Αθανάσης Διάκος - Αστραπόγιαννος
Part 2
Διό ουδέν παράδοξον αν και οι περί τον Διάκον κατεστράφησαν. Παράδοξος και ακατανόητος είναι η μέχρι τέλους ακλόνητος επιμονή του ήρωος και η απόφασις αυτού ν' αποθάνη αφού εγίνωσκεν ότι περιττή απέβαινεν η θυσία και αφού συνησθάνετο βεβαίως ότι αναγκαία ήτο προς την πατρίδα η ζωή του. Αλλ' υπό αισθημάτων πάντη διαφόρων εμπνεόμενος ο Διάκος και θεωρών τας Θερμοπύλας προωρισμένας ανέκαθεν να ήναι του Ελληνισμού το αιματόφυρτον Γολγοθά, υπέμεινε μέχρι τέλους, απέκρουσε μετ' αγανακτήσεως τας δεήσεις των φίλων προτρεπόντων αυτόν εις φυγήν και επί τούτω προσαγαγόντων αυτώ την ίππον, και απεδέχθη το μαρτύριον συνειδώς ότι αι μεγάλαι ιδέαι βλαστάνουσι και καρποφορούσι ποτιζόμεναι διά του αίματος και τρεφόμεναι διά των βασάνων.
Περιγράφων την εν Θερμοπύλαις μάχην προέκρινα πανταχού τας δοκούσας μοι ακριβεστέρας πληροφορίας, συνειδώς ότι η δημοτική Ελληνική ποίησις εκ των μυχών της ιστορίας εκπορευομένη κυρίως προτίθεται την ακριβή αφήγησιν των γεγονότων, περικοσμούσα μεν και χρωματίζουσα αυτά ποικιλοτρόπως προς εκφανεστέραν του θέματος διατράνωσιν, αλλ' ούτε την παραμόρφωσιν της αληθείας ανέχεται ούτε την αποσιώπησιν όταν δι' αυτών καταστρέφονται αι βάσεις εφ' ων εγείρονται οι ιδανικοί αυτής πύργοι. Απέκλινα επομένως τον ρωμαντισμόν εφ' ω κακή τύχη αγάλλονται πολλάκις και ενασμενίζουσι φαντασιοκόποι τίνες, μιμηταί ξένων εθίμων, ξένων παραδόσεων, ψευδαπόστολοι και εισηγηταί αλλοτρίων δογμάτων, πεποιθώς ότι σχετικώς προς την ηλικίαν και τας περιστάσεις του έθνους τοιαύται νεολογίαι πρέπει να καταδικάζωνται ως αναχρονισμοι και να εκλαμβάνωνται ως μιάσματα ικανά, διά της επιδράσεως αυτών, επικινδύνως να νοθεύσωσι και διαφθείρωσι τον αληθή οργανισμόν της ιθαγενούς γραμματολογίας. (6)
Ιστορία λοιπόν τουτέστιν αλήθεια είναι η κυριωτέρα βάσις της Εθνικής ποιήσεως και οδυνηρόν και αξιοδάκρυτον είναι οσάκις εκ των περιστάσεων της εποχής ή της ολιγωρίας των χρονογράφων τινά εκ των σημαντικωτέρων γεγονότων εκτίθενται ανακριβώς και συγκεχυμένως· είναι αδύνατον να περιγράψη της την ανυπόφορον αδημονίαν εξ ης πάσχει ο ποιητής όταν εν μέσω του πυρετού της εμπνεύσεως αίφνης παρίστανται αυτώ τοιούτου είδους προσκόμματα· το ατύχημα τούτο συνέβη και προς εμέ ότε ανεκάλυψα σπουδαίαν μεταξύ των ιστοριογράφων της νεωτέρας Ελλάδος διαφωνίαν περί της εποχής καθ' ην συνεκροτήθη η καταστρεπτική σύγκρουσις. Μη δε νομίση τις ότι αλόγως επί μικροίς δυσχεραίνω, ή ότι ακαίρως υπερβοώ προκειμένου περί ασημάντου χρονικού λάθους. Έκαστον γεγονός σχετίζεται μυστηριωδώς προς άλλα και ούτε επιεικές είναι ούτε δίκαιον να βλέπη τις αίφνης διατεμνόμενον των ιδεών τον συνειρμόν και ριπτομένας εις το μέσον αμφιβολίας αίτινες διαταράττουσι της φαντασίας το δρομολόγιον.
