Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Part 6

Chapter 6 64 words Public domain Markdown

Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά, χορτάτη, αποσταμένη, Μες 'ς την πυκνή τη χλωρωσά. Τόσαις χιλιάδαις κόσμος, Κι' ούτ' ένα όνειρο γλυκό, ούτ' ένα καρδιοχτύπι! 'Σ του ύπνου της τη συγνεφιά δεν έλαμπαν ελπίδαις, Δε φέγγει πόθος μακρυνός. 'Σ τα μάτια της μαυρύλα Και 'ς την καρδιά της ερημιά. Τανθρώπινα κοπάδια Απ' το βαρύν τον κάματο, βουβά, αποκαρωμένα, Μες 'ς τα λουλούδια ταπριλιού μαυρολογούν, πλαγιάζουν, Σαν νάτανε συντρίμματα, χορταριασμέναις πέτραις Όπου είχε πάρη ο χαλασμός από κανέναν πύργο Και τάχε σπείρη εδώ κ' εκεί με του σεισμού το χέρι.

Ακόμα η Πούλια είναι ψηλά και της αυγής ακόμα Τωρνίθι δεν ελάλησε. Προτού να βασιλέψη Το δρέπανο του φεγγαριού 'ς ενός βουνού τη ράχη Εστάθηκε για μια στιγμή και πικραμένο ρίχνει Την ύστερή του τη ματιά 'ς το έρμο το Ζητούνι. Εμαύρισαν η λαγκαδιαίς. 'Σ το μελανό του κύμα Ταγέρι πνίγει τα σπαρτά, τα δέντρα, τα λιβάδια, Γένονται θάλασσα η στερηαίς, λες ότι αυτό το βράδυ Ήρθε με δυο μεσάνυχτα κι' αργεί να ξημερώση.

Μες 'ς το σκοτάδι το βαθύ χιλιόχρονο ρουπάκι Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομάνητό του. Στοιχειό της γης περήφανο, βουλήθηκε να φτάση Τα σύγνεφα με τα κλαριά, τον άδη με τη ρίζα, Και δεν ανανοήθηκε που ο χαλαστής ο χρόνος Τούχε φωλιάση 'ς την καρδιά και τώσκαφτε λαγούμι Δουλεύοντας σιγά σιγά με τα σκυλόδοντά του.

Εις το βαρύν τον ίσκιο του, περίχαρο λουλούδι Ποτέ δεν εξεφύτρωσε. Ούτε το χαμομήλι Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. Ολόγυρά του σπλόνοι Και δρακοντιαίς φαρμακεραίς. 'Σ το χώμα κάπου κάπου Σπαρμένα ραχοκόκκαλα, που τάχε ξεσαρκώση Ο τραπεζίτης του σκυλιού, του κόρακα το νύχι, Εσέποντο χωρίς ταφή. Κι' ανίσως πλανεμένος Κανείς εδιάβαινε απ' εκεί κ' ένοιωθε τα σαράκια Να πριονίζουν άγρυπνα τα κούφια κατακλείδια, Κι' ολονυχτύς να τρίζουνε, έκανε το σταυρό του Κι' ούτε που γύριζε να ιδή το φοβερό το δέντρο,

'Σ τη μαύρην την κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος, Γέροντας, κακοτράχαλος, βουβός, φωτοκαμένος, Ανάθρεμμα της ευλογιάς, της λώβας στερνοπαίδι. Τον έβοσκε βαθύ χτικιό, του θέριζε τα σπλάχνα Έχθρα κρυφή, παντοτεινή, για τάνθη, για ταστέρια Για του παιδιού την ευμορφιά, κ' έτρωγε με το μάτι Ό,τι το χέρι το σκληρό δεν έφτανε να φθείρη. Έκλωθε τη σαπύλα του στρωμένος 'ς τα ξεσκλίδια Που τώφερνε πάσα φορά το κλεψιμιό, η κρεμάλα. Αχώριστοί του σύντροφοι, σφυριά, τριχιαίς, αμμώνι, Στουρνάρια για το γδάρσιμο, παληόκαρφα, ψαλίδαις, Μια νυχτερίδα, ένας σκορπιός, μια κίσσα, μια χελώνα. Κανένας δεν εγνώριζε 'ς τη Λιβαδειά πώς ήρθε. Τον είχε ρίξη σύγνεφο;... Τον είχανε ξεράση Τα χώματα του ρουπακιού;... Κανένας δεν το ξέρει. Όταν τη νύχτα 'ς τον τροχό τα σύνεργα επερνούσε Κι' ανάδευε τα χέρια του κ' έτρεμε το κεφάλι, Παρασαρκίδα αφύσικη μες 'ς την κοιλιά του δέντρου, Εφάνταζεν από μακρά ότι ήτον θεριεμένο Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που πρόσμενε κυνήγι Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του,

