Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος
Part 3
Αλλ' αι ταλαιπωρίαι και τα δυστυχήματα της φυλής και εν πεζώ λόγω ιστορούμενα είναι πάντοτε ποίησις· εάν δε απ' αρχής μέχρι τέλους παρακολουθήση τις εις τον βαθμιαίον εξελιγμόν του εθνικού δράματος και την αλληλουχίαν των περιστάσεων, εν αις συγκεφαλαιούται ο μυριετής αγών, ουδέν άλλο βλέπει, ειμή γενεάς επί γενεών ως επί δέλτου νεκρικού ημερολογίου στιχηδόν τεταγμένας, οιονεί πολυαρίθμους χορδάς γιγαντιαίας Αιολικής φόρμιγγος παράλογος μεν επί πλείστον αμνηστουμένης, αείποτε δε προσδοκώσης πεπειραμένους δακτύλους, ίνα διά της πρώτης αυτών κρούσεως εκπέμψη φθόγγους ηδίστους και εξαισίους υμνωδίας.
Το περί γλώσσης ζήτημα παρέρχομαι όλως άθικτον, αποκλίνων και αύθις πάσαν περί αυτού κενήν λογομαχίαν. Ερριζώθη εν εμοί και εσαρκώθη ως δόγμα, ως σύμβολον ορθοδοξίας, όταν πρόκηται περί ποιήσεως. Προέβη δε εις τοσούτον η προκατάληψις ώστε και αυτά τα ένδοξα αρχαία ελληνικά ονόματα ασυμβίβαστα θεωρώ προς την αρμονίαν του στίχου και γράφων τον Αθανάσιον Διάκον ουδαμού του ποιήματος εδυνήθην να εισαγάγω ούτε τας Θερμοπύλας ούτε τον Λεωνίδαν. Απ' εναντίας τα ονόματα των δημίων της Ελλάδος παρετήρησα ότι αφομοιούνται πληρέστατα και συγχωνεύονται μετά της δημοτικής ποιήσεως, είτε διότι ο χρόνος και η επιμιξία συνέτειναν εις τούτο, είτε διότι αι αντιθέσεις και οι ανταγωνισμοί υποκρύπτουσιν ανεπαίσθητα και αδιόρατα σημεία επαφής συντελούντα προς διάπλασιν των καλλιτεχνικών έργων.
Τι δε είπωμεν περί θεμάτων λαμβανομένων εξ αλλοτρίας ιστορίας, και τι περί της οικτράς εξελληνίσεως των ηρωικών της Δύσεως, ονομάτων όταν κακή τύχη εισαγώγιμα γίνωνται εις την ημετέραν ποίησιν! Αλλά περί τούτου κρινέτωσαν άλλοι ήττον εμού προκατειλημμένοι· εν τέλει δε θέλει δικάση το μέλλον. Το κατ' εμέ θέλω προσπαθήση, όσον αι δυνάμεις μοι το επιτρέπουσιν, είτε εισερχόμενος εις την καλύβην του ποιμένος, είτε διατρέχων τα όρη και τας θαλάσσας, είτε παρευρισκόμενος όπου δήποτε η χαρά ή ο πόνος εκβιάζει την εκδήλωσιν των αισθημάτων, να συλλέγω και βαθμηδόν να διασώζω τα πολύτιμα κειμήλια της δημοτικής γλώσσης, πεποιθώς ότι εν αυτή λανθάνει άφθονος ύλη εις γλωσσολογικάς μελέτας, και αυτός ο απόρρητος σύνδεσμος ο δεικνύων την γνησιότητα της καταγωγής, ο μαρτυρών ότι ο πέλεκυς της ξενοκρατίας ουδέποτε επέτυχε να καταστρέψη την ενότητα της ημετέρας φυλής, θαυμασίως διασωθείσης τη παντοδυνάμω συνάρσει της ορθοδόξου ημών πίστεως εν τω απεράντω χαρτοφυλακείω των εθνικών παραδόσεων.
ΣΗΜ. Ιστορικαί διασαφήσεις μετά τινων περί του λεκτικού παρατηρήσεων καταχωρίζονται εν τέλει εκάστου άσματος.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΠΡΩΤΟΝ
Η Π Α Ρ Α Μ Ο Ν Η.
»Αναίβα, Μήτρε, στου βουνού κατάκορφα τη ράχη, Πάρε το μάτι ταητού και ταλαφιού το πόδι Και την αγρύπνια του λαγού, και στήσε καραούλι. Κι' αν 'δής χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα, Με τον Κιοσέ Μεχμέτ πασά, τον ύπνο μη μου κόψης, Στάσου, πολέμα μοναχός. Κι' αν 'δής μες το φυσσάτο Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη, Πέτα, ροβόλα, κράξε με... Σύρε με την ευχή μου.» Άστραψε απ' άγρια χαρά το μέτωπο του κλέφτη, Εβρόντησαν τα χαϊμαλιά, ανέμισε η φλοκάτη, Έλαμψε ο Μήτρος μια στιγμή κ' εσβύστηκε σαν άστρο. Ο Διάκος τον συντρόφεψε για λίγο με το μάτι Κ' ύστερα πέφτει καταγής γονατιστός στην πέτρα.
