Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Part 8

Chapter 8 18 words Public domain Markdown

Υιός του Αθανασίου, αρματωλού των Χασίων. Προς συμπλήρωσιν δε όσων περί αυτού έγραψα εν τοις Μνημοσύνοις, προστεθήτω ότι την υπ' αυτού κινηθείσαν επανάστασιν εν έτει 1808 προέδωκαν οι εκ Μετζόβου οπλαρχηγοί Δεληγιάννης και Βλαχοθώδωρος. Ο Ευθύμιος μετά την αποτυχίαν επειράθη να στρατολογήση εν Επτανήσω και εν Ηπείρω νέας δυνάμεις, αλλά συλληφθείς παρεδόθη τω Αλή και εστέφθη διά του μαρτυρίου. Ο υιός αυτού Φλώρος κληρονομήσας το πατρικόν αίσθημα, προσεπάθησε να αναστατώση την Θεσσαλίαν κατά το 1814, αλλά προδοθείς και ούτος παρά των εν Χασίοις _καπητανευόντων_ Ψιραίων συνελήφθη, παρεδόθη τω Αλή και ετελεύτησεν, ως ο αοίδιμος αυτού πατήρ, εν βασάνοις.

ΒΛΑΧΑΡΜΑΤΑΣ ΒΕΡΓΟΣ.

Αρματωλός εκ Μαυρολιθαρίου, είς εκ των γενναίων οίτινες ύψωσαν την σημαίαν της επαναστάσεως κατά το 1750 — 1760 εν Παρνασσίδι και εν Δωρίδι. Βαρέως πληγωθείς εν τη παρά τω χωρίω Δεσφίνα γενομένη συμπλοκή κατέφυγεν εις το εν Δαυλία μετόχιον του μοναστηρίου Ιερουσαλήμ, κείμενον παρά τοις Δελφοίς. Διωκόμενος δε προσέφυγεν είς τι παρακείμενον σπήλαιον αλλά προδοθείς υπέστη σκληρότατον θάνατον. Το πτώμα αυτού εσύρθη επί της πετρώδους οδού, ήτις άγει εκ Δελφών προς το Κρισσαίον πεδίον και κατακερματισθέν ανεστηλώθη επί πασσάλων κατά το διασταύρωμα των προς Χρυσόν και Σάλονα οδών.

ΗΛΙΑΣ ΒΙΔΑΒΙΩΤΗΣ.

Κατά τα 1770 νέα απόπειρα εκ μέρους των αρματωλών εγένετο προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας. Προεξήρχον δε ο Βλαχοθανάσης εκ Βουνιχώρας, ο Αλέξης Καλόγερος εκ Χρυσού, ο Κώστας Σουσμάνης εκ Γαλαξειδίου, ο Μήτρος Δενδούσης εξ Αγίας Ευθυμίας, ο Νίκος Μαραβέλης εκ Σιγδίτζης και ο Ηλίας Βιδαβιώτης. Απαντες οι γενναίοι ούτοι είτε εν πολέμω, είτε εν βασάνοις κατέλυσαν τον πολυτάραχον βίον, παράδειγμα γενόμενοι μοναδικής καρτερίας και τόλμης απαραμίλλου. Τα κατά την επαναστατικήν ταύτην απόπειραν αιματηρά συμβάντα ακριβώς εξιστορούνται υπό του κυρίου Σάθα εν τω _ανεκδότω_ αυτού _Χρονικώ του Γαλαξειδίου_.

ΛΑΜΠΕΤΗΣ — ΑΣΤΡΑΠΟΓΙΑΝΝΟΣ

Εκ των ωραιοτέρων επεισοδίων δι' ων πενθηφορούσαι κοσμούνται αι αιμοσταγείς σελίδες της ιστορίας του μεσαιωνικού αρματωλισμού, αφόβως δύναται να υποστηρίξη τις ότι τα περί Αστραπογιάννου και Λαμπέτη δίδουσιν ακριβή ιδέαν των αισθημάτων, υφ' ων ενεπνέοντο αι ψυχαί των ακαταδαμάστων εκείνων πολεμιστών.

Κατήγετο ο Αστραπόγιαννος εκ του χωρίου Αγίας Ευθυμίας και ήκμασε περί τα μέσα του παρελθόντος αιώνος. Υπηρέτησε κατά πρώτον ως απλούς κλέφτης υπό την σημαίαν των αδελφών Λάμπρου και Μήτρου Τζεκούρα και του Βλαχαρμάτα Βέργου. Μετά τον σκληρόν θάνατον τούτων συνεκρότησεν ο Αστραπόγιαννος ίδιον σώμα και επιβληθείς διά των όπλων ανεγνωρίσθη επισήμως αρματωλός της Δωρίδος και χρόνον τινα ησύχασε. Αλλά του Δερβέναγα των Σαλόνων Μίρτζα, βιάσαντος γυναίκα τινα υπαγομένην εις το αρματωλίκιον αυτού, μη ανεχόμενος την ύβριν, ήλθεν εις ρήξιν και μάχη πεισματώδης συνήφθη έξω του Γαλαξειδίου, εν η κατεστράφησαν οι οθωμανοί. Όσοι δε εκ των πολεμίων ώρμησαν προς την θάλασσαν ζητούντες διέξοδον και σωτηρίαν, έπεσον και ούτοι υπό την μάχαιραν του φοβερού αρματωλού μη φεισθέντος μηδενός.

