Ιδανικός σύζυγος: Δράμα εις τέσσαρας πράξεις
Part 6
Κυρία Σιέβελεϋ. (Στον εαυτό της). Τι φρόνιμη σκέψι! Να περιμένη το απροσδόκητο, δείχνει πως έχει πνεύμα πολύ νεωτεριστικό. (Πηγαίνει προς το σαλόνι και κυττάζει μέσα). Πουφ! Τι ακατάστατο που φαίνεται πάντα το δωμάτιο ενός μπάτσελορ. Όλ' αυτά Θα τ' αλλάξω. (Ο Φιππς φέρνει την λάμπα από το γραφείο). Όχι, δε μ' αρέσει αυτή η λάμπα. Είναι πολύ Θαμβωτική. Άναψε λίγα καντηλέρια.
Φιππς. (Γυρίζει πίσω τη λάμπα). Όπως αγαπάτε, μαντάμ.
Κυρία Σιέβελεϋ. Ελπίζω τα καντηλέρια νάχουνε ταιριαστούς γλόμπους.
Φιππς. Ως τώρα δεν είχαμε γι' αυτούς κανένα παράπονο, μαντάμ.
(Μπαίνει στο σαλόνι κι' αρχίζει ν' ανάβη τα καντηλέρια).
Κυρία Σιέβελεϋ. (Στον εαυτό της). Είμαι περίεργη ποια γυναίκα περιμένει αυτός απόψε. Θάναι έξοχο να τον τσακώσω. Οι άνδρες πάντα φαίνονται τόσο κουτοί σαν τους τσακώση κανείς. Και το νόστιμο είναι που πάντα πέφτουν στην παγίδα. (Κυττάζει γύρω στο δωμάτιο και πλησιάζει το γραφείο). Τι ελκυστικό δωμάτιο! Τι θαυμασία εικόνα! Είμαι περίεργη να δω τι πράμα είναι η αλληλογραφία του. (Παίρνει στο χέρι της γράμματα). Ω, τι αποκρουστική αλληλογραφία! Λογαριασμοί, κάρτες, χρέη. Μα ποιος είναι προς Θεού, αυτός που του γράφει απάνω σε τριανταφυλλί χαρτί: Τι ανόητο πράμα να γράφης απάνω σε τριανταφυλλί χαρτί! Μοιάζεις με τις μεσαίες τάξεις σαν αρχίζουν τη ρωμάντσα τους. Το ρωμάντσο δεν πρέπει ποτέ ν' αρχίζη με αίσθημα. Πρέπει ν' αρχίζη με επιστήμη και να τελειώνη με αποκατάστασι. (Αφίνει το γράμμα και πάλι το παίρνει). Ξέρω αυτό το γράψιμο. Είναι της Γερτρούδης Τσίλτερν. Το θυμάμαι πολύ καλά. Οι δέκα εντολές σε κάθε στροφή της πέννας κι' ο ηθικός νόμος σε κάθε σελίδα από πάνω ως κάτω. Είμαι περίεργη για τι πράμα του γράφει η Γερτρούδη. Θάνε κάτι φρικτό για μένα, υποθέτω. Πόσο αποστρέφομαι αυτή τη γυναίκα! (Το διαβάζει.). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας, Γερτρούδη». «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας».
(Ένας θρίαμβος ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της. Ετοιμάζεται να κλέψη το γράμμα, οπότε μπαίνει ο Φιππς).
Φιππς. Τα καντηλέρια στο σαλόνι είν' αναμμένα, μαντάμ καθώς διετάξατε.
Κυρία Σιέβελεϋ. Σας ευχαριστώ. (Σηκώνεται βιαστικά και τρυπώνει το γράμμα κάτω από ένα μεγάλο ασημένιο κουτί που είναι απάνω στο τραπέζι).
Φιππς. Ελπίζω πως οι γλόμποι θάνε της αρεσκείας σας, μαντάμ. Ταιριάζουν καλά. Είναι το ίδιο φως που έχει η εξοχότητά του σαν ντύνεται για το γεύμα.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Με χαμόγελο). Τότε είμαι βεβαία πως θάνε κατάλληλο.
Φιππς. (Σοβαρά). Σας ευχαριστώ, μαντάμ.
Η Κυρία Σιέβελεϋ μπαίνει στο σαλόνι. Ο Φιππς κλει την θύρα κι' αποσύρεται. Η θύρα ύστερα ανοίγει ελαφρά, και η Κυρία Σιέβελεϋ βγαίνει και με βήμα λαθραίο, πηγαίνει προς το γραφείο. Έξαφνα φωνές ακούονται από το καπνιστήριο. Η Κυρία Σιέβελεϋ ωχριάζει, και σταματά. Οι φωνές γίνονται δυνατότερες, και γυρίζει πίσω στο σαλόνι, δαγκάνοντας τα χείλη της).
(Μπαίνει ο Λόρδος Γκόαριγκ και ο Λόρδος Κάβερσιαμ.)