Πριν ή λάβω ανά χείρας την Ελληνικήν Ιστορίαν του Κυρίου Σπυρίδωνος Τρικούπη και το Δοκίμιον του Κυρίου Φιλήμονος, βαθέως είχε ριζωθή εις την μνήμην μου η αποφράς ημέρα της 14 Απριλίου, διότι και παρά του γηραιού Περραιβού και παρά του Κυρίου Σπηλιάδου είχον μάθει ότι εν εκείνη έπρεπε να μνημονεύηται η αγωνία, εν δε τη επιούση το μαρτύριον του Διάκου. Eρειδόμενος επί της διαβεβαιώσεως ταύτης ήρχισα ιχνηλατών τήδε κακείσε σύγχρονα δυστυχήματα όπως διά της συμπτώσεως και του συνδυασμού παραστήσω αυτά συνδεδεμένα και τοιουτοτρόπως ανεξίτηλος διασωθή εν τη μνήμη του έθνους η νεκρώσιμος εποχή. — Ησθάνθην δε ανέκφραστον αγαλλίασιν ότε εύρον τον κρίκον δι' ου συνεζεύγνυτο η φρικωδεστάτη του Διάκου τελευτή, μετά της απαγχονίσεως του Πατριάρχου Γρηγορίου και της εκ των σπλάγχνων του Βοσπόρου θαυμασίας αναδύσεως του ιερού εκείνου λειψάνου.
Αίφνης αναδιφών τας σελίδας του Κυρίου Φιλήμονος παρετήρησα μετ' εκπλήξεως και ψυχικού άλγους ότι ουχί πλέον κατά την 14 αλλά κατά την 23 Απριλίου συνεκροτήθη η μάχη. — Η διαφωνία αύτη προς μεν την ιστορίαν ίσως ήτο αδιάφορος, προς δε την ποίησιν είχεν ακαταλόγιστον βαρύτητα. Κ' ενώ αφ' ενός δεν ήθελον να μεταβάλω το σχέδιον του τετάρτου άσματος, άφ' ετέρου ελυπούμην σφόδρα διά την ανακρίβειαν, ούδ' έστεργον να αρυσθώ εκ των απόρων απολογίας προσπίπτων εις την μακροθυμίαν της Π ο ι η τ ι κ ή ς Α δ ε ί α ς άν ποτε εδείκνυντο αληθείς αι ρήσεις του Κυρίου Φιλήμονος και Τρικούπη, εξηλέγχοντο δε ψευδείς και ανυπόστατοι αι των προ αυτών γραψάντων.
Αλλά προς μείζονα ταλαιπωρίαν του νοός μου ο μεν Περραιβός, αφού εν τη εισαγωγή των πολεμικών αυτού απομνημονευμάτων ανηλεώς επιτίθεται κατ' εκείνων οίτινες εξ αγνοίας διαστρέφουσι την τε χρονολογίαν και τα άθλα της επαναστάσεως, περιγράφων την μάχην και θέλων εκ προθέσεως να σημειώση την αξιομνημόνευτον εποχήν, διαβεβαιοί μετά παρρησίας ότι αύτη συνέβη κατά την 14 Απριλίου, «π έ μ π τ η ν τ η ς δ ι α κ α ι ν ησ ί μ ο υ.» (7) Τούθ' όπερ και ο Κύριος Σπηλιάδης παρεδέχθη άνευ αντιρρήσεως. — Ο δε Φιλήμων αποτόμως διακηρύσσει ότι συνεκροτήθη τη 23η «η μ έ ρ α τ ο υ αγ ί ο υ Γ ε ω ρ γ ί ο υ» — (8). Ο τελευταίος ούτος ισχυρισμός στηρίζεται εφ' όλης εν γένει της χρονολογίας του Ιστορικού Δοκιμίου, κυρίως δε επί της επιστολής του Νικολάου Νάκου, Ιωάννου Στάμου, Ιωάννου Φίλωνος και Βασιλείου Βούσγου προς τον Γεώργιον Κόκκινον και Νικόλαον Μανούσκον ημερολογημένης τη 19 Απριλίου, δι' ης αγγέλλεται η άλωσις της Υπάτης καθ' α έγραφεν εις αυτούς ο Διάκος, (9) Αν λοιπόν η επιστολή εγράφη τη τρίτη του Θωμά πώς είναι δυνατόν να συνέβη η εν Θερμοπύλαις καταστροφή κατά την πέμπτην της διακαινησίμου και να μη γίνεται περί αυτής λόγος εν τω εγγράφω;
Εκτός τούτου διεσώθη και εδημοσιεύθη εν τω Ιστορικώ Δοκιμίω ο παρά των προυχόντων Λεβαδειέων διορισμός του Βούσγου ως οπλαρχηγού, εις αντικατάστασιν του Διάκου, ημερολογημένος τη 23η Απριλίου, τουτέστι τη αυτή ημέρα καθ' ην συνέβαινε το δυστύχημα. Βεβαίως τοιαύται αποδείξεις είναι ικαναί να άρωσι πάσαν αμφιβολίαν μολονότι διεγείρει εις εμέ έκπληξιν ου μικράν η σπουδή μεθ' ης οι Λεβαδειείς προέβησαν εις την αναπλήρωσιν μη θελήσαντες, χάριν σεβασμού προς τον άνδρα, ν' αναβάλωσιν εις την επιούσαν τον διορισμόν άλλου, ότε την πράξιν ταύτην ήθελε δικαιώση ο θάνατος του προσφιλούς αυτοίς στρατηγού.
