Ιδανικός σύζυγος: Δράμα εις τέσσαρας πράξεις
Part 5
Λαίδη Μάρκων. Όχι ευχαριστώ, αγαπητή. (Οι υπηρέτες βγαίνουν έξω). Η αλήθεια είναι πως υπεσχέθηκα να πάγω να δω για δέκα λεπτά τη καϋμένη τη Λαίδη Πραγκάστερ. που είναι πολύ στενοχωρημένη. Η κόρη της, ένα πολύ καλοανατεθραμμένο κορίτσι, αρραβωνιάστηκε και καλά μ' ένα εφημέριο στο Σροπσάιαρ και θα παρθούνε. Είναι πολύ λυπηρό, πολύ λυπηρό, πράγματι. Δε μπορώ να καταλάβω αυτή πάλι τη νέα μανία για τους εφημερίους. Στον καιρό το δικό μου, εμείς τα κορίτσια τους κυττάζαμε που τρέχανε ολοένα δω κ' εκεί σαν κουνέλλια. Μα, είναι περιττό να σας πω. πως ποτέ δεν τους δίναμε καμμιά προσοχή. Σήμερα όμως, καθώς ακούω, σαν μελίσσια τρέχουνε σ' όλες τες εξοχές. Εγώ το νομίζω αυτό πολύ αντιθρησκευτικό. Και υστέρα, λοιπόν, ο μεγαλύτερος γιος φιλονίκησε με τον πατέρα και λεν πως άμα συναντηθούνε στη Λέσχη ο Λόρδος Πραγκάστερ κρύπτεται πάντα πίσω από το δελτίο των χρηματιστικών ειδήσεων των «Τάιμς». Όπως κι' αν συμβαίνη όμως, αυτό είναι πολύ κοινό πράμα σήμερα. Υπάρχουνε πολλά παιδιά που δε θέλουνε νάχουν καμμιά σχέσι με τους πατέρες των, όπως και πολλοί πατέρες που δε θέλουνε να μιλούνε στα παιδιά τους.. Εγώ αυτό το θεωρώ ένα πράμα για το όποιον πρέπει κανείς να λυπάται πολύ.
Κυρία Σιέβελεϋ. Κ' εγώ το ίδιο. Οι πατέρες έχουνε πολλά σήμερα να διδαχθούνε από τα παιδιά τους.
Λαίδη Μάρκων. Αλήθεια αγαπητή; Σαν τι:
Κυρία Σιέβελεϋ. Την τέχνην του πώς να ζουν. Η μόνη πράγματι ωραία τέχνη που ανεπτύξαμε στους νεωτέρους χρόνους!
Λαίδη Μάρκων. (Κουνεί το κεφάλι). Α! Φοβούμαι πως ο Λόρδος Πραγκάστερ ήξερε πολύ καλά πώς έπρεπε να ζη. Πιο πολύ και από την καϋμένη την γυναίκα του. (Στρέφει προς την Λαίδη Τσίλτερν). Ξέρετε τη Λαίδη Πραγκάστερ, δεν τι ξέρετε, αγαπητή;
Λαίδη Τσίλτερν. Την ξέρω λιγάκι. Έμενε στο Λάγκτον το περασμένο καλοκαίρι, όταν είμαστε μεις εκεί.
Λαίδη Μάρκων. Καθώς όλες οι χονδρές γυναίκες, έτσι κι' αυτή δείχνη την πραγματική εικόνα της ευτυχίας, καθώς βέβαια θα παρατηρήσατε. Μα κοντά σ' αυτή την υπόθεσι του εφημερίου, υπάρχουνε ακόμα πολλές τραγωδίες στην οικογένειά της. Η αδελφή της, η Κυρία Τζέκυλ, πέρασε μια ζωή πολύ δυστυχισμένη, χωρίς κανένα δικό της σφάλμα Στα τελευταία η καρδιά συντρίφτηκε τόσο που κατέφυγε σ' ένα μοναστήρι ή σε μια όπερα, ξεχνώ τώρα. Όχι, νομίζω ήτανε σ' ένα κατάστημα κεντημάτων. Ξέρω πως έχασε κάθε είδος χαρά σ' αυτό τον κόσμο, (Σηκώνεται). Και τώρα, Γερτρούδη, αν μου το επιτρέπετε, θ' αφήσω την Κυρία Σιέβελεϋ στη φροντίδα σας και θα τη ζητήσω σ' ένα τέταρτο. Ή μπορεί αγαπητή Κυρία Σιέβελεϋ, να μη σας νοιάζη αν περιμένετε στ' αμάξι όσο εγώ θάμε στης Λαίδη Πραγκάστερ. Επειδή είναι μονάχα μια συλλυπητήριος επίσκεψις δεν θ' αργίσω πολύ.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Σηκώνεται). Δε με νοιάζει καθόλου, αν περιμένω στ' αμάξι, αρκεί να υπάρχη κάτι εκεί που να με διασκεδάζη.
Λαίδη Μάρκων. Καλά, ακούω, πως ο εφημέριος όλο και πηγαίνει κ' έρχεται γύρω από το σπίτι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Φοβούμαι πως δε μ' αρέσει να κυττάζω ερωτευμένους.