'Σ αυτόν το λάκκο από βραδύς θαμμένος είν' ο Διάκος, Ταστροπελέκι του βουνού σβυέται 'ς αυτό το μνήμα. Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι Και του βυζαίνει την ψυχή. Ξεραίς παλαμονίδαις Του στρόνει μέσα 'ς τη σπηλειά και τόνε ρίχνει επάνω. Με δαγκανάρια, με σχοινί τα χέρια ξεκλειδόνει Και τα φορτόνει σίδερα, του δένει τα ποδάρια, Χαλκά του σφίγγει 'ς το λαιμό. Τα στήθια του πλακόνει Μ' έν' αγκωνάρι κοφτερό. Τα σερπετά μαυλίζει Και τα τινάζει επάνω του... Ύστερα, διπλοπόδι, Τα παραμόνευε ο φονιάς μην αποκοιμηθούνε Κι' αφήσουν ατελείωτο το νυχτοκάματό τους. Ακοίμητο, αγρυπνούσ' εκεί και του Θεού το μάτι.

Χιλιάδαις ήρθανε με μιας τριγύρω 'ς το Θανάση Ψυχαίς μεγαλοδύναμαις από τον άλλον κόσμο Με τα παληά τους βάσανα, με την παλληκαριά τους, Και του φιλούν το μέτωπο και τον περιδροσίζουν. 'Σ τη σκοτεινή του φυλακή, γαλανοφορεμέναις, Απλόνουν τα φτερούγια τους κ' επάνωθέ του ανοίγουν Βαθύν απέραντο ουρανό και του τον αστερόνουν Μ' αθάναταις ενθύμησαις, μοσχοβολιαίς του τάφου.

Καταίβηκε ο Φιλόθεος με θυμιατό 'ς το χέρι Και λιβανίζει κ' ευλογά. Μαζύ του κι' ο Δημήτρης Κρατώντας 'ς το δισάκκι του κρυμμένα του Δεσπότη Ταγαπημένα λείψανα, σαν να ζητούσε ναύρη Λιγάκι χώμα, ψυχικό, ελεύθερη μιαν άκρη Πα να τα θάψη ο δύστυχος. Τους συντροφεύει ο Κούρμας, Πλατύς ψηλός σαν έλατος κι' ο Πάνος Μεϊντάνης Με το μικρό Χορμόπουλο και με το Σπαθογιάννη. Είδε του Βάλτου το θεριό, το Χρήστο το Μιλλιόνη, Με τη στερνή του την πληγή. Το Γιάννη Μπουκουβάλα Γυμνό βαστώντας το σπαθί σαν νάφτανε τρεχάτος Ψηλ' από το Κεράσοβο. Σιμά του ο Μητρομάρας. Εφάνηκε ύστερα ο Σταθάς, θολός, ανταριασμένος, Θαλασσοπούλι πώσταζεν αφρούς απ' την Κασσάνδρα. Ο Ζήδρος ο ανήμερος. Ο Θύμιος ο Βλαχάβας, Πούχε παράπονο κρυφό γιατ' ήτον πεθαμένος Και δεν μπορούσε μια φορά να μαρτυρήση ακόμα Για τώνειρό του το γλυκό. Ο Βλαχαρμάτας Βέργος. Ο Λιάς από τη Βίδαβη. Επέρασε ο Λαμπέτης Και δείχνει τ' Αστραπόγιαννου την κάρα ματωμένη 'Στήν αγκαλιά του την πιστή. Εκεί κι' ο Αμπελογιάννης Με τρεις θηλειαίς που εσφίγγανε τον άγριο το λαιμό του. Ο Κωσταντάρας πώφερνε 'ς τον ώμο το παιδί του Σφαμμένο με τα χέρια του, μονάκριβή του κλήρα, Γιατί, κακούργιο, εντρόπιαζε, τάρματα, τη γενειά του. Ο Λάζος, ο Βρυκόλακας, ο γέρο Κώστα Πάλλας, Ο Καλιακούδας ο Λουκάς, ο Χρόνης, ο Γυφτάκης, Τ' Ανδρούτζου τάσπρο φάντασμα, τρανό σαν το Βελούχι Με τον ψυχοπατέρα του το Βλάχο το Θανάση, Λειοντάρια που δεν άφιναν τον άδη 'ς ησυχία. Ο Λιάκος απ' τον Όλυμπο. Εκεί κι' ο Κοντογιάννης Που γύρευε συχώρεση να πάρη για το Μήτζο. Ο Κατζαντώνης πώδειχνε με κρυφοπερηφάνια 'Σ τα κόκκαλά του το σφυρί... Ο Δίπλας 'ς το πλευρό του. Ο Αλέξης ο Καλόγερος, οι Κατζικογιανναίοι, Αχώριστοι 'ς το σκοτωμό, 'ς το μνήμ' αδερφωμένοι. Της Λάμιας ο σταυραητός πλακόνει ο Χρήστος Γρίβας. Σε φλογισμένο σύγνεφο διαβαίνει θρονιασμένος Εμπρός 'ς το Διάκο ο Σαμουήλ, της Κιάφας ο προφήτης. Κρατεί 'ς τη ζώνη τα κλειδιά που πήρε από το Κούγγι Όταν τον έφαγε η φωτιά. Αχτίδαις τα μαλλιά του Τα γένεια σπίθαις και καπνός. Οι πέντε του συντρόφοι 'Σ τον ώμο τους τονέ βαστούν. Ανέμιζαν τριγύρω 'Σ το φοβερό καλόγερο παιδιά βυζασταρούδια, Αγράμπελαις που εφύτρωσαν 'ς το βράχο του Ζαλόγγου, Καθένα τούχε η μάνα του 'ς την τραχηλιά της ρόδο. Κι' ανάμεσό τους φαίνεται ο γέρο πολεμάρχος Σαν περατάρης γερανός που σέρνει 'ς τα φτερούγια Τα χηλιδόνια του Μαρτιού δαρμέν' απ' την αντάρα.