Ο Κύριος Κωνσταντίνος Σάθας τρίβων περί τα τοιαύτα θεωρεί επίσης αναντίρρητον την χρονολογίαν του Κυρίου Φιλήμονος συνεπεία διαβεβαιώσεων συλλεχθεισών επί τόπου ένθα διασώζεται και η φήμη ότι ο αείμνηστος είδε κατ' όναρ και τον άγιον της ημέρας προτρέποντα αυτόν εις μάχην. Εις επίμετρον πάντων τούτων έρχεται τέλος επιστολή ανέκδοτος του Διάκου προς τους άρχοντας της Λεβαδείας ημερολογημένη τη 11η Απριλίου και υπάρχουσα εις χείρας του Κυρίου Φιλήμονος, εν η αναγγέλλεται παρ' αυτού του οπλαρχηγού η μετάθεσις του στρατοπέδου από Αλαμάνας εις Υπάτην. Τοιουτοτρόπως λύεται οριστικώς το ζήτημα και προκύπτει αναμφιλέκτως ότι καθ' ην ημέραν η ορθόδοξος ημών εκκλησία πανηγυρίζει την μνήμην του τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, πάσα εθνική καρδία οφείλει να εορτάζη και την μνήμην του τροπαιοφόρου μεγαλομάρτυρος Αθανασίου Διάκου.
Την επιστολήν ταύτην δημοσιεύω παρά πόδας ουχί μόνον προς ένδειξιν της αληθείας, αλλ' όπως ίδωσι και μάθωσιν οι μεταγενέστεροι διά τίνων μέσων ανεδέχθησαν οι λεοντοκάρδιοι της εποχής εκείνης ίνα εγείρωσιν εκ του τάφου την εθνικήν αυτονομίαν· πεισθώσι δε ότι ακράδαντος θέλησις στηριζομένη επί τυφλής προς τον Θεόν πίστεως είναι όπλον ακαταμάχητον και μοχλός πανίσχυρος ικανός αείποτε να ανατρέψη ετοιμόρροπα και σκωληκόβροτα οικοδομήματα (10),
Επανερχόμενος εις το προκείμενον λέγω ότι, παραδεχθείς αδιστάκτως την χρονολογίαν του Ιστορικού Δοκιμίου και δι' αυτής επιγράψας το τέταρτον άσμα, επίστευσα θεμιτόν να συμπεριλάβω και τον θάνατον του Πατριάρχου καθ' όσον πρόκειται περί γεγονότος τετελεσμένου μεν προ δεκατριών ημερών αλλά μήπω συμπεπληρωμένου. Ουδείς ο αγνοών ότι καθ' ην ώραν παρεδίδετο εις τας φλόγας ο Διάκος, το λείψανον του Γρηγορίου διεπέρα σώον και άφθαρτον τον Εύξεινον Πόντον και ότι το μετακομίζον το ιερόν φορτίον πλοίον του εκ Κεφαλληνίας Ιωάννου Σκλάβου, μόνον κατά την 11 Μαΐου ηγκυροβόλησεν εις Οδησσόν.
Συνελθόντων των Λεβαδειέων κατά την θέσιν Αγίαν Παρασκευήν και καθαγιασθείσης της επαναστάσεως διά της ευλογίας και των ευχών του μητροπολίτου Αθηνών Διονυσίου και των επισκόπων Ταλαντίου και Αμφίσσης, Νεοφύτου και Ησαΐου, ανεκηρύχθησαν ομοφώνως παρά των αρχιερέων, των προυχόντων, του περιεστώτος λαού και των αποστόλων της Φιλικής εταιρίας Αθανασίου Ζαρείφη και Δήμου Αντωνίου, πεντακοσίαρχοι μεν ο Βούσγος, ο Λάππας, ο Τριανταφυλλίνας και ο Σιμαρέσης, αρχηγός δε των όπλων της επαρχίας ο Αθανάσιος Διάκος. Τότε ανεπέτασεν ούτος και την σημαίαν του, τα μεν άλλα λευκήν, φέρουσαν δε αφ' ενός την εικόνα του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου, και αφ' ετέρου την φοβεράν ρήτραν Ε λ ε υ θ ε ρ ί α ή Θ ά ν α τ ο ς. Αλλά σύμβολον αληθές της διανοίας του Διάκου και μονόγραμμα και προφητικός γρίφος περικαλύπτων πάσας τας απορρήτους ελπίδας, πάσας του έθνους τας πατροπαραδότους ευχάς, ήτο η πολεμική αυτού σφραγίς, ένθα διέλαμπεν εγκεχαραγμένος επί κεφαλής μεν ο Σταυρός, κάτωθεν δε ο δικέφαλος Βυζαντινός αετός κεκοσμημένος διά των κεφαλαίων Ο. Θ. Ν. Κ., τουτέστιν ο Θ ε ό ς ν ι κ ά»