Λαίδη Τσίλτερν. (Σηκώνεται). Ω, ελπίζω η Κυρία Σιέβελεϋ θα μείνη δω λιγάκι. Ήθελα να μιλήσω μαζί της για δέκα λεπτά.
Κυρία Σιέβελεϋ. Τι καλή που είσαστε. Λαίδη Τσίλτερν! Πιστεύσατέ μου πως τίποτε δεν είναι για με πιο ευχάριστο.
Λαίδη Μάρκων. Α! χωρίς άλλο κ' οι δυο σας έχετε πολλές ευχάριστες αναμνήσεις να πήτε από τον καιρό του σχολειού. Χαίρετε, αγαπητή Γερτρούδη! θα σας δω απόψε στης Λαίδης Μπόναρ; Αυτή ανεκάλυψε μια νέα θαυμάσια εξυπνάδα. Δεν κάνει... τίποτε όλη την ημέρα. Αυτό είναι μεγάλο κόμφορτ, δεν είναι;
Λαίδη Τσίλτερν. Ο Ροβέρτος κ' εγώ θα φάμε στο σπίτι απόψε μονάχοι, και δεν νομίζω πως θα πάω ύστερα πουθενά. Ο Ροβέρτος βέβαια, θάνε στη Βουλή. Μα δεν υπάρχει και τίποτε που ενδιαφέρει απόψε.
Λαίδη Μάρκων. Θα φάτε στο σπίτι μονάχοι; Κ' είναι καθόλου φρόνιμο; Α, λησμόνησα, ο άνδρας σας αποτελεί εξαίρεσι, ενώ ο δικός μου ακολουθεί πάντα τον γενικόν κανόνα, αυτό ακριβώς που κάνει εμάς τις γυναίκες να γερνούμε γλήγορα.
(Η Λαίδη Μάρκων φεύγει).
Κυρία Σιέβελεϋ. Θαυμάσια γυναίκα η Λαίδη Μάρκων δεν είναι; Μιλά περισσότερα και λέει λιγότερα από κάθε άλλον. Δικαιολογεί όλες τις φλυαρίες της Λαίδη Μάρκων. Γι' αυτό και μερικά λόγια της είναι κάπου- κάπου ακατάληπτα. Αυτή είναι γεννημένη για δημόσιος ρήτορας. Τόσο μάλιστα που δεν τη φθάνει ο σύζυγος της, ο οποίος είναι ένας τυπικώτατος Άγγλος χονδροκέφαλος και συχνά ευερέθιστος
Λαίδη Τσίλτερν. (Δεν της δίνει καμμιά απάντησι, κ' εξακολουθεί να στέκεται. Σε λίγο τα μάτια των δύο γυναικών συναντώνται. Η Λαίδη Τσίλτερν φαίνεται αγριεμένη και ωχρά. Η Κυρία Σιέβελεϋ φαίνεται μάλλον ευχαριστημένη). Κυρία Σιέβελεϋ, νομίζω πως είναι δίκαιο να σας πω ειλικρινέστατα πως, αν ήξερα ποια είσαστε πράγματι, δεν θα σας προσκαλούσα σπίτι μου χθες το βράδυ.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Με αναιδές χαμόγελο). Αλήθεια;
Λαίδη Τσίλτερν. Δεν θα τόκανα.
Κυρία Σιέβελεϋ. Βλέπω πως ύστερα από τόσα χρόνιο δεν άλλαξες καθόλου, Γερτρούδη.
Λαίδη Τσίλτερν. Εγώ ποτέ δεν αλλάζω.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ψηλόνοντες τα φρύδια της). Δεν σε δίδαξε λοιπόν τίποτε η ζωή;
Λαίδη Τσίλτερν. Μ' εδίδαξε πως ένα πλάσμα που μια φορά κάνει μια άτιμη κ' αχρεία πράξι μπορεί να τη ξανακάνη και δευτέρα φορά, και πρέπει το πλάσμα αυτό να τ' αποφεύγουμε.
Κυρία Σιέβελεϋ. Θα εφήρμοζες αυτό τον κανόνα για όλους;
Λαίδη Τσίλτερν. Ναι, για κάθε ένα, χωρίς εξαίρεσι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Τότε σε λυπούμαι, Γερτρούδη, σε λυπούμαι πολύ.
Λαίδη Τσίλτερν. Καταλαβαίνετε τώρα, είμαι βεβαία, πως για πολλούς λόγους δε μπορεί να υπάρχη καμμιά σχέσι μεταξύ μας όσον καιρό θα μείνετε στο Λονδίνο.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ακουμβά πίσω στο κάθισμα της). Ξέρεις, Γερτρούδη, πως εμέ δε με νοιάζει καθόλου που μιλείς για ηθική. Η ηθική είναι απλώς ένας τρόπος που λαμβάναμε απέναντι προσώπων για τα οποία έχουμε προσωπική αντιπάθεια. Εσύ με αντιπαθείς. Το ξέρω πολύ καλά. Κ' εγώ πάντα σ' αποστρεφόμουν. Και όμως ήρθα εδώ για να σου κάνω μια εκδούλευσι.
