Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος
Part 7
Το _μαυλίζω_ δεν λαμβάνεται ενταύθα επί της φαύλης σημασίας ην είχε παρά τοις αρχαίοις. Κυρίως σημαίνει, κράζω δι' ιδιαιτέρου τινος φθόγγου τα κατοικίδια πτηνά ή κτήνη. Τοιουτοτρόπως _μαυλίζει_ τις ή _μαυλά_ τας όρνιθας, τον αίλουρον, τον κύνα. Μαυλίζει τις και τον _γονόν_ των μελισσών, όπως τον εφελκύση εντός του κοσκίνου του παρασκευασθέντος πρότερον διά του μελισσοχόρτου. Έκαστον _μαύλισμα_ τελείται δι' ιδιαιτέρας φωνής. Μεταξύ των πολλών λίαν περιέργων εθεώρησα το εις πρόσκλησιν των ορνίθων απειράκις επαναλαμβανόμενον μονοσύλλαβον, _γυψ ... γυψ... γυψ_, ωσανεί επρόκειτο διά της εκφωνήσεως του ονόματος επιφόβου ορνέου να βιάση τις την επάνοδον αυτών. Περιεργότερον δε το των ποιμένων, όταν προπορευόμενοι του ποιμνίου αδιαλείπτως και βραδέως αναβοώσιν _οβς, οβς, οβς_. Μα την αλήθειαν, όταν τους ακούη τις, πιστεύει ότι ψιττακίζουσι το αρχαίον _όις_, όθεν πασιφανώς και το των Λατίνων ovis.
Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο, σ. 141
Αι αναγκαίαι ιστορικαί σημειώσεις προς κατάληψιν των επομένων στίχων εκτίθενται καθ' ην τάξιν διαμνημονεύονται εν τω κειμένω τα ονόματα των τεθνεώτων ηρώων και ουχί καθ' ην απαιτεί η όλως ασήμαντος και ουχί βεβαίως εξηκριβωμένη διαφορά της χρονολογίας.
ΦΙΛΟΘΕΟΣ ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΥ ΚΑΙ ΚΟΥΡΜΑΣ.
Εις τους μεγάλους και δεινούς περισπασμούς, οίτινες διετάραξαν την Ελληνικήν φυλήν κατά την μακράν και ζοφώδη νύχτα της δουλείας, ευλόγως καταλογίζεται και ο επί τριάκοντα όλα έτη διαρκέσας προς ανάκτησιν της εθνικής αυτονομίας, από του 1684 μέχρι του έτους 1715.
Δεν προτίθεμαι βεβαίως να διεξέλθω πάντα τα αιματηρά επεισόδια, δι ων εβάφησαν αι σελίδες της ιστορίας εκείνης. Ο κύριος Κωνσταντίνος Σάθας εν συντόμω περιγράψας την επανάστασιν του ΙΖ' αιώνος και διανοούμενος να επανέλθη εις το θέμα τούτο, δεν ήθελεν ανεχθή αλλοτρίαν επέμβασιν. Αλλά χάριν διασαφήσεως των εν τω ποιήματι μνημονευομένων, επιτραπήτω μοι να αρυσθώ εκ του πονήματός του, τας ειδήσεις δι' ων μάλλον ευκατάληπτος αποβαίνει η οπτασία του Διάκου.
Τότε ως και ύστερον ο ανώτατος της ορθοδόξου ανατολικής εκκλησίας κλήρος, πρώτος ανεπέτασε την σημαίαν της ελευθερίας. Όθεν ενώ τη αρωγή των ημετέρων εξήλαυνεν ο Μαυροκηνός τους οθωμανούς της Πελοποννήσου, οι επίσκοποι Φιλόθεος ο Σαλόνων, Ιερόθεος ο Θηβών, Μακάριος ο Λαρίσσης, Ιάκωβος ο Αθηνών και Αμβρόσιος ο Ευβοίας, υπεκίνουν και υπεστήριζον εν τη ανατολική Ελλάδι την επανάστασιν. Καταβάς εκ των ορέων της Δωρίδος και ο αρματωλός Κούρμας επέπεσε κατά του Λοδορικίου και κατέστρεψε τους εκείσε επιδημούντας Τούρκους. Ο δε Φιλόθεος επί κεφαλής των επαναστατών τροπαιούχος εξέβαλε τους εν τη Παρνασσίδι.
Μετ' ου πολύ συνασπισθέντες οι εχθροί επανήλθον μετά πολυαρίθμου στρατού, και οι μεν Βενετοί προδώσαντες την επανάστασιν εγκατέλιπον τους ημετέρους, οι δε αρχηγοί αυτής απαξίωσαν να καταθέσωσιν τα όπλα και οι πλείστοι απέθανον μαχόμενοι υπέρ της φίλης πατρίδος.