»Αδέρφια παλληκάρια μου! Ελάτε ολόγυρά μου Και γονατίσετε μ' εμέ. Ο κόσμος στη χαρά του Είν' ανθοστόλιστη εκκλησιά, κ' εδώ μας παραστέκει Εκείνος που την έχτισε, για να τον προσκυνούμε.»
Ήτανε νύχτα. Τα βουνά, η λαγκαδιαίς, τα δέντρα, Η βρύσαις, τ' αγριολούλουδα, ο ουρανός, τ' αγέρι, Στέκουν βουβά ν' ακούσουνε, την προσευχή του Διάκου.
»Όταν η μαύρ' η μάνα μου, εμπρός σε μιαν εικόνα, Πλάστη μου, μ' εγονάτιζε με σταυρωτά τα χέρια, Και μώλεγε να δεηθώ για κειούς που το χειμώνα Σα λύκοι ετρέχαν στα βουνά, με χιόνια, μ' αγριοκαίρια Για να μη ζούνε στο ζυγό, ένοιωθα τη φωνή μου Να ξεψυχάη στα χείλη μου, εσπάραζε η καρδιά μου, Μου ετρέμανε τα γόνατα, σαν νάθελε η ψυχή μου Να φύγη με τη δέηση από τα σωθικά μου.»
«Ύστερα μώλεγε κρυφά να σου ζητώ τη χάρη Να μ' αξιώσης μια φορά ένα σπαθί να ζώσω Και να μην έρθη ο θάνατος να μ' εύρη, να με πάρη Πριν πολεμήσω ελεύθερος, για σε πριν το ματώσω. Πατέρα παντοδύναμε! Άκουσες την ευχή μου Μου φύτεψες μες την καρδιά, αγάπη, πίστη, ελπίδα, Έδωκες μιαν αχτίδα σου, αθέρα στο σπαθί μου Και μούπες, τώρα πέθανε για με, για την πατρίδα.»
»Έτοιμος είμαι, Πλάστη μου! Λίγαις στιγμαίς ακόμα Και σβυόνται τ' άστρα σου για με. Για με θα σκοτειδιάση Τώμορφο γλυκοχάραμμα. Θα μου κλειστή το στόμα Που εκελαδούσε στα βουνά, στη ρεμματιά, στη βρύση, Θα μαραθούν τα πεύκα μου. Αραχνιασμέν' η λύρα Που μούταν αδερφοποιτή κι' οπού με εμέ στη φτέρη Αγκαλιασμένη επλάγιαζε, τώρα θα μείνη στείρα Και 'ς τάψυχο κουφάρι της θα να βογγάη τ' αγέρι.»
»Όλα τ' αφίνω με χαρά, χωρίς ν' αναστενάξω. Και τώχω περηφάνεια μου, που εδιάλεξες εμένα Αυτήν την έρμη την πορειά με το κορμί να φράξω. Ευχαριστώ σε, Πλάστη μου! Δε θα χαθούν σπαρμένα Και δε θα μείνουν άκαρπα τ' άχαρα κόκκαλά μου. Ευλόγησέ τηνε τη γη, οπού θα μ' αγκαλιάση Και στοίχειωσε κάθε κλονί από τα χώματά μου Να γένη αδιάβατο βουνό το μνήμα του Θανάση.»
»Θέ μου! Ξημέρωσέ τηνε την αυρινή τη μέρα! Θα μας θυμάτ' η Αρβανιτιά και θα την τρώγ' η ζήλια. Θα χλημητάνε τ' άλογα, θα καίνε τον αγέρα Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια, θα γενούν πάλαι τα Θερμιά, λαίμαργη καταβόθρα... Χιλιάδαις ήρθαν θερισταί και χάρος οργοτόμος, Μουγκρίζουν, φοβερίζουνε πως δε θα μείνη λώθρα 'Σ αυτήν τη δύστυχη τη γη, φωτιά, δρεπάνι, τρόμος»...
»Κ' εμείς θα πάμε με χαρά 'ς αυτόν τον καταρράχτη. Επάνωθέ μας θάσαι συ, και τα πατήματά μας Θα νάχουνε για στήριγμα τη φοβερή τη στάχτη Πώμεινε σπίθ' ακοίμητη βαθειά στα σωθικά μας. Δυνάμωσέ μας, Πλάστη μου! Για ν' ακουστή στη Δύση Πως δεν απονεκρώθηκε και πως θ' ανθοβολήση Τώρα με τα Μαγιάπριλα η δουλωμένη χώρα. Ευλογημέν' η ώρα!»