Μ' ανέλπιστη παρηγοριά ο πεθαμένος κόσμος Το πονεμένο το κορμί ραντίζει του Θανάση, Κ' επίστεψεν από μακρά ότ' είδε το λημέρι Που την ψυχή του επρόσμενε. Ερρίζωσε η καρδιά του Βαθύτερα 'ς τα σωθικά, του φώλιασε 'ς τα μάτια Γλυκειά της μάνας του η ευχή. Σκοτείδιασε το φως του Κι' αποκαρώθηκε ο φτωχός. Τα σερπετά δειλιάζουν 'Σ τ' αγώγι τους και φεύγουνε. Νεκρόνεται κι' ο γύφτος, Η φύσις όλη εσίγησε, λες κ' ήθελε ν' αφήση Ελεύθερα να καταιβούν τα ονείρατα του Διάκου.

***

Κ' ιδού του κάστηκε με μιας ότ' είδε την κουφάλα Του δέντρου ν' αναδεύεται. Του ρουπακιού τα φύλλα Να πέσουν όλα καταγής, να μεταμορφωθούνε Να γένουν σάρκαις ζωνταναίς, και τάψυχο το ξύλο Να λάβη ανθρώπινη μορφή. Η φλούδα μοναχή της Χωρίζει, ξεδιπλόνεται, και τότε με το χέρι, Το σιωπηλό το φάντασμα που στέκει επάνωθέ του, Τη σήκωσε, την έρριξε 'ς την πλάτη του σα ράσο, Κ' έμειν' εμπρός του ακίνητο... Τριγύρω 'ς το λαιμό του Χαράκι κόκκινο βαθύ, σαν νάθελε περάση Εκείθε η κόψη του σπαθιού...

— Χριστός ανέστη, Διάκε!...

— Παπά, τι θέλεις από με;... πούθ' έρχεσαι;... ποιος [είσαι;...

— Ποιος είμαι, Διάκε;... και ρωτάς;... κύτταξε... ο [Ησαΐας. Έλα μαζύ μου γρήγορα μη μας προλάβ' η μέρα.

— Δεσπότη μου, μ' εδέσανε ... Τα σίδερά μου κόψε.

— Θανάση, μην είσ' άπιστος ...Δε σε κρατεί κανένας.

Ανέβηκαν μεισουρανύς. Πετούν... Πετούν ακόμα .. Αφίνουν πίσω τους βουνά και πέλαγα κι' αστέρια. Τρυγόνια διαβατάρικα που πήγαιναν 'ς τη Δύση Τους απαντούν 'ς τα σύγνεφα και τους καλημερίζουν. Ο Διάκος τα χαιρέτησε, ταυλόγησε ο Δεσπότης Και τα ρωτά πού θα σταθούν να ξεκαλοκαιρέψουν, Κ' εκείν' απηλογήθηκαν: — » 'Σ τα Σάλονα, 'ς την Κιόνα, 'Στη Λιάκουρα τη δροσερή, 'ς της Γούρας τ' ακροβούνια» — — » Αλλάξετε το δρόμο σας, πουλιά μου ευλογημένα, » Συρέτε αλλού να ζήσετε και να ζευγαρωθήτε. » Εκεί εθολώσαν τα νερά, είναι φωτιά ταγέρι, » Και δε θαυρήτε για φωλειά ούτε κλωνί χορτάρι.» —

Η δυο ψυχαίς πάντα, πετούν... Πετούν ολίγο ακόμα Και φτάνουν 'ς ένα ψήλωμα...