Λόρδος Γκόαριγκ. (Διαμαρτυρόμενος), Αγαπητέ μου πάτερα, αν πρόκειται να νυμφευθώ, θα μου επιτρέψης βέβαια να εκλέξω εγώ τον καιρό, το μέρος και το πρόσωπο, κυρίως το πρόσωπο.
Λόρδος Κάβερσιαμ. (Θυμωμένα). Αυτή ναι δική μου δουλειά κύριε. Εσύ μπορούσες να κάνης και καμμιά πολύ άσχημη εκλογή. Εγώ είμ' εκείνος που θα δώσω συμβουλές, και όχι συ. Η περιουσία κινδυνεύει. Δεν είναι δω ζήτημα συμπαθείας. Η συμπάθεια έρχεται με τον καιρό σαν γίνη ο γάμος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Μάλιστα. Η συμπάθεια έρχεται όταν πεια το ανδρόγυνο αρχίζει κατά βάθος ν' αλληλομισείται, δεν είναι έτσι, πατέρα;
(Βοηθεί τον Λόρδο Κάβερσιαμ να βάλη το παλτό του).
Λόρδος Κάβερσιαμ. Βέβαια. κύριε. Εννοώ βέβαια όχι, κύριε. Μιλείς πολύ ανόητα απόψε. Εκείνο που λέω είναι πως ο γάμος είν' ένα ζήτημα κοινού νου.
Λόρδος Γκόαριγκ. Μα οι γυναίκες που έχουνε τον κοινό νου είναι τόσο περίεργα άσχημες, πατέρα· δεν είναι; Εγώ βέβαια κρίνω απ' όσα ακούω από τους άλλους.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Καμμιά γυναίκα, άσχημη ή έμορφη, δεν έχει καν τον κοινό νου, κύριε. Ο κοινός νους είναι το προνόμιο του φύλου μας.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ακριβώς. Κ' εμείς οι άνδρες έχουμε τόση αυτοθυσία που ποτέ δεν τον χρησιμοποιούμε, δεν είναι, πατέρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ. Εγώ όμως τον χρησιμοποιώ, κύριε. Τίποτε άλλο δεν χρησιμοποιώ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Έτσι μου λέει η μητέρα μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Αυτό είναι το μυστικό της ευτυχίας της μητέρας σου. Είσαι πολύ άκαρδος, κύριε, πολύ άκαρδος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ελπίζω όχι, πατέρα.
(Βγαίνει έξω για μια στιγμή. Κατόπιν επιστρέφει, πολύ ταραγμένος μαζί με τον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αγαπητέ μου Αρθούρε, τι καλή τύχη να σας συναντήσω στο κατώφλι! Ο υπηρέτης σου μούλεγε ακριβώς τώρα πως δεν ήσουνα μέσα. Τι περίεργο!
Λόρδος Γκόαριγκ. Η αλήθεια είναι πως είμαι φοβερά απασχολημένος απόψε, Ροβέρτε, κ' έδωσα διαταγή να πούνε πως δεν είμαι σπίτι. Κι' ο πατέρας μου ακόμα έτυχε σχετικώς ψυχράς υποδοχής. Όλο και παραπονιέται για τα ρεύματα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Α! για με όμως πρέπει να κάνης εξαίρεση Αρθούρε. Είσαι ο καλύτερος φίλος μου. Μπορεί ως αύριο νάσαι ο μόνος μου φίλος. Η γυναίκα μου ανεκάλυψε τα πάντα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Α! μου επέρασε μια τέτοια υποψία!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν (Τον κυττάζει). Αλήθεια! Πώς;
Λόρδος Γκόαριγκ. (Ύστερ' από μικρό δισταγμό) Ω, απλώς από κάτι στην έκφρασι του προσώπου σας όταν εμπαίνατε μέσα. Ποιος της τάπε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Η Κυρία Σιέβελεϋ η ιδία. Κ' η γυναίκα π' αγαπώ ξέρει τώρα πως άρχισα το στάδιο μου με μια πράξι ποταπής ατιμίας, πως εστερέωσα τη ζωή μου απάνω στην αμμουδιά του αίσχους — πως επούλησα, καθώς ένας κοινός μεταπράτης, το μυστικό που μούχαν εμπιστευθεί ως προς τίμιο άνθρωπο. Ευχαριστώ το Θεό που ο δυστυχισμένος ο Λόρδος Ράτλεϋ πέθανε προτού μάθει πως τον απάτησα, θάμουν ευχαριστημένος από τον Θεό αν απέθνησκα προτού δοκιμάσω τέτοιο φοβερό μαρτύριο, και πάρω τέτοιο κατήφορο. (Κρύβει το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του).