Λαίδη Τσίλτερν. (Περιφρονητικά). Καθώς την εκδούλευσι πούθελες να κάνης στον άνδρα μου χθες το βράδυ, υποθέτω. Ευχαριστώ το θεό, που τον έσωσα από τέτοια εκδούλευσι.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Ανασηκώνεται) Συ ήσουνα που τον έκανες να μου γράψη εκείνο το αναίσχυντο γράμμα; Συ ήσουνα που τον έκανες να παραβή την υπόσχεσί του;
Λαίδη Τσίλτερν. Ναι.
Κυρία Σιέβελεϋ. Τότε πρέπει να τον κάνης να κρατήση την υπόσχεσί του. Σου δίνω καιρόν ως αύριο το πρωί — τίποτε παραπάνω. Αν ως αύριο το πρωί ο σύζυγος σου δεν αναλάβη επισήμως την υποχρέωσι να με βοηθήση στο μεγάλο αυτό σχέδιο που ενδιαφέρομαι...
Λαίδη Τσίλτερν. Αυτή τη δολία κερδοσκοπία.
Κυρία Σιέβελεϋ. Ονόμασέ τηνε όπως θες. Κρατώ τον άνδρα σου μέσα στη φούκτα μου, κι' αν είσαι φρόνιμη θα τον κάνης να πράξη εκείνο που του λέω.
Λαίδη Τσίλτερν. (Σηκώνεται και πηγαίνει κατ' επάνω της). Είσθε αναίσχυντη. Τι έχει να κάνη μαζί σου ο άνδρας μου; Με μια γυναίκα καθώς εσέ;
Κυρία Σιέβελεϋ. (Με πικρό γέλοιο) Σ' αυτό τον κόσμο ο όμοιος τον όμοιο. Επειδή ο άνδρας σου είναι ο ίδιος δόλιος και άτιμος γι' αυτό κ' οι δυο μας κάνουμε ωραίο ζευγάρι. Μεταξύ σου και εκείνου υπάρχει άβυσσος. Εκείνον και μένανε μας συνδέει κάτι περισσότερον από φιλία. Είμαστε εχθροί συνδεδεμένοι μαζί. Το ίδιο αμάρτημα μας ενώνει.
Λαίδη Τσίλτερν. Πώς τολμάς να βάζης τον άνδρα μου στην αυτή τάξι με σένα; Πώς τολμάς να φοβερίζης εκείνον ή εμένα; Φύγε από το σπίτι μου. Δεν είσαι άξια να είσαι δω μέσα.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν μπαίνει από την πίσω θύρα. Ακούει της συζύγου του τις τελευταίες λέξεις και αντιλαμβάνεται σε ποιαν απευθύνονται. Στο πρόσωπο του χύνεται νεκρική ωχρότης).
Κυρία Σιέβελεϋ. Το σπίτι σου! Σπίτι αγορασμένο με ατιμία. Σπίτι που καθετί μέσα του πληρώθηκε με απάτη. (Στρέφει γύρω και κυττάζει τον Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν). Αρώτησέ τον ποιά ήταν η αρχή του πλούτου! Ας σου πη με ποιο τρόπο επούλησε σε κάποιον χρηματιστή ένα μυστικό του υπουργείου. Μάθε απ' αυτόν σε τι οφείλεις τη θέσι σου.
Λαίδη Τσίλτερν. Δεν είναι αλήθεια! Ροβέρτε! Δεν είναι αλήθεια!
Κυρία Σιέβελεϋ. (Τον δείχνει με το δάκτυλό της). Κύτταξέ τον! Μπορεί να τ' αρνηθή; Τολμά να το κάνη;
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Πήγαινε! Πήγαινε αμέσως. Ότι κακό μπορούσες να κάνης το έκανες πεια.
Κυρία Σιέβελεϋ. Κακό; Ακόμα δεν εξώφλησα ούτε μαζί σου, ούτε μαζί της. Σας δίνω και των δύο καιρό ως αύριο το μεσημέρι. Αν ως την ώρα εκείνη δεν κάνετε εκείνο μου σας διέταξα να κάνετε, όλος ο κόσμος θα μάθη το ποιόν του Ρόβερτ Τσίλτερν.
(Ο Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν χτυπά το κουδούνι Μπαίνει ο Μέισον).
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Οδήγησε έξω την Κυρία Σιέβελεϋ.
(Η Κυρία Σιέβελεϋ ανατινάσσεται· ύστερα υποκλίνεται με κάποιαν υπερβολικήν ευγένεια στη Λαίδι Τσίλτερν, η οποία δεν κάνει κανένα κίνημα αποκρίσεως. Καθώς διαβαίνει από μπροστά στον Σιρ Ρόμπερτ Τσίλτερν, ο όποιος στέκεται κοντά στην θύρα, σταματά για μια στιγμή και τον κυττάζει κατάματα. Κατόπιν βγαίνει έξω, ακολουθουμένη από τον υπηρέτην, ο όποιος κλει την θύρα πίσω του. Ο σύζυγος κ' η σύζυγος μένουν μόνοι. Η Λαίδη Τσίλτερν στέκεται καθώς ένας που βλέπει τρομαχτικό όνειρο. Ύστερα στρέφει γύρω και κυττάζει τον σύζυγο της. Τον κυττάζει με περίεργα μάτια ως να τον έβλεπε για πρώτη φορά).