— Θανάση, στάσου τώρα Κι' ολόγυρά σου κύτταξε.

— Δεσπότη!... Ποια είν' εκείνη Η χώρα που μαυρολογά, χτισμένη 'ς εφτά ράχαις;.. Μου φαίνεται άγρια θάλασσα, και το ροχχάλιασμά της Τακούω που φτάνει ως εδώ;...

— Προσκύνησε το θρόνο Του πρώτου μας του Βασιλειά, το μνήμα του στερνού μας.. Πώς τρέμεις, Διάκε; Γιατί κλαις;.. Θανάση!... είναι δική [μας

— Ελεημοσύνη... Ένα σπαθί... Πριν φέξη τήνε πέρνω.

— Διάκε, δεν ήρθ' η ώρα μας. Θα βαφτιστούμε πρώτα 'Σ το αίμα, 'ς τα παθήματα και κοφτερά στουρνάρια 'Σ το μετερίζι του βουνού το γόνα μας θα τρίψουν. Θα πιούμε τον ιδρώτα μας. Θα μείνη μαύρη χήρα Η γη μας η ταλαίπωρη και τα κοιλόρφανά της. Θα μάθουν να χορταίνουνε λαθύρια, βρακανίδαις, Και του νερού τα κάρδαμα, παρά να τα σαρκόνη Του ξένου το άτιμο ψωμί, πώχει προζύμι πάντα Φαρμάκια, καταφρόνεσαις, περίγελα και δάκρυ. Τότε θαρθή περήφανο το γένος να χτυπήση Τη θύρα της Αγιάς Σοφιάς με του σπαθιού τη φούχτα, Τα σιδερένια μάνταλα, 'ς την προσταγή θα πέσουν, Κ' εκεί που τώρ' ανάσκελα, μ' ολόρθα δαγκανάρια Με το λαρύγγι διάπλατο, θρασομανάει και χάσκει Το μισοφέγγαρο χρυσό, σαν νάθελε με πείσμα Αφ' ου μας έφαγε τη γη, να πιη τον ουρανό μας, Ο Σταυρωμένος θα σταθή... Μην κλαις... είναι δική μας.

— Κ' εμείς, πατέρα μου, οι φτωχοί, θάμεθα πεθαμμένοι;...

— Θα να χτιστή με κόκκαλα το μακρυνό γεφύρι.

Μην ήσαι, Διάκε, αχόρταγος. Κύτταξ' εκεί ποιος άλλος Με το κορμί τα θέμελα θα να στοιχειώση τώρα. Θανάση μου! Γονάτισε ... κρεμούν τον Πατριάρχη.

Εγονατίσανε βουβοί. Κ' ευθύς 'ς την έρμη χώρα Έβρεξε φως από ψηλά και τήνε πλημμυρίζει. Και κόσμον είδανε πολύν, σιμά 'ς το περιγιάλι Να μερμηγκιάζη ανήσυχος και μέσ' απώνα ξύλο, Όπου είχε αράξη βιαστικά, το Γέρο να προβάλη Με τ' απανωκαλύμμαυκο, με το ραβδί 'ς το χέρι. Τα βάσανά του, η αγρυπνιαίς, τα χρόνια του, η νηστείαις, Το φοβερό το μυστικό, που εκράτει κλειδωμένο Βαθειά ς' τα φυλλοκάρδια του, τον είχανε συντρίψη Κ' είναι το πάτημά του αργό. Φονειάδες λυσσασμένοι Τον έσπρωχναν να περπατή και τα γεράματά του Περιγελούσανε σκληρά: — » Τη λαγουριά σου χτύπα... «Εμπρός... κ' οι λύκοι, ποιστικέ, θα φαν τα πρόβατά σου.» — Τον έσυραν 'σε μια αδειά... Πέφτει 'ς τη γη... Σταυρόνει Τα χέρια να τον κόψουνε... «Εμπρός... εμπρός... Δεσπότη Δεν έχεις σβέρκο για σπαθί... Ακαίρηος θα πεθάνεις.» —

