Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος

Part 4

Chapter 4 27 words Public domain Markdown

_Αστέρι_. Όταν εκφέρεται ενικώς είναι ταυτόσημον του Αυγερινού Εωσφόρου, Η Ανατολή αυτού ήτο παρά τοις ορεσιβίοις μαχηταίς η συνήθης ώρα της εκ του ύπνου ανεγέρσεως.

Ο γυιός του Ανδρούτζου στη Γραβιά, σελ. 75.

Η εις το Χάνι της _Γραβιάς_ πολύκροτος μάχη του Οδυσσέως έλαβε χώραν εις εποχήν μεταγενεστέραν, κατά την 8 Μαΐου. Προφητικώς επομένως αναγγέλλει ο Διάκος το κατόρθωμα εκείνο, ωσανεί πρααισθανόμενος ότι αδύνατον ήτο ο υιός του Ανδρούτζου να μη νικήση καταλαμβάνων την Γραβιάν, τας δευτέρας ταύτας της Ελλάδος Θερμοπύλας.

»Κι' αν δε με ξεχωνιάσουνε.» σ. 76.

_Ξεχωνιάζω, ξεχώνιασμα_. Η βαθεία ανασκαφή ακαλλιεργήτου εδάφους.

»Θυμήσου ο Ησαΐας.» σ. 77.

_Ησαΐας_. Υιός του ιερέως Παπαστάθη εκ Δεσφίνης της Παρνασσίδος. Εγεννήθη περί τα 1779, εσπούδασεν εν τη σχολή των Σαλόνων, διευθυνομένη υπό του ιερομονάχου Γερασίμου Λύτζικα. Δεκαοκταετής εισήλθεν εις την εν Δεσφίνη μονήν του Προδρόμου και περί τα 1818, εχειροτονήθη επίσκοπος Σαλόνων. Ήτο δε λόγιος, έγραψεν εκκλησιαστικούς λόγους σωζομένους ανεκδότους και χρονολογίαν τινα της Ρούμελης απολεσθείσαν. Υπήρξεν ο αείμνηστος είς των θερμοτέρων αγωνιστών κατά τον βραχύτατον αυτού πολεμικόν βίον και εφονεύθη μετά του Παπαγιάννη εν Χαλκομμάτα προτιμήσας τον θάνατον της φυγής.

Ευτυχώς διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τη αξιολόγω συλλογή του Κυρίου Γ. Π. Αγγελοπούλου (τα κατά τον αοίδιμον πρωταθλητήν του ιερού των Ελλήνων αγώνος Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριον τον έ. Αθήναις 1865) επιστολή του αρχηγού της ορθοδόξου Ανατολικής εκκλησίας προς τον Ησαΐαν, ην ευχαρίστως αντιγράφω προς επικόσμησιν των σημειώσεών μου. Εκ ταύτης προκύπτει εναργώς η υπέρ της εθνικής αναγεννήσεως διαπρύσιος μέριμνα του μεγάλου Πατριάρχου· εξαφανίζονται δε αι στυγεραί συκοφαντίαι, αίτινες εξυφάνθησαν κατά της διαγωγής του Γρηγορίου, προς αιωνίαν τιμήν του ανωτέρου ημών κλήρου και προς καταισχύνην και όνειδος των κατηγόρων.

ΤΩ ΕΠΙΣΚΟΠΩ ΣΑΛΟΝΩΝ.

Θεοφιλέστατε επίσκοπε και αδελφέ Ησαΐα

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ κτλ.

Αμφοτέρας τας τιμίας επιστολάς διά του αγαθού πατριώτου καπετάνου Φούντα Γαλαξειδιώτου ασφαλώς εδεξάμην και των εν αυταίς τιμίων σου λόγων έγνων.

Εχεμυθίας, αδελφέ, μεγίστη χρεία και προφύλαξις περί παν διάβημα, οι γαρ χρόνοι πονηροί εισι και εν τοις φιλοπατριώταις έστι και μοχθηρών ζύμη, αφ' ης, ως ψωραλέου προβάτου, φυλάττεσθε. Κακόν γάρ πολλοί μηχανώνται διά το της φιλοπλουτίας έγκλημα.

Διό την αγαθήν εξελέξω μερίδα κοινολογών μοι, εμπιστευμένοις πατριώταις, τα εχεμυθίας δεόμενα. Οι Γαλαξειδιώται οις συνεχώς επιστέλλεις μοι, πεφροντισμένως ενεργούσι, και αφ' ων έγνων αδύνατον αντί παντός τιμίου ούδ' ελάχιστον λόγον έρκος οδόντων φυγείν· ου μόνον τα σα, αλλά και τα των εν Μωρέα αδελφών γράμματα κομίζουσί μοι.

Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική μεν τοις γινώσκουσι τα μύχια, κατακρίνουσι δε οι μη ειδότες τον άνδρα. Κρύφα υπερασπίζου αυτόν, εν φανερώ δ' άγνοιαν υποκρίνου, έστι δ' ότε κ' επίκρινε τοις θεοσεβέσιν αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία Πράυνον τον Βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν, αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα.

Άσπασαι συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπων εις κρυψίνοιαν διά τον φόβον των Ιουδαίων. Ανδρωθήτωσαν ως περ λέοντες και η ευλογία του Κυρίου κρατυνεί αυτούς, εγγύς δε εστί το του Σωτήρος πάσχα.

Αι ευχαί της εμής μετριότητος επί της κεφαλής σου, αδελφέ μου Ησαΐα. Γεώργει ακαμάτως και όλβια γεωργία δώσει σοι ο Πανύψιστος.

Κωνσταντινουπόλει 28 Δεκεμβρίου 1820.

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ

»Και σκιάχτρο και σκοτάδι.» σ. 77.

_Σκιάχτρα_. Κυρίως τα φόβητρα διά ων εκφοβίζουσιν οι γεωργοί τα πτηνά όταν επιπίπτωσι φθοροποιά και πειναλέα.

»Και κατασάρκι μελανό.» σ. 77.

_Κατασάρκι_. Το κατά την εγκαινίασιν της αγίας Τραπέζης πρώτον επιτιθέμενον αυτή ύφασμα.

»Και να με πνίξη το ψωμί.» σ. 77.

Κατάρα συνηθεστάτη ριπτομένη συνήθως κατα προδότου, ή αγνώμονος. «Θα σηκωθή το ψωμί που σώδωκα και θα σε πνίξη,» Απευθύνεται προς τους λησμονούντας ταχέως τας χάριτας και τας περιθάλψεις.

»Ωσάν πρωτόλουβον καρπό.» σ. 78.

_Πρωτόλουβος καρπός_. Ο πρώτος ωριμάζων. Λέγεται και _πρωτολάτης_.

Με δίκηο νυχτοπούλι.» σ. 78.

Τα νυκτερινά πτηνά καίτοι μεγάλας έχοντα πτέρυγας διέρχονται εν τη σκοτία αψοφητί. Αντί _νυχτοπούλι_ έγραψα απ' αρχής _γιδοβύζι_ καθόσον τούτο περιφέρεται κυρίως περί το λυκαυγές και διά πολλών ελιγμών και μετά πολλής ταχύτητος διώκει τα έντομα χωρίς ν' ακούεται ουδόλως το πτερύγισμά του. Αλλά αντικατέστησα γενικωτέραν έκφρασιν προς το ευπρεπέστερον. Πιστεύεται υπό του λαού ότι το _γιδοβύζι_ προβαίνει λάθρα μέχρι των μαστών της αιγός και υποκλέπτει το γάλα θηλάζον. Εκ της ιδέας ταύτης προήλθε και το όνομα αναντιρρήτως. Το αυτό τούτο νυκτερόβιον πτηνόν κοινώς ονομάζεται και ιταλιστί tetta-vacche, όπερ μεθερμηνευόμενον εν τη δημοτική γλώσση ήθελεν αντιστοιχεί προς το _γελαδοβύζι_. Φαίνεται επομένως ότι η αυτή πρόληψις υπάρχει και παρά τω συγγενεί Ιταλικώ λαώ πλην ότι αντί της αιγός τίθεται η αγελάς. Αποβαίνουσιν εις εμέ λίαν ευάρεστοι αι συναντήσεις αύται και παρέχουσιν αντικείμενον εις εθνολογικάς ερεύνας. Επειδή δε το _γιδοδύζι_ πλανάται συνήθως πέριξ των μερών όπου αγελάζονται τα ποίμνια, ίσως προς αφθονωτέραν άγραν ζωαρίων γεννωμένων εν ταις μάνδραις, βεβαίως προήλθεν ο περί αυτού θρυλλούμενος μύθος εκ της περιστάσεως ταύτης.

ΑΘΑΝΑΣΗΣ ΔΙΑΚΟΣ

ΑΣΜΑ ΤΡΙΤΟΝ

ΕΙΚΟΣΤΗ ΤΡΙΤΗ ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Μνήμη τον Αγίου και Ενδόξου Μεγαλομάρτυρος

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ.