Λαίδη Τσίλτερν. Επούλησες ένα μυστικό του Υπουργείου για χρήματα. Άρχησες τη ζωή σου με δόλο! Στερέωσες το στάδιο σου με ατιμία! Ω, έλα πες μου πως δεν είνε αλήθεια! Εμπιστεύσου σε με! Πες μου πως δεν είν' αλήθεια!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Όσα είπεν η γυναίκα αυτή είναι όλα αληθινά. Μ' άκουσε μου, Γερτρούδη. Δεν μπορείς να καταλάβης πως παραπλανήθηκα. Άκου να σου τα πω όλα. (Πηγαίνει κατ' επάνω της).
Λαίδη Τσίλτερν. Μη με πλησιάζεις. Μη μ' αγγίζεις. Αισθάνομαι ως να μ' έχεις πεια μολύνει για πάντα. Ω! τι μάσκα φορούσες τώρα τόσα χρόνια! ένας κοινός κλέφτης θάταν καλλίτερος. Έβγαλες τον εαυτό σου σε πώλησι και σ' αγόρασεν ο μεγαλείτερος πλειοδότης! Πουλήθηκες μέσα στην αγορά. Ψεύσθηκες μπροστά σ' όλο τον κόσμο.
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. (Ορμά κατ' επάνω της). Γερτρούδη! Γερτρούδη!
Λαίδη Τσίλτερν. (Σπρώχνοντάς τον πίσω μ' ανοιχτά χέρια). Όχι, μη μιλάς! Μη λες τίποτα! Η φωνή σου ξυπνά τρομερές αναμνήσεις — αναμνήσεις πραγμάτων που μ' έκαμαν να σ' αγαπήσω — αναμνήσεις λέξεων που μ' έκαμαν να σ' αγαπήσω — αναμνήσεις που τώρα μου είναι φριχτές. Και πόσο σ' ελάτρευα! Ήσουνα για μένα κάτι ξεχωριστό από την κοινή ζωή, ένα πράγμα αγνό, ευγενικό, τίμιο, χωρίς στίγμα. Ο κόσμος μου φαίνουνταν ωραιότερος γιατί σ' αυτόν ήσουνα συ, κ' η καλωσύνη πειο πραγματική γιατί ζούσες εσύ. Και τώρα — ώ, σαν σκέφτομαι πως έκαμα ένα άνδρα καθώς εσέ ιδανικό μου! Το ιδανικό της ζωής μου!
Σιρ Ρόβερτ Τσίλτερν. Εδώ ήταν το σφάλμα σου. Εδώ ήταν το λάθος σου. Το λάθος που κάμνουν όλες οι γυναίκες. Γιατί σεις οι γυναίκες να μη μας αγαπάτε με όλα μας τα ελαττώματα; Γιατί να μας ανεβάζετε απάνω σε τερατώδεις στυλοβάτες: Είμαστε όλοι πλασμένοι από πηλό, γυναίκες καθώς και άνδρες· μα όταν εμείς οι άνδρες αγαπούμε γυναίκες, τις αγαπούμε γνωρίζοντας τις αδυναμίες των, τις τρέλλες των, τις ατέλειές των, και για όλ' αυτά ίσως, τις αγαπούμε πιο πολύ. Δεν είναι οι τέλειοι, αλλ' οι ατελείς που έχουν ανάγκην από αγάπη. Όταν πληγωνόμαστε με τα ίδιά μας τα χέρια, ή με τα χέρια των άλλων, τότε μόνον η αγάπη πρέπει νάρθη να μας θεραπεύση — αλλέως για τι άλλο είναι χρήσιμος η αγάπη; Όλα τα αμαρτήματα, η αγάπη πρέπει να τα συγχωρή. Σε όλες τις υπάρξεις, εκτός εκείνων που δεν έχουν αγάπη, η αληθινή αγάπη πρέπει να δίνη συγχώρησι. Έτσι είναι η αγάπη του ανδρός. Οι γυναίκες νομίζουν πως κάνουνε τους άνδρες ιδανικά των. Μα ό,τι κάνουν δεν είναι άλλο παρά ψεύτικα είδωλα. Εσύ μ' έκανες ένα ψεύτικο είδωλο, κ' εγώ δεν είχα το θάρρος να κατέβω, να σου δείξω τις πληγές μου, να σου πω τις αδυναμίες μου. Φοβούμουνα μήπως κέχανα την αγάπη σου, καθώς την έχασα τώρα. Κ' έτσι, χθες το βράδυ εσύ κατέστρεψες εκείνο που η γυναίκα αυτή ζήτησε από μένα· δεν ήταν τίποτε κατά σε ό,τι εκείνη μου πρόσφερε. Μου πρόσφερεν ασφάλεια, ησυχία, σταθερότητα. Το νεανικό μου το αμάρτημα, που το νόμιζα για θαμμένο, ωρθόθηκε τώρα μπροστά μου, φρικαλέο, τρομερό, με τα χέρια του στο λαιμό μου. Μπορούσα να το σκοτώσω για πάντα, να το στείλω πίσω στο μνήμα του, ν' αφανίσω κάθε του σημάδι, να κάψω τη μόνη μαρτυρία εναντία μου. Εσύ μ' εμπόδισες. Κανείς άλλος παρά εσύ, το ξέρεις. Και τώρα τι άλλο με περιμένει παρά του κόσμου η καταφρόνια, το τρομερόν αίσχος, η κοροϊδία του κόσμου, μια μονάχη ατιμασμένη ζωή, κ' ένας μια μέρα, ίσως, ατιμασμένος θάνατος; Ας μη κάνουνε πεια οι γυναίκες ιδανικά τους τους άνδρες! ας μη τους ανεβάζουνε απάνω σε βωμούς και να γονατίζουνε μπροστά τους, γιατί μπορούν να καταστρέψουν άλλες υπάρξεις ολότελα καθώς εσύ — εσύ που τόσο παράφορ' αγαπούσα — κατέστρεψες τη δική μου!