Μουγκρίζει ο ανεμοστρόβιλος. Σφιχτά τον αγκαλιάζουν Και τόνε διώχνουν παρεμπρός: «Μόχτα.. Δεσπότη... μόχτα »Και 'ς το πατριαρχείο σου θαυρής να ξαποστάσης.» — Κι' ανεμοδέρνει ταλαφρό, το μαραμμένο φύλλο. Αφ' ου τον έφεραν εκεί κι' αφ' ου τον παραδώκαν Εβουβαθήκανε με μιας. Ένας 'ς τον άλλο επάνω Λαχομανούν, αφρίζουνε.. 'Σ τη μεσινή τη θύρα Σε λίγο τρίζει το σχοινί... Αλλαλαγμός, κατάραις... Σπαράζει τάγιο λείψανο... Ταχόρταγα τα όρνεια Ολόγυρά του σφίγγονται... Του ξέσχιζαν τα ράσα... ξεγύμνωσαν τα στήθια του κ' εφάνηκε 'ς τον ήλιο Απόκρυφη λαβωματιά... Πλευρόνουν την κρεμάλα Γρηαίς αρκουδογύφτισαις και με τα δοκανίκια Του δέρνουνε το πρόσωπο... Πλακώσαν κ' οι Εβραίοι Και ξεκρεμάσαν το νεκρό... Αρπάζουν την τριχιά του, Δαιμονισμένοι τρέχουνε... Οπίσωθε αλυχτούσαν Χιλιάδαις σκύλοι νηστηκοί... Εφτάσαν 'ς τακρογιάλι... 'Σ του Πατριάρχη το λαιμό, δένουν σφιχτά μια πέτρα Και μ' ένα ρυάσιμο βραχνό που τάκουσαν οι τάφοι Και τα παιδιά μες 'ς την κοιλιά, 'ς τα χέρια τόνε πέρνουν Και τον πετούν 'ς την θάλασσα.,. Νυχτόνει... ο πεθαμμένος Προβαίνει 'ς την αστροφεγγιά... Σιωπηλά ταγέρι Φυσσά μες 'ς τάσπρα του μαλλιά... Το λείψανο αρμενίζει. Τακολουθούν τα κύματα... Η νεκροσυνοδεία Σένα καράβι σταματά... Του μάρτυρα τα πόδια Χτυπούν τη πρύμμη μια φορά... χτυπούν πάλαι την πλώρη Ετρύξανε η ξυλοδεσαίς ... Ξυπνούν ... τον ανεβάζουν Εμπρός του γονατίζουνε... Ο πρωτοσύγκελλός του Τόνε γνωρίζει... του φιλεί το μέτωπο, τα χέρια... Σηκόνουνε το σίδερο... Με τα πανιά απλωμένα Σχίζει την άβυσσο ο νεκρός 'ς το ξυλοκρέββατό του...

— Θανάση μου, ενικήσαμε!... το ψυχομάχημά του Μεταλαβή κι' αντίδωρο...

— Πατέρα, δε θα νάρθη Για μας, που προοιμίζομε, Δευτέρα Παρουσία 'Σ αυτήν την ακροπελαγιά;... Αυτό το έρμο χώμα Δε θα το ιδούν ελεύθερο μια μέρα οι πεθαμμένοι;

— Πίστευε, Διάκε, 'ς του θεού την παντοδυναμία.

— Δεσπότη μου!... πνευματικέ!... 'Σ του δέντρου την [κουφάλα Πριν ξημερώση να με πας... Και μη με παραιτήσης...

— Θα σούναι πάντα 'ς το πλευρό μ' εμέ κι' ο Πατριάρχης.

Απλόνουν πάλαι τα φτερά. Συχνά, συχνά ο Θανάσης Πετώντας έστρεφε να ιδή, 'ς τη νεκρωμένη χώρα Το θόλο της Αγιάς Σοφιάς, όπου φεγγοβολούσε 'Σ το πρώτο γλυκοχάραμμα, όσο που λίγο, λίγο Τον έχασε απ' τα μάτια του. ... Ελάλησε τωρνίθι Και τώνειρό του εσβύστηκε... Ξυπνά και βλέπει ακόμα Το γύφτο που ροχχάλιαζε κ' επάνωθέ του μαύρα Του φοβερού του ρουπακιού, τα φύλλα, τα κλωνάρια.

Σ Η Μ Ε I Ω Σ Ε Ι Σ.

«Κοιμάται ακόμα η Αρβανιτιά» σ. 137

Μετά την εν Θερμοπύλαις μάχην επανήλθεν ο Τουρκαλβανικός στρατός εις Λαμίαν (Ζητούνι) ολίγον απέχουσαν εκείθεν παρίστανται δε οι εχθροί διεσπαρμένοι, και υπνώττοντες κατά τους εκτός της πόλεως αγρούς.

«Χιλιόχρονο ρουπάκι» σ. 138

Ρουπάκι είδος δρυός. Quercus robur. Εκ των ωραιοτέρων και ρωμαλαιοτέρων της μεγάλης ταύτης οικογενείας διακλαδώσεων. Η κυρίως _δρυς_ καλείται _δένδρον_, ίσως ως το κατ' εξοχήν φυτόν καθώς και _άλογον_ ο ίππος. Η δε μακροβιότης του _ρουπακιού_ κατήντησε παροιμιώδης.