Τα σημεία ταύτα έφερον και άλλοι εκ των συγχρόνων οπλαρχηγών ως ο Πανουριάς. Αλλ' άξιον θαυμασμού είναι ότι διετηρήθησαν ανέκαθεν απαράλλακτα, αμεταποίητα, αμετάβλητα εις τας στιβαράς χείρας των αρματωλών καθ' όλην την διάρκειαν του μεσαιωνικού κατακλυσμού. Ανατραπέντος του θρόνου έδραξεν ο Ελληνισμός την Μεγάλην της Αυτοκρατορίας Σφραγίδα και μετ' αυτής εσώθη επί των χιονοστεφών ορέων εφ' ων το συμβολικόν πτηνόν εδύνατο να στήση την φωλεάν αυτού και να δορυφορηθή υπό ζώντων αληθών αετών, (11)
Τοιουτοτρόπως το Ελληνικόν έθνος έζησεν εν μέσω της αβύσσου, έχον τουλάχιστον εν τη καρδία αυτού ένα όνειρον, έν δόγμα, ένα σκοπόν, θείον, ευγενή, μεγάλον, και τον επεδίωκεν ακαταπαύστως, εις ουδέν λογιζόμενον ούτε φυλακάς, ούτε μαστιγώσεις, ούτε απαγχονίσεις. Πεινών, διψών, γυμνητεύων εσύρετο ο Έλλην μαχητής από χαράδρας εις κρημνόν και από κρημνού εις υπόγεια και ζοφερά σπήλαια, μετακομίζων αείποτε τον μυστικόν θησαυρόν του και προσδοκών καθ' εκάστην ν' ακούση αντηχούν εις τας ακοάς του, το θυελλώδες πτερύγισμα του άνακτος των ορνέων και να ίδη επανερχομένην την βασιλείαν του Σταυρού του.
Εύρον οι Φιλικοί την ιδέαν ταύτην βαθέως ερριζωμένην εν τοις σπλάγχνοις της φυλής και επεχείρησαν να την καλλιεργήσωσι καταβαλόντες προσπαθείας γιγαντώδεις προς πραγματοποίησιν αυτής. Όταν αναγινώσκη τις τα έγγραφα τα επιμαρτυρούντα τας ακαταλογίστους θυσίας, τους διηνεκείς κινδύνους, την απεριόριστον αυταπάρνησιν, τους αγώνας, τα τολμηρά σχέδια των συνεταίρων και συγκρίνη ταύτα προς την παρούσαν νέκρωσιν, προς την απάθειαν, προς την μικρότητα ημών των αμέσως διαδεχθέντων εκείνους, καταλαμβάνεται υπό ανεκφράστου απελπισίας. Τότε ωκεανός πολυτάραχος, αλλ' αχανής, τώρα λίμνη τεθολωμένη και νεκρά ύδατα. Τότε ήλιος διαλάμπων εν μέσω πορφυροχρόων νεφελών, τώρα λυχνία ημίσβεστος, αμυδράν εκπέμπουσα λάμψιν. (12)
Υπό την έποψιν ταύτην η κατάρτισις του Ελληνικού Βασιλείου υπήρξεν αληθής δολοφονία της μεγάλης εθνικής ιδέας. Εφυλακίσθη το γένος εντός στενοχώρου ειρκτής, κατεσκευάσθη διά χειρών αλλοτρίων βάθρον ταπεινόν εφ' ου ετέθη εύθραστον θρονίον, εδωρήθη εις ημάς μανδύας ον ειρωνικώς απεκάλεσαν πορφύραν, εχαλκεύθη σκήπτρον κουφότερον καλάμου, εχαράχθησαν επ' αυτού τερατώδη σύμβολα, και ημείς νήπιοι επεκροτήσαμεν την θεατρικήν παράστασιν, και ανεπαύθημεν. Το πολεμικόν πνεύμα της φυλής εσβέσθη, κατέφαγεν η σκωρία τα αιμοβαφή όπλα των πατέρων, οι απόγονοι των διασημοτέρων αρματωλών μετεμορφώθησαν εις δικηγορίσκους και σήμερον αεννάως αλληλλομαχούντες και διαπληκτιζόμενοι, προήλθομεν εις τοσούτον ώστε να πιστεύωμεν ότι μεγάλας προσφέρομεν εις την Ελληνικήν εθνότητα υπηρεσίας, όταν μετά σφοδράν και δριμυτάτην πάλην επιτύχωμεν την καταδίκην πολιτικής τινος μερίδος και ταύτης εξ Ελλήνων συγκεκροτημένης και χαρακτηρίσωμεν αυτήν φαύλην, αντεθνικήν, διεφθαρμένην.