Τοιουτοτρόπως έν τινι συμπλοκή έπεσεν ο Κούρμας, θανατηφόρως δε πληγείς και ο Φιλόθεος παρέδωκε τω Θεώ την ακαταδάμαστον και γενναίαν ψυχήν. Η ως εκ θαύματος διασωθείσα διαθήκη του αυταδέλφου αυτού Δημητρίου Χαριτοπούλου, περιουσία ανεκτίμητος και πολιτικόν ευαγγέλιον περιέχον εν τη απλοϊκωτέρα αυτού διατυπώσει το σύμβολον της εθνικής πίστεως, μαρτυρεί περί πάντων τούτων. Ασμένως δε καί τοι δημοσιευθείσαν καταχωρίζω ενθάδε, αΐδιον μεν του διαθέτου μνημόσυνον καλόν δε παράδειγμα προς ημάς απαραίτητον έχοντας ανάγκην τοιαύτης διδασκαλίας, κόσμον δε του βιβλιαρίου μου τούτου.
Συγχρόνως επί των ορέων της δυτικής Ελλάδος ηγείροντο κεραυνοβόλοι οι αρματωλοί Αγγέλης Σουμήλας επονομαζόμενος Βλάχος, Χρήστος Βαλαωρίτης ο ημέτερος γενάρχης μετά του μονογενούς αυτού υιού Μόσχου, ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος.
Όταν επανέρχεταί τις διά της διανοίας εις τους χρόνους εκείνους εξίσταται και θαυμάζει πώς και διά τίνων μέσων οι γενναίοι ημών προπάτορες εδυνήθησαν ν' αντιταχθώσι μόνοι προς τηλικαύτην των εχθρών δύναμιν. Εκ του δουκικού διατάγματος δι' ου ο Σουμήλας, προσφυγών εις Λευκάδα μετά του Χρήστου και Μόσχου των Βαλαωριτών, εις αμοιβήν των θυσιών και των αγώνων του απήλαυσε τον χρυσούν του Αγίου Μάρκου σταυρόν, προκύπτει ότι ο αθλητής ούτος, ιδίαις δαπάναις καθ' όλην του πολέμου την διάρκειαν, διετήρησε σώμα εκ χιλίων και επέκεινα μαχητών διατρέχων εφ' όλην εικοσαετίαν Στερεάν και Πελοπόννησον και καταπλήττων απανταχού τους πολεμίους. Είς αδελφός αυτού και είς πρωτεξάδελφος εθανατώθησαν εν ταις εκδρομαίς εκείναις, ηκρωτηριάσθη δε και ο Μόσχος Βαλαωρίτης, κατά την εν Καβοράκλι μάχην, τον αριστερόν βραχίονα, εφ' ου και τεθειμένον ύστερον προσήγαγε προς τον τότε διοικητήν υπόμνημα των υπηρεσιών αυτού.
Ούτε του Σουμήλα ούτε των Βαλαωριτών τα ονόματα, ανέκαθεν αδιασπάστως συνδεδεμένα διά τε των δεσμών της συγγενείας και του υπέρ πατρίδος χυθέντος αίματος, ηθέλησα να μνημονεύσω απτόμενος της εποχής εκείνης, ίνα μη τις μοι προστρίψη μώμον ως δήθεν εκ προθέσεως περιαυτολογούντι. Ουχ ήττον ομολογώ ότι πολλάκις μοι επήλθε τοιούτος φιλοτιμίας πειρασμός.
Ο Σουμήλας απολαβών παρά της Βενετικής Δημοκρατίας πολλά κτήματα κατώκησεν εν Λευκάδι ένθα και κατέλυσε τον βίον διατηρήσας μέχρι τέλους πολλήν εν τη νήσω βαρύτητα, προελθούσαν μάλιστα επί τοσούτον ώστε οι οπωςδήποτε και υπ’ αυτής της αρχής διωκομένοι εσώζοντο εισελθόντες άπαξ εις την οικίαν αυτού. Εντεύθεν και το δημώδες «_επιάστηκε από το χαλκά του Καπετάν Αγγέλη._» Εν Σιβίστα κωμοπόλει του εν Αιτωλία δήμου Μακρυνίας διεσώθησαν οι πέντε πρώτοι στίχοι δημοτικού άσματος αναγομένου βεβαίως εις την ηρωικήν εκείνην εποχήν, εν ω μνημονεύονται τα ονόματα του Αγγέλη Σουμήλα και Χρήστου Βαλαωρίτου.
ΑΓΓΕΛΗΣ ΣΟΥΜΗΛΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΛΑΩΡΑΣ,
Σαν τι μεγάλη καταχνιά 'ς τη Σίβιστα 'ς τη ράχη. Ο Βλαχαγγέλης πολεμά κι ο Χρήστος Βαλαώρας Δεν είναι μια, δεν είναι δυο, δεν είναι τρεις ή δέκα Μόν' είν' χιλιάδες δεκατρείς, χιλιάδες δεκαπέντε. Τζαφέρμπεης εχούγιαξε κι' ο Αγγέλης πηλογιέται...
