Part 9
Εξ ολίγων τεμαχίων σκελετού και πολλών συμπερασμάτων κατώρθωνεν ο Κουβιέρος ν' αναπλάση ολόκληρον προκατακλυσμιαίον ζώον από της προβοσκίδος μέχρι της ουράς και ου μόνον την μορφήν, αλλά και τα ήθη ν' αναστήση του θηρίου, άτινα ούτε οστά έχουσιν ούτε άλλο κανέν μαρτύριον του ποιού αυτών κληροδοτούσιν εις τα μουσεία. Μόνον διά τοιαύτης επαγωγικής μεθόδου φαίνεται ημίν δυνατή ουχί βεβαίως η ανάπλασις της εικόνος ομηρικής ηρωίδος, περί ης ο ποιητής ουδέν άλλο έκρινεν εύλογον να μνημονεύση, ειμή μόνον ότι εγένετο αφορμή του θανάτου πλείστων ηρώων και δεν ενθυμούμεθα πόσων ημιόνων, λησμονήσας να πληροφορήση καν ημάς, ως περί των λοιπών, αν ξανθοπλόκαμος ήτο ή μελαγχροινή, αλλ' η λύσις σπουδαίας τινός απορίας, περί ης μάτην παίδες όντες ηρωτώμεν τους διδασκάλους, και μάτην έπειτα ανεδιφήσαμεν το αμέτρητον πλήθος των ομηρολόγων. Είναι δε αύτη η εξής: Ακούσης άρα της θυγατρός του ήλθεν ο Χρύσης εις το στρατόπεδον των Αχαιών, κομίζων λύτρα και ικετεύων τον λαόν και τους βασιλείς ν' απολύσωσιν αυτήν, ή τουναντίον έπραξε ταύτα παρακινηθείς υπ’ αυτής της Χρυσηίδος; Δύσκολον τω όντι φαίνεται ημίν να πιστεύσωμεν ότι, αν έστεργεν αύτη την τύχην της παρά τω Αγαμέμνονι, ήθελεν αποφασίση ο Χρύσης, ο κάλλιστα γνωρίζων τας μεταξύ τούτου και της θυγατρός του σχέσεις, και ταύτην να λυπήση και του βασιλέως να διεγείρη την οργήν τούτο δε ενώ άπασα ήδη η παραλία και αυτός ο ναός του Απόλλωνος ήτο υπό το κράτος των Αχαιών και του παντοδυνάμου εραστού της Χρυσηίδος, ης η επιρροή ηδύνατο τα μέγιστα να ωφελήση και τον Χρύσην και τον ναόν, ου ήτο ιερεύς, και ολόκληρον την δουλωθείσαν χώραν. Αφ' ετέρου όμως δυσεξήγητον φαίνεται, αν τη υποκινήσει της θυγατρός υποθέσωμεν ενεργήσαντα τον Χρύσην, πώς ούτε ήλθεν εις το στρατόπεδον ούτε εφρόντισε περί λύτρων ευθύς μετά την αιχμαλωσίαν της θυγατρός, ότε η πικρία του χωρισμού ήτο φυσικώ τω λόγω πολύ δριμυτέρα, αλλά μόνον αφού την λύπην ταύτην εμετρίασεν ο χρόνος και η μακρά μετά του Αγαμέμνονος συμβίωσις; καθότι μόνον μετά το δέκατον έτος της πολιορκίας εσκέφθη ο ιερεύς να μεταβή προς τους Αχαιούς μετά των λύτρων, αι δε πέριξ πόλεις, εν αις η Χρύσα, είχον υποδουλωθή από του πρώτου έτους του πολέμου. Πολύ λοιπόν ανακόλουθον και αναξίαν του απονεμηθέντος αυτή υπό του Αγαμέμνονος επί φρονήσει επαίνου πρέπει να υποθέσωμεν την κόρην ταύτην, την πρότερον μεν στέργουσαν αιχμαλωσίαν και την πρόσφατον στέρησιν του πατρός και της πατρίδος, έπειτα δε ενθυμηθείσαν ταύτην και χαλεπαίνουσαν μετά δέκα όλα έτη. Ενώ δε ουδεμία γυνή χωρίζεται μετά μακράν συνοίκησιν άνευ λύπης από του τυχόντος εραστού, έτι μάλλον ανεξήγητος φαίνεται η προθυμία προς εγκατάλειψιν ανδρός ενδοξοτάτου, βασιλεύοντος εφ' απάντων των Ελλήνων και κυρίου, ου μόνον της Χρυσηίδος, αλλά και του πατρός και της πατρίδος αυτής. Ου μόνον δε ένδοξος και ανδρείος βασιλεύς ήτο ο Αγαμέμνων, αλλ' όπερ δι' ερωμένην σπουδαίον, και νέος και ευειδής, ως πληροφορεί ημάς ο Όμηρος προσεικάζων αυτόν προς τον Δία, και τοιούτος ων τοσούτον μετά δεκαετή σχέσιν ηγάπα ακόμη την Χρυσηίδα, ώστε ουδόλως εδίστασε να ομολογήση εν πληθούση εκκλησία του λαού ότι την προτιμά της ιδίας αυτού γυναικός. Τοιαύτης επιζήλου θέσεως και τοιούτων