Λόρδος Γκόαριγκ. (Σε λίγο). Δεν έλαβες ακόμη καμμιά απάντησι από τη Βιέννη στο τηλεγράφημά σου;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. (Κυττάζει απάνω). Ναι. Πήρα ένα τηλεγράφημα από τον πρώτο γραμματέα στις οκτώ απόψε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Λοιπόν;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Τίποτε απολύτως δεν είναι γνωστό εναντίο της. Εξ εναντίας κατέχει μια αρκετά ψηλή κοινωνική θέσι. Είν' ένα πάγκοινο μυστικό πως ο Βαρώνος Άρνχεϊμ της αφήκε το μεγαλύτερο μερίδιο της κολοσσαίας περιουσίας του. Εξόν απ' αυτό δεν κατώρθωσα να μάθω τίποτε άλλο.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δε σου φαίνεται πως μπορούσε νάνε καμμιά κατάσκοπος;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Ω! οι κατάσκοποι δεν έχουν καμμιά πέρασι σήμερα. Δεν περνάει πεια η μπογιά τους. Τους αντικατεστήσανε οι εφημερίδες.
Λόρδος Γκόαριγκ. Και τα καταφέρνουν θαυμάσια.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αρθούρε, καίομαι από τη δίψα. Μπορώ να χτυπήσω το κουδούνι να μου φέρουν κάτι τι; Λίγο κρασί του Ρήνου και σόδα;
Λόρδος Γκόαριγκ. Βέβαια. Άσε με. (Χτυπά το κουδούνι).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Ευχαριστώ! Δεν ξέρω τι να κάνω και συ είσαι ο μόνος μου φίλος. Και τι φίλος! — Ο μόνος που μπορώ νάχω εμπιστοσύνη. Ο μόνος που μπορώ νάχω απόλυτο εμπιστοσύνη, δεν είναι έτσι;
(Μπαίνει ο Φιππς}.
Λόρδος Γκόαριγκ. Βέβαια αγαπητέ μου Ροβέρτε. Ω! (Στον Φιππς). Φέρε λίγο κρασί του Ρήνου και σόδα.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αι, Φιππς!...
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Μου επιτρέπεις μια στιγμή, Ροβέρτε; θέλω να δώσω μερικές οδηγίες στον υπηρέτη μου.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Βεβαίως.
Λόρδος Γκόαριγκ. Σαν έρθη εκείν' η κυρία πες της πως δε θάμαι σπίτι απόψε. Πες της πως έτσι ξαφνικά μούτυχε μια δουλειά κ' έφυγα από την πόλι. Καταλαβαίνεις;
Φιππς. Η κυρία είναι μέσα σ' εκείνο το δωμάτιο, μυλόρδε. Μούπατε να την οδηγήσω μέσα σ' εκείνο το δωμάτιο, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Έκανες πολύ καλά. (Ο Φιππς φεύγει). Τι μπελά ευρήκα! Όχι. Νομίζω πως θα τα καταφέρω, θα της δώσω ένα καλό μάθημα εκεί μέσα πούνε, αν κ' είναι αρκετά οχληρό.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αρθούρε, πες μου εσύ τι πρέπει να κάμω. Η ζωή μου αφανίζεται. Μοιάζω σαν πλοίο χωρίς τιμόνι μέσα στη νύγτα που δεν λάμπει ουδ' έν αστέρι.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ροβέρτε, αγαπάς τη γυναικά σου, δεν είναι έτσι:
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Την αγαπώ περισσότερο από κάθε άλλο στον κόσμο. Η φιλοδοξία θαρρούσα πως ήταν το παν. Δεν είναι. Η αγάπη είναι το παν στον κόσμο. Τίποτε άλλο παρά η αγάπη, και την αγαπώ. Μα είμαι τώρα εμπρός στα μάτια της σαν ένας ντροπιασμένος και περιφρονημένος. Αναμεταξύ μας τώρα υπάρχει μια μεγάλη άβυσσος. Ξέρει τώρα ποιος είμαι, Αρθούρε, το ξέρει.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν έχει κάμει ποτέ στη ζωή της καμμιά ανοησία — καμμιά απερισκεψία — για να μη συγχωρή το δικό σου το αμάρτημα;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Η σύζυγος μου! Ποτέ! Δεν ξέρει τι είναι αδυναμία ή πειρασμός. Εγώ είμαι πλασμένος από πηλό καθώς οι άλλοι άνθρωποι. Εκείνη, όπως κάθε τέλεια γυναίκα, είναι άσπλαχνη ψυχρή, αυστηρή, χωρίς κανένα έλεος απάνω της, Αλλά την αγαπώ, Αρθούρε. Είμαστε χωρίς παιδιά, και δεν έχω ν' αγαπήσω άλλο κανένα, κανέναν άλλο να μ' αγαπήση. Αν ο Θεός ίσως μας έδινε παιδιά, αυτή μπορούσε νάνε πειο ευσπλαχνική σε με. Μα ο Θεός μας αφήκεν έρημους μέσα στο σπίτι. Κ' εκείνη ξέσχισε την καρδιά μου σε δυο. Ας μη μιλάμε πεια γι' αυτό. Της εφέρθηκα σαν χτήνος απόψε. Μα υποθέτω πως σαν μιλούνε στους αγίους οι αμαρτωλοί είναι πάντοτε χτήνη. Της είπα πράματα που ήταν η φρικτή αλήθεια, για με, για όλους τους άλλους ανθρώπους. Μ' ας μη μιλάμε πεια γι' αυτό.