Έσκυψ' ο Διάκος ως τη γη, έσφιξε με τα χείλη Κ' εφίλησε γλυκά γλυκά το πατρικό του χώμα. Έβραζε μέσα του η καρδιά, και στα ματόκλαδά του Καθάριο, φωτοστόλιστο, ξεφύτρωσ' ένα δάκρυ... Χαρά ’ς το χόρτο πώλαχε να πιη σε τέτοια βρύση!
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Τα νειώτα, τη θωριά του Τ' αστέρια βλέπουν με χαρά και κάπου κάπου αφίνουν Κρυφά το θόλο τ' ουρανού για να διαβούν σιμά του. Μοσχοβαλάει τριγύρω του και τον σφιχταγκαλιάζει 'Στον κόρφο της η άνοιξη, σαν νάτανε παιδί της. Χαρούμενα τα λούλουδα φιλούν το μέτωπό του. Χάνει με μιας την ασχημιά και την ταπεινοσύνη Ο έρμος ο αζώηρος, η ποταπή η λαψάνα, Γλυκαίνει το χαμαίδρυο, ’ς του χαμαιλειού τη ρίζα Αποκοιμιέται ο θάνατος και το περιπλοκάδι Που πάντα κρύβεται δειλό και τ' άπλερο κορμί του Αλλού στηλόνει το φτωχό, δυναμωμένο τώρα Τρελλό, περηφανεύεται και θέλει να κλαρώση 'Σ τ' ανδρειωμένο μέτωπο για ν' ακουστή πως ήταν Στη φοβερή παραμονή μια τρίχ' απ' τα μαλλιά του.
Πλαγιάζει ο λειονταρόψυχος! Του ύπνου του η ώραις Όσο κι' αν φύγουν γρήγορα, μεσότοιχο θα γένουν Ν' αποστομώσουν το θολό, τ' αγριωμένο κύμα Του χρόνου που μας έπνιξε. Μ' εκείνην τη ρανίδα Πώσταξ' από τα μάτια του, θα ξεπλυθή η μαυράδα Που ελαίρονε της μοίρας μας το νεκρικό δεφτέρι. Ο Διάκος στο κρεββάτι του, ζωσμένος τη φλοκάτη Σαν αητός μες τη φωλειά, ολάκερο ένα γένος Έκλωθ' εκείνην τη βραδειά. Όταν προβάλ' η μέρα Θα νάβγουν τ' αητόπουλα με τροχισμένα νύχια Με θεριεμμένα τα φτερά ν' αρχίσουν το κυνήγι... Πλάστη μεγαλοδύναμε! Αξίωσέ μας όλους Πριν μας σκεπάση η μαύρη γη, ΄ς τα δουλωμένα πλάγια Να κοιμηθούμε μια νυχτιά τον ύπνο του Θανάση!
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
«Κι' αν' δης χιλιάδαις τον εχθρό, άλογο και πεζούρα» σ.55
_Άλογο_. Ενικώς, έχει ως και παρά τοις αρχαίοις η _ίππος_ περιληπτικήν σημασίαν, ιππικόν. Εκφέρεται δε και πληθυντικώς _άλογα_, αλλά τότε προστίθεται το _πολλά, ολίγα_, ή προσδιορίζεται ο αριθμός, εν ω διά του πρώτου χαρακτηρίζεται το είδος των μαχητών.
» Να πηλαλάη τάλογο του Ομέρπασα Βριόνη » σ. 55.
_Πηλαλάει_. Όταν ο ίππος οιστρηλατήται χρεμετίζων και ορθούμενος.
»Έδωκες μιαν αχτίδα σου αθέρα στο σπαθί μου » σ. 57.
_Αθέρας_. Κυρίως ο αθήρ του στάχυος, καθόλου δε το ακρότατον, το λεπτότατον, το εκλεκτότατον. Επί κοπτερών όπλων το ακρότατον της ακμής του ξίφους. Τα ανώτατα στρώματα της θαλάσσης όθεν και _Αθερίνα_ είδος μικροτάτου ιχθύος διαιτωμένου εν τω αφρώ του πελάγους.
»Αραχνιασμέν' η λύρα.» σ. 57.
_Λύρα_. Η πιστή ακόλουθος του κλέφτου ραψωδού, απετέλει μέρος της πολεμικής αυτού συσκευής, ήτο δε το όργανον δι' ου ετονίζοντο τα ηρωικά ημών άσματα.
»Αυτήν την έρμη την πορειά.» σ. 58.
_Πορειά_. Στενή δίοδος, το μέρος περιπεφραγμένου τινος τόπου όπερ μένει ανοικτόν, και όχι τα παρά τη μονή της Δαμάστας Ποριά ων ποιείται μνείαν ο Κύριος Τρικούπης εν σελίδι 263 της Ιστορίας του, ούτως επονομασθέντα διότι ίσως υπάρχει εκεί και πλεονάζει το είδος του λίθου όπερ καλείται _Πωρί_. _Πωρί_ καλείται επίσης πάσα λιθοειδής υπόστασις προσαπτομένη τοις ένδον αγγείου, οχετού τινος ή υδραγωγείου.