(Διαβαίνει το δωμάτιο. Η Λαίδη Τσίλτερν ορμά κατ' επάνω του. μα η θύρα κλει μόλις φθάση εκεί. Ωχρή από ψυχικόν πόνο, ταραγμένη, απροστάτευτος, λυγίζεται καθώς φυτό μέσ' στα νερά. Τα χέρια της, ανοιγμένα, φαίνονται ως να τρέμουν στον αέρα, καθώς άνθη στον άνεμο. Ύστερα ρίπτεται κάτω δίπλα στο σοφά και κρύβει το πρόσωπό της. Οι λυγμοί της είναι ίδιοι με λυγμούς παιδιού).
Α Υ Λ Α I Α
ΠΡΑΞΙΣ Γ'.
ΣΚΗΝΗ
Το σπουδαστήριον τον Λόρδου Γκόαριγκ. Δεξιά είνε η θύρα που φέρνει στην τραπεζαρία. Αριστερά η θύρα του καπνιστηρίου. Δυο θύρες που διπλώνονται στα οπίσω, ανοίγουν στο σαλόνι. Η φωτιά ανάβει. Ο Φιππς, ο οικονόμος, ταξιθετεί μερικές εφημερίδες επάνω στο γραφείο. Το διακριτικό του Φιππς είναι η απάθειά του. Οι αισθηματικοί τον αποκαλούν Ιδανικόν Οικονόμον. Η Σφιγξ δεν είναι τόσο μυστηριώδης. Για την πνευματική ή την αισθηματική ζωή του, η ιστορία τίποτε δε ξέρει. Αυστηρότατος σε όλους τους τύπους.
(Μπαίνει ο Λόρδος Γκόαριγκ με φράκο και σπάνιο άνθος στη κομβότρυπα. Φορεί μεταξένιο καπέλλο και λευκογαντομένος κρατεί μπαστούνι Λουδοβικίου 16ου. Ακολουθεί τον συρμόν με την πιο λεπτή φιλαρέσκεια. Καταλαβαίνει κανείς πως ο Λόρδος Γκόαριγκ βρίσκεται σε άμεσο σχέσι με τη νεωτέρα ζωή, και πως είναι κύριος αυτής. Είναι ο πρώτος κομψευόμενος φιλόσοφος στην ιστορία της σκέψεως).
Λόρδος Γκόαριγκ. Μούφερες και τάλλο άνθος Φιππς;
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε. (Παίρνει το καπέλλο του, το μπαστούνι και το κασκόλ, και παρουσιάζει το άνθος μέσα σε δίσκο).
Λόρδος Γκόαριγκ. Έν αρκετά χαρακτηριστικό πράμα, Φιππς. Εγώ είμαι ο μόνος από τους τιποτένιους του Λονδίνου που βάζω άνθος.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε. Το παρετήρησα.
Λόρδος Γκόαριγκ. (Βγάζει το παλαιό άνθος). Κύτταζε, Φιππς. Μόδα είν' εκείνο που φορεί κανείς. Ο,τι δεν είναι μόδα είναι εκείνο που φορεί όλος ο άλλος κόσμος.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Απαράλλακτα όπως προστυχιά είν' απλώς η διαγωγή όλου του άλλου κόσμου.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ.{Βάζει το νέο άνθος). Και ψευδολογία είναι, η αλήθεια όλου του άλλου κόσμου.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Όλος ο άλλος κόσμος είν' απαίσιος. Η μόνη υποφερτή κοινωνία είν' ο εαυτός μας.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Το ν' αγαπά κανείς τον εαυτό του είναι η αρχή ενός παντοτεινού ρωμάντσου, Φιππς.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. (Κυττάζει τον εαυτό του μέσα στον καθρέφτη). Μη Θαρρείς πως μ' αρέσει και πολύ αυτό τ' άνθος, Φιππς. Με κάμνει σχεδόν να φαίνομαι λιγάκι παραπάνω γέρος. Με κάμνει σχεδόν να φαίνομαι μεσόκοπος, αι, Φιππς;
Φιππς. Δε βλέπω καμμιά μεταβολή στο εξωτερικό της εξοχότητός σας.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δε βλέπεις, Φιππς;
Φιππς. Όχι, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Δεν είμαι πολύ βέβαιος. Στο εξής θέλω να μου φέρνης ένα πιο κοινό άνθος, Φιππς, κάθε Τρίτη βράδυ.