αγαθών επρόκειτο να παραιτηθή η Χρυσηίς όπως επιστρέψη εις την δούλην αυτής πατρίδα και νυμφευθή πιθανώς δούλον τινα του Αγαμέμνονος. Ουδέ δύναται να εξηγήση τοιαύτην διαγωγήν μόνη η δυσφορία επί τη αιχμαλωσία, αφού βλέπομεν την Βρισηίδα αγαπώσαν τον Αχιλλέα, καίτοι ούτος εφόνευσε τον πατέρα και τους αδελφούς αυτής, ενώ ουδέν τοιούτο φαίνεται πράξας ο Αγαμέμνων. Εκ πάντων τούτων άγεταί τις να πιστεύση ότι, αν δύσκολον ήτο να ζητήση ο Χρύσης παρά των Αχαιών άκουσαν την θυγατέρα, έτι δυσκολώτερον φαίνεται ότι επεθύμει τω όντι την οίκαδε επιστροφήν η Χρυσηίς, η ουδένα έχουσα προς τούτο εν τω ποιήματι αναφερόμενον λόγον. Πάντη λοιπόν ανεπίδεκτος λύσεως ήθελεν είνε η απορία, αν δεν επετρέπετο ημίν να υποθέσωμεν, ότι, ως πλείστοι άλλοι ποιηταί, ούτω και ο Όμηρος πολλά μεν εξηγεί ο ίδιος τω αναγνώστη, περί πολλών όμως άλλων σιωπά αφίνων εις αυτόν την λύσιν του ποιητικού γρίφου. Η λύσις αύτη συνίσταται ενταύθα εις την εξεύρεσιν των λόγων, οίτινες ηδύναντο να πείσωσι φρόνιμον και προνοητικήν γυναίκα, οία παρίσταται ημίν η Χρυσηίς, να προτιμήση ταπεινόν και άδοξον βίον της λαμπράς θέσεως, ην παρείχον αυτή η εύνοια του πρώτου μεταξύ των Αχαιών. Πάντα τα ενόντα έχοντες υπ' όψιν κλίνομεν να πιστεύσωμεν, ότι ουχί την θέσιν αυτής ευρίσκουσα δυσάρεστον και αλλαγήν επιθυμούσα παρεκίνησε τον πατέρα αυτής να την λυτρώση η Χρυσηίς, αλλά πολύ μάλλον φοβουμένη μη ταχέως, ήτοι μετά την άλωσιν της Τροίας, η θέσις αύτη μεταβληθή. Κατ' αρχάς μεν ηρέσκετο, ως φαίνεται, μένουσα παρά τω Αγαμέμνονι, δι' ους ανωτέρω εξεθέσαμεν λόγους, ευχαριστούσα τους θεούς ότι έπεσεν εις χείρας βασιλέως και ουχί αδοξοτέρου τινός δεσπότου, ώστε ουδόλως εφρόντιζε περί λύτρων εγγιζούσης όμως της καταστροφής του ηρωικού δράματος, εφοβείτο πιθανώς την εις Άργος επιστροφήν, πληροφορηθείσα οποίος της ήτο ο οίκος του Αγαμέμνονος και πόση η ωμότης και το θράσος της Κλυταιμνήστρας. Ότε λοιπόν εφαίνετο πλησιάζων ο πόλεμος εις το τέρμα και λόγος εγίνετο ότι επ' ολίγον μόνον χρόνον ηδύναντο οι πολιορκούμενοι ν' αντιστώσιν εις τας εφόδους των Αχαιών, δεν έκρινε φρόνιμον να περιμείνη την άλωσιν του Ιλίου, καλώς γνωρίζουσα ότι την μεν επιούσαν της νίκης καθίστανται υπερφίαλοι και άκαμπτοι οι νικηταί, ενώ την προτεραίαν κρισίμου μάχης εισίν ως επί το πολύ δεισιδαίμονες και προθυμότεροι εις το να εξευμενίσωσι διά πάσης θυσίας τον Θεόν. Ταύτα αναλογιζομένη παρεκίνησε κατά την τελευταίαν ώραν τον πατέρα να ζητήση εν ονόματι του Απόλλωνος την απόδοσιν αυτής παρά των Αχαιών. Προς ενίσχυσιν τούτων πρέπει να προσθέσωμεν, ότι ουδόλως κατά πάσαν πιθανότητα ηγνόει η Χρυσηίς ότι εγυναικοκρατούντο οι Ατρείδαι, αι δε σύζυγοι αυτών εμεγαλοφρόνουν ου μόνον διά το κάλλος, αλλά και την καταγωγήν καθότι οι μεν άνδρες ήσαν απλοί Πελοπίδαι και επήλυδες εις Ελλάδα, αύται δε Αχαιίδες, θυγατέρες του Τυνδάρεω και της Λήδας, αδελφαί των τέκνων του Διός Κάστορος και Πολυδεύκους και θείαι του αρίστου των Ελλήνων Μελεάγρου. Και ταύτα αν ηγνόει η Χρυσηίς, αδύνατον ήτο να μη γνωρίζη τουλάχιστον οποίον ήτο το φρόνημα της Ελένης και κατά πόσον υπερείχεν αύτη του Μενελάου, ον περιεφρόνησε προς ικανοποίησιν ερωτικής φαντασιοπληξίας και μετ' αυτού τον Αγαμέμνονα και πάντας της