Οι επομένοι στίχοι, οι μόνοι διασωθέντες έκ τινος δημοτικού άσματος, μαρτυρούσι περί τούτων. Λυπηρόν δε είναι ότι δεν διεφυλάχθη ακεραία η διήγησις.

Ο Μίρτζας εξεκίνησε κατά το Γαλαξείδι Πιάνει και γράφει μια γραφή, πικρή φαρμακεμμένη: « Σε σέ μώρ' Αστρατόγιαννε, ναρθής να φιληθούμε » Και μη γυρεύεις πόλεμο και μη ζητείς τουφέκι, » Συμπάθησέ με....

Πρωτοπαλλήκαρον αυτού υπήρξεν ο Λαμπέτης εκ Βουνιχώρας. Έν τινι δε συμπλοκή θανατηφόρως πληγωθείς ο Αστραπόγιαννος, εστράφη προς τον πιστόν τούτον συναγωνιστήν και εξητήσατο παρ' αυτού να αποκόψη την κεφαλήν και απαλλάξη αυτήν από των ύβρεων των πολεμίων. Υπακούσας ο φίλος εξετέλεσε την σκληράν διαταγήν και λαβών την προσφιλή του αρχηγού του κεφαλήν, κατέθεσεν αυτήν εντός δισακκίου και εσώθη φεύγων. Διωκόμενος ακαταπαύστως υπό των εχθρών και μη στέργων να παραιτήση την πολύτιμον παρακαταθήκην, έτρεχεν επί πολλάς ημέρας, εν μέσω κρημνών και βράχων, ζητών απόκεντρον και άγνωστον τινα κρύπτην, όπως ασφαλώς ενταφιάση το πεφιλημένον λείψανον. Κατά την νεκρώσιμον ταύτην περιοδείαν, οσάκις ο Λαμπέτης, ασθμαίνων, κεκμηκώς, ανεπαύετο παρά ταις πηγαίς υπό την σκιάν των δένδρων, ετοποθέτει απέναντι αυτού την τάλαιναν κεφαλήν, και αφού την περιέβρεχε διά των δακρύων του, εδιχοτόμει τον επιούσιον αυτού άρτον, και απένεμεν εις τον νεκρόν το σιτηρέσιον, εδρόσιζε τα άφωνα χείλη διά καθαρού ύδατος, την κατέθετε πάλιν εντός του σάκκου και εβάδιζεν. Η ακατανόητος αύτη και υπερανθρώπινος καρτερία παρετάθη μέχρις ου αι σάρκες ήρξαντο καταρρέουσαι υπό σήψεως και απογυμνούσαι το κρανίον. Τότε ο Λαμπέτης αλλά τότε μόνον, απεφάσισε να χωρισθή από του νεκρού και φθάσας εις Παλάτια άνωθεν του χωρίου Πέντε Ορίων, ανέσκαψε την γην παρά τους πόδας αποτόμου πέτρας και ενεταφίασε την κάραν. Εκεί καθ' εκάστην πορευομένος ησπάζετο το χώμα και διελέγετο προς τον φίλον.

Αλλά φονευθέντος του Αστραπογιάννου, διωρίσθη αρματωλός και πληγωθείς καιρίως επί του όρους Τρικόρφου, ήδη επιθάνατος ων, διήλθεν έρπων από θάμνου εις θάμνον, μακράν και δύσβατον οδόν, μέχρις ου φθάσας επί του προσφιλούς μνήματος και επιθέσας τον τελευταίον ασπασμόν εξέπνευσεν ο λεοντοκάρδιος.

Είναι αδύνατον νομίζω το αίσθημα της φιλίας να λάβη ποτέ ευρυτέραν ανάπτυξιν και ποιητικωτέραν εκδήλωσιν!

Μνημονεύονται δε και άλλαι περιστάσεις, δι' ων αποδεικνύεται τίνων θυσιών και παθημάτων ελογίζετο αξία η κεφαλή των εν πολέμω πιπτόντων συμμαχητών και συναδέλφων.