Αλλά κατά την έναρξιν του Ιερού αγώνος εις ουδενός τον νουν, όσον στενόν και στείρον αν τον υποθέση τις, εχώρησεν η ιδέα τοιούτου Βασιλείου. Εμειδία προς πάντας η ελπίς της μεγάλης εθνικής αναγεννήσεως, της πλήρους ανακτήσεως των προγονικών δικαιωμάτων και επομένως ανάλογος προς το μέγεθος του σκοπού υπήρξεν η αυταπάρνησις, ο ενθουσιασμός, αι θυσίαι, η καρτερία, ανάλογα και τα σημεία εν οις η ανεγειρομένη φυλή διετύπονε το επιζητούμενον γέρας.
Ο Διάκος, είς των θερμοτέρων αποστόλων του εθνικού τούτου δόγματος, αληθής ενσάρκωσις του αρματωλικού πνεύματος, επόμενον ήτο ότι έπρεπε να φέρη επί της σφραγίδος απεικονισμένον το αίνιγμα, όπερ είχεν ομόση ή διά της σπάθης να λύση ή διά του αίματος να καθαγιάση. Την ιδέαν ταύτην πολυειδώς και πολυτρόπως ηθέλησα να διατρανώσω και να εμφυσήσω εις το στιχούργημά μου θεωρών αυτήν ως την ψυχήν δι' ης ανέκαθεν εζωογονήθη το έθνος, υπέρ ης ηγωνίσθη, εμαρτύρησε, και ης τη αρωγή, θεού ευδοκούντος, θέλει πάλιν ανορθωθή.
Αφαιρουμένης ταύτης η εθνική ποίησις, το Εγώ του Έλληνος, μένει νεκρόν γράμμα, και τα άθλα και τα βάσανα και αι προσδοκίαι τοσούτων αιώνων αποβάλλουσιν εκ μιας το ιδανικόν δι' ου περικοσμούνται και παρίστανται ως πελώριος όγκος ελεεινών ερειπίων, ασκόπως σεσωρευμένων και οικτρώς συνεχομένων διά μόνου του αίματος και της σαρκός απειραρίθμων γενεών. Τοιαύτη εξόμωσις της εθνικής πίστεως είναι ασυγχώρητον έγκλημα, τουλάχιστον προς τα όμματα εκείνων οίτινες πρεσβεύουσιν ότι εν πάση σελίδι της ημετέρας Ιστορίας καταφανής διαλάμπει ο δ ά κ τ υ λ ο ς του Υ ψ ί σ τ ο υ.
Συνηγωνίσθησαν μετά του Διάκου τετρακόσιοι περίπου μαχηταί. Αλλ' εξ αυτών μόνοι τεσσαράκοντα ή πεντήκοντα έμειναν μέχρι τέλους επί του πεδίου της μάχης· οι λοιποί πτοηθέντες εκ του μεγάλου όγκου των πολεμίων, ουδ' επιρρωννύμενοι έστω και εξ αμυδράς τινος ελπίδος επιτυχίας, έστρεψαν απ' αρχής τα νώτα. Πλην δε του αειμνήστου Ησαΐα και του εν Χριστώ αδελφού αυτού Ιερομονάχου Παπαγιάννη, πλην του Βακογιάννη και του Καλύβα οίτινες, αφού κατέστησαν απόρθητον ακρόπολιν το Χάνι της Αλαμάνας, έπεσαν ξιφήρεις εις μέσον των εχθρών και κατεκρεουργήθησαν, ονομαστί μνημονεύονται ο Κομνάς Τράκας εξ Αγόργιανης της Παρνασσίδος, ο Ιωάννης Μητρόπουλος και Νικόλαος Κίρκος, οπλαρχηγοί Γαλαξειδίου και ο Μήτρος Μασσαβέτας αυτάδελφος του Διάκου. Το πτώμα του Μασσαβέτα εχρησίμευσε μάλιστα ως τελευταίον οχύρωμα, διότι όπισθεν αυτού φυλαττόμενος ηγωνίσθη ο Διάκος τον τελευταίον αυτού αγώνα. Ο δε Μητρόπουλος, αφού επί ματαίω προσεπάθησε ν' αποσπάση εκείθεν τον αρχηγόν, απέκοψε την κεφαλήν του Μήτρου και απήλθε σώσας αυτήν εκ των ύβρεων.
Εκ των παρά τω Διάκω μέχρις εσχάτης ώρας συμπολεμησάντων μόνον του αδελφού έκρινα εύλογον να διάμνημονεύσω το όνομα. Προετίμησα δε να θεραπεύσω τας ανάγκας της ποιήσεως δι' ενός ή δύο πλαστών ονομάτων, προς αποφυγήν δυσαρέστων αντιλογιών
Προς τους ευαρίθμους τούτους μαχητάς αντεστράτευον ο Κιοσέ Μεχμέτ, Κεχαγιάμπεης του Χουρσήτ και ο Ομέρ Βριόνης. Τον πρώτον έκρινα ανάξιον πάσης προσοχής και μόνον εισήγαγον αυτόν ίνα τω αναθέσω το απεχθές έργον του δημίου, ότε ο Χαλήλμπεης προσπεσών εξητήσατο προσωπικήν ικανοποίησιν, τον παραδειγματικόν θάνατον του Διάκου.