Φιππς. Θα μιλήσω στην ανθοπώλιδα, μυλόρδε μου. Της απέθανε κάποιος συγγενής της τώρα τελευταία, και γι' αυτό ίσως δε μπόρεσε να φέρη από τ' άνθη που προτιμάτε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Έν' αρκετά παράδοξο πράγμα συμβαίνει με τες κατώτερες τάξεις στο Λονδίνο — συχνά χάνουνε τους συγγενείς τους.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε! Σ' αυτό είναι υπερβολικά ευτυχισμένοι.
Λόρδος Γκόαριγκ. (Στρέφει και τον κυττάζει. Ο Φιππς μένει απαθής), Μμ! Έχω κανένα γράμμα, Φιππς;
Φιππς. Τρία, μυλόρδε μου. (Δίνει τα γράμματα μέσα σε δίσκο).
Λόρδος Γκόαριγκ. (Παίρνει τα γράμματα). Θέλω το αμάξι μου σε είκοσι λεπτά.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε. (Πηγαίνει προς την θύρα).
Λόρδος Γκόαριγκ. (Κρατεί ψηλά ένα γράμμα μέσα σε τριανταφυλλί φάκελλο). Άκουσ' εδώ, Φιππς! Πότε ήρθε αυτό το γράμμα;
Φιππς. Μου τόδωκαν στο χέρι ύστερ' από λίγο που η εξοχότητά σας πήγε στη λέσχη.
Λόρδος Γκόαριγκ. Πολύ καλά. (Ο Φιππς βγαίνει έξω). Το γράψιμο της Λαίδης Τσίλτερν και το τριανταφυλλί χαρτί της Λαίδης Τσίλτερν. Αυτό είν' αρκετά περίεργο, θαρρούσα πως ο Ροβέρτος θάγραφε. Απορώ τι νάχη τάχα η Λαίδη Τσίλτερν να μου πη; (Κάθεται στο γραφείο, ανοίγει το γράμμα και το διαβάζει). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας, Γερτρούδη». (Αφήνει κάτω το γράμμα με βλέμμα απορίας. Κατόπιν το παίρνει και το ξαναδιαβάζει σιγαλά). «Σας χρειάζομαι. Σας εμπιστεύομαι. Έρχομαι κοντά σας». Θα τ' ανεκάλυψε λοιπόν όλα. Δυστυχισμένη γυναίκα! (Βγάζει το ρολόγι και το παρατηρεί). Μα τι ώρα θάρθη; Δέκα τώρα η ώρα! θ' αναγκασθώ λοιπόν να μη πάγω στον Μπεκσάιαρ. Είναι τέλος πάντων ωραίο να περιμένεσαι και να μη φθάνης. Δεν με περιμένουνε στον χορό των μπάτσελορς άρα θα πάγω κει χωρίς άλλο. Θα την κάνω αυτή την κυρία Τσίλτερν να παρασταθή του ανδρός της. Αυτό πρέπει να κάνη κάθε γυναίκα. Είναι η ηθικοποίησις των γυναικών που κάνει τον γάμον τόσο απελπιστικόν, μονομερή θεσμόν. Δέκα η ώρα. Έπρεπε τώρα να είναι δω. Πρέπει να παραγγείλω στον Φιππς αν έρθη κανείς άλλος και με ζητήση να πη πως δεν είμαι σπίτι. (Πηγαίνει προς το κουδούνι).
(Μπαίνει ο Φιππς).
Φιππς. Ο Λόρδος Κάβερσιαμ.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ω, γιατί πάντα οι γονείς να φθάνουνε στην ακατάλληλη ώρα; Κάποιο περίεργο λάθος της φύσεως, υποθέτω. (Μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ). Χαίρω πάρα πολύ που σας βλέπω, αγαπητέ μου πατέρα. (Πηγαίνει να τον προϋπαντήση).
Λόρδος Κάβερσιαμ. Βγάλε μου το παλτό.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αξίζει τον κόπο, πατέρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ. Βέβαια κι' αξίζει τον κόπο, κύριε. Ποια είναι η πιο αναπαυτική καρέκλα που έχεις εδώ μέσα;
Λόρδος Γκόαριγκ. Αυτή, πατέρα. Είναι η καρέκλα που κάθουμ' εγώ, σαν έχω ξένους.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Σας ευχαριστώ. Δεν υπάρχει ρεύμα, ελπίζω, σ' αυτό το δωμάτιο;
Λόρδος Γκόαριγκ. Όχι, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ. (Κάθεται). Χαίρω πολύ. Δεν μπορώ να υποφέρω τα ρεύματα. Σπίτι δεν έχουμε ρεύματα.