Ο εκ Δωρίδος αρματωλός Λουκάς Καλλιακούδας εφονεύθη, ως γνωστόν, εν τη μάχη της Καβρολίμνης. Ο πιστός αυτού συναγωνιστής και φίλος Σάκος, ο εξ Ακαρνανίας, κατά παραγγελίαν του θνήσκοντος αρχηγού απέκοψε την κεφαλήν και μόνος απομείνας εν μέσω των πολεμίων, περιετύλιξεν αυτήν εντός της φουστανέλλας και υπεχώρει μαχομένος διά της δεξιάς χειρός προς τους επιτιθεμένους μαχητάς τον Μήτζου Μπόνου. Αλλ' η κεφαλή ολισθαίνουσα εκ του βάρους και του σχήματος κατέπιπτε πολλάκις και τότε εξήπτετο έρις περί αλώσεως αυτής ένθεν μεν αντιποιουμένων πάντων των αλβανών, ένθεν δε μόνου του Σάκου. Τοιουτοτρόπως διέσωσεν αυτήν πολλάκις, αλλ' επί τέλους πληγωθείς εν τη ατελευτήτω πάλη και μη δυνάμενος πλέον ν' ανακτήση το πολύαθλον γέρας, εκτραπέν υπό των εχθρικών λακτισμάτων πέραν του κύκλου ον διέγραφε το ξίφος, επέπεσε μανιωδώς κατά των πολεμίων και εφονεύθη καθ' ην στιγμήν έψαυε διά των δακτύλων την κόμην του Καλλιακούδα.

Ο εξ Αγράφων αρματωλός Κώστας Χρήστος συναντηθείς μετά των οθωμανών έξω του Καρπενησίου, εννόησε μετά την νίκην ότι οι φυγάδες εχθροί είχον αποκόψη και λάβει την κεφαλήν ενός των συνεταίρων, ην μετακομίσαντες εις Καρπενήσιον κατέπηξαν επί δοκού και έστησαν εν τη αγορά προς επίδειξιν ενταυτώ και τρόμον. Ο Κώστας Χρήστος μη ανεχομένος την ύβριν, εισήλασε νύχτωρ εις Καπερνήσιον, εφόνευσε τας τουρκικάς περιπόλους μεθ' ων συνηντήθη, ανέκτησε την κεφαλήν και βαλών πυρ εις το Σεράγιον απήλθε σώος.

Ο αρματωλός Γηώργος Σιγδίτζας στενώς επολιόρκησε τα Σάλονα εκζητών την απόδοσιν της κεφαλής φονευθέντος συντρόφου.

Ο Χρόνης Λευκαδίτης, κλέφτης περίφημος εκ Λοιδορικίου, συλληφθείς διά προδοσίας εκαρατομήθη εν Δαδίω, την δε κεφαλήν αυτού έστησαν οι Τούρκοι κατά το διασταύρωμα της οδού της Αταλάντης. Μετά παρέλευσιν δέκα ετών παρουσιασθέντες οι συγγενείς προς τον Ανδρούτζον εζητήσαντο εκδίκησιν υπέρ της ατιμασθείσης κεφαλής του Χρόνη. Ο Ανδρούτζος υπεσχέθη και πολιορκήσας την Αταλάντην απήτησε την παράδοσιν των φονέων. Επειδή δε, ο μεν είς εξ αυτών είχεν αποθάνει, συνέλαβε τον υιόν και αποκόψας την κεφαλήν αυτού την έστησεν εκεί όπου άλλοτε είχεν εκτεθή η του Χρόνη. Μετά τούτο πορευθείς εις Λεβαδείαν, όπου διέμενεν ο έτερος των φονέων, απήτησε και αυτού την παράδοσιν. Αλλ' ούτος προειδοποιηθείς εδραπέτευσεν, οι δε Λεβαδιείς υπεσχέθησαν να μη επιτρέψωσιν ουδέποτε πλέον προς αυτόν την επάνοδον.

ΤΑ ΚΑΤΑ ΑΜΠΕΛΟΓΙΑΝΝΗΝ.

Κατά τον χειμώνα του 1865, ενώ η ληστεία ελυμαίνετο τας επαρχίας του Βάλτου και της Ακαρνανίας, εγώ και άλλοι τινες φίλοι τεθέντες υπό την άμεσον οδηγίαν του ταγματάρχου Ηλία Δημητρακαράκου εξήλθομεν χάριν κυνηγεσίας εις Χελογίβαρον. Αφ' ου δε διετρέξαμεν τα ωραιότατα δάση τα περικυκλούντα την λίμνην, διενυκτερεύσαμεν εν τη συνοικία των Βλαχοποιμένων αδελφών Φερεντίνου.

Όσον και αν ζήσω δεν θέλω λησμονήση τας τερπνοτάτας εντυπώσεις της εκδρομής εκείνης!

Συνελθόντες εντός πενιχράς, αλλά καθαροτάτης καλύβης και ευχαρίστως επαναλαμβάνοντες κύκλω σφριγώντος πυρός τας περιπετείας της ημέρας, αφού κατά το πατρώον έθιμον κατεβροχθήσαμεν αμνόν ανεκτίμητον προσενεχθέντα ακέραιον, εξηντλήσαμεν δε τας συνήθεις προπόσεις και επολιτικολογήσαμεν μέχρι κόρου, κεκμηκότες εκ της επιπόνου οδοιπορίας, χαύνοι, ενώ παρεσκευαζόμεθα να παραδοθώμεν εις τας αγκάλας του ύπνου, ήλθε και παρεκάθησε μεθ' ημών ο Αθανασούλας Φερεντίνος, επανακάμπτων εκ Βονίτζης. Ήρξατο και ούτος διηγούμενος περί ληστών, περί της μαστιζούσης τα ποίμνια επιζωοτίας, περί βουλής, περί συντάγματος, εκφέρων παρατόλμους δοξασίας ουδέν συναδούσας (λυπούμαι να το είπω) προς τας ομολογίας των εν τη πρωτευούση ελευθεροφρόνων δογματολόγων, μέχρις ου, επελθούσης γενικής ναρκώσεως, παρελύθη ολοσχερώς η συνδιάλεξις και την επικρατούσαν σιγήν μόλις εκ διαλειμμάτων διέκοπτον αρνητικά ή καταφατικά τινα μονοσύλλαβα τυχαίως ριπτόμενα εν τω μέσω προς τιμήν του ευφραδούς και φιλοξένου οικοδεσπότου.