»Τ' άχαρα κόκκαλά μου.» σ. 58.
_Άχαρα_. Σημαίνει ενταύθα οικτιρμόν, ταλανισμόν ως και το φτωχός και το δύστυχος και τα παραπλήσια. Ως εκφαυλιστικόν δε συνεκφέρεται συνήθως μετ' άλλης επεξηγητικής λέξεως ως π.χ. _άχαρος_ και _κακόμοιρος_.»
Με τ' άγρια τα χνώτα τους Γκέγκικα καρυοφύλλια. σ.58
ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας, έν τινι αξιολόγω πονηματίω επιγραφομένω «Η κατά τον ΙΖ'. αιώνα επανάστασις της ελληνικής φυλής» διατείνεται εν Σελ. 14 ότι το γνωστόν _Καρυοφύλλι_ ωνομάσθη ούτω από του εν Βενετία, οπλοποιοϋ Carlo figlio (Καρόλου υιού)· Περίεργος μα την αλήθειαν η ανακάλυψις αλλ' ουδόλως ευάρεστος. Τολμώ μάλιστα να είπω προς τον φίλον, ότι απαγορεύεται οιωδήποτε η διά τοιούτων ερευνών καταστροφή των θελκτικών μύθων, δι' ων ετράφημεν, εκτός όταν πρόκηται να βασιλεύση επωφελής τις αλήθεια. Πού τώρα τα ποιητικώτατα και βαρύβρομα _καρυοφύλλια_ και πού τα πεζώτατα και άφωνα και παράχορδα _Καρλοφίλια_! Εκ μιας το διαβόητον αιθαλόεν όπλον των πατέρων μετεσχηματίσθη εις ευτελή σιδηρούν σωλήνα χαλκευθέντα εν Βενετία. Αύριον ίσως ο Κύριος Σάθας διανοείται να μας είπη πόθεν παράγεται και το _μιλλιώνι_ και το _αρμούτι_, και σπεύδω ν' αναχαιτίσω ει δυνατόν την ακάθεκτον περί τα τοιαύτα ορμήν του. Το κατ' εμέ βεβαίως δεν θέλω στρέψη συμπαθές βλέμμα προς το νέον βάπτισμα του αρματωλικού πυροβόλου, ουδέ στέργω να παραδεχθώ την αγενή καταγωγήν. Απ' εναντίας επιμένω πιστεύων ότι τα περιφανή όπλα ωνομάσθησαν ούτω, διότι έφερον κεχαραγμένον εν κυκλοειδεί ζώνη, το ομώνυμον εύοσμον φυτόν, όπερ καλούμεν _Καρυοφύλλι_.
Όταν παρά τινος τυμβωρύχου φιλολόγου ανεκαλύφθη και προέκυψεν ότι τα ποιήματα του Όσσιαν δεν ήσαν ειμή πλαστογραφίαι του Μακφερσώνος, διεσκεδάσθησαν δε εκ μιας ωσεί καπνός τα ιδανικά αυτών θέλγητρα, απερίγραπτος λύπη κατέλαβε πολλούς εκείνων, οίτινες είχον συνηθίσει να πιστεύωσιν εις την ύπαρξιν του Βάρδου πολεμιστού. Αν δε η μνήμη δεν με λανθάνη, ο μέγας Chateaubriant εθεώρησε την ανακάλυψιν αληθές δυστύχημα. Προτρέπω κ' εγώ τον φίλον Κύριον Σάθαν να μη επιζητή τοιαύτα, διότι αυτός πρώτος βλάπτεται εκ του μαρασμού των ανθέων της δημοτικής ποιήσεως.
»Και χάρος οργοτόμος.» σ. 58.
_Οργοτόμος_ ο διευθύνων τους θεριστάς και εν γένει εν ταις αγροτικαίς εργασίαις, ο προπορευόμενος σκαπανεύς, ο χαράττων την γραμμήν ήτις τίθεται ως όριον εις τας γινομένας ανασκαφάς. _Όργος_ ή _οργός_ ο ανορυττόμενος αύλαξ, αυτή η γραμμή.
»Πως δε θα μείνη λώθρα.» σ. 58.
_Λώθραι_, τα αποκοπτόμενα οξέα μέρη των ήλων δι' ων προσηλούνταν τα πέταλα τη οπλή των ίππων. Όθεν _λωθροκόβεται_ επί ζώου συγκρούοντος ένεκεν ελαττωματικού τινος βηματισμού, και τιτρώσκοντος τους αστραγάλους (κοινώς τα _πουλάκια_) εάν εξ ολιγωρίας, τα σιδερά ταύτα κέντρα μη αποκοπώσι. Μεταφορικώς, λώθρα, παν ό,τι ελάχιστον ευκαταφρόνητον, ουδεμιάς αξίας. Όθεν _Να μη μείνη λώθρα_ κατάρα εμφαίνουσα εξόντωσιν, καταστροφήν και όλεθρον μέχρι και αυτών των ευτελεστέρων περιτριμμάτων του οίκου.