Λόρδος Γκόαριγκ. Η γυναίκα σου θα σου συγχωρήση. Μπορεί αυτή τη στιγμή να σου συγχωρή. Σ' αγαπά, Ροβέρτε. Γιατί να μη συγχωρήση;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Ο Θεός να δώση! Ο Θεός να δώση! (Κρύβει το πρόσωπό του μέσ' στα χέρια του). Μα έχω κάτι ακόμα να σου πω, Αρθούρε.
(Μπαίνει ο Φιππς με τα ποτά).
Φιππς. (Προσφέροντας το κρασί του Ρήνου και τη σόδα στον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν). Κρασί του Ρήνου και σόδα, κύριε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Ευχαριστώ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Είν' εδώ τ' αμάξι σου, Ροβέρτε;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Όχι· ήρθα πεζός από τη λέσχη.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ο Σιρ Ρόβερτ θα πάρη τ' αμάξι μου, Φιππς.
Φιππς. Μάλιστα μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ροβέρτε, δε σε νοιάζει που σε διώχνω;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αρθούρε, πρέπει να μου επιτρέψης ακόμη για πέντε λεπτά. Το έχω πάρει απόφασι τι θα κάνω απόψε στη Βουλή. Η συζήτησι για το Αργεντινό Καννάλλι θα αρχίση στις επτά. (Μια καρέκλα πέφτει στο σαλόνι). Τι είναι τούτο;
Λόρδος Γκόαριγκ. Τίποτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Άκουσα μια καρέκλα να πέση στο διπλανό δωμάτιο. Κάποιος θ’ ακροάζετο.
Λόρδος Γκόαριγκ. Όχι, όχι· δεν είναι κανείς εκεί.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Κάποιος Θάνε. Υπάρχουν φώτα στο δωμάτιο, κ' η πόρτα είναι μισανοιγμένη. Κάποιος θάκουσεν όλα τα μυστικά μου. Αρθούρε, τι σημαίνει αυτό;
Λόρδος Γκόαριγκ. Ροβέρτε, είσαι ταραγμένος, εκνευρισμένος. Σου λέω πως δεν είνε κανείς σ' εκείνο το δωμάτιο. Κάθησε κάτω, Ροβέρτε.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Μου δίνεις το λόγο σου πως δεν είναι κανείς εκεί μέσα;
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Το λόγο της τιμής σου; (Κάθεται).
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. (Σηκώνεται). Αρθούρε, άφησέ με να κυττάξω εγώ ο ίδιος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Όχι, όχι.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Αν δεν είναι κανείς εκεί γιατί να μη κυττάξω; Αρθούρε, πρέπει να μ' αφήσης να μπω σ' εκείνο το δωμάτιο για να πεισθώ. Άσε με να δω πως κανένας ωτακουστής δεν άκουσε τα μυστικά της ζωής μου. Αρθούρε, δε βλέπεις τι υποφέρω;
Λόρδος Γκόαριγκ. Ροβέρτε, αυτό πρέπει να τελειώση. Σούπα πως δεν είναι κανείς σ' εκείνο το δωμάτιο — αυτό είν' αρκετό.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. (Ορμά προς την θύραν του δωματίου). Δεν είν' αρκετό. Επιμένω να μπω εκεί μέσα. Μούπες πως δεν είναι κανείς εκεί μέσα, για ποιο λόγο λοιπό να μου αρνήσαι;
Λόρδος Γκόαριγκ. Για τ' όνομα του θεού, μη! Είναι κάποιος που δεν πρέπει εσύ να δης.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Α, το σκέφθηκα!
Λόρδος Γκόαριγκ. Σου απαγορεύω να μπης σε κείνο το δωμάτιο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Στάσου πίσω. Η ζωή μου είναι σε κίνδυνο. Και δε με νοιάζει ποιος είναι κει μέσα. Θα μάθω ποιος είν' αυτός που είπα το μυστικό και το αίσχος μου. (Μπαίνει στο δωμάτιο).
Λόρδος Γκόαριγκ. Ύψιστε θεέ! η γυναίκα του! (Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν γυρίζει πίσω).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Τι εξήγησι έχεις να μου δώσης για την παρουσία εκεί μέσα αυτής της γυναίκας;
Λόρδος Γκόαριγκ, Ροβέρτε, σου ορκίζομαι στην τιμή μου πως η γυναίκα αυτή είν' άσπιλος κι' αθώα από κάθε ηθική προσβολή εναντία σου.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Είναι μια αχρεία, μια άτιμη!