«Φοβέριζε τον ουρανό με ταγριομανητό του » σ. 138

_Αγριομανώ_ ως το υλημανώ των αρχαίων εις δήλωσιν υπερβαλλούσης βλαστήσεως όθεν και το «_όταν αι σποραί αγριομανούν, θρέφουν του εαυτού των._» Σημειώ δε την φράσιν διά την παράδοξον σύνταξιν του _θρέφω_ μετά γενικής και την ουχ ήττον παράδοξον έννοιαν ότι τα υλημανούντα φυτά δεν φέρουσι καρπόν ως αναλισκομένης πάσης της ζωτικής αυτών ουσίας εις διατροφήν των φύλλων. Τούτο συμβαίνει συνήθως όταν ο σπόρος ρίπτεται εις τόπους αρτίως καλλιεργηθέντας, αλλά εκ πολλού μείναντας χέρσους. Υπάρχουσι δε και άλλα ομοίως συντεθειμένα ρήματα, εν οις το δεύτερον της συνθέσεως μέρος επιτείνει την σημασίαν του πρώτου.

«Ούτε η χολάτη η κυκλαμιά. σ. 138

_Κυκλαμιά, κυκλαμινιά, περικλαμιά_. Κυκλάμινος των αρχαίων. Cyclamen ouropaeum. Χαριέστατον άνθος αναφυόμενον κατά τας πρώτας ημέρας του φθινοπώρου. Τα φύλλα αυτής έχουσι χρώμα πράσινον βαθύ, μαρμαροειδές, όθεν και το επίθετον _χολάτη_.

Η ρίζα φυματώδης, μελανή έξωθεν, ερυθροειδής έσωθεν. Οι αλιείς, όταν δεν δύνανται άλλως να ελκύσωσιν έξω του κατοικητηρίου του τον πολύποδα προσαρμόζουσιν αυτήν εις μακρόν κάλαμον, και εισάγουσιν εις την κοίτην του ζώου. Προς τοιαύτην δοκιμασίαν ουδ' ο ισχυρογνωμονέστερος πολύπους αντέχει, αλλ' εξέρχεται βιαίως και τότε τιτρώσκεται διά του αλιευτικού όπλου όπερ καλείται _διγόφι_. Το μηχάνημα τούτο εν τη φρασιολογία των αλιέων λέγεται «_βάλλω φωτιά_» ίσως διά την βιαίαν εξόρμησιν του πολύποδος ώσπερ φεύγοντος το πυρ.

Οι χοίροι λαιμάργως καταβιβρώσκουσι την ρίζαν όθεν πολλάκις η _κυκλαμιά_ καλείται _γουρουνοχόρτι_.

«Ολόγυρά του σπλόνοι. » σ. 138

_Σπλόμος_, ο φλόμος των αρχαίων. Verbascum Thapsus. Και διά της ρίζης του φυτού τούτου δηλητηριάζοντες οι αλιείς τα θαλάσσια ύδατα συλλαμβάνουσι τους προστυγχάνοντας ιχθύας. Το άνθος αυτού κιτρινωπόν, ουδεμίαν έχει γνωστήν παρά τω λαώ χρήσιν. Υπάρχει και ρήμα _σπλονίζω_ εις δήλωσιν της διά του φυτού τούτου γινομένης δηλητηριάσεως. _Σπλονίζει_ δε και _σπλομανάει ή σπλονομανάει το μάτι_ ταυτόν τω άλλεται ο οφθαλμός.

Γράφων περί των φυτών τούτων οφείλω να εκδηλώσω την λύπην ην αισθάνομαι βλέπων όλως παρημελημένην την έρευναν, δι' ης ήθελον συναχθή πολλά ονόματα ικανά να διαφωτίσωσι την αρχαίαν βοταναλογίαν και να προσθέσωσιν εις την θεραπευτικήν πλούτον ουχί ευκαταφρόνητον. Εκτός των εν κοινοτάτη χρήσει ανάξια προσοχής δεν είναι και τα επόμενα. _Αγιανίτης, αγιόκλιμα, αγκλέουρας, αδεσκιαμός, αζώηρος, βλίτον, βοϊδόγλωσσος, γουργογιάννης, γριπάρι, ζόγγος, ζόχος, κορκόνδυλος, κρίτανον, κούλιανδρος, καπνίδι, λοβοδιά, λύκος, λάπατον, μελιός, νεροκράτης, οβρυά, πεντενεύρι, περδικάκι, πρικάγγουρο, σκολύμπρι, στεκούλι, σταρίδα, σμέρνα, σαρκοθρέφτης, τριβόλι, φράξος, φελίκι, φορδοκοκήλα, φλισκούνι, χύμελη, ίλακας, σκορπίδι, σπάρτο, καταποδάκι, αλογουρά, αλωπουρά, παπύρι, λεύκα, πρισμάκι, λαγωγρίδα, αχάλι, αύκος, σκορδαψός, χορτάρι της Παναγιάς_, και μυρία άλλα ή όλως άγνωστα προς εμέ ή κατά την στιγμήν ταύτην μη παριστάμενα εις την μνήμην μου.