»'Σ αυτόν τον καταρράχτη.» σ. 58.
_Καταρράχτης_, ως και παρά τοις αρχαίοις σημαίνει μέγαν όγκον υδάτων κρημνιζομένων από αποτόμου βράχου. Αλλά _καταρράχτης_ και η καταπακτή θύρα. Όταν δε επί τινων ευρέων παραθύρων συνήθως εν χρήσει παρά τοις εργαστηρίοις των καπήλων και καλουμένων _προβολών_ εφαρμόζεται ο _καταρράχτης_ τότε καλείται _καταπρόβολον_.
»Θα νάχουνε για στήριγμα.»σ. 58.
Το _στηρίζω_ και _υποστηρίζω_ εύχρηστα παρά τω λαώ ως εν τη κοινοτάτη φράσει «_το θέλω και το υποστηρίζω_» αλλά το _στήριγμα_ σπανίως ακούεται και μόνον εκ στόματος των _γραμματισμένων_· νομίζω επομένως συγγνωστήν την χρήσιν εν τη παρούση περιπτώσει, καθόσον ο Διάκος υπηρετήσας εν τη εκκλησία πολλάκις αναμφιβόλως εξεφώνησε την λέξιν. Παρά τω Ελληνικώ λαώ συνήθως η ιδέα της ενισχύσεως, της υποστηρίξεως, δηλούται διά τοιούτων φράσεων αίτινες δεν αναφέρονται εις την εδραίαν και ασφαλή των ποδών στάσιν. Ούτω, λόγου χάριν, _έχει καλά πλευρά, τον επλεύρωσε_. Επικρατεστέρα δε όσα εμφαίνουσι περιφρούρησιν της κεφαλής, εννοείται μεταφορικώς, ως ο _ίσκιος «Καλό δένδρο τον ισκιάζει»_, τουτέστι έχει τις ισχυρόν προστάτην. «_Να ζήσω στον ίσκιο σου_» και τα τοιαύτα. Αλλά και το _κέραμος_ (κεραμίδι) χρησιμεύει πολλάκις εις ωραίας μεταφοράς. Ούτω περί βασιλέως ήκουσα, » _Ο Βασιλειάς είναι στη σκέπη (του οίκου) κεραμίδι_» Και _κεραμόνω_ προφυλάττω, σκέπω τινά ή τι. Κλάδος δένδρου επισκιάζων την οδόν, «_κεραμόνει το δρόμο._» Και, «_όπου κεραμόνει τ' α όσκιο,_» σημαίνει την γραμμήν όπου φθάνει η σκιά των ορέων όταν ο ήλιος, κλίνη προς την δύσιν.
Ο έρμος ο αζώηρος. σ. 60.
_Αζώηρος ο ανάγυρος ή αναγύρις_ των αρχαίων. Anagyris foetida. Θάμνος δυσώδης εκ της οικογενείας των oσπριοειδών. Κατέχει θέσιν ευτελεστάτην εν τη κοινωνία των φυτών. Η αποφορά αυτού διαδίδεται και διά της ελαφροτέρας επαφής. Όθεν το των αρχαίων, «_Μη κινείν τον ανάγυρον_» και το δημώδες, «_Μην ξυπνάς τον αζώηρο ή μην ανακατόνης τον αζώηρο_. Λέγεται και _αζωήρι_. Ήκουσα δε προφερόμενον και _οζώηρον_ και τότε δεν είναι απίθανον ρίζα αυτού να ήναι το _Όζω_. Εν χρήσει παρά τω λαώ προς θεραπείαν του κατά την εαρινήν ώραν μαστίζοντος τα ποίμνια των προβάτων και τας αγέλας των βοών θανατηφόρου τυμπανίτου, προερχομένου εκ της βοσκής χόρτων τινων αναπτυσσόντων αέρια πολλά κατά την πέψιν. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι ποιμένες, ημών λαμβάνουσι τα φύλλα του αναγύρου και δι' αυτών εντρίβουσι τον οισοφάγον, τον ουρανίσκον, την γλώσσαν του πάσχοντος ζώου μέχρις ου επέρχονται εκκενώσεις και εμετός, δι ων συνήθως οιωνίζεται η προσεχής παύσις του κακού. Την θαυμασίαν ενέργειαν του φαρμάκου τούτου είδον αυτός εγώ επί βαρυτίμου αγελάδος, αγγλικού γένους, αιφνιδίως προσβληθείσης υπό της νόσου αφού επί στιγμάς τινας είχε φάγει μετά λαιμαργίας τρίφυλλον κάθυγρον εκ της πρωινής δρόσου.