Λαλούν η πέρδικες, γλυκά κι' ο ήλιος ’ς τη χαρά του Απλόνει μιαν αχτίδα του και ψηλαφίζει ο κλέφτης Τα παρδαλά τα στήθια τους κι' αυταίς αναγαλλιάζουν. Κατάκορφα ’ς τον ουρανό πετιέται κι' ο πετρίτης Ταητού πρωτοπαλλήκαρο, να βάψη τα φτερούγια Μες ’ς τον αθέρα της αυγής πριν έβγη ’ς την παγάνα. Πλένουν τα φύλλα στη δροσιά χαρούμενα ταρείκη, Και ’ς το ελαφρό το φύσημα του αγέρα που διαβαίνει Συναπαντούσε φιλικά με τον ανασασμό του Το θρούμπι, την αληφασκιά, το σφελαχτό, η μυρτούλα. Δακρύζουνε τ' απάρθενα τα χιόνια ’ς το λιοπύρι, Ακούοντ' η νεροσυρμαίς από εγκρεμό σε βράχο Να παραδέρνουνε γοργά και λες με τη γαργάρα Πανάκραζαν την κλεφτουριά και την αποζητούσαν. Εκυματίζαν τα σπαρτά, χαρά του ζευγολάτη, Και κάπου κάπου ανάμεσα ξεπρόβαιν' ένα στάχυ Και έγερν' εδώ, κ' έγερν' εκεί, το τρυφερό κεφάλι Ωσάν να παραμόνευε να ιδή κι' αυτό το Διάκο.

Κι' ωστόσο ανθρώπινη φωνή μέσα σ' αυτόν τον κόσμο Που φαίνετ' ολοζώντανος, καμμιά δεν αγροικιέται. Ούτε φλογέρα ποιστικού, ούτε χαράς τραγούδι Ούτ' αγωγιάτη σάλαγος. Εφαίνετ' όλη η φύσις Λουλούδι χωρίς μυρωδιά, κόρη γλυκειά, πανώρηα Όπου εγεννήθηκε βουβή κι' όπου την παραστέκει Η μαυρισμέν' η μάνα της να ιδή μην ξεχαράξη Μαζύ μ' ένα χαμόγελο ’ς τα χείλη κ' η λαλιά της.

Αστράφτουνε, λαμποβολούν τριγύρω ’ς τη Δαμάστα Άλλοι στρωμένοι κατά γης, άλλοι το διπλοπόδι, Περήφανοι, σιωπηλοί, τρακόσιοι αντρειωμένοι. Επάνωθέ τους κάτασπρο το φλάμπουρο του Διάκου Ανέμιζε τρομαχτικό, και ΄ς το ξεδίπλωμά του Λεβέντης αστραπόμορφος επρόβαινε ο Άη Γηώργης Με τ' άγριό του τ' άλογο κρατώντας καρφωμένο Τ' άσπλαχνο το κοντάρι του ΄ς το διάπλατο λαρύγκι Του φοβερού του δράκοντα που δέρνεται ΄ς το χώμα. Ποιος εσυντύχαινε κρυφά με του σπαθιού την κόψη Κ' επάνω της εξέσερνε γοργά το δάχτυλό του, Ποιος επελέκαε τεχνικά τη στουρναρόπετρά του Στο λύκο του καρυοφυλλιού, ποιος τρίβει τα παφήλια Συγνεφιασμέν' από νοτιά και ποιος για να ξεδώση Εθόλωνε με τον αχνό του μαχαιριού τη λάμψη.

Κανένας δεν ανάσαινε. Σ' ένα κοντρί μονάχος Κυττάζει ο Διάκος σιωπηλός κατά το Λιανοκλάδι. Έξυπνος κι' ονειρεύεται. Από το ριζοβούνι Αναίβηκε κ' η καταχνιά, ψιλός αφρός του αγέρα, Και μια στιγμή τον έκρυψε ’ς τη δροσερή αγκαλιά της, Λες ότι εκείνην την αυγή λησμονημέν' αχνάρια Έσμιξαν σ' ένα σύγνεφο κ' ήρθαν από τον Άδη Να μυριστούν το σκοτωμό, να ιδούνε το Θανάση.

Μες ΄ς τα τριφύλλια τα παχειά σιδέρικη φοράδα, Μαρμάρα, φίδι φτερωτό, δροσίζεται και βόσκει Στρωμένη, ετοιμοπόλεμη. Την είχε πάρει ο Διάκος Χρονιάρικη ’ς τα Γιάννινα κι' από τ' αστέρι πούχε Καταμεσής ’ς το μέτωπο την έκραζεν Α σ τέ ρ ω.