Οι λύκοι ωρύοντο μακρόθεν, εβληχώντο τα ποίμνια, οι φρουρούντες αυτά κύνες υλάκτουν ακαταπαύστως, και η μοναδική και απερίγραπτος αύτη αρμονία, ενώ πολλούς εκ των συνεταίρων απεκοίμιζεν ευχαρίστως, διήγειρεν εν εμοί ακάθεκτον επιθυμίαν ν' ακούσω και μάθω αρχαίαν τινα ιστορίαν σχετιζομένην προς την φυσικήν τάσιν του πνεύματός μου.

Εκδηλώσας τον πόθον τούτον, είδον μετ' αγαλλιάσεως τον φίλον Θανασούλαν πρόθυμον να με ικανοποιήση και επί παρουσία του Κυρίου Ηλία Δημητρακαράκου διοικητού του εν Λευκάδι εδρεύοντος τάγματος, του αυταδέλφου μου Ξενοφώντος, του Νικολάου Σικελιανού και του γαμβρού μου Δημητρίου Σούντια, ήκουσα τα κατά Αμπελογιάννην και ιδού παραδίδω εις τας σημειώσεις ταύτας την περί αυτού φημηγορίαν (legende) χαίρων ότι δύναμαι να προσθέσω σελίδα μικράν εις την ογκώδη βίβλον των αρματωλικών παραδόσεων.

Ο Αμπελογιάννης ή Μπελογιάννης, μονογενής υιός και κληρονόμος πατρός κτηνοκόμου, διήνυσε τον πρώτον αυτού νεανικόν βίον περιθάλπων και επιτηρών τα ποίμνια. Αλλ' εν μέσω των ερήμων διαιτώμενος και αδιαπαύστως συναντώμενος μετά φιλοπολέμων συνεταίρων, τυχών δε του βαπτίσματος των καταιγίδων και την ψυχήν αυτού αναθρέψας νηπιόθεν εν μέσω των απεριγράπτων καλλονών αειπαρθένου και σοβαράς φύσεως, ησθάνθη ταχέως εαυτόν προωρισμένον να διατρέξη άλλο παρά το ποιμαντικόν στάδιον και βαθμιαίως αναπτυσσομένην εν τη καρδία του ακατάσχετον ορμήν προς τον πολεμικόν βίον.

Εμφορούμενος υπό τοιαύτης ιδέας, είδε κατ' όναρ ότι ευρέθη όρθιος εν μέσω της κοίτης του Αχελώου και ότι έχων τα νώτα εστραμμένα προς τας εκβολάς αυτού αντιπαρέταττε το στήθος προς την ορμήν των ρευμάτων μηδόλως πτοούμενος εκ της μεγάλης των υδάτων εξογκώσεως.

Ενώ δε το κύμα του ποταμού ανυψούμενον συνεστρέφετο ήδη περί τον τράχηλον και τον πώγωνα και τα χείλη περιέβρεχεν απειλητικόν και επίφοβον, ηνέωξεν αυτομάτως το στόμα και ησθάνθη ότι εντός του λάρυγγος αυτού, ως εις αχανές βάραθρον βυθιζομένης της πλημμύρας, ο κίνδυνος βαθμηδόν ηλαττούτο, οι δε πόδες αυτού εκραταιούντο και αι δυνάμεις επηύξανον. Το απροσδόκητον φαινόμενον διήρκεσεν επί πολλήν ώραν, μεθ' ο κατενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι είχεν απορροφήση πάντα τα νάματα του καταπληκτικού Αχελώου μέχρι παντελούς αποξηράνσεως.

Εγερθείς του ύπνου προς ουδένα έφρασε την οπτασίαν, αλλ' αύτη επί τρεις κατά συνέχειαν νύχτας επανήλθε και σπουδαίαν ενεποίησε τότε εντύπωσιν εις την παράθερμον του νεανίου διάνοιαν. Ουχ ήττον ετήρησε πάλιν αυστηράν εχεμυθίαν και προσεπάθει μόνος, άνευ της αρωγής ονειροκρίτου τινος να εξηγήση το καταπληκτικόν όνειρον.