Κατά τους τελευταίους χρόνους μεγάλαι εγένοντο εν Ευρώπη προσπάθειαι προς εύρεσιν δραστηρίου αντιφαρμάκου κατά νοσήματος επιφέροντος πολλάκις φθοράν μεγάλην εις τα πλούσια κατ' εξοχήν της Ελβετίας ποίμνια. Η παρακέντησις εις ην προσέδραμον πολλάκις οι ποιμένες ήτο μέσον λίαν επικίνδυνον και μετά πολλά και παντοία πειράματα θεωρείται σήμερον ως κατάλληλος η υγρά αμμωνιακή (ammoniaca liquida), αλλ' εγώ εύρον αυτήν ανωφελή. Ευχής έργον επομένως θα ήτο αν o περιφρονημένος _Aζώηρος_ απεδεικνύετο ειδικόν φάρμακον, καθ' όσον απροσδοκήτως ήθελεν αναβιβασθή εις υψηλοτάτην περιωπήν εν χώραις όπου η κτηνοκομία φέρει πλούτον μέγαν.
»Η ποταπή η λαψάνα.» σ. 60.
_Λαψάνα_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Lapsana stellata. Ποταπή δε διά το ταπεινόν και χαμαίζηλον αυτής.
»Γλυκαίνει το χαμαίδρυο. » σ. 60.
_Χαμαίδρυο_ ως και παρά τοις αρχαίοις. Teucrium Chamaedrys. Πικρότατον· εν χρήσει δε προς ίασιν στομαχικών νοσημάτων.
»Στου χαμαιλειού τη ρίζα»... σ. 60.
_Χαμαιλειός_ ο χαμαιλέων των αρχαίων. Carlina Acaulis, ανήκει εις την οικογένειαν των κυναροκεφάλων. Η ρίζα, φυματώδης, επιμήκης, πλήρης οπού λευκού, όστις εκτιθέμενος εις τον αέρα πηγνύεται και γίνεται μελανόχρους. Είναι δηλητήριον δριμύ και θανατηφόρον. Η γεύσις της ρίζας υπόγλυκος, έχει αποφοράν βαρείαν ως την του κωνίου. Εκ του καρπού ή της κυνάρας αυτού εξάγεται ο ιξός. Πρό τινων ετών ολόκληρος οικογένεια εκ του χωρίου Σύβρου, περιλαμβανομένου, σήμερον εις τον δήμον Ευγηραίων, απατηθείσα, εκ της ευαρέστου γεύσεως της ρίζης, απώλετο εν τη πατρίδι μου. Τα φύλλα αυτού ακανθώδη ποικιλόχροα, όθεν βεβαίως και το όνομα.
Και το περιπλοκάδι Που πάντα κρύβεται δειλό, και τ' άπλερο κορμί του Αλλού στηλόνει το φτωχό... σ. 60.
_Περιπλοκάδι_. Χαριέστατον φυτόν διά των λεπτοτάτων αυτού νεύρων περιπλεκόμενον εις τα στελέχη των παρ' αυτώ φυομένων θάμνων. Ευρίσκεται πάντοτε κεκρυμμένον εν ταις αιμασιαίς. Άπλερο δε ένεκεν της ευλυγιστίας και της αδυναμίας αυτού, τουτέστι μη πλήρες. Αντίθετον του _άπλερος_ είναι το _μεστός, σταλωμένος. Άπλερα_ λέγονται επίσης και ζώα ή πτηνά γεννώμενα προ καιρού και τότε είναι συνώνυμον του _Απασπάλωτα_ τουτέστι έχοντα σώμα άμορφον.
ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ
ΑΣΜΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
Ο I Τ Ρ Ε Ι Σ. ΔΙΑΚΟΣ, ΠΑΝΟΥΡΙΑΣ, ΔΥΟΒΟΥΝΙΩΤΗΣ.
— Διάκε, χαρά ’ς τον ύπνο σου!
— Καλώς το Δυοβουνιώτη, Καλή σου μέρα, Πανουριά.. Μη με προπήρ' η ώρα; Εξέχασα, εγελάστηκα, γλυκά κρυφομιλώντας Αδέρφια, με τη μάνα μου πούρθε να μ' εύρη απόψε.
— Θανάση, αν δε σου ζήλεψα τα νειώτα, την ανδριά σου, Τ' άρματα τ' αξετίμωτα, το μάτι, το τραγούδι, Ζηλεύω αυτήν τη ξαστεριά πώχει το μέτωπό σου! Έστησε ’ς το κατώφλι μας το νεκροκρέββατό του Ο Χάρος και μας καρτερεί. Ξήπλεγαις, τρομασμέναις Μανάδαις αναρίθμηταις με κουφωμένα στήθια Φεύγουν ’ς τα πλάγια να κρυφτούν με τα βυζασταρούδια. Τα όρνια εμυριστήκανε το σκοτωμό που θάρθη Και γρούζουν ανυπόμονα τροχίζοντας τα νύχια, Και συ, κοιμάσαι σαν αρνί!... Θανάση, σε ζηλεύω!..