Έβραζ' ο πόλεμος μακρά και κούφια τη βοή του Την έφερν' ο αντίλαλος σα μούγκρισμα πελάγου. Όλοι προσμένουνε βουβοί... Κανένας πεζοδρόμος 'Σ το ξάγναντο δε φαίνεται... ο Μήτρος, πουν' ο Μήτρος;

— Γέρο Διαμάντη, δε μιλείς, δε μας καλημερίζεις; Όλος ο κόσμος χαίρεται για την ανάστασή μας Και στολισμένος μας θωρεί. Σε λίγο το σπαθί σου, Που εσκούριασε ’ς τη θήκη του θα πιη να ξεδιψάση, Και συ το ξυπνητήρι μας, συ του βουνού τ' ορνίθι Εκλείδωσες τα χείλη σου;.. Τί σ' έπιασε, Διαμάντη;

— Σαράντα χρόνια πολεμώ. Απ' την κορφή ΄ς τα νύχια Μ' έγδαρε, με ξεφλούδισε το βόλι, το λεπίδι... Μ' έφαγε η γύμνια κ' η ερμιά... Έβαψε τα παλιούρια Η ξεσχισμένη φτέρνα μου... Μ' έδειρε το χαλάζι... Έστρωσα το κρεββάτι μου μες ’ς τη μονιά του λύκου... Κυνηγημένος σα θεριό τη νύχτα ’ς τα λαγκάδια Έβγαινα κ' έβοσκ' αρπαχτά τα κούφια βελανίδια Που εσέποντο ’ς τα χώματα, κ' εζούσα μ' αποφάγια Π' αφίναν τ' αγριογούρουνα... Κι' όταν τον αλωνάρη Μούχαν πιασμένα τα νερά και μ' έφριγεν η δίψα, Ακούστε το, μωρές παιδιά, εζύμονα ’ς τα δόντια Κ' εχόρταινα βυζαίνοντας μια φλούδ' από μολύβι, Και δε θυμούμαι νάνοιωσα ποτέ μου τη λαχτάρα Όπου με σφάζει σήμερα, και σα μονομερίδα Απών' αρμό ’ς τον άλλονε, κρυφά κρυφά χωνεύει Και μου ρουφάει τη δύναμη και με νεκρόνει, Λάμπρε.

— Γέροντα, τ' είναι πώπαθες!.. Ανάθεμα την ώρα Που ο Γούμενος τ' Άη Γιαννιού από την Αρτοτίνα Το λαμπριάτικο τ' αρνί, θυμήθηκε να στείλη. Και τρις ανάθεμά τηνε την ώρα που οι συντρόφοι Σου εδείξανε την πλάτη του!.. Πες μας τι γράφ' η μοίρα;

Εστρώθηκαν ’ς τη χλωρωσά τριγύρω ’ς το Διαμάντη Ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι του. Άπλωσε ο γέρο κλέφτης Κ' επήρε από τη ζώστρα του το φοβερό το χτένι, Το πέρασε δυο τρεις φοραίς, απώνα χέρι σ' άλλο, Με φόβο το ψηλάφισε, το κύτταξε ’ς τον ήλιο, Κ' ύστερα σαν να ευρέθηκε με μιας σε ξένον κόσμο Σαν να λησμόνησε με μιας σκοντάμματα και πάθη, Ένα προς ένα εδιάβαζε τα μυστικά σημάδια Και τα παιδιά ακουρμένονται. Τους έδειξε μια φλέβα Μες ’ς τη διχάλα, κόκκινη.. Δεξιά, ζερβιά, μαυρύλαις Σαν κυπαρίσια νεκρικά, κ' εδώ κ' εκεί λειψάδαις Και σκοτεινά κοιλώματα. Τους έδειξε μια σκλήθρα Κ' είπε πως ήτανε κεντρί.. Κι' όταν ο γέρο μάντης Εξάνοιξε ’ς την αγκωνή, μελαχρινή λουρίδα, Που πρόβαινε σα σερπετό, του θόλωσαν τα μάτια, Που πιάστηκε η αναπνοά, του αχνίσανε τα χείλη, Βαρειά, βαρειά αναστέναξε κ' εκόπηκε η φωνή του...

— Διαμάντη, τι σ' εξάφνισε;...

— Οχιά με τον οσκρό της.

Αρχίζει πάλ' ο γέροντας το πρώτο διάβασμά του, Και μέσ' απώνα σύγνεφο τους έκραξε να ιδούνε Όπου ξεφύτρωνε πουλί πούχε διπλό κεφάλι... Πλατειά φτερούγια ολάνοιχτα. Στη μια την απαλάμη Βαστούσε δίστομο σπαθί και με την άλλη σφίγγει Στεφανωμένονε Σταυρό. Ολόγυρά του αχτίδαις Και ξημερώματα γλυκά, και ξαστεριά και λάμψη...

Ταπίστευτο το θέαμα, γυρτοί, συμπυκνωμένοι, Εκύτταζαν αχόρταγα ο Λάμπρος κ' οι συντρόφοι, Κ' εν ω με χίλιαις ξέλεξαις επνίγανε το μάντη Ακούσανε που εφρύμαζε συχνά συχνά η Αστέρω Σαν κάτι νάθελε να 'πή κ' εχτύπαε το ποδάρι, Κι' όλοι φωνάζουνε με μιας — Ο Μήτρος!... Το ξηφτέρι.