Ελλάδος τους βασιλείς, τους αθρόους εν τούτοις χάριν αυτής μεταβάντας εις την Ασίαν. Ο δε Μενέλαος ου μόνον προ της ύβρεως εθεράπευεν ως ανωτέραν αυτού την Ελένην, αλλά και ανακτήσας αυτήν έπειτα αιχμάλωτον και πάλιν εγυναικοκρατείτο. Τοιαύτην ούσαν ήκουε και την Κλυταιμνήστραν, και έτρεμεν αναλογιζομένη την εκδίκησιν αυτής η θυγάτηρ του Χρύσου. Ο δε φόβος ούτος ήτο κατά τοσούτον μάλλον εύλογος, καθ' όσον ο Αγαμέμνων, είτε επαιρόμενος διά την αρχήν είτε εξ απερισκεψίας, ητίμασε δημοσία την Κλυταιμνήστραν, κηρύξας ότι προτιμά αυτής και κατ' ουδέν της συζύγου του κατωτέραν θεωρεί δορυάλωτον δούλην. Οι τοιούτοι απρεπείς λόγοι ήσαν ικανοί να εμπνεύσωσιν ου μόνον δικαιότατον φόβον εκδικήσεως της ζηλοτύπου βασιλίσσης, αλλά και ικανήν ανησυχίαν περί της μελλούσης διαγωγής αυτού του Αγαμέμνονος· πώς δηλ. ήθελε μεταχειρισθή, αν έπαυεν ο έρως, απλήν δούλην, ο ούτως ασεβώς εξυβρίσας των τέκνων του την μητέρα; Μόναι αι ανόητοι χαίρουσι βλέπουσαι τους εραστάς ατιμάζοντας χάριν αυτών της καρδίας των τους προκατόχους, ενώ αι έχουσαι νουν τρέμουσιν αναλογιζόμενοι, ότι ενδέχεται κακείναι χάριν άλλης γυναικός ν' ατιμασθώσι μετ' ολίγον. Αλλά και δι' αυτήν την Χρυσηίδα υβριστικός ήτο ο τρόπος του Αγαμέμνονος, όστις εν τη ακμή ευρισκόμενος του έρωτος, δεν εφείσθη χάριν αυτής του γέροντος ιερέως, αλλ' απεδίωξε βαναύσως της ερωμένης τον πατέρα, ουδόλως παραμυθήσας ή καθησυχάσας αυτόν περί της τύχης της θυγατρός, αλλ' επειπών τους και διά ταύτην υβριστικούς τούτους λόγους:
την δ’ εγώ ου λύσω· πριν μην και γήρας έπεισιν ημετέρω ενί οίκω εν Αργεί, τηλόθι πάτρης, ιστόν εποιχομένην και εμόν λέχος αντιόωσαν.
Πώς άρα ήθελε μεταχειρισθή αυτήν γηράσασαν ο εν τη ακμή του κάλλους της και του πάθους του ούτω περί αυτής ομιλών; Ταύτα έχοντες υπ' όψιν, δυνάμεθα να εννοήσωμεν την επιθυμίαν της Χρυσηίδος όπως αποφύγη την επιφυλαττομένην αυτή τύχην. Πόσον δε δίκαιον είχε τοιαύτα προβλέπουσα, απέδειξαν μετ' ολίγον τα εις την Κασσάνδραν και αυτόν τον Αγαμέμνονα εν Άργει συμβάντα. Αξία δε τω όντι θαυμασμού είνε η φρόνησις νεαράς γυναικός, μη θαμβουμένης εκ της λάμψεως ούτε της βασιλείας, ούτε της δόξης, ούτε του κάλλους, ουδέ των άλλων προτερημάτων του εραστού και της θέσεως, ην ούτος παρείχεν αυτή, αλλά προϊδούσης και αποφυγούσης τα μετέπειτα, ως ήρμοζεν εις θυγατέρα ιερέως του Απόλλωνος υπό την σκιάν του βωμού ανατραφείσαν. Αληθές είνε ότι ο Όμηρος δεν παριστά την Χρυσηίδα χαίρουσαν, ότι απεδόθη εις τον πατέρα, ως παρέστησε την Βρισηίδα λυπουμένην και τούτο όμως σωφρονούσα έπραττεν, όπως μη παροξύνη τον Αγαμέμνονα εις παράπονα και φιλονεικίαν, καθότι πασίγνωστον είνε πόσον δυσαρεστότερος είνε εις του ανδρός τον εγωισμόν ο χωρισμός από ερωμένης, ήτις φαίνεται υποτασσομένη εις τούτο μετ' ελαφράς καρδίας. Και τοι όμως ουδέν λέγων ο ποιητής περί της τοιαύτης προθυμίας της Χρυσηίδος, υποδηλοί όμως τούτο διά του στίχου:
ο δ’ εδέξατο χαίρων παίδα φίλην,