— Δεν έχω πέτρινη ψυχή. Του κόσμου τη λαχτάρα Μέσα στη φλέβα της καρδιάς σα σίδερο λυωμένο Τη νοιώθω π' αναδεύεται και με σαρακοτρώγει. Συχώρεσέ με, Πανουριά. Πρώτη φοράν απόψε Αφ' ότου ζώνω τ' άρματα μ' εξάφνισε τ' Αστέρι. Μη μώχετε βαρύγνωμο. Ποιος ξέρει μην η μοίρα, Αδέρφια, μ' αποκοίμισε για να με συνειθίση 'Σ του τάφου το τρισκόταδο. Εγώ κι' ο γέρο Χάρος Εψές λογαριαστήκαμε, και ’ς το κατάστιχό του Ένα μικρό καταιβατό μένει άγραφο για μένα. Γνοιαστήτ' εσείς τους ζωντανούς. Εγώ θα πολεμήσω Για τα παληά μας κόκκαλα. Στη φλόγα του πολέμου, Σα μέσα 'ς ένα θυμιατό, θα ρίξω το κορμί μου Να γένω νεκρολίβανο ’ς το φοβερό τρισάγιο.
— Μην τα ξεσυνερίζεσαι του Πανουριά τα λόγια. Θυμήσου, Διάκε, μοναχά πως άδειασεν η φλέβα Του δύστυχου του γένους μας, και μια ρανίδα τώρα, Αν στάξη από το αίμα μας ’ς τη γη χωρίς ελπίδα, Αντί νάναι μνημόσυνο, μπορεί νάναι κατάρα. Ξέρω τι κρύβεις 'ς την καρδιά, γνωρίζω τι θα κάμης....
— Ποιος μ' εμαρτύρησε 'ς εσάς;
— Κανένας, μη θυμόνης... Είδα κ' εγώ τη μάνα σου απόψε ’ς τώνειρό μου Και μούπε νάρθω να σ' ευρώ και να σού 'πώ, Θανάση, Που αν χαλαστούμε σήμερα, θα να δειλιάση ο κόσμος Και θα χουμήση η Αρβανιτιά πυκνή σαν την ακρίδα, Και τάλογο του Ομέρπασα ποιος θα τ' αποστομώση;
— Ο γυιός του Ανδρούτζου 'ς τη Γραβιά!!...
Τι θέλεις, Δυοβουνιώτη; Να πάη το Γοργοπόταμο, θολό κ' εντροπιασμένο Να 'πή στην άγρια θάλασσα, πως δεν ευρέθηκ' ένας Τα ξακουσμένα του νερά, με δύο ρανίδαις αίμα 'Σ αυτό το πρώτο βάφτιμα, ν' αγιάση να μυρώση; Κ' η θάλασσα μουγκρίζοντας να τρέξη ’ς ' ακρογιάλια, Σα φοβερός διαλαλητής, κι' Ανατολή και Δύση Να μάθουν πώς γηορτάζομε τη νεκρανάστασή μας;... Νάναι ο Βριόνης στα Θερμιά και να μην εύρη εμπρός του Δέκα κουφάρια ξαπλωτά για να σκοντάψη επάνω! Να μη βαφή το πέταλο στου αλόγου του το νύχι!... Αδέρφια, ταποφάσισα και μοναχός αν μείνω, Θ' απλώσω οργυιά τα χέρια μου, τα πόδια θα ριζώσω, Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε κι' αν δε με κατακόψουν, Δε θα με διώξουν απεκεί, δε θα μου ιδούν τη φτέρνα. Και συ τι λέγεις, Πανουριά;
— Μ' εθάμπωσε η αχτίδα, Παστράφτει από τα μάτια σου. Τριγύρω 'ς τα μαλλιά σου Παίζει το γλυκοχάραμμα. Μου φαίνεσαι μεγάλος, Ψηλός ωσάν τον Όλυμπο και στέκω και προσμένω Εμπρός σου ακίνητος, βουβός, Διάκε, να ιδώ τον ήλιο, Πώραν την ώρα θα προβή απ' τ' αντικέφαλό σου.
— Τί λόγος, γέρο Πανουριά, τι φοβερή βλαστήμια Ξαγλίστρησ' απ' τα χείλη σου! Αυτό το φως που βλέπεις Ας μη το σκοτειδιάσωμε... Εσύ στη Χαλκομμάτα Σύρε να ρίξης θέμελο. Στείλε τον Παπαντρία Να πάη στου Μουσταφάμπεη με τον Κομνά τον Τράκα. Και πριν αρχήση ο πόλεμος, θυμήσου, ο Ησαΐας Να βγη ψηλά 'ς το ξέφαντο κ' εκείθε να κηρύξη Το φοβερόν τον όρκο μας, για να γνωρίση ο κόσμος Ότι το ράσο του παπά κ' η μίτρα του Δεσπότη θα γένουν Χάρου φλάμπουρο και σκιάχτρο και σκοτάδι Και κατασάρκι μελανό στην Άγια Τράπεζά μας, Όσο σ' αυτά τα χώματα δαφνοστεφανωμένη Η Βουλωμένη εκκλησιά το μέτωπο δε δείξη.