— Στ' άρματ' αδέρφια, ’ς τ' άρματα! Κ' επλάκωσ' ο [Βριόνης.

— Και συ πώς είσαι, Μήτρε, αχνός;...Από την τραχηλιά σου Ρένε τα αίματα στη γη... Πού σ' έχουνε βαρέση;

— Μάγλειψε, Διάκε, ξώδερμα το βόλι ένα παγίδι Κι' ο δρόμος τη λαβωματιά μου ξάναψε λιγάκι... Θανάση, μας εχάλασαν...

— Πάψε... Γέρο Διαμάντη, Δος μου το μήλι σου να ιδώ.. Μην κρένης... ξεστηθώσου.. Καλά σου την εφύτεψαν... Ο χάρος από τρίχα... Ξανθό.. Φρυμμένη πηγανιά... Ό,τ' είναι... Τώρα πες μου.

— Θανάση, μας εχάλασαν... Δεν είχε σκάση ο ήλιος, Που εχύθηκε ο Ομέρπασας... Χτυπάει το Δυοβουνιώτη Και τόνε πέρνει 'ς το φτερό.. Δεν έπαιξε λεπίδι...

— Θάχε το νου του 'ς το παιδί... Κήτανε τετρακόσοι!... Είδες εκεί τον Κόκκαλη;

— Εθόλωσε το φως μου, Μ' επήρε το παράπονο κ' εδάκρυσα... δεν είδα... Ακούστηκ' ένα ρυάσιμο από τη Χαλκομμάτα, Και ρίχνονται του Πανουριά... Πρώτη φωτιά κ' εσμίξαν. Εζήλεψα κ' εχούμησα... Το ράσο του Δεσπότη Αντάρα, μαύρη θάλασσα... Εκεί κι' ο Παππαγιάννης... Ολόγυρά τους σκοτωμός... αθεμωνιά κουφάρια... Βόσκει του Γούρα το σπαθί... αστροπελέκι, χάρος... Οι λαβωμένοι σφάζονται 'ς το χώμα με το δόντι... Μας έπνιξε η Αρβανιτιά... Τάλογο του Βριόνη Ανεμοστρόβιλος, οργή... Τα δυο του τα ρουθούνια Ξερνούν αντάρα και καπνό... πλακόνουν κι' άλλοι... κι' [άλλοι... Λες κι' αναβράνε από τη γη... Δριμόχολο, τρομάρα... Με κράζει ο γέρο Πανουριάς: — «Τρέχα να πης του Διάκου, Που αν ήμαι ακόμα ζωντανός δε φταίω 'γώ... το βόλι» .. Κ' εμούγκριζε σα δράκοντας... Τον άρπαξε ο Μανίκας.. Εκείνος ανδρειεύεται... του πέφτει κι' ο Καπλάνης... Οι δυο τους τον ελύγισαν... Φεύγουνε πολεμώντας... Ριπίζω... μ' εκυνήγησαν... ματώνομαι... με χάνουν.

— Τον είδες τον Παπαντρειά;

— Με τον Κομνά τον Τράκα Κρατούν του Μουσταφάμπεη.

— Και τον Κιοσέ Μεχμέτη;

— Τον είχα ιδή που εμούδιασε. Του μύρισ' ο Καλύβας 'Σ της Αλαμάνας τα νερά. Του Βακογιάννη ο ίσκιος Είναι βαρύς, θανατερός κι' όποιος περάση εκείθε Σκοτάδι κι' αποκάρωμα. θα τώμαθε και μένει Ναρθή με τον Ομέρπασα.

— Καλώς νανταμωθούμε... Δεν ειν' αλήθεια, αδέρφια μου; Εψές 'ς την προσευχή μας Το τάξαμε 'ς τον Πλάστη μας... 'Σ τη θέση του καθένας... Νερό να μη διψάσετε... Κανείς σας δε θα ρίξη Πριν δώσω εγώ την προσταγή, θέλω μια τέτοια μέρα Να μετρηθούν τα βόλια μου με τόσους σκοτωμένους. Μη σημαδεύετε ψηλά... Κι' αν πέσω, θυμηθήτε, Τ' άρματα, το κεφάλι μου... Ας τάχη ο γυιός τ' Ανδρούτζου Να μη τα πάρη η Αρβανιτιά... 'Σ τον κόρφο κρεμασμένο Όποιος μου ψάξη το κορμί, θαυρή το φυλαχτό μου... Μου τώχει ρίξη στο λαιμό η μάνα μου τη νύχτα Που εβγήκα κλέφτης 'ς τα βουνά... Πάραυτα να το πάτε 'Σ το μοναστήρι τ' Άη Γιαννιού... Θέλω το δαχτυλίδι θέλω να μείνη μαρτυριά ς' το χέρι το δεξί μου, Να με γνωρίση ο Ομέρπασας. Εκεί θαυρή γραμμένη Την πίστη μας 'ς ένα Σταυρό, τώνειρο, την ελπίδα 'Σ ένα δικέφαλο πουλί... Τούπε ο Θεός θα γένη... Σήμερ' αρχίζει ο κάματος. Ήρθαν τα πρωτοβρόχια, Θάμεθα 'μείς η προοιμιά. Άφαντος ζευγολάτης Που δε δελιάζει 'ς τη σπορά, κρατεί το χερουλάτη. Ταλέτρι τρίζει 'ς τώργωμα ... Ήταν η γη χερσάδα Και το γενί θαμπή βαθειά... Το γήμορο δικό μας... Ψυχή, παιδιά μου, 'ς τ' άρματα!.. Τούπε ο Θεός θα γένη! Να μη σας λείψη το νερό... Γέρο Διαμάντη, Μήτρε, Σταθήτε σεις εδώ μ' εμέ ... 'Σ τη θέση του καθένας.