Αλλ' εν τω προσώπω του Ομέρ Βριόνου εύρον ανταγωνιστήν εφάμιλλον και προσεπάθησα να τον παραστήσω καθ' ην εμόρφωσα προ χρόνων ιδέαν περί του χαρακτήρος, περί της γενναιότητος, και καθόλου περί των προτερημάτων και των ελαττωμάτων της φύσεως αυτού, αφού πιστώς τον παρηκολούθησα καθ' όλην την διάρκειαν του πολεμικού του σταδίου.
Είλκεν ούτος το γένος εκ των Παλαιολόγων Βριόνων, επί Βυζαντινής Αυτοκρατορίας δεσποτών της εν Αλβανία Μουζακίας. Υπάρχει δε αναντίρρητον ότι οι περιφανείς αυτού πρόγονοι ετήρησαν διαδοχικώς την ηγεμονίαν μέχρι της καταστροφής Γεωργίου του Καστριώτου. Τότε εκ των δύο της γενεάς διακλαδώσεων η μεν μία εβιάσθη εις εξόμωσιν, η δε άλλη εμμείνασα εις το πάτριον θρήσκευμα μετώκησεν αλλαχού. Εκ της πρώτης κατάγεται ο επί Αλή πασά μέγας και πολύς Χασνατάραγας (θησαυροφύλαξ), εκ της δευτέρας πηγάζουσιν αι εν Επτανήσω σωζόμεναι οικογένειαι των Βριόνων.
Νεανίας έτι ο Ομέρ εδεικνύετο υπερήφανος και την έμφυτον ταύτην αγερωχίαν υπέθαλπεν η συναίσθησις της καταγωγής ήτις και τον παρέσυρε πολλάκις εις νεφελώδεις ρεμβασμούς. Ουδαμώς ανεχόμενος την ταπείνωσιν και βαρέως φέρων την υπερίσχυσιν του Ιμβραήμ, γαμβρού και διαδόχου του Κουρτ πασά, αμειλίκτου εχθρού του, εν τη σατραπεία του Βερατίου, ανεχώρησεν εις Αίγυπτον και προσήνεγκε τω Μεχμέτ Αλή την σπάθην, πολεμούντι τότε προς τους Κιολεμενίδας. Εύρεν εκεί ο Βριόνης ευρύ στάδιον προς την φιλοδοξίαν του. Εκεί εν μέσω των ερήμων διεπλάσθη το πνεύμα του καθ' ομοίωσιν των εκτάσεων ας διέτρεχε και του επισκέποντος απεράντου ουρανού· έκτοτε χρονολογείται και η διά βίου κατασχούσα την ψυχήν αυτού μανία να τρέφη τους ευγενεστέρους και θαρραλεωτέρους ίππους και οχούμενος να επιδεικνύη το αρρενωπόν ήθος.
Ότε, έν τινι κατά του Σουλίου εκστρατεία συνοδεύων τον Αλήν, απώλεσε προσφιλεστάτην φορβάδα γένους περιφανούς, εξέθηκε την ζωήν του εις προφανή κίνδυνον, προχωρήσας μέχρι των προφυλακών του Σουλιωτικού στρατοπέδου όπως διαπραγματευθή την εξαγοράν, αποτυχών δε εγένετο φρενήρης εκ της απελπισίας.
Κατακτήσας εν Αιγύπτω δόξαν και πλούτον μέγαν επανήλθεν εις Ήπειρον και εταύτισε την τύχην του μετά του Αλή, επ' ελπίδι ότι έμελλε να έλθη ώρα και τον Ιβραήμ να εκδικηθή και κυριάρχης εν τη πατρίδι αυτού ν' αναδειχθή. Ο Αλής εκτιμών την αξίαν του ανδρός και θεωρήσας αυτόν κατάλληλον προς εκπλήρωσιν των κατά της σατραπείας του Βερατίου κατακτητικών σκοπών του, κατέστησεν αυτόν θησαυροφύλακα και τω επέτρεψε να στρατολογήση εν τάχει και επιτεθή κατά του Ιβραήμ· Εξελθών ο Βριόνης κατετρόπωσε τον εχθρόν και τον εκράτει στενώς περιωρισμένον εντός του φρουρίου της πρωτευούσης του, ότε ο Αλής δραμών δήθεν όπως μεσιτεύση προς συνδιαλλαγήν των διαμαχομένων ήρπασεν, ως εικός, την περιουσίαν του Ιβραήμ και έδωκε προς τον Ομέρ να εννοήση ότι, ζώντος αυτού, εις ουδένα επετρέπετο να υψώνη τον τράχηλον.
Αποκηρυχθέντος του Αλή, ο φιλόδοξος Ομέρ προβλέπων την καταστροφήν, ηνώθη μετά των Σουλτανικών αλλά εν τη αγερωχία αυτού μη ανεχόμενος να βλέπη εαυτόν συγχεόμενον μετά της τύρβης των πασάδων, εν τω κρυπτώ διελογίζετο διά τίνων μέσων να γίνη περιφανής και περίβλεπτος.