Οι Βαλαωρίται, αφ' ου επί τινα χρόνον ετήρησαν διά των όπλων το αρματωλίκιον του Βάλτου, λαβόντες επίσης γαίας εις αμοιβήν της καταστραφείσης περιουσίας, προσέφυγον και ούτοι εις Λευκάδα, όπου και διέμειναν, ο δε οικογενειακός αυτών τάφος υπάρχει εν τω ναώ του Σωτήρος.
0 Μόσχος Βαλαωρίτης μετά την καταστροφήν της επαναστάσεως είχε περιέλθει εις εσχάτην πενίαν· σώζεται δε παρ' ημίν επιστολή αυτού ιδιόγραφος προς τους εν τη Στερεά φίλους (αιτήσαντας ως φαίνεται χρηματική τινα παρ' αυτού βοήθειαν,) εν η διαβεβαιοί ότι ουδέν έτερον υπελείπετο πλέον αυτώ ειμή τα όπλα.
Το ξίφος του Σουμήλα περίδοξον και πολύτιμον, κατακτηθέν εν πολέμω υπ' αυτού του Αγγέλη ιδίαις χερσί φονεύσαντος πασάν τινα, διετηρήθη εν τη οικογενεία μέχρις ου αλβανός τις διάσημος (ο Βελή Γκέκας νομίζω ή ο Βεκήρ Ζουγαδούρος) ηγόρασεν αυτό και απέστειλε δώρον προς τον Αλή πασάν. Ενομίζετο δε ότι το ξίφος τούτο είχε προς τοις άλλοις την δύναμιν να διαλύη τας επιδέσεις και να ουδετερώνη την ενέργειαν των πονηρών πνευμάτων.
Ο Πάνος Μεϊντάνης, το Μικρό Χορμόπουλο και ο Σπαθόγιαννος έπεσαν εν πολέμω.
Προς επιβεβαίωσιν δε όσων προηγουμένως ερρέθησαν περί Μόσχου Βαλαωρίτου και προς διάψευσιν των λοιδοριών, ας μετά ιδιαζούσης χαριτολογίας και αληθώς αξιοθαυμάστου ιστορικής ακριβείας εξετόξευεν άλλοτε κατά της Ελλάδος, ιδίως δε κατά τινων εκ των σημαντικοτέρων της Επτανήσου οικογενειών ο Βρετανός Whyte Jervis, εν αις περιλαμβάνει και την ημετέραν, αποδίδων αυταίς ξενικήν καταγωγήν, παραθέτομεν ενθάδε τα δύο δουκικά διατάγματα δι' ων ανεγνωρίσθησαν αι πολεμικαί αυτού υπηρεσίαι, προς δε καί τινα αποσπάσματα εκ του προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπομνήματος αυτού και της εκθέσεως του τότε διοικητού συνιστώντος θερμώς την παραδοχήν των αιτήσεων του πενομένου αρματωλού και επικαλουμένου υπέρ αυτού την μεγαλοδωρίαν της Κυβερνήσεως (16)
Επισυνάπτομεν προς τούτοις και έτερον δίπλωμα, δι' ου ο Ανδρέας Πισάνης Βενετός ναύαρχος μαρτυρεί περί της ανδρείας, ην ο Γεώργιος Βαλαωρίτης, υιός του Μόσχου, έδειξεν ως εθελοντής κατά την αιματηράν προς τους Οθωμανούς ναυμαχίαν εν τω Κερκυραϊκώ πορθμώ, τη 8 Ιουλίου 1716. Αυτός ούτος διεκρίθη και κατά την εκπόρθησιν της Βονίτζης, ως προκύπτει εκ του υπομνήματος, δι ου ο Πισάνης εξαιτείται παρά της Δημοκρατίας δωρεάν κτημάτων εις αμοιβήν των υπηρεσιών αυτού.
Alivisius Mocenico, dei gratia, Dux Venetiae, Nob[ilissi]mi et sap[ientissi]mi Viri Johanni Pizzamano, Proved[ito]re. Nostro straordinario.
Sopra l'istanzia che troverete unita con l'informazione di essa del prov. del'isola, dei cap[ita]ni Mosco di Cristo dale terre di Luro ed Apostoli Anifandi, dal territorio di Comboti sotto l'Arta, che si sono nella guerra accorsa sognalati contro Turchi, siamo persuasi d'esprimervi, che confermandosegli le case a loro spese fabricate nelle quali sono al presente le famiglie d'essi collocate nel Borgo di codesta Piazza e nella terra di Lefcada abbiasi poi con le solite annuali corrisponsioni in cassa Publica ad assegnarli tanti de' terreni inculti già di ragione de' Turchi che possano coltivati rendergli quaranta in cinquanta Reali per cadaunno all'anno così trovandosi proprio e conveniente verso la loro fede e distinte benemerenze.