Λόρδος Γκόαριγκ. Μη μιλάτε έτσι Ροβέρτε! Είναι προς χάρι σου που ήρθ' εδώ. Είναι για να προσπαθήση να σε σώση που ήρθ' εδώ. Αγαπά εσέ και κανένα άλλον.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Είσαι τρελλός. Τι έχω γω να κάνω με τις ερωτοδουλειές σας; Χαίρου την. Ταιριάζετε αξιόλογα. Εκείνη, διεφθαρμένη κι' αναίσχυντος — συ, ψεύτης ως φίλος, κι' ως εχθρός ακόμη δόλιος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν είν' αλήθεια, Ροβέρτε. Μα τον Θεό δεν είν' αλήθεια. Μπροστά σ' εσέ και σ' εκείνη θα ξηγήσω τα πάντα.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Άσε με να περάσω, κύριε. Αρκετά ψεύστηκες στον λόγο της τιμής σου.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν βγαίνει έξω. Ο Λόρδος Γκόαριγκ ορμά προς την θύρα του σαλονιού, η Κυρία Σιέβελεϋ εξέρχεται, αχτινοβόλος και κατευχαριστημένη).
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ειρωνικά). Καλησπέρα, Λόρδε Γκόαριγκ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Η Κυρία Σιέβελεϋ! Ύψιστε Θεέ!... Μπορώ να μάθω τι εκάμνατε μέσ' στο σαλόνι μου;
Κυρία Σιέβελεϋ. Απλώς άκουα. Έχω μεγάλο πάθος ν' ακροάζομε πίσω από τις κλειδαρότρυπες, Έτσι κανείς ακούει πάντα τόσο θαυμάσια πράματα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν είν' αυτό μάλλον ένα είδος πειρασμού Θείας Προνοίας;
Κυρία Σιέβελεϋ. Ω! βέβαια η θεία Πρόνοια μπορεί ν' αντισταθή στον πειρασμό. (Του κάνει νεύμα να βγάλη το παλτό του, και το βγάζει).
Λόρδος Γκόαριγκ. Χαίρομαι που ήρθατε, θα σας δώσω μια καλή συμβουλή.
Κυρία Σιέβελεύ. Ω! μη σας παρακαλώ. Δεν πρέπει κανείς ποτέ να δίνη σε μια γυναίκα τίποτε που δε μπορεί να το φορέση τη νύχτα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Κυττάζω πως εξακολουθείτε ακόμα να είσαστε πεισματάρα όπως πριν.
Κυρία Σιέβελεϋ. Πειο πολύ ακόμα. Έγεινα περισσότερο πεισματάρα. Απέχτησα περισσότερη πείρα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Η μεγάλη πείρα είναι πάντα επικίνδυνο πράμα. Πάρτ' ένα σιγαρέττο παρακαλώ. Οι μισές από τις έμορφες γυναίκες στο Λονδίνο καπνίζουνε σιγαρέττα. Το κατ' εμέ προτιμώ εκείνες που δεν καπνίζουν.
Κυρία Σιέβελεϋ. Ευχαριστώ. Δεν καπνίζω ποτέ. Η ράφτρα μου δεν το θέλει, και το πρώτο καθήκον που έχει στη ζωή της μια γυναίκα είναι ν' ακούη τη ράφτρα της, δεν είναι έτσι; Ποιο είναι το δεύτερο καθήκον, ακόμη κανείς δεν το έχει εξακριβώση.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ήρθατ' εδώ για να μου πουλήσετε το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν, δεν είναι γι' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ. Να σας το προσφέρω με όρους. Πώς το μαντεύσατε;
Λόρδος Γκόαριγκ. Γιατί δεν αναφέρατε τίποτε γι' αυτό. Το έχετε μαζί σας;
Κυρία Σιέβελεϋ. (Κάθεται). Α, όχι! Ένα καλοραμμένο φόρεμα δεν έχει ποτέ τσέπες.
Λόρδος Γκόαριγκ, Πόσο ζητάτε γι' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ. Τι γελοίος Εγγλέζος που είσαστε! Οι Εγγλέζοι θαρρούνε πως ένα τσεκ μπορεί να λύση κάθε πρόβλημα στη ζωή. Μάθετε, αγαπητέ μου Αρθούρε, πως έχω πιο πολλά χρήματα από σας, και τόσα ακριβώς όσα ο Ρόβερτ Τσίλτερν κατώρθωσε να σουφρώση. Δεν είναι χρήματα που ζητώ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Τι θέτε λοιπόν, Κυρία Σιέβελεϋ;
Κυρία Σιέβελεϋ. Γιατί δε μ' ονομάζεις Λαύρα;
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν μ' αρέσει τ' όνομα.
Κυρία Σιέβελεϋ. Συνήθιζες να το λατρεύης άλλοτε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι. Αυτός είν' ο λόγος.
(Η Κυρία Σιέβελεϋ του νεύει να καθίση κοντά της. Εκείνος χαμογελάει, και κάθεται)
Κυρία Σιέβελεϋ. Αρθούρε, μ' αγαπούσες μια φορά.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Και μ' εζήτησες για γυναίκα σου.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αυτό φυσικά τόκανα γιατί σ' αγαπούσα.