Επήλθεν εν τοσούτω η ημέρα, καθ' ην οι ποιμένες εορτάζουσι την μνήμην του αγίου Γεωργίου. Ο δε Αμπελογιάννης σφάξας τον αμνόν αυτού ανέγνωσε και επί της ωμοπλάτης σημεία αναντίρρητα, επιβεβαιούντα και σχολιάζοντα το δράμα. Γενομένου δε κατά την στιγμήν εκείνην ραγδαίου υετού, έρριψε την καταβραχείσαν κάπαν επί τινα θάμνον και ρεμβάζων εφύλαττεν έως ο εμφανισθείς ήλιος την αποξηράνη. Αίφνης εγείρεται τότε θύελλα και ορμητικός στρόβιλος ανήρπασεν εν τη δίνη αυτού την μηλωτήν, ήτις μετεωρισθείσα μέχρι νεφελών κατέπεσε μετ' ολίγον επί τους ώμους του ποιμένος.

Ενταύθα η διήγησις προς στιγμήν διεκόπη, και ο απλοήθης φημηγόρος αναλαβών σοβαρώτερον ήθος, προσέθηκε μετ' αφελείας ότι εκ της θαυμασίας εκείνης της _κάπας_ καταπτώσεως προήλθεν ο πολεμικός των αρματωλών τίτλος _καπετάνος_, ως αν ήθελε σπουδάζων ν' ανασκευαστή την περί της ξενοφωνίας ταύτης επικρατούσαν δόξαν (capetano) προκειμένου λόγου περί του εθνοπαραδότου εκείνου συμβόλου της στρατιωτικής ισχύος, περί της πορφύρας δι' ης περιεβάλλετο ανέκαθεν ο βασιλεύς των ορέων, ο ακαταδάμαστος και άσπονδος εχθρός της οθωμανικής κατακτήσεως, ο αήττητος μαχητής, ο κλέφτης.

Μετά τοσαύτα και τοιαύτα σημεία πορευθείς ο Αμπελογιάννης προς τον γηραιόν πατέρα ανήγγειλεν αυτώ ην είχεν αμετάτρεπτον απόφασιν να παραιτήση τον ποιμαντικόν βίον και να επιδοθή εις το πολεμικόν στάδιον. Ματαίως εδάκρυσε γονυπετής ο γέρων, πειρώμενος ίνα τον μεταπείση. Ο Αμπελογιάννης ησπάσατο την χείρα του γεννήτορος και απήλθε.

Ήτο τότε η ώρα καθ' ην οι ποιμένες απολείποντες τας πεδιάδας άγουσι τα ποίμνια εις τας ακρωρείας, και ελθών εις την γέφυραν της Τατάρνας όθεν συνήθως διέρχονται, είδε πολλούς εκ των ομηλίκων και εκθέσας αυτοίς τα γενόμενα εστρατολόγησε και επέπεσεν αμέσως κατά των πολεμίων.

Η φήμη αυτού εμεγαλύνθη εν βραχυτάτω χρόνω και το όνομα του Αμπελογιάννου αντηχούν απ' άκρου εις άκρον, διέσπειρεν απελπισίαν και τρόμον παρά τοις οθωμανοίς, οίτινες βλέποντες καταστρεφομένην την κυριαρχίαν αυτών συνεκέντρωσαν μεγάλας δυνάμεις και επετέθησαν φοβούμενοι μη εκ του παραδείγματος εκείνου προκύψη παντελής όλεθρος. Διήρκεσεν ο αγών επί πολύ αιματηρός, φονικώτατος. Αλλά εξαντληθέντων των μέσων του αρματωλού καί τινων εκ των συνεπαρχιωτών αντιφερθέντων κατ' αυτού, ενόησεν ο Αμπελογιάννης ότι ώφειλε προς στιγμήν να διακόψη τας εχθροπραξίας και να αναβάλη εις άλλην καταλληλοτέραν ώραν την επανάληψιν του πολέμου.

Απέστειλε λοιπόν τον Μούρτον και τον Βλαχογηωργάκην, εκ των ανδρειοτέρων και πιστοτέρων αυτού συναγωνιστών, τον μεν εις Ακαρνανίαν, τον δε εις Λευκάδα, αυτός δε μόνος επορεύθη εις τα Μετέωρα της Θεσσαλίας, ένθα εύρεν άσυλον παρά τινι των εκεί Ηγουμένων. Εξαγορεύσας δε το όνομα και τα πολλά παθήματα, αφιέρωσε πάντα τον πλούτον εις την μονήν και λαβών του μοναχού το σχήμα, ησύχασεν εν τη ιερά εκείνη ακροπόλει.

Νοσήσαντος μετ' ου πολύ χαλεπήν νόσον, κατέρρευσεν εκ μιας η εκ της ηλικίας και των δεινών αγώνων ήδη πολιωθείσα κόμη και μετ' αυτής ο μύσταξ και το γένειον. Το σύμπτωμα τούτο θεωρηθέν θανάσιμον έπεισε τον Ηγούμενον να εισέλθη παρά τω αγωνιώντι και λάβη την τελευταίαν αυτού εξομολόγησιν.

Αλλ' ώ του θαύματος! Ενώ ο Αμπελογιάννης παρεσκευάζετο εις μετάληψιν των αχράντων μυστηρίων, αίφνης ανθηρά, μέλαινα, ανηβλάστησεν επί της κεφαλής η κόμη, ανεφύησαν οι μύστακες και το γένειον, η χροιά μετεβλήθη και εν ακαρεί μετεμορφώθη ο επιθάνατος εις ακμαίον και θάλλοντα νεανίαν υπό τα όμματα του πνευματικού.