Στενώς συνδεδεμένος προς πάντας σχεδόν τους διασημοτέρους της Ελλάδος οπλαρχηγούς, και μη στέρξας ουδέποτε να μολύνη τας χείρας εις τα Αληπασικά κακουργήματα, αφ' ετέρου εν γνώσει διατελών των ενεργειών της Φιλικής Εταιρίας και προαισθανόμενος την επικειμένην επαναστατικήν έκρηξιν, ήλθε τότε εις επαφήν προς τον αρματωλόν της Λεβαδείας και γενικόν οδοφύλακα της Στερεάς, Οδυσσέα Ανδρούτζον και επιδεικνύμενος συμπάθειαν υπέρ της αναξιοπαθούσης Ελλάδος, απεριόριστον δε σεβασμόν προς την ανδρείαν των τέκνων της, εφάνη διατεθειμένος να προτείνη φιλικήν χείρα προς ανόρθωσιν εκείνων ους εθεώρει, ως εκ της ταυτότητος της καταγωγής, αδελφούς και συμπατριώτας. Τότε συνωμολογήθη, επί τω όρω αυστηροτάτης εχεμυθίας, μεταξύ του Οδυσσέως και του Βριόνου η περίεργος εκείνη συμφωνία δι' ης οι συμβαλλόμενοι υπεχρεούντο αμοιβαίως να υποστηριχθώσι διά των όπλων προς αναστάτωσιν της Αλβανίας και της Στερεάς Ελλάδος, προβώσι δε μετά την επιτυχίαν εις την κατάρτισιν δύο αυτονόμων Κρατών, του μεν υπό την κυριαρχίαν του Ομέρ, του δε υπό την ηγεμονίαν του Οδυσσέως. (13)
Και ο μεν Βριόνης, ίσως σπουδάζων ειργάσθη τα τοιαύτα, αλλ' ουδεμία υπάρχει αμφιβολία ότι το γενναίον τέκνον του διαβοήτου Ανδρούτζου προέβη εις το βήμα τούτο μόνον προς τον σκοπόν ν' αποσοβήση ή να ουδετερώση επ' αγαθώ της επαναστάσεως πάσαν αντενέργειαν εκ μέρους των Αλβανών.
Εκ της διαθρυλληθείσης συμφωνίας ωφεληθέντες μετά ταύτα αρχολίπαροί τινες, προσωπικοί εχθροί του Οδυσσέως, υπέσκαψαν την επιρροήν του, παρέστησαν αυτόν προδότην και τέλος κατώρθωσαν διά χειρών Ελλήνων να δολοφονήσωσι τον ατρόμητον εκείνον λέοντα.
Καταρτισθέντος του συμβολαίου υπέβαλεν ο Βριόνης, ως μέσον υπεκφυγής, παρατηρήσεις τινας σχετιζομένας προς την ιδιαιτέραν θέσιν του, και ωμολόγησεν ειλικρινώς ότι επεθύμει να θεωρήται απηλλαγμένος πάσης υποχρεώσεως, αν τυχόν ο Σουλτάνος εκτιμών την βαρύτητά του, ήθελε τον αναγόρευση Πασάν επί τρισίν ουραίς.
Εκραγείσης της επαναστάσεως και θέλων ο Χουρσήτ να καταπνίξη την φλόγα εν τη γενέσει αυτής, τον μεν Κιοσέ έταξεν επί κεφαλής του πρώτου κατά της Ελλάδος ορμήσαντος στρατού, καθιστών αυτόν Βεζίρην αντιπρόσωπόν του, τον δε Βριόνην υπέβαλεν εις τας αμέσους διαταγάς του.
Λαμβάνων υπ' όψιν την έμφυτον αστασίαν του χαρακτήρος του Ομέρ, την άκρατον αυτού φιλοδοξίαν και θέτων αυτόν εις επαφήν προς τον Διάκον, ου μόνον απέβλεψα εις τον παραλληλισμόν, αλλ' ενόμισα παντός λόγου άξιον να διασώσω την απόρρητον ομολογίαν ήτις έλαβε χώραν μεταξύ αυτού και του Οδυσσέως και να αναφέρω αυτήν ως προτεινομένην εκ νέου εις άνδρα προ πολλών ετών αδιασπάστως συνδεδεμένον μετά του οπλαρχηγού της Λεβαδείας και υποτιθέμενον εν γνώσει των κρυφιωτέρων αυτού διαλογισμών.
Εκτός των ιστορικών τούτων ανταγωνισμών υπεράνω πάσης άλλης βασάνου, πάσης άλλης περιφρονήσεως, έθεσα πλησίον του Διάκου, αφ' ης στιγμής συνελήφθη μέχρι του μαρτυρίου, ανώνυμον και ειδεχθή δαίμονα τον Γ ύ φ τ ο ν.