Κυρία Σιέβελεϋ. Και μ' επαραίτησες γιατί είδες, ή είπες πως είδες, τον καϋμένο το γέρο Λόρδο Μόρτλεϊκ που ζητούσε να κάνη μαζί μου σφοδρό φλερτ στο θερμοκήπιο στο Τέμπυ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Είμαι με την εντύπωσι πως ο δικηγόρος μου έχει κανονίσει αυτό το ζήτημα μαζί σας με κάποιους όρους... που τους υπεβάλετε σεις η ιδία.
Κυρία Σιέβελεϋ. Εκείνο τον καιρό εγώ ήμουνα φτωχή· συ ήσουνα πλούσιος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ακριβώς. Γι' αυτό προσποιούσουνα πως μ' αγαπούσες.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Υψώνοντας τους ώμους). Ο δυστυχισμένος ο γέρο-Λόρδο Μόρτλεϊκ, αυτός που για μόνο δυο πράματα πάντα μιλούσε, για τους ρευματισμούς του και για τη γυναίκα του! Ποτέ μου δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω για ποιο από τα δυο μιλούσε. Και για τα δυο μεταχειρίζετο την πιο απαισία γλώσσα. Ήσουν κουτός, Αρθούρε. Γιατί, ο Λόρδος Μόρτλεϊκ δεν ήτανε τίποτε άλλο για με παρά μια διασκέδασι. Μια από της σαχλές εκείνες διασκεδάσεις που βρίσκει κανείς μονάχα στις Αγγλικές εξοχές την Κυριακή! Δεν νομίζω πως μπορεί νάχη κανείς καμμιά ηθική ευθύνη για όσα συμβαίνουνε στις Αγγλικές αυτές εξοχές.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι ξέρω πως πολύς κόσμος φρονεί έτσι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Σ' αγαπούσα, Αρθούρε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αγαπητή μου Κυρία Σιέβελεϋ, υπήρξατε πάντα αρκετά έξυπνη για να ξέρετε τι σημαίνει αγάπη.
Κυρία Σιέβελεϋ. Σ' αγαπούσα. Και συ μ' αγαπούσες· το ξέρεις πως μ' αγαπούσες· κ' η αγάπη είν' ένα εξαίσιο πράμα. Υποθέτω πως ένας άνδρας μια π' αγαπήση μια γυναίκα, θα κάνη γι' αυτήν το παν, εκτός από του να παίζη την αγάπη του.
(Βάζει το χέρι της απάνω στο ιδικό του).
Λόρδος Γκόαριγκ. (Σέρνει πίσω το χέρι του ελαφρά)· Ναι: εκτός αυτού.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Σε λίγο.) Κουράστηκα να ζω έξω. Θέλω να γυρίσω πίσω στο Λονδίνο, θέλω νάχω ένα έμορφο σπιτάκι εδώ. Θέλω νάχω ένα σαλόνι. Αν μπορούσε κανείς μονάχα να διδάξη τους Εγγλέζους πώς να μιλάνε, και τους Ιρλανδούς πώς ν' ακούνε, η κοινωνία δω θάταν αρκετά πολιτισμένη. Ξέχωρ' απ' αυτό, εγώ έχω φθάσει στο ρωμαντικό στάδιο. Όταν χθες το βράδυ σε είδα στου Τσίλτερν, ήξερα πως εσύ ήσουν ο μόνος για τον οποίον αισθάνθηκα ποτέ ενδιαφέρο, αν ποτέ αισθάνθηκα ενδιαφέρο για κανένα, Αρθούρε. Έτσι λοιπόν, το πρωί της ημέρας που θα με πάρης, θα σου δώσω το γράμμα του Ρόβερτ Τσίλτερν. Αυτή είναι η πρότασί μου. Θα σου το δώσω από τώρα, αν υπόσχεσαι να με νυμφευθής.
Λόρδος Γκόαριγκ. Τώρα;
Κυρία Σιέβελεϋ. (Χαμογελώντας). Αύριο.
Λόρδος Γκόαριγκ. Μιλείς, αλήθεια, σοβαρά;
Κυρία Σιέβελεϋ. Ναι, σοβαρώτατα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Θα σου ήμουνα πολύ κακός σύζυγος.
Κυρία Σιέβελεϋ. Δε με σκοτίζουν οι κακοί σύζυγοι. Επήρα δύο. Αρκετά με διασκεδάσανε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Θέτε να πήτε πως διασκεδάσατε τον εαυτό σας πολύ, δεν είν' αυτό;
Κυρία Σιέβελεϋ. Τι ξέρεις εσύ για τον έγγαμόν μου βίο;
Λόρδος Γκόαριγκ. Τίποτε: μα μπορώ να τον διαβάσω όπως ένα βιβλίο.