— Δεν είμαι, Διάκε, Πανουριάς, νάμαι γυναίκα χήρα Και να με πνίξη το ψωμί που εφάγαμε ’ς τα πλάγια Αν λησμονήσω σήμερα το βάφτισμα, τον όρκο.
— Εσύ το Γοργοπόταμο θα πιάσης, Δυοβουνιώτη, Και πολεμώντας τον εχθρό λησμόνησε πως έχεις Κλεισμένο μες τα Γιάννινα το Γεώργο, το παιδί σου. Βλέπε το ρέμμα του νερού, κάμε το ν' αρμυρίση Με δάκρυ της Αρβανιτιάς. Στείλε το ματωμένο Στα μακρυνά τ' αδέρφια μας τον τρύγο σου να φέρη Ωσάν πρωτόλουβον καρπό, μαζύ με τώνομά σου. Ο Βακογιάννης στα ριζά, και πλεύρα ’ς το γεφύρι Της Αλαμάνας, Πανουριά, θα στήσω τον Καλύβα. Εις τη Δαμάστα μένω εγώ, σας το ζητώ για χάρη, Κι' όταν αρχίσουνε... Σιωπή!... μου κάστηκε πως είδα Σαν έναν ίσκιο να διαβή... Εσ' είσαι, μωρέ Μήτρε;
— Εγώμαι, καπετάνε μου.
— Πατείς βουβά τη νύχτα Και δε σ' εγνώρισα με μιας. Με δίκηο νυχτοπούλι Σε κράζουν οι συντρόφοι μας. Τι φέρνεις παλληκάρι;
— Εκίνησε ο Ομέρπασας από το Λιανοκλάδι.
— Πέτα, ροβόλα, Πανουριά... Στάρματα, Δυοβουνιώτη... Χριστός ανέστη αδέρφια μου! Καλώς ν' ανταμωθούμε Απόψε πάλε νικηταί. Κι' αν δε με μεταϊδήτε, Δεν θέλω να με κλάψετε, θέλω σαν πολεμάτε Την πρώτη σας την τουφεκιά, το πρώτο σας το βόλι Για μένα να το ρίχνετε, για την ψυχή του Διάκου.
Εφιληθήκανε και οι τρεις. Τα χείλη του Θανάση Ελουλουδίζανε χαρά, σπιθοβολούν τα μάτια. Στο κρυό ταγέρι του βουνού καπνίζει ο ανασασμός του, Λες ότι από το στόμα του ορμούν και ξεθυμαίνουν Σαν από βράχου σχισματιά η ακοίμηταις η φλόγαις, Όπου κρυφόβραζαν βαθειά ’ς του γένους μας τα σπλάχνα.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
_Πανουριάς_ και _Πανουργιάς Ξηροτύρης_ το επώνυμον. Άδεται ότι ο ανάδοχος αυτού, κελεύσαντος του ιερέως ίνα προσκαλέση το νήπιον, εν ω ετελείτο το βάπτισμα, απήντησε, Πανώρηα, ως εάν το βαπτιζόμενον ήτο θήλυ. Άλλα νοήσας παραχρήμα το λάθος μετέτρεψε το όνομα αυθαιρέτως εις το Πανουριάς.
Εγεννήθη περί τα 1759 εις Ντρέμισαν της Παρνασσίδος και έζησε μέχρι τινος βίον ποιμαντικόν. Ύστερον συνεστράτευσε μετά του Ανδρούτζου και του Καλλιακούδα. Εν έτει δε 1817 πορευθείς εις Ιωάννινα, προσεκύνησε τω Αλή, και περί τα 1820 διωρίσθη αρματωλός Παρνασσίδος. Ήτο πελώριος το σώμα, απλοϊκός και υπέρ το δέον ευτράπελος, (Όρα Φιλήμονος. Ιστορ. δοκ. Τόμος 3. Σελ. 68).
_Δυοβουνιώτης Ιωάννης, εκ Δύο Βουνών της Φθιώτιδος_. Υπηρέτησεν υπό τον Καλλιακούδαν, υπήρξε συνοπαδός του Αλεξίου Καλογήρου και εύρεν αυτόν η επανάστασις αρματωλόν Σαλόνων. (Όρα Φιλήμονος Ιστορ. Δοκ. 3. Σελίς 88).
Μ' εξάφνισε τ' Αστέρι, σ. 74.