΝ

ΤΟ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙ.

Ποτέ του ήλιου η ευμορφιά, ποτέ της γης η νειώτη Κ' η περηφάνεια του βουνού, του δέντρου η πρασινάδα Κ' η λευθεριά του ξηφτεριού, ποτέ τόση γλυκάδα Τόση κρυφή μοσχοβολιά δεν έχυσαν τριγύρω 'Σ το Διάκο που ψυχομαχά. Τυφλή και μανιωμένη Τον εκοιλούσε η Λιαπουριά. — Κεχρί παραδομένο 'Σ τα δόντια του νερόμυλου, τριμμόψυχα ριμμένη Μες 'ς το λαρύγκι ενός θεριού, προσάναμμα, αποκλάδι, Χλωροκομμένο φρύγανο, που τώβοσκεν η φλόγα, Ολόγυρά του εκύτταζε, σαν νάθελεν ακόμα Να καταπιή με μια ματιά, να κρύψη 'ς την ψυχή του Την έρμη την πατρίδα του κ' εκεί 'ς τον άλλον κόσμο Να τήνε πάρη συντροφιά. — Επέρασε απ' το νου του Φτωχή, κακογεράματη κ’ η δύστυχή του η μάνα Μην έρθη ώρα για ψωμί το χέρι της ν' απλώση, Και μην πεθάνη νηστική. Επάγωσε η καρδιά του Κ' ένα κελάδημα γλυκό, πλασμένο μ' όλα τ' άνθη, Που τρέφ' ο κήπος της ζωής, του φύτρωσε 'ς τα χείλη.

»_Για ιδές καιρό που εδιάλεξεν ο Χάρος να με πάρη »Τώρα πανθίζουν τα κλαριά που βγαίν' η γη χορτάρι._»

Λες κ' ήθελε πριν αναιβή 'ς του Πλάστη του τον κόρφο, Τη ραγισμένη του καρδιά να σχίση για να φύγουν Της νειότης του ταρώματα, που δε χωρούν 'ς το μνήμα.