Κυρία Σιέβελεϋ, Τι βιβλίο;
Λόρδος Γκόαριγκ. (Σηκώνεται). Βιβλίο των Αριθμών.
Κυρία Σιέβελεϋ. Νομίζεις πως δεν είναι καθόλου ευγενικό για σε να φέρεσαι έτσι άσχημα σε μια γυναίκα μέσα στο σπίτι σου;
Λόρδος Γκόαριγκ. Όταν πρόκειται για πολύ γοητευτικές γυναίκες, τo φύλον είναι μια πρόκλησι· όχι υπεράσπισι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Υποθέτω πως αυτό το λέτε για κομπλιμέντο. Αγαπητέ μου Αρθούρε, οι γυναίκες ποτέ δε ξιππάζουνται από κομπλιμέντα. Οι άνδρες μάλιστα. Αυτή είν' η διαφορά μεταξύ των ανδρών και των γυναικών.
Λόρδος Γκόαριγκ. Οι γυναίκες ποτέ δε ξιππάζουνται από τίποτε, απ' όσα γω ξέρω γι' αυτές.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Σε λίγο.) Τότε λοιπόν θ' αφήσης τον καλλίτερο φίλο σου, Ρόβερτ Τσίλτερν, να καταστραφή μάλλον παρά να νυμφευθής μια γυναίκα π' αφήκε πίσω της μια τέτοια ζωή καθώς λες; Νόμιζα πως θα βρίσκεσο σε μεγαλήτερο ύψος αυτοθυσίας, Αρθούρε. Νομίζω πως έτσι έπρεπε να κάνης. Και το υπόλοιπο της ζωής σου μπορούσες να το ξοδεύσης σχεδιάζοντας την τελειοποίησί σου.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ω! ναι αυτό το κάνω. Κ' η αυτοθυσία είν' ένα πράμα που πρέπει να το καταργήση ο νόμος. Εξαχρειώνει τόσο πολύ εκείνους για τους οποίους κανείς αποφασίζει να θυσιαστή. Τους κάνει χειρότερους απ' ό,τι είναι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Ως εάν τίποτε μπορούσε να εξαχρειώση τον Ρόβερτ Τσίλτερν! Φαίνεται να λησμονής πως εγώ ξέρω τον αληθινό χαρακτήρα του.
Λόρδος Γκόαριγκ. Εκείνο που ξέρεις γι' αυτόν δεν είναι ο πραγματικός χαρακτήρας του. Ήταν μια ανόητη πράξι που έκανε στα νιάτα του, άτιμη πράξι, το παραδέχομαι, αισχρή, το παραδέχομαι, ανάξι' αυτού, το παραδέχομαι,.. όχι ο πραγματικός χαρακτήρας του.
Κυρία Σιέβελεϋ. Πώς εσείς οι άνδρες υπερασπίζετε ο ένας τον άλλο!
Λόρδος Γκόαριγκ. Πώς εσείς οι γυναίκες πολεμάτε η μια την άλλη!
Κυρία Σιέβελεϋ. (Με πικρία). Εγώ μια γυναίκα μονάχα πολεμώ: τη Γερτρούδη Τσίλτερν. Την μισώ. Την μισώ τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά.
Λόρδος Γκόαριγκ. Κι' αυτό γιατί της έφερες μια αληθινή τραγωδία στη ζωή της, υποθέτω.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ειρωνικά). Ω, μια μονάχα πραγματική τραγωδία υπάρχει στη ζωή μιας γυναίκας. Το γεγονός ότι το παρελθόν της είναι ο παντοτεινός εραστής της, και το μέλλον της ο σταθερός της σύζυγος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Η Λαίδη Τσίλτερν δεν ξέρει τίποτε για το είδος αυτό της ζωής που υπαινίτεστε.
Κυρία Σιέβελεϋ. Γυναίκα που φορεί γάντια επτά και τρία τέταρτα δε μπορεί ποτέ να ξέρη πολλά πράματα. Το ξέρεις πως η Γερτρούδη φορεί πάντα επτά και τρία τέταρτα; Αυτή είναι μια από τις αιτίες που δεν υπήρξε ποτέ καμμιά ηθική συμπάθεια αναμεταξύ μας... Λοιπόν, Αρθούρε, υποθέτω πως αυτή η ρωμαντική συνέντευξι μπορεί να θεωρηθή ως τελειομένη· το παραδέχεσαι πως ήταν ρωμαντική, δεν είναι έτσι; Για το όφελος να γίνω σύζυγός σου, εγώ ήμουνα πρόθυμη να θυσιάσω μεγάλο κέρδος που θάταν ο πυρήν του διπλωματικού μου σταδίου. Συ αρνείσαι. Πολύ καλά. Εάν ο Σιρ Ρόβερτ δεν υποστηρίξη το σχέδιο μου για το Αργεντινό Κανάλλι, τον εκθέτω. Voilà tout.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν πρέπει να το κάνης, θάτανε πρόστυχο, φρικτό, άτιμο.