Alivisius Mocenigo, Dei gratia, Dux Venetiae Nob[ilissi]mi, et Sap[ientissi]mi Viri Iohanni Pizzamano.
Concorsi con le antecedenti Ducali de dì 24 Settembre ad assegnare in retribuzione de' servizii resi alla Signoria Nostra dal Capitano Cristo Mosco ed altro suo compagno, terreni inculti in quella quantita che poi coltivati possano rendere per cadauno quaranta in cinquanta Reali all'anno. Hora esprimendosi il Capitano Mosco sudetto riuscirgli impossibile per trovarsi privo di un braccio perduto in battaglia C a v o r a c l i per la sua povertà farli coltivare vi diciamo che per questo straordinario e compatibile caso habbiate ad assegnarli di questi coltivati per la rendita annuale predetta di quaranta in cinquanta Reali non che però si levino ad altri che ne fossero legalmente al possesso, così trovando proprio e conveniente.
Εκ του υπομνήματος όπερ προς την Βενετικήν Γερουσίαν υπέβαλεν ο Μόσχος Βαλαωρίτης.
(παραλείπονται)
Αναλαβόντες μετά της ημετέρας πολυαρίθμου στρατιωτικής ακολουθίας την περιφρούρησιν των χριστιανών κατοίκων της τε Λευκάδος και Πρεβέζης και δι' επισήμων διπλωμάτων των υμετέρων αντιπροσώπων αναγνωρισθέντες _Αρματωλομπασίδες_ τουτέστι πρόμαχοι της ζωής και της περιουσίας τών υπηκόων υμών, ανεδείχθημεν άξιοι της υμετέρας εμπιστοσύνης και παρέσχομεν αναντίρρητα τεκμήρια πίστεως, εκτελούντες τας ανωτέρας διαταγάς, ιδίως δε ότε ανετέθη ημίν η είσπραξις των δημοσίων προσόδων και ότε συνεχώς συμπλεκόμενοι προς τους Οθωμανούς, συνελαμβάνομεν και παρεδίδομεν στρατιώτας λειποτάκτας δραπετεύοντας εκ των φρουρίων και συνασπιζομένους μετά των εχθρών.
Έκαστος ημών είδεν αποσφαζομένους υπό των βαρβάρων αδελφούς και συγγενείς. Αλλ' εγώ ο οπλαρχηγός Μόσχος μετά πολυχρονίους αιματηράς θυσίας απώλεσα μαχόμενος και τον αριστερόν βραχίονα· αφ' ου όμως πολεμών ηυτύχησα πρώτον ν' αρπάσω εκ των χειρών του εχθρού τους εν δουλεία συρομένους χριστιανούς αιχμαλώτους και να τρέψω εις φυγήν και να εξοντώσω την στρατιάν των αλλοφύλων, ως εναργώς προκύπτει εκ των παρ' ημίν ενδεικτικών, δι' ων οι υμέτεροι στρατηγοί περί πάντων τούτων μαρτυρούσι.
_Εκ της εκθέσεως, δι ης ο προβλεπτής Κορρέρ συνιστά την παραδοχήν των αιτήσεων του οπλαρχηγού Μόσχου Βαλαωρίτου_
(παραλείπονται)
Οι προμνησθέντες οπλαρχηγοί, αφού απέλιπον την οθωμανικήν χώραν, έλαβον μετά της πολυαρίθμου ακολουθίας των αρματωλών των υπηρεσίαν υπό την Βενετικήν σημαίαν, και μεγάλη προήλθεν ωφέλεια εκ της υποστηρίξεως ταύτης κατά την μακράν διάρκειαν του πολέμου. Προς πολλούς δε εξ αυτών διεπιστεύθημεν την ασφάλειαν των εν τω Ξηρομέρω ημετέρων επαρχιών, ας και έσωσαν διά του ιδίου αίματος και της θυσίας των αδελφών, από των αδιαλείπτων εχθρικών επιδρομών.
Ούτε ήθελόν ποτε εξασφαλισθή, άνευ της αρωγής των όπλων των, αι πολυάριθμοι οικογένειαι αίτινες προσέφυγαν εις τα προάστεια της Λευκάδος και της Πρεβέζης, ότε δε δι' αιφνιδίων νυκτερινών επιθέσεων επετύγχανον ενίοτε οι εχθροί ν' αρπάσωσι χριστιανούς αιχμαλώτους και κτήνη εν τοις αγροίς βόσκοντα, οι οπλαρχηγοί ούτοι, άμα τη εκπυρσοκροτήσει του πρώτου τηλεβόλου των φρουρίων, εν ακαρεί συνησπίζοντο και μετά ταχύτητος απαραδειγματίστου, προλαμβάνοντες τους οθωμανούς, ενέδρευον εν σκοτειναίς κρύπταις και επιπίπτοντες κατέσφαζαν αυτούς ανηλεώς, διέσωζαν τα λάφυρα και απέδιδον προς τους αθλίους αιχμαλώτους την προτέραν ελευθερίαν. (facevano d'essi sanguinosa stragge, ricuperavano le depredate spoglie, et armenti, ridonando a' miserabili schiavi la pristina libertà.)