Υπάρχουσιν ευτυχώς εν Ελλάδι δύο αξιόλογοι βοτανικοί ο Κύριος Θεόδωρος Ορφανίδης όστις προς τοις άλλοις διά της ποιητικής του ευφυίας ηδύνατο ευστόχως να διαδώση γράφων μέγα μέρος του δημώδους των φυτών ονοματολογίου, και ο εκ Λευκάδος Πέτρος Βριόνης όστις και μεγάλας κατέβαλε προσπαθείας εις καταρτισμόν του Ελληνικού βοτανολογίου και πολλά της Ελλάδος διέτρεξεν όρη, αδρώς μισθοδοτούμενος υπό του επιστήμονος Βρετανού Κυρίου William Herbert, Deen of Manchester, αδελφού του Κόμητος της Κορνουάλης (15)

Αλλ' ενώ πάντες αγωνιώσι προς εύρεσιν του αρχαίου ονόματος ή του αντιστοιχούντος λατινικού, ας ασχοληθώσιν απ' εναντίας ιχνηλατούντες την δημώδη κυριολεξίαν, ιδίως δε την χρήσιν εκάστου φυτού παρά τω λαώ. Φρονώ και αδιστάκτως διαβεβαιώ, ορμώμενος εκ της μικράς μου πείρας, ότι πολλά μυστήρια θέλουσιν ανακαλυφθή διά ταύτης της ερεύνης και θέλει προκύψη ότι συν τοις άλλοις ο ελληνικός λαός διατελεί εισέτι ο πιστός φύλαξ της θεραπευτικής επιστήμης των αρχαίων προγόνων του.

Αποτεινόμενος δε προς τον φίλον Βριόνην λέγω, ότι άν ποτε στέρξη τοιαύτην τινα αληθώς εθνοφελή να παράσχη υπηρεσίαν, θέλει αναμφιβόλως ευεργετήση την δημοτικήν ποίησιν και ταυτοχρόνως θέλει δώση πλήρη και δικαίαν ικανοποίησιν εις πάντα τα τρυφερά άνθη, όσα σκληρώς συνέθλασαν και κατεμάραναν οι πόδες του αρειμάνιου Ομέρ, ομαίμονος συγγενούς αυτού, και καταγομένου εκ των πάλαι δεσποσάντων της Μουζακίας Παλαιολόγων.

« Κ' ένοιωθε τα σαράκια. » σ. 139

_Σαράκι_. Το γνωστόν έντομον το νύχτα και ημέραν εργαζόμενον και διά της επιμονής αυτού τρίβον αρχαία ξύλα ή οστά. Πάντες βεβαίως γινώσκουσι τον μονότονον και έρρυθμον τρυγμόν του ζωυφίου τούτου και την δυσάρεστον εντύπωσιν ην προξενεί ιδίως εν ώρα νυκτός. _Σαράκι_, μεταφορικώς κρυφία θλίψις φθείρουσα ηθικώς τον άνθρωπον. «_Τώχω σαράκι 'ς την καρδιά._»

Στη μαύρην τη κουφάλα του εμόνιαζε ένας γύφτος. σ.159

_Κουφάλα_. Το εκ παλαιότητος εν τω στελέχει δένδρου τινος κοίλωμα. _Εμόνιασε_ εκ του _μονιάζω_, λεγομένου επί θηρίων οικούντων εν φωλεοίς. Επί ανθρώπων δε αποσυρομένων εκ του κόσμου όχι _μονιάζω_ αλλά _μονάζω_.

Γέροντας, κακοτράχαλος. σ. 139

_Κακοτράχαλος_ δεν σημαίνει τον κακόν ή σκληρόν έχοντα τον τράχηλον, αλλά την κατασκευήν όλου του σώματος αθλίαν και ραχιτικήν.

Παρασαρκίδ' αφύσικη. σ. 140

_Παρασαρκίδαις ή παρασαρκώματα_ λέγονται και αι τερατώδεις και παρά φύσιν εξογκώσεις του φλοιού παλαιών δένδρων.

«Χταπόδι 'ς τη θαλάμη του που επρόσμενε κυνήγι Κι' ανήσυχο παράδερνε με τους αποκλαμούς του.» σ. 140

_Χταπόδι_, ο πολύπους.