καθότι δεν ήθελε χαίρει ο πατήρ αν έβλεπεν αυτήν λυπουμένην, ουδ' ήθελε την ονομάση φ ί λ η ν, αν άκουσα επέστρεφε παρ' αυτώ. Εις τα μαρτύρια ταύτα της φρονήσεως της Χρυσηίδος μία μόνη ίσως ένστασις δύναται ν' αντιταχθή, ότι πάντα τα ανωτέρω εσκέφθη αυτός ο Χρύσης, η δε θυγάτηρ του ουδέν άλλο έπραξεν ή να πεισθή τοις λόγοις και να υπακούση εις την πρόσκλησιν του πατρός. Και τούτο όμως αν υποθέσωμεν, έτι μείζονος θαυμασμού απομένει νέα κόρη πειστικώτερα ευρίσκουσα τα επιχειρήματα γέροντος και αφανούς πατρός από του οποίου έζη από δεκαετίας κεχωρισμένη, ή εραστού κεκτημένου οία ο Αγαμέμνων προσόντα, τα ικανά όντα να θαμβώσωσι τους οφθαλμούς και να φράξωσιν εις τας συμβουλάς της φρονήσεως πάσης άλλης κόρης τα ώτα. Και της τοιαύτης όμως μοναδικής παρά νεάνιδι φρονήσεως θαυμαστοτέρα φαίνεται ημίν η τέχνη του Ομήρου, όστις, ουδαμού του έπους αυτού ούτε έργου τινός ούτε απλού λόγου μνημονεύσας της Χρυσηίδος, κατώρθωσεν εν τούτοις να καταστήση ούτως εύκολον διά μικράς σκέψεως την πλήρη ανάπλασιν της ηθικής αυτής εικόνος.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΟΜΟΓΕΝΟΥΣ
Μη θέλοντες ν' αποκαλύψωμεν τίνι τρόπω έπεσεν εις χείρας ημών το ημερολόγιον, εξ ου αποσπώμεν τας κατωτέρω σημειώσεις, παρακαλούμεν τον αναγνώστην να υποθέση ότι έπεσεν εις την θάλασσαν, κατεπόθη υπό ιχθύος του Μαΐου, εφιλοξενήθη εν αυτώ επί τριήμερον ως Εβραίος προφήτης και ανευρέθη εκεί υπό της εκπληρούσης παρ' ημίν καθήκοντα αρχιτρικλίνου.
Το ούτως ή άλλως εις την κατοχήν ημών βιβλιάριον είνε δεδεμένον εν μαύρω δέρματι της Ρωσίας, έχει κομψόν μονόγραμμα εν τω μέσω γωνίας αργυράς και σελίδας τριάκοντα τέσσαρας. Εκ τούτων εν πρώτοις μανθάνομεν ότι η γράψασα τας σελίδας ταύτας διά κυανής μελάνης, ή μάλλον διά κυανού δηλητηρίου, δεσποινίς Αργυρώ Πολυχρύσου, μετηνέχθη πέρυσι το φθινόπωρον υπό της μητρός της εκ Φωκαϊκής τινος αποικίας εις την ημετέραν πρωτεύουσαν μετά δραχμών νέων τεσσαράκοντα μυριάδων μετρητών και ισαρίθμων ελπιζομένων, προς άγραν ή μάλλον προς αγοράν συζύγου, και απήλθε το επόμενον έαρ αποκομίζουσα ανέπαφον το ποσόν τούτο, άθικτον την καρδίαν της, περί δε των υποβληθέντων εις την έγκρισιν αυτής μνηστήρων τας κατωτέρω πιστώς αντιγραφομένας εκ του ημερολογίου της σημειώσεις:
«&Δεκεμβρίου 16, 1877&. Απόψε εν τη εσπερίδι της κυρίας Ρ... τέσσαρες μοι επαρουσιάσθησαν υποψήφιοι, διάφοροι κατά το επάγγελμα, την ηλικίαν, την τρίχα και το ανάστημα. Οι κατά πάντα όμως ταύτα διαφέροντες ούτοι κύριοι ωμοίαζον κατά τούτο, ότι η μετά την παρουσίασιν υπόκλισις προ εμού και των τεσσάρων μοι υπενθύμισε την εν τω Μ ω υ σ ή του Ροσίνη προσκύνησιν υπό των Ιουδαίων του χρυσού Μόσχου. Εις ταύτα πρέπει να προσθέσω ότι αι μητέρες, αδελφαί, ή θείοι και άλλοι συγγενείς των κυρίων τούτων μ' εδεξιώθησαν διά μειδιάματος, ομοιάζοντος γονυκλισίαν ενώπιον σάκου ταλλήρων. Εις έκαστον των προσκυνητών έδωκα ανά ένα αντίχορον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν έπαυσαν καίοντες προ εμού θυμίαμα τρίτης ποιότητος, ου αι αναθυμιάσεις ολίγον έλειψε να μοι προξενήσωσι λιποθυμίαν. Εις τον τελευταίον χορευτήν μου, κρίναντα εύλογον να ομιλήση έτι σαφέστερον περί του διακαούς πόθου του περί αποκαταστάσεως, καίτοι ανήκει εις την διπλωματίαν, έδωκα την κατωτέρω συμβουλήν : «Κύριε, η γλώσσα εδόθη υπό του Θεού εις τον άνθρωπον ουχί όπως εκφράζη, αλλ' όπως κρύπτη τους λογισμούς του»· ενώ δε έλεγον ταύτα, διελογιζόμην ότι του κυρίου τούτου η γλώσσα ωμοίαζε χείρα απλουμένην προς αίτησιν βαλλαντίου».