NOI ANDREA PISANI
DELLA SERRENISSIMA REPUBLICA DI VENEZIA
Capitan General.
Imbarcatosi Giorgachi Valagoriti sopra la publica nave, T e r r o r, in qualita di volontario ha nell'occasione del combattimento seguito li 8 Luglio passato nel canal di Corfù, dato prove del suo coragio e fede come viene comprobato dalle attestazioni dell'Illustrissino Proveditor Correr, gradendo noi le dimostrazioni benemerite del medesimo lo accompagniamo con le presenti a ciò li facino scorta al conseguimento delle publiche grazie.
Galera Cap[ita]nia Generale
Li 25 Novembre 1716 S. N.
PORTO CLIMENÒ
ΔΙΑΘΗΚΗ Δ Η Μ Η Τ Ρ Ι Ο Υ Χ Α Ρ I Τ Ο Π Ο Υ Λ Ο Υ,
Εφτά Αλωναρίου 1708 εις χωρίο Ζακύνθου Καταστάρι.
Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων, αμήν.
Εδώ κάνω κατάγραμμο της δυστυχισμένης φαμίλιας μας που καταγώμαστε σκλιτάδα και σκλιτάδα από τη Ρούμελη και ήρθαμε σε τούτο το νησί της Ζακύνθου από κατατρεμμό και όχι από άλλο.
Ο πατέρας μας, που ν' αγιάσουν τα κόκκαλά του, ελέγονταν Γιάννης και ήτον από την χώραν Αγιθυμιά, και η μάνα μας, που ο θεός να τη σχωράη, Σαλονίτισα, και ελέγονταν Βιολέτα. Γεννηθήκαμε τέσσαρα αδέρφια. Ο μεγαλήτερος ελέγονταν Φίλιππος και καλογερεύοντας επήρε όνομα Φιλόθεος και είναι, ο Δεσπότης, ο δούλος του Θεού, που να έχω την αγίαν του ευχή εγώ και πας άλλος χριστιανός, αγκαλά και απεθαμένος. Ύστερα έρχομαι στην αράδα εγώ, και η αδερφή μου η Μάρω και το αδέρφι μου ο Γηώργης. Και ο πατέρας μου πέθανε χρόνωνε ογδοήντα με θάνατο χριστιανικό, σαν καλός χριστιανός οπού ήτανε, κάνοντας ψυχικά, και ποτέ στο ζύγι μην αγελώντας, και αξιώθηκε να τον εβγάλη ο Φιλόθεος ο Δεσπότης που του έδωκε και την αγίαν του ευχή. Και η μάνα μας πέθανε από τη λοιμική που μας ηφέρανε οι Βενετζιάνοι και πολύς κόσμος εχάθηκε, χρόνωνε εξήντα τρία.
Ο Φιλόθεος είχε γραμματαλλαγή με τους Βενετζιάνους, να το βαρέσουνε λευθερόνοντας το σκλαβωμένο γένος μας και αγροικόταν με τους Καπεταναίους και δεσποτάδες της Ρούμελης. Κατά καιρό που κατέβηκε η αρμάδα στα νησιά, ούλη η Ρούμελη εδούλεψε σπαθί, και εκλάδεψαν πάσα ψυχή αλλόπιστων αγαρηνών. Τότε ήτονε καπετάνιος Σάλονα και Λοιδορίκη ο Καπετάν Κούρμας και με πεντακόσιους αρματολούς επήρε Σάλονα, Λοιδορίκη και Έπαχτο, και περίττο από δυο χιλιάδες Τούρκων έσφαξαν.
Ύστερα σε λίγο μας ήρθε η λοιμική και πολύς κόσμος εχάθη. Τότε και η μάνα μας η μακαρίτισσα, ο Θεός να την σχωράη, πέθανε, και η αδερφή μου Μάρω χρονών είκοσι οκτώ.
Σάμπως ήρθαν οι Τούρκοι, οι Βενετζιάνοι εμπήκαν στα κάτεργα και αφήσαν εμάς τους δύστυχους. Και ο Καπετάν Κούρμας με τετρακόσους εβγήκε και τους ετζάκισε σε τέσσεραις πάνταις. Ήρθε και ο Φιλόθεος που ο Καπετάν γκενεράλες τον είχε μαζή του, γιατί είχε υπόληψι και στίμα και ακουόνταν απ' όλους τους Ρουμελιώταις και έκαμαν με τον Καπετάν Κούρμα βουλή να πάρουνε και το Ζητούνι. Μα δε μπόρεσαν, γιατί εκλείστηκαν οκτώ πασάδες, και έκαψαν και τη Θήβα, εκτυπήσαν και το ορδί του Τούρκου κοντά στο Πατραντζίκι, και το Ταλάντι επήραν και ο Κούρμας λαβώθηκε. Ήρθε ο Λιμπεράκης να πάρη το Σάλονα, μα ο Κούρμας τον πήγε του κυνηγιού στο Καρπενήσι και σε τρίχα να τόνε πιάση και ολοζώντανο. Ο δεσπότης ο Φιλόθεος εβαρέθη στο λαιμό, στον πόλεμο, και σε δέκα μέραις επρίστηκε και πέθανε και ο Κούρμας εσκοτώθη.