Το απροσδόκητον θαύμα υπέλαβεν ο Ηγούμενος κατόρθωμα σατανικόν, οιωνόν αποτρόπαιον, όθεν δραμών λάθρα εις Λαμίαν κατήγγειλε τον πρόσφυγα και παρέδωκεν αυτόν δέσμιον εις τους δημίους.

Καταδικασθέντα εις τον δι' αγχόνης θάνατον, ήγαγον αυτόν οι οθωμανοί εις τον τόπον της εκτελέσεως, αλλ' άπαξ και δις αναρτήσαντες αυτόν είδον μετά τρόμου ρηγνύμενον το σχοινίον και τον Αμπελογιάννην μετέωρον επί τινα ώραν διαμένοντα ώς περ ερειδομένον επί αφανούς τίνος βάθρου. Η δε αρχή προς ην ηγγέλθη το γενόμενον αναστείλασα την εκτέλεσιν έπεμψεν έκτακτον ταχυδρόμον εις Κωνσταντινούπολη εκθέτουσα το συμβάν και αιτούσα οδηγίας.

Εν τοσούτω διεθρυλλήθη το θαύμα και τις εξ Ακαρνανίας Κυρ Σταμούλης, μέγας και πολύς τω καιρώ εκείνω, αδιάλλακτος του αρματωλού εχθρός, επορεύθη εις Λαμίαν και χλευάσας τους οθωμανούς επί τη μικροψυχία αυτών ητήσατο και έλαβε την άδιαν ίνα ιδίαις χερσί διαπράξη την απαγχόνισιν. Παραδοθέντος του ήρωος εις τας χείρας του ομοπίστου και ομοφύλου εκείνου αλιτηρίου ετελέσθη η καταδίκη, ενώ δε κατεβιβάζετο ο νεκρός από της αγχόνης, έφθανεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και η χάρις.

Ο επιτυχής δήμιος εξελθών της Λαμίας επορεύθη εις Λευκάδα και μεγαλαυχών ανήγγειλε το στυγερόν κατόρθωμα προς τον Βλαχογεωργάκην. Συνάμα δε ηπείλησεν αυτόν και τω προείπε την αυτήν τύχην άν ποτε επανήρχετο εις το αρχαίον στάδιον.

Ο Βλαχογεωργάκης υπεκρίθη μεν μεταμέλειαν αλλά μαθών την ημέραν καθ' ην ο φονεύς του προσφιλούς αρχηγού του έμελλε να επιστρέψη εις τα ίδια, εξήλθε μετά των συνεταίρων και κατέλαβε δίοδόν τινα στενήν παρά τη πηγή της Πλαγιάς. Εκεί επιπεσών εφόνευσε τους συνοδεύοντας τον Σταμούλην οθωμανούς, συλλαβών δε ζώντα τον βδελυρόν δήμιον απήγαγεν επί την κορυφήν του λόφου και τεταρτίσας αυτόν, εκρέμασε σταυροειδώς τα τεμάχια επί τεσσάρων δένδρων και έκτοτε η θέσις εκείνη επωνομάσθη Σταυροί.

Ο Μούρτος διωκόμενος ακαταπαύστως και θέλων να μεταβή εις Βάλτον ενέπεσεν εις ενεδρεύουσαν τινα εχθρικήν συμμορίαν και μονομαχήσας προς τον φιλοπόλεμον αυτής αρχηγόν εφόνευσε μεν τον αντίπαλον αλλά τρωθείς θανατηφόρως εζωγρήθη υπό των πολεμίων και παρέδωκε το πνεύμα εν βασάνοις.

0 προπάππος του Θανασούλα Φερεντίνου ήτο αυτάδελφος του Μούρτου. Αφού δε παρηκολούθησεν απ' αρχής την ανύψωσιν του Αμπελογιάννου, είδε δε μετά ταύτα την παντελή καταστροφήν αυτού τε και των συνεταίρων, εν ώρα θανάτου, προσεκάλεσε τα τέκνα, εξέθηκεν αυτοίς τα γενόμενα και εφ' όρω φοβεράς κατάρας παρήγγειλεν αυτοίς να μη επιδοθώσι ποτέ εις τον κλέφτικον βίον. Διό και από του χρόνου εκείνου οι απόγονοι αυτού έχοντες υπ' όψιν την ιστορίαν ταύτην και του προπάτορος την αράν, διαδοχικώς ασχολούνται εις την καλλιέργειαν των πολλών αυτών ποιμνίων.

Ότε η διήγησις ετελείωσεν ο παρακολουθών τον φίλον Δημητρακαράκον σαλπιγκτής, εσάλπισε το εωθινόν εγερτήριον και συγχρόνως πεζός ταχυδρόμος καταφθάσας εκ Βονίτζης ανήγγειλε προς ημάς ότι μεταβατικόν τι απόσπασμα είχε συγκρουσθή μετά της ληστρικής συμμορίας του Μαριώλη και του Κρίκα κατά τα απέναντι ημών υψούμενα Σκλάβενα.