«&Δεκεμβρίου 17&. Εγερθείσα σήμερον την πρωίαν εύρον επί της τραπέζης της αιθούσης ημών ογκώδη ανθοδέσμην, πιθάριον ελαιών της Κορώνης, καπνιστά οψάρια του Μεσολογγίου και δέσμην εντύπων φυλλαδίων. Ταύτα ήσαν τα συνήθη μετά την προσκύνησιν αναθήματα εις τον χρυσούν Μόσχον, δι' ων οι χορευταί έκρινον εύλογον να μοι γνωστοποιήσωσιν ότι κέκτηνται ο μεν κηπάριον παρά τον Ιλισσόν, ο δε ελαιώνα εν Πελοποννήσω, ο τρίτος εξάδελφον βουλευτήν, και ο άλλος φιλολογικήν δόξαν. Οι ιχθύες του Μεσολογγίου μ' εφάνησαν αξιόλογοι εις το πρόγευμα, καίτοι η όσφρησίς μου ανεύρε παρ' αυτοίς ιδιάζουσάν τινα οσμήν, ως ει είχον καπνισθή και ούτοι διά θυμιάματος. Η μάλλον όμως χρήσιμος προσφορά ήτο αναντιρρήτως η φιλολογική, συνισταμένη εκ μιας τραγωδίας, ένδεκα επικηδείων λόγων, λογοδοσίας του συλλόγου Β ύ ρ ω ν ο ς, δύο ομιλιών εν αυτώ περί Αθανασίας και ετέρας περί της καλλιεργείας των μεταξοσκωλήκων. Πάσχουσα προ ετών εκ νευρικής αϋπνίας, καθ' ης απέτυχαν ο Τρουσσώ, οι θρίδακες, ο Πρετεντέρης και η μορφίνη, αντέταξα εις αυτήν μετά πλήρους επιτυχίας τα άπαντα του λογίου μνηστήρος μου. Ως αντίδωρον των ανθέων, των ελαιών, των ιχθύων και της τραγωδίας παρεκάλεσα τον πατέρα μου να στείλη εις έκαστον τον δωρητών ανά μίαν δεκάδα εντόκων γραμματίων του λαχείου του Αμβούργου, άτινα εγένοντο μετ' ευγνωμοσύνης δεκτά».
«&Δεκεμβρίου 25&. Σήμερον διά της κλειδαρότρυπας παρέστην εις όντως διασκεδαστικήν σκηνήν, την παρέλασιν των πληρεξουσίων αντιπροσώπων της τετράδος των μνηστήρων ελθόντων κατά διαδοχήν να ζητήσωσι την χείρα και την προίκα μου. Δύο εκ τούτων, φθάσαντες ενώ ο πατήρ μου απησχολείτο υπό του πρώτου, ηναγκάσθησαν να περιμείνωσιν αντικρυζόμενοι εν τω προθαλάμω. Αν τα βλέμματά των είχον οδόντας, νομίζω ότι ούτε κόκκαλον εξ αυτών δεν ήθελεν απομείνη. Η κατά παραγγελίαν μου απάντησις του πατρός μου εις την τετραπλήν ταυτόσημον διακοίνωσιν υπήρξεν εν &όχι& περιτετυλιγμένον ως καταπότιον αλόης εις ζαχαροκονίαν ευγενών φράσεων ουχ ήττον όμως η εκ της αρνήσεως πικρία φαίνεται υπάρξασα μεγάλη, μεταβαλούσα εν ακαρεί την περί εμού γνώμην των κυρίων τούτων. Η αλώπηξ του μύθου ηρκέσθη να ονομάση όμφακας τας σταφυλάς, τας οποίας δεν ηδύνατο να φθάση· οι αξιότιμοι όμως ούτοι απόγονοι του Περικλέους έθεσαν την επιούσαν εις κυκλοφορίαν, έκαστος ανά μίαν, τας εξής τεσσάρας περί εμού διαδόσεις: α’) ότι μ' έχει βαπτισμένην ο προ τριάκοντα πέντε ήδη ετών αποθανών παπά Κριατζούλας· β') ότι υπό τον στηθόδεμόν μου δεν υπάρχει τίποτε· γ') ότι κατέθεσα εις το εκθετοτροφείον παιδίον μου, έργον του λιμενάρχου Μασσαλίας· δ) ότι οι οδόντες μου είνε έργον του Εvans. Αν δεν εσικχαινόμην τα ακάθαρτα πράγματα, ήθελον εμπήξη αυτούς κατά την πρώτην συνάντησιν εις τας σάρκας του συκοφάντου».