Ήρθαν οι Τούρκοι και έδιωξαν τους Βενετσιάνους και εγώ με άλλους πολλούς αγκαλά και μας έταξαν οι Τούρκοι με όρκο να μη μας πειράξουν, έφυγα με το αδέρφι μου το Γηώργη και με κάτεργο του καπετάν Στάθη Βλαστού ήρθα σε τούτο το νησί της Ζακύνθου.
Σαν αληθινός χριστιανός χρήζοντας να ήμαι έτοιμος σε πάσα ώρα και στιγμή να παρουσιαστώ εις το τρομερό και φρικτό του Θεού κριτήριον, ερεγολάρησα τα πράγματά μου. Και πρώτο συχωράω πάσα άνθρωπο που με έβλαψε και ζητάω απ' ούλα τ' αδέρφια μου τους χριστιανούς συγχώρεσι σε ό,τι τους επίκρανα και τους εζημίωσα. Αφίνω το τίποτές μου εις το αδέρφι μου το Γηώργη και θέλω να με θάψη, χωρίς καμμία εξόδευσι και κοσμοπομπή. Να μου αφίση μονάχα το βρακί και το μαύρο ποκάμισο και τίποτας άλλο, και να με ρίξη σ' ένα ταφί. Και αν δώση ο πανάγαθος και πανοικτήρμονας Θεός και καπιτάρει να ελευθερωθή το δυστυχισμένο γένος μας από τον τρομερό και αντίχριστο και ανελεήμονα αγαρηνόν, να ξεθάψη τα κόκκαλά μου, και τα κόκκαλα του μακαρίτου αδερφού μου Φιλόθεου που τα έχω κρυμμένα σε μια σακκούλα στην σπηλιάν που εγνωρίζει και να τα θάψη μαζή και κοντά στα κόκκαλα των γονηών μας εις την εκκλησιά της πατρίδος μας· μα, το ξαναλέγω, _σαν ελευθερωθή και όχι τώρα που είμαστε σκλάβοι_. Και αν κάμη έτζι νάχη την ευχή του Φιλόθεου και εμένα, αλλέως τη κατάρα μας· _γιατί έτζι με ώρκησε στο Ευαγγέλιο ο μακαρίτης Φιλόθεος ωσάν εξεψύχου_.
Αφίνω ακόμα διάτα και τόνε βάνω σε όρκο φρικτό εις το όνομα του Θεού, του Χριστού, της Παρθένος, εις τα κόκκαλα των γονηών μας και του αδερφού μας Φιλόθεου, και εξορκίζω τον αδερφό μας Γηώργη, το σταυρό το μαλαματένιο να μην τόνε πειράξη· να τον απιθώση σε μια εκκλησιά να λειτουργιέται και να κάμη κολάγι και τόνε στείλη στην πατρίδα μας του Παπαθανάση να τον απίθώση στην εκκλησιά μας, γιατί άνθρωποι είμαστε και πέφτομε σε λάθο· αυτός ο σταυρός είναι του μακαρίτου αδερφού μας Φιλόθεου και νάχης την ευχή του, Γηώργη μου, να τον φυλάξης.
Αφίνω και στον αδερφό μου Μήτρο να δώση 30 τζεκίνια στην κάσα για ελευθέρωμα σκλαβών, και 10 στο οσπιτάλε και χωρίς άλλο να το κάμη. Άλλο τίποτι δεν έχω να ειπώ και αυτή είναι η τελεία και υστερινή μου θέλησι.
ΔΗΜ. ΧΑΡΙΤΟΠΟΥΛΟΣ.
Επληρώθη άραγε η παραγγελία του αειμνήστου φιλοπάτριδος ή τα οστά αυτού κείνται εισέτι κεχωρισμένα των του Φιλόθεου και των γονέων αυτού;...
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΛΙΟΝΗΣ.
Ήκμασε περί τα μέσα τις παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Συνηγωνίσθη μετά των αδελφών Μήτρου και Λάμπρου Τζεκούρα. Εμβαλών εις Ήπειρον εισήλθε ξιφήρης εις Άρταν και ηχμαλώτισε τον κατήν και δύο αγάδας. Το ανθραγάθημα τούτο προυκάλεσε Σουλτανικόν φιρμάνιον, δι' ου διετάττετο η σύντονος αυτού καταδίωξις. Τότε ο εν Ακαρνανία δερβέναγας, Μουχτάρ Κλεισούρας, μετά του προεστώτος Πάνου Μαυρομμάτου, εξεστράτευσαν μεν κατ' αυτού, αλλά καταληφθέντες υπό φόβου ενήργουν μετά πολλής αδρανείας και απέφευγον πάσαν συνάντησιν. Διαφθείραντες ύστερον Σουλεϊμάνην τινα φίλον στενώτατον τω Μηλιόνη, ενετείλαντο αυτώ την δολοφονίαν. Πορευθείς ούτος προς τον αρματωλόν έτυχεν αδελφικής δεξιώσεως ώστε σκληρώς ελεγχόμενος υπό του συνειδότος εδήλωσε τον σκοπόν της αποστολής του, ελπίζων ότι οικειοθελώς έμελλε να παραδοθή ο γενναίος εκείνος· Αλλ' ο Μηλιόνης αφ' ου απήντησε,
_Όσο είναι ο Χρήστος ζωντανός Τούρκο δεν προσκυνάει_
έδραξε το πυροβόλον και εξελθών εμονομάχησε προς τον Σουλεϊμάνην.
Με το τουφέκι ετρέξανε ένας να φάη τον άλλο Φωτιάν εδώκαν 'ς τη φωτιά πέφτουν κ' οι δύο 'ς τον τόπο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑΣ.
Γιος του Δήμου, ωρμάτο εκ Σακαρετζίου του Βάλτου, διέπρεψε δε μαχόμενος διά βίου προς τους Οθωμανούς. Αλλ' εν έτει 1767 επί κεφαλής 300 αρματωλών κατετρόπωσε τον Μούρτο Χούσον πάππον του Αλήπασα, σταλέντα παρά του Κουρτ πασά προς καταδίωξιν αυτού, εν τη εν Κερασόβω μάχη. Συνέδραμαν αυτόν τότε και ο Σταθάς και ο Καρακίτζος και ο Κοντογιάννης και ο Στουρνάρης, αλλά την ανωτέραν διεύθυνσιν είχεν ο Μπουκουβάλας και προς αυτόν οφείλεται η εν τοις δημοτικοίς ημών άσμασι διασαλπιζομένη εκείνη νίκη. Ύστερον κατέβαλε την οφρύν των εχθρών πάλιν εις _Χοτένια_ και τέλος μετέσχε της περί το 1769 άλλης εθνικής επαναστάσεως.
Μετ' αυτού συνηγωνίσθη πολλάκις και ο εξ Ευρυτανίας Μητρομάρας, πρωτοπαλλήκαρον του διαβοήτου Τζόλκα, όστις διαπρέψας κατά γην ανεδείχθη τρομερός και κατά θάλασσαν πειρατής και πολλήν επήνεγκε βλάβην εις τας νήσους του Αιγαίου τας μη μετασχούσας της επαναστάσεως. Συνεκρότησεν ύστερον πολλάς κατά ξηράν μάχας υπό Μοσχοβητικήν σημαίαν· ενίκησεν εν Αθήναις και εν Μεγάροις τους Τούρκους και πληγωθείς περί την Ελευσίνα απεβίωσεν εν Σαλαμίνι.
Επεξερχόμενος πολλάκις την αξιόλογον συλλογήν του Κυρίου Πασσόβ μετά λύπης παρετήρησα ότι εκτός προφανεστάτων αναχρονισμών, εκτός πολλών αμαρτημένων στίχων, ουδεμία υπάρχει εν εκάστω άσματι, ούτε προτεταγμένη ούτε επιτεταγμένη ιστορική διασάφησις. Εντεύθεν σκότος μέγα επικρατεί και ακατανόητος αποβαίνει η διήγησις ιδίως προς τους ξένους. Αισθάνομαι ότι το έργον τούτο απόκειται εις ημάς και ότι πρέπει όπως δήποτε να ευγνωμονώμεν προς τον Κύριον Πασσόβ και να αποδίδωμεν αυτώ χάριτας επί τω γιγαντιαίω έργω όπερ επεχείρησε. Αλλ' ομολογώ ότι έλλειψις αποβαίνει επαισθητή και ευχής άξιον εάν εθεραπεύετο όσον τάχιον.
ΣΤΑΘΑΣ.