Εσκόρπισαν ολόγυρα. Ποιος πιάνει ένα θυμάρι Και ποιος κρατεί μια λοιδοριά, τ' αφωρεσμένο δέντρο. Τα καρυοφύλλια δείχνουνε μες 'ς τα κλαριά το στόμα Σαν άγρυπναις δεντρογαλιαίς. Εδώθ' εκείθ' αστράφτουν Άγρια μάτια φλογερά, ανάμεσα 'ς τα φύλλα, Λες κ' ήταν θράκια σκεπαστά. Πρώτη πνοή θ' ανάψουν.

Ένοιωθε κι' αναγάλλιαζε τη δύναμή του ο Διάκος.

Μένει με μιας ακίνητος. Εσταύρωσε τα χέρια Και κατά την Αγάθωνα το πρόσωπό του στρέφει. 'Σ το μέτωπό του το πλατύ που το φωτίζ' ο ήλιος Επέρασ' ένα σύγνεφο. Το μάτι του κατάρα... Από τα βάθη της ψυχής ανέβηκε η πικράδα 'Σ τα δροσερά τα χείλη του και του τα φαρμακεύει Σαν νάχε πιή την αλοή...

— Αχ! Μήτζε Κοντογιάννη, 'Σ τον άδη που θα καταιβώ, αν μ' εύρη ο γέροντάς σου Και με ρωτήση, τι θα 'πώ;... Πως μ' έν' αρματωλίκι..

Είπε και στέναξε βαρειά. Εδιάβηκε η μαυρύλα Κ' έρχεται πάλαι η ξαστεριά. Θολός, συγνεφιασμένος Δε μένει τέτοιος ουρανός, ώρα πολλή δε μένει.

— Καπνούρα, Μήτρε, καταχνιά... δε μας χασομεράνε. Όθε περάσουν, ερημιά, μένει το χώμα στείρο.

— Έρχετ' εμπρός η Λιαπουριά με τον Ομέρ Βριόνη.. Διαμάντη, κύτταξε και συ, σαν και να σταματήσαν.

— Χωρίστηκε ο Κιοσέ πασάς.. Χτυπάει την Αλαμάνα... Άστραψ' η πρώτη τουφεκιά... Χαρά 'ς το καρυοφύλλι!... Να μην πεθάνω εδώ με σας, αν δεν ην' του Καλύβα. Τούχα γνωρίση 'ς τ' 'Αγραφα... Πούσαι καϋμένε, Δίπλα, Να ιδής που δεν εβράχνιασεν ο λάρυγγάς του ακόμα!.. Έψησ', εμαύρισε καρδιαίς... Θα εδάγκασε κουφάρι.. Το βόλι δεν εδιάβηκε ... Γονάτισ' ένας ... πέφτει... Καλή αρχή... ματώθηκαν... ανάφτει το γεφύρι... Πώς πολεμούνε τα σκυλιά!... Διάκε; ...καπνός... δε βλέπω.

— Καλήτερα για σένανε. Τους βλέπω εγώ, Διαμάντη 'Σ του Βακογιάννη τα πλευρά, 'ς τα στήθια του Καλύβα Χτυπάει το κύμα και σκορπά. Τους έζωσε η πλημμύρα Και δε σπαράζουν απεκεί. Τρέχα να πης του Λάμπρου Να πάη μ' εξήντα διαλεχτούς... Φτερά... κ' η ώρα σφίγγει. Μήτρε μου! Το μιλλιόνι μου... Μας είδανε... Ο δερβίσης Στάθηκ' εμπρός και ρυάζεται... Κρατεί και δυο κεφάλια!..

— Εδώθε του Δεσπότη μας, ζερβιά του Παπαγιάννη.