«&Δεκεμβρίου 31&. Ως δώρον της πρώτης του έτους μοι προσέφερεν ο πατήρ μου ίππον, ον μετέβημεν ομού να εκλέξωμεν εις του Παλτόρη. Επιστρέψαντες εις την οικίαν, εύρομεν εκεί άλλην πάλιν προξενήτριαν, μεσολαβούσαν υπέρ ετέρου μνηστήρος. Μετ' απορίας μου παρετήρησα ότι η καλή γυνή, επαινούσα τον υποψήφιόν της, μετεχειρίζετο τας αυτάς ακριβώς φράσεις, τας οποίας και ο Παλτόρης εκθειάζων τας αρετάς του &καρά& του. Ως ο ίππος, ούτω και ο γαμβρός ήτο νέος, υγιής, εύρωστος, ήμερος και ζωηρός. Αυθημερόν το εσπέρας μοι επαρουσιάσθη εν φιλική οικία ο κάτοχος των ανωτέρω προσόντων. Οι απονεμηθέντες αυτώ υπό της μεσίτιδος έπαινοι δεν ήσαν κατ' ουδένα τρόπον υπερβολικοί. Είχε τράχηλον ηράκλειον, στήθος ευρύ, χαίτην στιλπνήν, κνήμην στρογγύλην, βλέμμα ακτινοβόλον, παρειάν στάζουσαν αίμα και φωνήν ομοιάζουσαν χρεμετισμόν· εφαίνετο δε και ικανώς ήμερος, ώστε αν δεν εφοβούμην παρεξήγησιν, ήθελον θωπεύση αυτόν επί του ώμου. Τοιούτος ων, μ' εφάνη ότι ήθελεν είνε λαμπρόν απόκτημα διά το ιπποφορβείον του αδελφού μου. Αφού όμως ωμίλησα επί τέταρτον της ώρας μετά του κυρίου τούτου, επείσθην ότι, αν εχρησιμοποιείτο προς τούτο, υπήρχε κίνδυνος μη γεννηθώσιν ημίονοι εκ των φοράδων».
«&Ιανουαρίου 14&. Αι διασπαρείσαι υπό των αποτυχόντων υποψηφίων φήμαι, ότι είμαι τριακονταέτις, ότι έχω τέκνον εν τω εκθετοτροφείω, το δε στήθος και οι οδόντες μου δεν μοι ανήκουσιν ειμή μόνον δικαιώματι αγοράς, εύρον, φαίνεται, τους παρέχοντας εις αυτάς πίστιν. Χθες τουλάχιστον έξυπνός τις τμηματάρχης ενόμισε καλόν να μοι εκθέση επί ολόκληρον ώραν την ζωηράν αυτού κλίσιν προς το φθινοπωρινόν γυναικείον κάλλος και την διακρίνουσαν τας ιδανικάς παρθένους του μεσαιώνος ατροφίαν του στήθους, πλην δε τούτου την απεριόριστον αυτού επιείκειαν διά τα προδίδοντα ευαίσθητον καρδίαν νεανικά ολισθήματα. Εκ τούτων επείσθην ότι οι θέλοντες πράγματι να μοι αφαιρέσωσι την υπόληψιν των Αθηναίων δεν πρέπει να κατηγορώσι τους οδόντας ή την διαγωγήν μου, αλλά την εμπορικήν θέσιν του πατρός μου».