Σταθάς Γεροδήμος εκ Βάλτου ήκμασε περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος. Μετά τον θάνατον του Τριμπούκη περί το 1745 κατέκτησε τον Βάλτον και τ' Άγραφα. Πρωτοπαλλήκαρα αυτού υπήρξαν ο Μπουκουβάλας, όστις έλαβε παρ' αυτού το αρματωλίκιον των Αγράφων, ο Στουρνάρης προς ον απένειμε το του Ασπροποτάμου, ο Αλέξης Καρακίτζος, όστις κατέσχε το του Καρπενησίου, και ο Κοντογιάννης λαχών το της Υπάτης. Ο υιός αυτού Ιωάννης διέπρεψε κατά την επανάστασιν των 1769. Κατά το έτος 1772 συνεκρότησε την εν Κασσάνδρα της Μακεδονίας περιλάλητον ναυμαχίαν, το δε εις την νίκην εκείνην αναφερομένον άσμα ημαρτημένως ανάγεται υπό του Κυρίου Πασσόβ εις την μεταξύ του 1750 και του 1760 διαγενονομένην δεκαετίαν. Κατέφυγεν ύστερον μετά του Ορλώφ εις Ρωσσίαν όπου και έλαβε βαθμόν λοχαγού εν τω στρατώ. Οι εν τω Βάλτω απόγονοι αυτού δεν εδυνήθησαν να διατηρήσωσι το αρματωλίκιον, περιελθόν μετά ταύτα εις τον συγγενή αυτού Ίσκον.
ΖΗΔΡΟΣ.
Η οικογένεια του Ζήδρου εκ των αρχαιοτέρων και ρωμαλεωτέρων του Πίνδου παραφυάδων, ήκμασεν ως απόλυτος κυρίαρχος εν Ελασσώνι περί τα διακόσια έτη. Αλλ' ο Πάνος Ζήδρος περί τας αρχάς του δεκάτου ογδόου αιώνος, δι' ακαταπαύστων πολέμων εξέτεινε την γραμμήν και τα όρια του προγονικού αρματωλικίου, ανεκηρύχθη δε διά Σουλτανικού φιρμανίου έξαρχος Θεσσαλίας και Μακεδονίας. Ο τίτλος ούτος αναφερομένος εν τω δημοτικώ άσματι τω παρά τω Κυρίω Πασσόβ δημοσιευθέντι υπ' αριθμόν XVI εγράφη ημαρτημένως και χρήζει διορθώσεως.
Ήσουν και πρώτος _έπαρχος_ 'ς όλα τα μοναστήρια αντί Ήσουν και πρώτος _έξαρχος_...
Οι έξαρχοι ούτοι ήσαν άλλοι βασιλίσκοι και ενέμοντο κυριαρχικώς τας Επαρχίας των, ούδ' ετόλμα ποτε, άνευ αδείας, Οθωμανός να θέση τον πόδα εντός του κύκλου της δικαιοδοσίας των. Κραταιωθείς ούτω και θέλων ν' ανταμείψη τους μετ' αυτού αγωνισθέντας απένειμεν εκτεταμένα _κόλια_ (αρματωλικαί χωραρχίαι) εις τα πρωτοπαλλήκαρά του και διώρισε τον Βλαχάβαν εις Χάσια, τον Λάζον εις Αικατερίναν, τον Τόσκαν εις Γρεβενά, τον Μπιζώτην εις Βέρροιαν, τον Νάννον εις Σέρβια, τον Σύρον εις Πλαταμώνα και άλλους αλλαχόσε.
Οι αρματωλοί ούτοι (τα πρωτάτα) διετέλουν υπό την κυριαρχίαν του εξάρχου. Ανεγνώριζον επομένως ως ανώτατον άρχοντα τον Ζήδρον εδρεύοντα συνήθως εν Βλαχολιβάδω. Εκεί συνήρχοντο τακτικώς υπό την προεδρίαν του Ηγεμόνος, συνεκρότουν σύνοδον και συνεσκέπτοντο και απεφάσιζον περί παντός εκκλησιαστικού, πολεμικού ή πολιτικού ζητήματος.
Έζησεν ο Ζήδρος έτη 128 ή 130 και συνήψε πρώτον γάμον ότε ήτο υπερεννεντηκοντούτης. Κατέλιπε δε ένα μόνον υιόν τον Φώτον, δολοφονηθέντα περί τα 1768. Τοιουτοτρόπω αποσβεσθείσης της διασήμου γενεάς, παρέλαβε την ήδη κατακερματισθείσαν κληρονομίαν ο επί θυγατρί γαμβρός του Πάνου Ζήδρου, Πάνος Τζάρας, πάππος του διαβοήτου Νίκου Τζάρα.
Έξαρχοι, εκτός του Ζήδρου, υπήρχον και ο Μάρκο-Πούλιος εν Ηπείρω, ο Τριμπούκης εν Ακαρνανία, ο Τζόλκας εν Ευρυτανία και Φθιώτιδι, ο Βρυκόλακας εν Παρνασσίδι, Δωρίδι και Ναυπακτία.
Οι έξαρχοι ούτοι, ως προείπον, εκυβέρνων διά τοπαρχών, εδίκαζον πολιτικάς και θρησκευτικάς διαφοράς, επώπτευον τα μοναστήρια, είχον ιδίαν σημαίαν και σωματοφυλακήν.
ΘΥΜΙΟΣ ΒΛΑΧΑΒΑΣ.