— Δε μούπες πως τους έκοψαν!... Νάχωμε την ευχή τους... Κύτταξε, Μήτρε, το σκυλί, για να μας φοβερίση, Τώρα τα πέταξε 'ς τη γη και τα ποδοκυλάει... Τα πήρε παραμάσχαλα... Επρόβαλ' ένας άλλος... Αναίβηκε 'ς το ψήλωμα.... Διαλαλητής... Τί θέλει;...

— Θανάση Διάκε;... Εισ' αυτού;... (14)

— Εδώμαι.... Ποιος με κράζει;

— Ο αφέντης ο Ομέρπασας...

— Στη γη δεν έχω αφέντη. Κι' όθε περάση ο ίσκιος μου, ορίζω εγώ... Το ξέρει.

— Δόσε μας διάβα, κι' ό,τι πης, τιμαίς... και βιο... και [χάραις.

— Πόλεμο θέλω... πόλεμο... Ποιος είσαι συ που κρένεις;

— Πιστεύω, ό,τι πιστεύετε...

— Αφωρεσμένος νάσαι Πώχεις ψυχή 'ς τη γλώσσα μας, 'ς αυτόν τον Άγιον Τάφο Να βλαστημήσης προδοσαίς... Αφωρεσμένος νάσαι...

Κι' ο αντίλαλος εφτά φοραίς από σπηληαίς σε βράχους Από βουνά σε λαγκαδιαίς φαρμάκεψε ταγέρι Μ' εκείνον τον αφορεσμό. Τα χείλη του Ησαΐα Αραχνιασμένα και βουβά 'ς τον ύπνο τους σπαράζουν Και μουρμουρίζουνε βραχνά: — » Αφωρεσμένος νάναι» ... Έφτυσεν αίμα καταγής του Παπαγιάννη η γλώσσα Κι' ανταποκρίθηκε κι' αυτή: — » Αμήν... αφωρεσμένος.» — Εχάθηκ' ο διαλαλητής... ανατριχύλα... τρόμος.

Μηρμύγκιαζε η Αρβανιτιά. Τάλογο του Βριόνη Τους διαχωρίζει εδώ κ' εκεί και τους δαγκάει την πλάτη. Σαλάγα τους Ομέρπασα! Σπρώχνε, βορειά, το κύμα Να φάη την πέτρα του γιαλού. Θα ξαφνιστής μια μέρα Να ιδής τη νεκροθάλασσα το βράχο ν' αγαπήση. Θαγκαλιαστούν τα δυο θεριά και τότε αδερφωμένα Θα χλημητίσουν φοβερά, κι' ο άνεμος θα πέση. Σαλάγα τους Ομέρπασα! Μάτονε τη βουκέντρα Να τρέχουν τα καματερά. Θα νάρθη εκείν' η ώρα Που αγριεμένα θα τα ιδής. Θα ν' αντιστηλωθούνε Θα να τινάξουν το ζυγό, θα φύγουν με τ' αλέτρι Και θάρθουνε μουγκρίζοντας 'ς το πρώτο βουκολειό τους. Σαλάγα τους!... Σαλάγα τους!... Τάλογο πάντ' αστράφτει. Μέσα 'ς τη μαύρη συγνεφιά... Εμπρός τα δυο κεφάλια.

Ακούστηκε σα μια βροντή... 'Σ τα σωθικά του Διάκου Κρυφά λες κ' είχαν σωριαστή, φαρμακεμμένοι πόνοι, Χίλιων χρονών εκδίκησαις, στείραις ευχαίς, ορφάνια, Του βρόχου το λαχτάρισμα, τυραγνισμένη φτώχια, Κατάραις, ψυχομάχημα, βάσανα, μοιρολόγια, Κ' εξέσπασε με μια φωνή το βογκητό του γένους: — » Αδέρφια μου!.. Φωτιά . .. Φωτιά» ...

Το βόλι του Θανάση Δε θέλει σάρκα ανθρωπινή. Γυρεύει ν' απαντήση Τάλογο πανδρειεύεται. θέλει να πιη τη φλόγα Πώβραζε μες τη φλέβα του και 'ς τ' άγριο πέρασμά του Του χάραξε το λάρυγγα, του θέρισε το σφάχτη Του ρούφηξε τη λεβεντιά, του σβει την περηφάνεια Και μεθυσμένο από χαρά φυσσομανάει και φεύγει. Το άτι αναστηλώθηκε, στερνή παλληκαριά του, Τα λάγανά του αιμάτωσαν, λυγάνε η κλείδωσαίς του Και ροβολά νεκρό 'ς τη γη. Ψυχομαχάει κι' ακόμα Κρατεί τ' αυτιά του τεντωτά...

Ομέρπασα Βριόνη Σου στέλνει χαιρετίσματα του Διάκου το μιλλιόνι.

— Μήτρε, τα μετωρίσματα, παλληκαριά δεν είναι, Όπου είν' ο χάρος Βασιλειάς... Διαμάντη!...Τον δερβίση.