«&Ιανουαρίου 15&. Το μόνον πράγμα, όπερ δεν κατώρθωσαν ακόμη να χαλάσωσιν οι πολιτικοί της Ελλάδος, είνε αι ωραίαι χειμεριναί ημέραι. Σήμερον το πρωί μετέβην μετά της μητρός μου εις Πειραιά διά του σιδηροδρόμου. Η αμαξοστοιχία ήτο σχεδόν κενή, εν δε τη ημετέρα αμάξη δεν υπήρχε κανείς. Αλλ' εν τούτοις, καίτοι τοιαύτη υπήρχεν ευρυχωρία, ευθύς άμα ανέβημεν, η άμαξα ημών επληρώθη εν ακαρεί εκ προσδραμόντων πανταχόθεν προικοδιωκτών. Πάντες ούτοι προσήλουν επί του υποκειμένου μου βλέμμα ούτως ατενές και πειναλέον, ώστε τότε κατά πρώτον ενόησα τι εννοεί ο Παναγιώτης Σούτσος διά του ρήματος &οφθαλμοτρώγω&. Δύο των κυρίων τούτων έκριναν καλόν να περιποιηθώσι την μητέρα μου, προσποιηθείσαν ότι κοιμάται, ενώ άλλος τις επεχείρησε ν' αποταθή προς την σκύλαν μου Πίσσαν, ήτις όμως έδειξεν αυτώ τους οδόντας ως ειδοποίησιν ότι δεν ομιλεί εις τους μη επισήμως εις αυτήν παρουσιασθέντας. Η τοιαύτη οφθαλμοφαγία εξηκολούθησε καθ' όλην την διάρκειαν του δρόμου μετά τοσαύτης επιμονής, ώστε άμα απέβημεν, έτρεξα μετ' ανησυχίας να ζυγισθώ εις την πλάστιγγα του σταθμού και ευρέθην ελλιπής κατά εκατόν πεντήκοντα δράμια. Το απ' Αθηνών εις Πειραιά ταξείδιον είνε ευτυχώς μόνον δωδεκάλεπτον, ειδεμή, θα ήμην ολόκληρος οφθαλμοφαγωμένη».
Αναβάλλοντες εις επόμενον τεύχος την δημοσίευσιν των επιλοίπων δεκαοκτώ σελίδων του ημερολογίου της δεσποινίδος Πολυχρύσου, συγχαιρόμεθα μεν την καλήν κόρην ότι διέφυγε τας εις την καρδίαν και την προίκα της στηθείσας αυτή παγίδας, αλλ' έτι μάλλον συγχαίρομεν διά την αναχώρησιν αυτής τους Αθηναίους, διότι, αν ολίγον έτι καιρόν διέμενεν ενταύθα, πριν ή φθάσωσι να φάγωσιν αυτήν διά των οφθαλμών, ήθελον αφεύκτως γλωσσοφαγωθή υπ' εκείνης.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΠΙΘΗΚΟΥ
Πώς συμβαίνει, αφού ασπρίσωμεν να ενθυμώμεθα, ως να ήσαν χθεσινά, πράγματα τα οποία πριν αλλάξωμεν τους γαλαθηνούς, κατά το επίθετον του κ. Κόντου, οδόντας μας, πολύ δε ολιγώτερον να ενθυμώμεθα όσα ηκολούθησαν αφού απεκτήσαμεν φρονιμίτας, τούτο είνε ψυχολογικόν φαινόμενον, περί του οποίου έγραψαν οι σοφοί τόσα πολλά, ώστε επόμενον είνε να μένη ακόμη σκοτεινόν. Δεν έχω σκοπόν να επιχειρήσω την λύσιν του, αλλά μόνον να είπω ότι δεν ημπορώ μεν να ορίσω ακριβώς την χρονολογίαν των όσα έχω να διηγηθώ, αλλ' αφού τα ενθυμούμαι καλά πρέπει κατ' ανάγκην να είνε παλαιά.
Προ αμνημονεύτων λοιπόν χρόνων, πριν αξιωθώ να γνωρίσω τον προκείμενον πίθηκον προσωπικώς, ηυτύχησα να τον ίδω εις καλλιτεχνικήν τινα έκθεσιν του Λιβόρνου ζωγραφιστόν. Η εικών ήτο αριστουργηματική και έφερε την υπογραφήν του εξόχου ζωγράφου Ίζολα, ο οποίος δεν εσυνήθιζε να ζωγραφίζη παρά μόνον θεούς, ήρωας, αγγέλους και παναγίας. Πώς λοιπόν εκαταδέχθη καταβαίνων από τον Όλυμπον και τον Χριστιανικόν Παράδεισον να εικονίση πίθηκον; Η λύσις της απορίας είνε ότι ο πίθηκος δεν ήτο φανταστικόν ζώον, αλλ' ακριβές αντίγραφον αληθινού τετραπόδου ανήκοντος εις αυθέντην μυριόπλουτον, τον τραπεζίτην και αρχαιολόγον Δημήτριον Κούστε, δαπανήσαντα τέσσαρας χιλιάδας τάλληρα διά να ζωγραφηθή ο πίθηκος υπό του πρώτου της Ιταλίας ζωγράφου, απαραλλάκτως καθώς και όταν έπαθεν ο ρηθείς πίθηκος κρυολόγημα, εκάλεσε τον πρώτον της Ιταλίας ιατρόν Μπουφαλίνην διά να ποτίση την μαϊμού του χαμόμηλα, θηριακήν και θερμόν οίνον. Πλην της αγάπης προς τον πίθηκον ενυπήρχε πιθανώς εις τούτον και τις κλίσις, ουχί ακριβώς προς επίδειξιν αλλά προς απόδειξιν ότι ηδύνατο διά των εκατομμυρίων του να καταβιβάση μέχρι του πιθήκου του τας κορυφάς της τέχνης και της επιστήμης.