ΚΩΣΤΑΝΤΑΡΑΣ.

Κρίνω όλως περιττήν πάσαν μνείαν περί του διαβοήτου τούτου αρματωλού, αφού εν εκτάσει τον βίον αυτού συνέγραψε και εξέδωκεν ήδη, ο Κύριος Σάθας εν τη Χρυσαλλίδι (φυλλάδ. ΞΑ'. — ΞΒ'.). Αλλά προς ευχερεστέραν κατάληψιν των εις αυτόν αναγομένων στίχων μου, νομίζω απαραίτητον να υπενθυμίσω ότι ο σιδηροκάρδιος ούτος γίγας, ο διά των όπλων αναδειχθείς το φόβητρον των οθωμανών και θέσας την πολεμικήν τιμήν του ονόματός του υπεράνω και αυτών των τρυφερωτέρων και αγιωτέρων της καρδίας αισθημάτων, αφού έλαβε το ατύχημα να ίδη φονευμένους τους δύο υιούς του, έμαθε δε παρά του Χρόνη, υπό την σημαίαν αυτού υπηρετούντος, ότι ο τρίτος και τελευταίος καθ' ον χρόνον εν τω νησιδρίω του αγίου Κωνσταντίνου τω κειμένω εν τω Κρισσαίω κόλπω, εμαθήτευεν έν τινι γραμματοδιδασκαλείω, είχεν εξοκείλει εις πολλά χαμερπή ατοπήματα, καταισχύνων ούτω το ευκλεές πατρικόν όνομα, ιδίαις χερσίν εθυσίασεν αυτόν, προτιμών να γίνη παιδοκτόνος παρά να ίδη στιγματιζομένην την αρματωλικήν δόξαν του εν τω προσώπω του απογόνου.

Το τραγικόν τούτο γεγονός διεσώθη έν τινι δημοτικώ άσματι εσχάτως δημοσιευθέντι, εξ ου και παραθέτω μόνον τους τελευταίους πέντε στίχους.

Κι ο Κωσταντάρας τάκουσε βαρυά του κακοφάνη. » Μωρέ παιδί της ξακληριάς και του διαβόλου αγγόνι » Μου ντρόπιασες την λεβεντιά και τ' άσπρα μου τα γένεια, « Κάλλιο να κλάψω μια φορά, παρά να κλαίγω πάντα. » Το γιαταγάνι ετράβηξε και σαν αρνί το σφάζει.

ΛΑΖΟΣ.

Ανήκεν εις αρχαίαν αρματωλικήν οικογένειαν εξ Αικατερίνης του Ολύμπου. Συλληφθείς διά προδοσίας υπό του Βελή πασά κατά το 1818 υπέστη μετά της πολυπληθούς αυτού οικογενείας και των αδελφών Κώστα και Τόλια τον δι' ανασκολοπισμού θάνατον.

ΒΡΥΚΟΛΑΚΑΣ.

Προκάτοχος του Κωσταντάρα, επονομασθείς ούτως εκ της μελανωπής του προσώπου χροιάς. Ωρμάτο εξ αγίας Ευθυμίας και ανήκεν εις την γενεάν των Κατζώνων, όθεν εβλάστησε μετά ταύτα και ο διαβόητος Λάμπρος Κατζώνης.

Αι ρωμαντικαί περιπέτειαι του δημοτικωτάτου τούτου αρματωλού περιέχονται εν τω πρώτω μέρει της βιογραφίας του Κωσταντάρα. Αρκεί μόνον να είπη τις ότι διά των κατορθωμάτων αυτού επιβληθείς εις τας τουρκικάς αρχάς, ανεγνωρίσθη διά Σουλμανικού φιρμανίου αυτόνομος δεσπότης ευρυτάτης επαρχίας συμπεριλαμβανούσης και το Γαλαξείδιον επί τη μόνη υποχρεώσει να πέμπη κατ' έτος δώρον εις την Υψηλήν Πύλην ένα ιέρακα (σαΐνι),

ΚΩΣΤΑ ΠΑΛΛΑΣ.

Περί του αρματωλού τούτου ακμάσαντος κατά το 1730 διασώζεται μόνον το επόμενον ανέκδοτον δημοτικόν άσμα.