— Θανάση, ως τώρα τρεις φοραίς τον έβαλα 'ς το μάτι Και δε μου δείχνει μέτωπο. Θα να τον τρώγη το αίμα.

— Νάτος... Εξεσκεπάστηκε... Φωτιά... Διαμάντη... ρίξε...

Βογκάει τ' αρμούτι το παληό... Ερρέκαξε ο Δερβίσης Απλώθηκε ταπίστομα κι' ακόμα με τα νύχια Κρατεί σφιχτ' από τα μαλλιά τα δυο του τα κεφάλια.

— Μήτρε, μην επαράδραμα;

— Μες 'ς τη ραφή, Διαμάντη, Του ξήλωσες τα καύκαλα. — Τάνοιξες τρίτο μάτι Για να διαβαίνη θαρρετά, να περβατή 'ς τον Άδη.

— Μήτρε, μ' αρέσει να μ' ακούς... κ' εγώ το θάνατό του.

Λυσσομανάει η αρβανιτιά τριγύρω 'ς το κουφάρι. Βάφουν 'ς το αίμα τα σπαθιά... Παραδαρμός, φοβέραις. Βουβάλια πού αγριέψανε... Τρώγονται συνατοί τους... Στέκουν και ξεδιαλέγονται... αθέρας... ένας κ' ένας... Τα χρόνια τους πρωτομαγιαίς.... Ότι και ξεφυτρώναν Της νειότης τα τριαντάφυλλα. Λουλούδια, βλασταράκια, Τα κύλησε η νεροποντή και 'ς τον καταποτήρα Τα παρασέρνει ο ποταμός. Παιδιά, τα πήρε η τύφλα Και χύνονται μες 'ς τη φωτιά... Του Διάκου τα λιθάρια Με τα λεπίδια πελεκούν να τα ξεθεμελιώσουν. Αρπάζουνε για ν' αναιβούν την πέτρα με τα νύχια Κι' ότι φανούν τα δάχτυλα, το σίδερο θερίζει. Τρεις ώραις ανδρειεύονται... Πλακόνει κι' ο Βριόνης Σα μαύρη βαρυχειμωνιά... Χαλάζι το μολύβι... Σκάφτουν το χώμα τάλογα... Σίφουνας, συντελεία... Χνώτο με χνώτο πολεμούν... Αδερφωμένο βρέχει Το αίμα ταρβανίτικο τη γη με το δικό μας... Έχουν την ίδια τη βαφή... Αν σμίγουν πεθαμένα Πώς δε θα σμίξουν ζωντανά;..

— Διαμάντη, τι με θέλεις; Πώς άφησες το σκοτωμό και πώς με την Αστέρω Μου πέρνεις τα πατήματα;...

— Θανάση;.. Με γνωρίζεις.. Δεν παρακάλεσα ποτέ... Κ' εμπρός σου... γονατίζω.

— Πες μου, τι θέλεις;... γρήγορα..

— Αυτό το έρμο χώμα Αν ήν' αλήθεια παγαπάς, Θανάση... γλύτωσέ το...

— Σου φαίνεται να δείλιασα;

— Φύγε, Θανάση, φύγε.

— Μη φαρμακεύης, γέροντα, το ψυχομάχημά μου.

— Δε βλέπεις πόσοι εμείναμε;... 'Σ το Χάνι ο Βακογιάννης Με τον Καλύβα εκλείστηκαν ...

— Κ' εγώ... χειρότερός τους;

— Όχι, Θανάση, μένω εγώ, πώφαγα το ψωμί μου Και δε μ' αποζητάει κανείς... Μένει μ' εμέ κι' ο Μήτρος, Εκείνος είναι νειώτερος... θα πάρη τώνομά σου Και δε θα σ' εντροπιάσωμε ...

— Πώς είπες;... Τώνομά μου;... Δε θα κοτήση ο θάνατος, Διαμάντη, να το πάρη Και σεις θα μου το κλέψετε;

— Θανάση, σχώρεσέ μας.

— Εσείς μ' εμέ, κ' εγώ με σάς... Συχωρεμένοι νάσθε.

Κ' εκεί που ο ανεμοστρόβιλος μουγκρίζει του πολέμου Πηδούν οι λειονταρόψυχοι και κολυμπούν μιαν ώρα Μες 'ς τη φωτιά, μες 'ς τη σφαγή... Παράδερνε η [Αστέρω..;

— Όσοι είστε ακόμα ζωντανοί, ελάτε ολόγυρά μου ...

Φωνάζει ο Διάκος, κ' έρχονται... Δε μένουν παρά δέκα. Ο ήλιος στέκει για να ιδή. Κάδε στιγμή πού φεύγει Τους έσφιγγε στενά στενά 'ς την αγκαλιά του ο Χάρος.