Λόρδος Γκόαριγκ. Έχετε αρκετούς καυγάδες, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Αι; Αι; Δε καταλαβαίνω τι θέτε να πήτε. Θέλω να μιλήσω μαζί σας σοβαρά, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Αγαπητέ μου πατέρα! Τέτοια ώρα;
Λόρδος Κάβερσιαμ. Κάλλιστα, κύριε, είναι μόλις δέκα η ώρα; Είναι νομίζω πολύ κατάλληλη η ώρα!
Λόρδος Γκόαριγκ. Η αλήθεια είναι, πατέρα, πως σήμερα δεν είναι η μέρα μου που μιλώ σοβαρά, Λυπούμαι πάρα πολύ, μα δεν είναι η μέρα μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Τι θέλετε να πήτε, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ. Όλο το διάστημα της Σαιζόν, πατέρα, μιλώ μονάχα σοβαρά την πρώτη Τρίτη κάθε μηνός, από τις τέσσαρες ως τις επτά.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Καλά, υπόθεσε πως είναι Τρίτη, κύριε, υπόθεσε πως είναι Τρίτη.
Λόρδος Γκόαριγκ, Μα είναι περασμένες οι επτά, πατέρα, κι' ο γιατρός μου λέει πως δεν πρέπει να κάνω σοβαρές κουβέντες ύστερ' από τις επτά. Αυτό με κάνει να μιλώ τη νύχτα στον ύπνο μου.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Να μιλείς στον ύπνο σου κύριε: Μα τι πειράζει; Δεν είσαι παντρεμένος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Όχι, πατέρα, δεν είμαι παντρεμένος.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Μμ! Γι' αυτό ακριβώς ήρθα να σου μιλήσω, κύριε. Πρέπει να παντρευτής, κι' αμέσως μάλιστα. Γιατί, σαν ήμουν εγώ στην ηλικία σου, κύριε, έμεινα απαρηγόρητος χήρος για τρεις μήνες, κ' εν τω μεταξύ τάφτιαξα με τη θαυμάσια μητέρα σου. Βάλτο καλά στο νου σου, κύριε, είναι καθήκο σου να παντρευτής. Δε μπορείς πάντα να ζης για τη διασκέδασι. Κάθε άνθρωπος που έχει μια κοινωνική θέσι σήμερα είναι παντρεμένος. Οι μπάτσελορς δεν είναι της μόδας πεια. Αυτοί είναι ελεεινοί άνθρωποι. Ο κόσμος δα τους ξέρει πολύ καλά. Πρέπει να πάρης μια γυναίκα, κύριε. Κύτταξε σε ποιο σημείο έφθασε ο φίλος σου ο Ροβέρτος Τσίλτερν με την τιμιότητα, την εργατικότητα, και τον φρόνιμο γάμο που έκανε με μια καλή γυναίκα. Γιατί δεν τον μιμήσαι, κύριε; Γιατί δεν τον έχεις για παράδειγμα;
Λόρδος Γκόαριγκ. Κομίζω πως θα το κάνω πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Σου εύχομαι να το κάνης, κύριε. Τότε θάμαι ευτυχής. Τώρα όμως, εξ αιτίας σου, κάνω κ' εγώ τη καϋμένη τη μητέρα σου να λυπήται. Είσαι άκαρδος, κύριε είσαι άκαρδος.
Λόρδος Γκόαριγκ. Όχι ελπίζω, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Κι' έφθασε πεια ο καιρός σου να παντρευτής. Είσαι τώρα τριαντατεσσάρων ετών, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Ναι, πατέρα, μα φαίνομαι μονάχα τριανταδυό — τριάντα ενός και μισό όταν έχω ένα αληθινά ωραίο άνθος. Αυτό που έχω τώρα δεν είναι...και πολύ κοινό άνθος.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Σου λέω πως είσαι τριαντατεσσάρων, κύριε. Κι' εκτός αυτού, μέσα στο δωμάτιο σου φυσά ρεύμα που κάνει τη διαγωγή σου πιο χειρότερη. Γιατί μούπες πως δεν υπάρχει ρεύμα κύριε; Νοιώθω το ρεύμα, κύριε, το νοιώθω πολύ καλά.
Λόρδος Γκόαριγκ. Κι' εγώ το ίδιο, πατέρα. Είναι φοβερό ρεύμα. Θάρθω να σε δω αύριο, πατέρα. Μπορούμε να μιλήσουμε για ό,τι θες. Άφησέ με να σου βοηθήσω να βάλης το παλτό σου, πατέρα.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Όχι, κύριε. Ήρθα δω απόψε με ωρισμένο σκοπό, και πρέπει να τελειώσουμε με κάθε θυσία και της υγείας μου και της υγείας σου. Άφησε κάτω το παλτό, κύριε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Βέβαια, πατέρα. Μα έλα να πάμε σάλλο δωμάτιο. (Χτυπά το κουδούνι). Εδώ μέσα φυσάει φοβερό ρεύμα. (Μπαίνει ο Φιππς). Φιππς, ανάβει καλή φωτιά μες στο καπνιστήριο;
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Έλα κει μέσα, πατέρα· τα φταρνίσματά σου σπαράσσουνε καθαυτό την καρδιά.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Καλά, κύριε, έχω δικαίωμα να φταρνίζωμαι σαν θέλω;
Λόρδος Γκόαριγκ. (Απολογητικά). Βεβαιότατα, πατέρα. Εγώ απλώς εξέφρασα συμπάθεια.