Κλαίν' τα βουνά με τη χιονιά, κ' οι κάμποι το χειμώνα, Κλαίγει κι ο Πάλλας κλαίγεται, παρηγοριά δεν έχει. Δεν έχει χέρι για σπαθί, μάτι για το τουφέκι Αρματωλού παλληκαριά και κλέφτικο καμάρι, » Μην κλαίτε μαύρα μου παιδιά, καϋμένα παλληκάρια! » Εξήντα χρόνια αρματωλός, σαράντα χρόνια κλέφτης » Να κυνηγάω την Τουρκιά να πελεκάω πασάδες. » Μόν' τώχω ντέρτι 'ς την καρδιά, τώχω βαρύ μαράζι » Πως σαν το μάθουν οι άπιστοι θα μπουν 'ς το σύνορό μου, » Θα μου πατήσουν τα χωριά, το πατρικό μου κόλι. » Για κόφτε το κεφάλι μου, βάλτε το 'ς την κοτρόνα » Να καταιβούνε τα πουλιά να το μοιρολογήσουν, » Να καταιβούν κ' οι σταυραητοί 'ς τα νύχια να το πάρουν. » Να πάνε να το στήσουνε ταμπούρι 'ς τη φωλειά τους. » Και σαν οι Τούρκοι καταιβούν 'ς το σύνορο του Πάλλα » Να πάνε να το ρίξουνε ανάμεσα 'ς τ' ασκέρια, » Για να το ιδούν οι άπιστοι και πίσω να γυρίσουν. »

ΛΟΥΚΑΣ ΚΑΛΛΙΑΚΟΥΔΑΣ.

Εκ Λοιδορικίου, πρωτοπαλλήκαρον του Ανδρούτζου μεθ' ου και συνεξεστράτευσεν εν Πελοποννήσω. Διορισθείς αρματωλός, έπεσε μαχόμενος κατά την εν Καβρολίμνη της Αιτωλίας μάχην.

ΧΡΟΝΗΣ.

Αρματωλός της Δωρίδας υπηρέτησεν υπό τον Κωσταντάραν. Ο Αλή Τζεκούρας Δερβέναγας συλλαβών διά προδοσίας τα τέκνα του κατέσφαξεν αυτά. Εφονεύθη έξω του Γαλαξειδίου περί τα 1791. Εις ανάμνησιν της σφαγής των τέκνων διεσώθη το υπ' αριθμόν XLVIΙΙ εν τη συλλογή του Κυρίου Πασσόβ αναγινωσκόμενον άσμα.

Πολλά τουφέκια αντιβογούν, μιλλιόνια, καρυοφύλλια, Αλή Τζεκούρας χαίρεται και ρίχνει 'ς το σημάδι. Διαβαίνει ο Χρόνης για να ιδή πηγαίνοντας 'ς το σπήτι· » Πολλά τα έτ' μπουλούκμπαση» — «Καλώς τονε το Χρόνη. » Πώς τάχεις Χρόνη τα παιδιά, τι κάνουν τα παιδιά σου;» «Σε προσκυνούν μπουλούκμπαση και σου φιλούν τα χέρια, » Δώδεκα μέραις έλειπα, τι κάνουνε δεν ξέρω. — » Αν θέλης Χρόνη μου να ιδής ώμορφα κεφαλάκια, » Τήραξε μέσα τον τορβά να ιδής αγγελουδάκια. Ο Χρόνης ανατρίχιασε τον έφαε μαύρο φίδι. Πάει τηράζει 'ς τον τορβά, τηράζει και τι βλέπει; Βλέπει το πρώτο του παιδί μικρό παλληκαράκι. Ο νους του σκοτεινιάστηκε, τα χείλια του παγώνουν· Πέφτει στραβός με το σπαθί 'ς το τούρκικο τασκέρι Βαρεί δεξιά, βαρεί ζερβιά, βαρεί μπροστά και πίσω, Σφάζει αρβανίτας δώδεκα και δυο μπουλουκμπασίδες. Αλή Τζεκούρας έπεσε και τρεις επανωθειό του.

ΓΥΦΤΑΚΗΣ.

Γυφτάκης και Καλέμης αυτάδελφοι, ανεψιοί εκ μητρός του Μήτζου Κοντογιάννη. Εφονεύθησαν περί το 1802 έξω της Υπάτης πολεμούντες κατά του Ιουσούφ Αράπη.

ΑΝΔΡΟΥΤΖΟΣ.

Ανδρέας Βερούσης εκ του χωρίου Λιβανάταις της Αταλάντης, πατήρ του διαβοήτου Οδυσσέως. Φοβούμενος μη προσβάλλω την μνήμην του μεγαλουργού και μεγαλεπηβόλου τούτου αθλητού περικλείων το Ηράκλειον όνομά του εντός των στενωτάτων ορίων περιληπτικής σημειώσεως, αποφεύγω εκ προθέσεως να είπω τι περί του καταπληκτικού βίου του.

Συλληφθείς διά προδοσίας των Βενετών παρεδόθη τοις οθωμανοίς, οίτινες και έπνιξαν αυτόν εν ταις ειρκταίς της Κωνσταντινουπόλεως, ως μετά ταύτα διά χειρών ανόμων επνίγη και ο υιός αυτού Οδυσσεύς εν τη ειρκτή της Αθηναϊκής ακροπόλεως.

Δημοτικόν άσμα πρωτοτύπου ωραιότητος, εν ω παρίστανται τα όρη της στερεάς Ελλάδος διαπληκτιζόμενα προς τας πεδιάδας και εκζητούντα δι απειλών την απόδοσιν του Ανδρούτζου προσκαίρως παραιτήσαντος αυτά, δίδει εν συνάψει ακριβή ιδέαν της μεγάλης του οπλαρχηγού τούτου βαρύτητος.