Ο πίθηκος εκείνος του είδους Chimpagi ήτο μεσαίου μεγέθους και ωμοίαζεν εν συνόλω όλους τους πιθήκους. Φαίνεται εν τούτοις ότι η όψις του είχε τι το αριστοκρατικόν, αφού εκ των θαυμαστών της εικόνος άλλος ισχυρίζετο ότι ωμοίαζε του Πρίγμαν Γίτζολη, άλλος προς την κόμησσαν Βαλστόκραν, και τρίτος προς την έξοχον ποιήτριαν κόμησσαν Βαρθολόμην· κατά μεν τους αντιπολιτευομένους ήτο η εικών του ασχημοτάτου πρωθυπουργού, κατά δε τους κυβερνητικούς του δημαγωγού Ματζούσα.
Ενώ έκαστος επειράτο να πιθηκοποιήση όσους δεν ηγάπα, αντήχησεν αίφνης πλησίον του ομίλου φωνή βαθυφώνου, τόσον όμως βαθεία, ώστε εφαίνετο εκπορευομένη εκ των εγκάτων της γης.
— Ο πίθηκος αυτός, κύριοι, έλεγεν η φωνή η ανήκουσα εις αυτόν τον τραπεζίτην και κτήτορα του ζώου Κούστε, δεν ομοιάζει με κανένα παρά μόνον με τον εαυτόν του. Αν τον ευρίσκετε αυτόν ανάξιον να ζωγραφίζεται από τον Ίζολαν και να ιατρεύεται από τον Μπουφαλίνην, σας προσκαλώ να έλθετε το εσπέρας εις την οικίαν μου να τον ίδετε και ελπίζω ν' αλλάξετε γνώμην. Τον λέγουν Θωμάν και είνε σήμερον η εορτή του. Θα αδειάσωμεν μερικάς φιάλας σαμπάνιαν εις την υγείαν του.
Πλην της κενώσεως φιαλών καμπανίτου εις την εορτήν του πιθήκου η αιφνιδία αύτη πρόσκλησις ουδέν είχε το αλλόκοτον ή το παράτυπον. Το Λιβόρνον είνε ή τουλάχιστον ήτο μικρός τόπος και όλοι εγνωρίζοντο ως καλόγηροι του αυτού μοναστηρίου.
Περιττόν νομίζω να περιγράψω την μεγαλοπρέπειαν του Κουστείου μεγάρου· το κυριώτατον αυτού κόσμημα ήσαν καλλοναί ελληνορωμαϊκών αρχαιοτήτων του Ακράγαντος και των Συρακουσών, και ιδίως το νομισματικόν μουσείον. Η διπλή αύτη ιδιότης τραπεζίτου και αρχαιολόγου δεν θέλει φανή, ως πιστεύω, ασυμβίβαστος εις τους αναγνώστας ημών, αφού έχομεν και εν Αθήναις αξιόλογον τοιούτον· επόμενον άλλως είνε οι αγαπώντες, τα νομίσματα ν' αγαπώσιν εκτός των νέων και τα αρχαία.
Πλην όμως αρχαιολογικού ήτο εις το μέγαρον εκείνο και ζωολογικόν μουσείον, ή μάλλον αληθής κιβωτός του Νώε, διότι τα ζώα ήσαν ζωντανά. Είχεν εικοσιεπτά σκύλους παντός είδους και μεγέθους, από του ποιμενικού μολοσσού των Απεννίνων μέχρι του κυναρίου της Μάλτας και της αυλής του βασιλέως της Αγγλίας Καρόλου, και γάτας αναριθμήτους, της Αγκύρας, της Τάρμας, τριχρόους της Ισπανίας και χρυσότριχας της Περσίας. Ο Κούστε δύναται να θεωρηθή Ιωάννης ο πρόδρομος της σήμερον ακμαζούσης γατοφιλίας. Αλλά το προ πάντων αξιοθαύμαστον ήτο η εντός παραρτήματος του υαλοφράκτου θερμοκηπίου μοναδική συλλογή παντοίων υπερποντίων πτηνών από δύο μεγαλοπρεπών στρουθοκαμήλων μέχρι των θαμβούντων την όρασιν μικροσκοπικών κολυβρίων, τα οποία ηδύνατό τις να παρομοιάση προς πετώντας σμαράγδους και σαπφείρους.
Όλον το πτερωτόν, το πτιλωτόν και τριχωτόν τούτο γένος ετρέφετο και υπηρετείτο δαπάνη ιδιαιτέρου προϋπολογισμού, ανερχομένου εις ικανάς χιλιάδας λιρών, τον οποίον παρουσίαζε κατά μήνα ιδιαίτερος υπάλληλος, φέρων τον τίτλον Επιμελητού των ζώων, εις την αυτού εξοχότητα τον βαρώνον Κούστε.