Λόρδος Κάβερσιαμ. Ω, ψευδοσυμπάθεια. Από τέτοιου είδους συμπάθειες ο κόσμος σήμερα είναι μαθημένος.
Λόρδος Γκόαριγκ, Συμφωνώ πληρέστατα μαζί σας πατέρα. Αν υπήρχε λιγότερη συμπάθεια στον κόσμο θα υπήρχαν και λιγώτερες πικρίες.
Λόρδος Κάβερσιαμ. (Πηγαίνοντας προς το καπνιστήριο). Αυτό είναι παραδοξολογία, κύριε· μισώ τις παραδοξολογίες.
Λόρδος Γκόαριγκ. Κι' εγώ το ίδιο, πατέρα. Όπου πάει κανείς σήμερα θ' ακούση και μια παραδοξολογία. Είναι μεγάλος μπελάς. Αυτό δείχνει σε ποια κοινωνία ζούμε.
Λόρδος Κάβερσιαμ. (Στρέφει και κυττάζει το γυιό του ανάμεσα από τα πυκνά φρύδια του). Καταλαβαίνεις πάντα εκείνο που λες, κύριε;
Λόρδος Γκόαριγκ. (Ύστερ' από μικρόν δισταγμόν). Ναι, πατέρα, αν ακούω προσεκτικά.
Λόρδος Κάβερσιαμ (Με αγανάκτησι). Αν ακούης προσεκτικά!... Φαντασμένο παλιόπαιδο!
(Διευθύνεται προς το καπνιστήριο μουρμουρίζοντας. Μπαίνει ο Φιππς).
Λόρδος Γκόαριγκ. Φιππς, θάρΘη μια κυρία να με δη απόψε για ένα ιδιαίτερο ζήτημα. Οδήγησέ τηνε στο σαλόνι σαν έλθη. Καταλαβαίνεις;
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Είναι για ένα ζήτημα πολύ σοβαρό, Φιππς.
Φιππς. Καταλαβαίνω, μυλόρδε.
Λόρδος Γκόαριγκ. Για κανένα λόγο δεν πρέπει κανείς άλλος να μπη μέσα, Φιππς.
Φιππς. Καταλαβαίνω, μυλόρδε. (Το κουδούνι χτυπά).
Λόρδος Γκόαριγκ. Α! Αυτή μπορεί νάνε. Θα τη δω γω ο ίδιος.
(Καθώς πηγαίνει προς την θύρα μπαίνει ο Λόρδος Κάβερσιαμ από το καπνιστήριο). Λοιπόν, κύριε; Θα σε περιμένω εδώ ακόμη πολύ;
Λόρδος Γκόαριγκ (Υπερβολικά σαστισμένος). Μια στιγμή, πατέρα. Συγχώρησέ μου. (Ο Λόρδος Κάβερσιαμ γυρίζει πίσω). Λοιπόν θυμού τες οδηγίες που σούδωκα, Φιππς — σ' εκείνο το δωμάτιο.
Φιππς. Μάλιστα, μυλόρδε.
Ο Λόρδοι Γκόαριγκ μπαίνει στο καπνιστήριο. Ο Χάρωλτ, ο υπηρέτης, εισάγει την Κυρία Σιέβελεϋ. Καθώς Λάμια ντυμένη αργυροπράσινα. Παλτό, από μαύρο ατλάζι, φοδραρισμένο με τριανταφυλλί μεταξωτό ανοικτού χρώματος).
Χάρωλτ. Τόνομά σας, μαντάμ;
Κυρία Σιέβελεϋ. (Στον Φιππς ο οποίος προχωρεί προς αυτήν). Δεν είν' εδώ ο Λόρδος Γκόαριγκ; Μου είπαν πως είναι μέσα.
Φιππς. Η εξοχότητά του έχει τώρα δουλειά μέσα με το Λόρδο Κάβερσιαμ μαντάμ.
(Γυρίζει και κυττάζει με ψυχρό, γυαλένιο μάτι τον Χάρωλτ, ο οποίος αμέσως φεύγει).
Κυρία Σιέβελεϋ. (Στον εαυτό της). Τι υική στοργή!
Φιππς. Η εξοχότητά του μούπε να σας παρακαλέσω, μαντάμ να λάβετε την καλωσύνη να τον περιμένετε στο σαλόνι. Η εξοχότητά του θα σας συναντήση εκεί.
Κυρία Σιέβελεϋ. (Με βλέμμα εκπλήξεως). Ο Λόρδος Γκόαριγκ περιμένει εμέ;
Φιππς. Μάλιστα μαντάμ.
Κυρία Σιέβελεϋ. Είστε τελείως βέβαιος;
Φιππς. Η εξοχότητά του μούπε πως αν έρθη καμμιά κυρία πρέπει να την παρακαλέσω να περιμένη στο σαλόνι. (Πηγαίνει προς την θύρα του σαλονιού και την ανοίγει). Αυτές ήταν οι οδηγίες που μούδωκεν η εξοχότητά του.