_Θαλάμη και αθαλάμη_. Είναι περίεργον ότι ενώ η δημοτική γλώσσα δεν διετήρησε το _θάλαμος_, επί της συνηθεστέρας χρήσεως διέσωσε το _θαλάμη_, περιστείλασα όμως την σημασίαν ιδίως επί της κοίτης του πολύποδος.

Τοιαύτη του σημαινομένου περιστολή παρατηρείται και επ' άλλων λέξεων. Ούτε λ.χ. ο _αλιεύς_ ούτε το _αλιεύω_ διετήρησαν την γενικήν αυτών σημασίαν. Αλλά το _αλιάς_ και _αλεύω_ ή _αλιεύω_ περιωρίσθησαν εις δήλωσιν μόνον των ασχολουμένων εις την άγραν του πολύποδος, των θαλασσίων οστράκων (άτινα εν παρόδω ο ποιητής λαός αποκαλεί _αγνά_) των σπόγγων και των τοιούτων. Τούτων δε των αλιέων τον οπλισμόν απαρτίζουσι μόνον ο _πιννολόγος, η ξύστρα, το διγόφι_ καί τινα άλλα δευτερεύοντα και επουσιώδη. Τα δε πλοιάρια αυτών, οιαςδήποτε κατασκευής και αν ήναι καλούνται _αλιάτικα_.

Οι βραχίονες ή πόδες του πολύποδος λέγονται, _αποκλαμοί_.

Πόσον θησαυρόν λέξεων και φράσεων ηδύνατό τις να συλλέξη ερευνών και τούτο το τμήμα του δημώδους γλωσσολογικού αρχειοφυλακείου, και πόσον ήθελε φανή αξία θαυμασμού η ακατανόητος διαφύλαξις της πατρικής περιουσίας!

Εντός του ευτελούς και πενιχρού _μονοξύλου_ του Έλληνος αλιέως ήθελεν ευρεθή ο _πεζόβολος, ο γρίπος και το πεζογρίπι, η ψάθα, τα καλαμωτά, το καμάκι, η πρυά (πυρά), ο ολκός ή βολκός, η πόχα, ο δόλος, η τονιά, τα φελούρια, η συρτή_. Καθώς ήθελεν ευρεθή άθικτος και αβλαβής εν τοις κόλποις του αλιευτικού κοφίνου, ο _χάνος, η πέρκα, η χελούδα, η δράκαινα, η σμέρνα, ο ολφός, ο σαργός, το μελανούρι, ο πιννοτήρας, η μαρίδα, ο όρκυνας, ο κέφαλος, ο αχινιός ή αχινός, το μύδι, ο προσφορίτης, ο κοχλιός, η ριχτιά, το μηλοκόπι, ο σπάρος, το λαυράκι, η ρίνα, το σαλάχι_, (ούτινος το κέντρον επιζήτητον εις παρακέντησιν του φλέγμονος εξ ου προσβάλλονται τα κτήνη), _η μουδιάστρα, ο σκύλος, η μαινίδα, η φώκα, η αιθερίνα, ο δάκτυλος, η σουλήνα, το σταυρίδι, ο κολιός, ο λεθρίνος, ο μουρμουράς_, ο αποτρόπαιος _πορφύρας_ και πλήθος άλλων λίαν περιέργων είτε ένεκεν των διαλεκτικών παραμορφώσεων ας υπέστησαν είτε ένεκεν της εντελούς αυτών διατηρήσεως.

Εν γένει παρετήρησα ότι αι τάξεις, αίτινες δεν διεφθάρησαν εκ της προς τους ξένους επιμιξίας, αλλ' ένεκεν του βίου, ον διήγον, έμειναν κεχωρισμέναι, διέσωσαν τον αρχαίον πλούτον. Τοιαύται λογίζονται κυρίως αι τάξεις των ποιμένων, των αλιέων, των γεωργών, των πολεμιστών. Πρέπει λοιπόν εκείσε να προσδράμη τις και να σταχυολογήση πριν ή η πλημμύρα του νέου πολιτισμού εισβάλη μέχρι των κρυψώνων εκείνων και παρασύρη και πνίξη παν ό,τι ανελπίστως και θαυμασίως διεσώθη.

«Ξεραίς παλαμονίδαις...» σ. 140

_Παλαμονίδα_ είδος σκληράς ακάνθης. Όνωνις των αρχαίων Ononis spinosa.

Χαρούμενο 'ς τ' αρπάγια του τον έχει το σφαλάγγι. σ.140

_Σφαλάγγι_. Το φαλάγγιον των αρχαίων.

Τα σερπετά μαυλίζει. σ. 140