Κυρία Σιέβελεϋ. (ψηλώνοντας τους ώμους). Ω! μη λες μεγάλα λόγια. Έχουνε τόσο μικρή σημασία. Αυτή είναι μια εμπορική δοσοληψία. Αυτό είναι όλο. Δεν ωφελεί ν' ανακατώνετε μέσα την αισθηματικότητα. Εγώ πρότεινα στον Ρόβερτ Τσίλτερν να του πουλήσω ένα πράμα. Αν δε μου πληρώσει όσ' αξίζει, θα πλήρωση στον κόσμο περισσότερα. Δε χωρούνε άλλα λόγια. Πρέπει να φύγω. Χαίρετε. Δε μου δίνεις το χέρι σου;
Λόρδος Γκόαριγκ. Σ' εσέ; Όχι. Η δοσοληψία σου με τον Ρόβερτ Τσίλτερν μπορεί να περάση ως μια σιχαμερή εμπορική δοσοληψία ενός σιχαμερού εμπορικού αιώνα· μα φαίνεται να λησμόνησες πως ήρθες εδώ απόψε να μιλήσης γι' αγάπη, συ της οποίας τα χείλη βεβήλωσαν τη λέξιν αγάπη, συ στην οποίαν η αγάπη είν' ένα βιβλίο σφικτά σφραγισμένο, πήγες σήμερα τ' απόγευμα στο σπίτι μιας από τις πιο ευγενικές κι' αγαθές γυναίκες στον κόσμο για να ξευτελίσης τον σύζυγο της μπρος στα μάτια της, και να δοκιμάσης να φονεύσης την αγάπη που έχει γι' αυτόν, να χύσης δηλητήριο στην καρδιά της, και πίκρα στη ζωή της, να θρυμματίσης το είδωλο της, και, ίσως, να διαφθείρης την ψυχή της. Δεν θα σου το συγχωρήσω αυτό. Γι' αυτό δεν υπάρχει καμμιά συγχώρησι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Αρθούρε, είσαι άδικος για μένα. Πίστευσέ μου πως είσε πολύ άδικος. Δεν επήγα να υβρίσω καθόλου την Γερτρούδη. Δεν επήγα με τέτοιο σκοπό. Εγώ πήγα μαζί με τη Λαίδη Μάρκων απλώς να ρωτήσω αν ένα κόσμημα, ένα διαμαντικό, που έχασα κάπου χθες το βράδυ, βρέθη στο σπίτι της Τσίλτερν. Αν δεν πιστεύης σ' εμένα, μπορείς να ρωτήσης τη Λαίδη Μάρκων, θα σου πη όλη την αλήθεια. Η σκηνή συνέβηκε ύστερα πούφυγε η Λαίδη Μάρκων και μα την αλήθεια την προκάλεσε η Γερτρούδη με την αυθάδεια και τις ειρωνείες της. Εγώ πήγα χωρίς την παραμικρά κακία αλλ' απλώς να ρωτήσω αν μια διαμαντένια καρφίτσα μου βρέθηκε. Αυτό ήτανε όλη η αφορμή.
Λόρδος Γκόαριγκ. Μια διαμαντένια σαν φείδι καρφίτσα με ένα ρουμπίνι;
Κυρία Σιέβελεϋ. Ναι, πως το ξέρεις;
Λόρδος Γκόαριγκ. Γιατί βρέθηκε. Αν θες να μάθης την αλήθεια, τη βρήκα γω, και σαν βλάκας ξέχασα να πω τίποτε στον υπηρέτη την ώρα που έφευγα. (Πηγαίνει στο γραφείο και τραβά τα συρτάρια). Είναι σ' αυτό το συρτάρι. Όχι, στάλλο. Αυτή είναι η καρφίτσα, δεν είν' αυτή; (Την κρατάει ψηλά).
Κυρία Σιέβελεϋ. Ναι. Τι χαρά μου που βρέθηκε! Ήτανε.. δώρο.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δε θέτε να τη βάλετε;
Κυρία Σιέβελεϋ. Βέβαια, αν μου την καρφώνετε. (Ο Λόρδος Γκόαριγκ ξαφνικά τη θηλυκώνει στο μπράτσο της). Γιατί τη βάζεις σαν βραχιόλι; Δεν τόξερα πως μπορούσε να φορεθή ως βραχιόλι.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αλήθεια;
Κυρία Σιέβελεϋ. (Απλώνει τόμορφο μπράτσο της). Όχι· μα φαίνεται πως πολύ έμορφα μου πηγαίνει έτσι, δεν είναι;
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι· πολύ καλλίτερα από την τελευταία φορά που το είδα.
Κυρία Σιέβελεϋ. Πότε το είδετε τελευταία φορά;
Λόρδος Γκόαριγκ. (Με αταραξία). Ω, πάνε τώρα δέκα χρόνια, τη φορούσε η Λαίδη Παρησάιαρ, από την οποίαν την έκλεψες.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ξαφνίζεται). Τι θες να πης;