Άδεται ότι, άν ποτε επί πλοίου, εν μακραίς και υπερωκεανίοις θαλασσοπορίαις, ενσκήψη επιδημία, εκ δε των νοσούντων υπάρχη τις θανατηφόρως προσβεβλημένος, λάβρος, απαθής, αποτρόπαιος, εν αποστάσει τινί όπισθεν της πρύμνης, εμφανίζεται ο καρχαρίας, αλάνθαστος οιωνός του επικειμένου πένθους, μνήμα περιπλανώμενον, αδηφάγον, προσμένων να καταβροχθίση το πτώμα άμα παραδιδόμενον εις τα κύματα. Τοιούτος κατά τον μέγαν και φοβερόν διάπλουν του Ελληνισμού τυγχάνει ο Γύφτος.
Υπήρξε το όργανον της στρεβλώσεως, ο βρόχος της αγχόνης, ο πολυμήχανος εφευρέτης των βασάνων εν ταις χερσί των κατακτητών και το έργον αυτού εξεπλήρωσεν εκθύμως, πιστώς, εντρυφών και αγαλλόμενος οσάκις εις τους όνυχας αυτού παρεδίδετο το σφάγιον.
Αγνοώ αν η επικατάρατος αύτη φυλή, αρχαία ως ο Κάιν, κατά τας πολυειδείς φάσεις του μυστηριώδους βίου της, περιήλθέ ποτε εις την εξαχρείωσιν εις ην έφθασε διοδεύουσα την Ελληνικήν χώραν, προαιώνιος ακόλουθος της καταστροφής και του ολέθρου.
Υπάρχουσιν έτι παρ' ημίν οι απαίσιοι ούτοι σκώληκες, αδιαπαύστως περιπλανώμενοι, πελιδνοί, δυσώδεις, ως αγέλαι ακατανομάστων κτηνών, οικτρά καταγώγια ρυπαρωτάτων διαδοχικών ασθενειών, φέροντες επί των ώμων, δίκην παμμεγέθους κοχλίου, τας ζοφεράς σκηνάς των και σύροντες μεθ' εαυτών τον άκμονα, την σφύραν, τας τανάγρας, την φύσσαν εκ δύο ασκών συγκεκροτημένην, τους άνθρακας, τεμάχιά τινα ακατεργάστου σιδήρου και σχεδόν πάντοτε λιμώττοντας κύνας, μέλανας αιλούρους ή αλυσιδέτους άρκτους προς επίδειξιν, όθεν πολλάκις Α ρ κ ο υ δ ό γ υ φ τ ο ι προσαγορεύονται.
Μετέρχονται την χειρομαντείαν, και συνθέτουσι παράδοξα φάρμακα ουχί προς θεραπείαν ασθενειών ή τραυμάτων, αλλ' όπως δι' αυτών προκαλώσιν εξαμβλώσεις, τεκταίνωνται μαγγανίας και παντός είδους αθεμιτουργίας.
Άθεοι, απάτορες, ακοινώνητοι, ουδέποτε μεριμνώντες περί της επιούσης, αγνοούντες πόθεν έρχονται ή πού πορεύονται, εν τη αποκτηνώσει αυτών ασεβώς εναγκαλιζόμενοι αντί της συζύγου την θυγατέρα· οσάκις προσέρχονται είς τινα εκ των ημετέρων πόλεων συνήθως διαμένουσι σκηνίται εκτός του περιβόλου, ωσανεί συναισθανόμενοι την απέχθειαν ην αείποτε διεγείρει η παρουσία των, ή μη αποτολμώντες να ίδωσι κατά μέτωπον την κοινωνίαν ην εβασάνισαν.
Τοιούτου ανθρωπομόρφου τέρατος δεν ηθέλησα να παραλείψω την απεικόνισιν, εξορύξας συνάμα εκ των πολυτίμων της δημώδους γλώσσης μεταλλείων την κατάλληλον κυριολεξίαν προς καθιέρωσιν των ιδεών και των φράσεων δι' ων ήκουσα πολλάκις τον λαόν να χαρακτηρίζη και να περιγράφη εκείνα του άδου τα μιαρά εκβράσματα.
Ταύτα έκρινα εύλογον να εκθέσω και προς διασάφησιν του θέματος και προς συμπλήρωσιν ιστορικών τινων γεγονότων, συγκεχυμένως πως αναφερομένων και ατάκτως τήδε κακείσε διεσπαρμένων. Λυπούμαι ότι ηναγκάσθην να εκταθώ πέραν του δέοντος και προβλέπω ότι δεν είναι δύσκολον να εφαρμοσθή κ' επί του βιβλιαρίου μου τούτου ο Διογένειος χαριεντισμός, ν' ακούσω δε και την παραίνεσιν μωμοσκόπου τινος ότι συμφέρει να φυλάξω το ποίημα μη τυχόν εξέλθη των μεγάλων της εισαγωγής πυλών.