Διηγήματα

Part 8

Chapter 8 5 words Public domain Markdown

«Πάντα όσα μέχρι τούδε σε είπον είνε μικρά, ασήμαντα και ανάξια παντός λόγου, παραβαλλόμενα προς άλλην τινά μυριάκις φοβερωτέραν και αναπόδραστον συνέπειαν της προόδου της επιστήμης και του πολιτισμού. Διά να μ’ εννοήσης καλλίτερα, σπεύδω προς στιγμήν να υποθέσω δυνατήν και μάλιστα προσεχή την πλήρωσιν πασών ανεξαιρέτως των επαγγελιών και αυτών των παραβολωτάτων ονείρων των αισιοδόξων. Παραδέχομαι ότι η πρόοδος της χημείας κατώρθωσε ν' ασφαλίση εις πάντας τροφήν επαρκή και εκλεκτοτάτην· ότι κατωρθώθη η επιδιωκομένη τελεία αντικατάστασις διά μηχανών της εργασίας των βραχιόνων και απαλλαγή της ανθρωπότητος από παντός βαναύσου κόπου· ότι εύρεν η ιατρική αντίδοτον κατά πάσης ασθενείας ή και κατώρθωσε να εξαλείψη από της γης πάσαν νόσον και μαλακίαν διά της τελειοποιήσεως της λεγομένης νοσοφθορίας. Παραδέχομαι, αν θέλης, ότι δύνανται τα πολιτεύματα, οι νόμοι και αι διεθνείς σχέσεις να κανονισθώσι κατά τύπον τοσούτον τέλειον, ώστε να εκλείψη το έγκλημα, ο πόλεμος και παν αδίκημα, ως μη δυνάμενα να προσπορίσωσιν ουδέ κέρδος και μη έχοντα εκ τούτου λόγον υπάρξεως κανένα. Αν γνωρίζης άλλο τι άξιον ευχής, ειπέ το, όπως προσθέσω και τούτο εις το ιδανικόν άθροισμα πάσης ευδαιμονίας. Εγώ δε τούτο μόνον σοι λέγω, ότι αν κατωρθούντό ποτε πάντα ταύτα και επραγματοποιείτο το όνειρον του χρυσού αιώνος, τότε προ πάντων αλλοίμονον και τρις αλλοίμονον εις τους ανθρώπους! Η ασφάλεια και η απαλλαγή από του σωματικού μόχθου υπέρ του επιουσίου άρτου θα παρείχον εις πάντας άνεσιν προς καλλιέργειαν του πνεύματος αυτών. Ο όγκος της εγκεφαλικής μάζης υπ' ουδενός πλέον συνεχόμενος κωλύματος ή ανταγωνισμού ήθελε προβαίνη αυξάνων αδιαλείπτως και απεριορίστως, ενώ η ηδονή του καλοτρώγειν και του μη σκάπτειν θα ηλαττούτο καθ' εκάστην και θα εξέλιπε μετ' ολίγον τελείως. Πασίγνωστον τω όντι και αναμφισβήτητον είνε ότι ουχί καθ' εαυτήν η ευζωία, αλλά μόνον η μετάβασις εις ταύτην από καταστάσεως δυστυχεστέρας είνε ηδονική, όπως και η μετάβασις από της νόσου εις την υγείαν. Όσοι είχον πριν το ευτύχημα να μεταβαίνωσι το εσπέρας από του αγρού ή του εργοστασίου εις το δείπνον και την κλίνην των, καθ' ον τρόπον ο βους από του αρότρου εις την φάτνην, ως εκείνος κοπιώντες βαρέως, τρώγοντες απλήστως και κοιμώμενοι άνευ ονείρων, θα ηυκαίρουν τότε να ερωτήσωσι πώς έτυχε να ευρεθώσιν επί του κόσμου τούτου, τις του βίου ο σκοπός και τι πέραν του τάφου υπάρχει; Εις τας ερωτήσεις ταύτας μόνη η θρησκεία δύναται να απαντήση δι' υποσχέσεως μακαριότητος ατελευτήτου, αλλ' η αδυσώπητος και παντοκράτειρα τότε επιστήμη ουδέν άλλο θα έχη ν' αποκριθή παρά μόνον ότι δεν ηξεύρει απολύτως τίποτε περί τούτων, προσθέτουσα μάλιστα μετά τινος ειρωνικής αυταρεσκείας, ότι τα ερωτήματα ταύτα δεν είνε επιστημονικά ουδέ καν λογικά, αλλ' αποτελέσματα της στρεβλώσεως της ανθρωπίνης διανοίας υπό του χριστιανισμού. Την τοιαύτην όμως στρέβλωσιν μόνον να ελεεινολογή, να σκώπτη και να υβρίζη, ουχί όμως και να θεραπεύση δύναται η επιστήμη. Αντίδοτον κατά της απελπισίας ουδέν άλλο υπάρχει πλην της πίστεως ή της αποκτηνώσεως. Αμφότερα όμως ταύτα διώκει ανηλεώς και τείνει να εξορίση από του κόσμου η πρόοδος της επιστήμης και του πολιτισμού. Προς εκτίμησιν του έργου αυτής υπόθεσε την ανθρωπότητα ως συνοδίαν οδοιπόρων, πλανωμένων εις έρημον της Αραβίας απέραντον και πυριφλεγή, τηκομένην υπό δίψης φλογεράς και ουδέν άλλο έχουσαν στήριγμα εν τη αγωνιώδει πορεία πλην της ελπίδος ανευρέσεως ζωογόνου τινός πηγής, υπόθεσε δε και τους επιστήμονας ως καλοθελητάς αγωνιζομένους να πείσωσι τους συνοδοιπόρους των ότι μωρά είνε η ελπίς αυτών, ότι φάντασμα είνε το ύδωρ και αυτή η δίψα των αποτέλεσμα πλάνης και διαστροφής. Εις τους πιστεύοντας εις την αλήθειαν του τοιούτου κηρύγματος ουδέν άλλο απομένει παρά να κατακλιθώσιν επί της αξένου άμμου, παραιτούμενοι των μόχθων ασκόπου ήδη πορείας και αναμένοντες τον θάνατον εν τη ακινητούση απελπισία. Αυτό τούτο θέλει πράξη και η ανθρωπότης, ευθύς ως αποβή κτήμα κοινόν το ύστατον και μόνον δυνατόν πόρισμα της επιστήμης, ότι δηλ. μυριάκις ευτυχέστερος είνε ο βράχος του φυτού, το φυτόν του ζώου και τούτο του ανθρώπου, και αυτή δε η ανθρωπίνη δυστυχία προβαίνει αυξάνουσα από του βρέφους μέχρι του πρεσβύτου και από του ηλιθίου μέχρι του μεγαλοφυούς ανδρός κατ' ακριβή και απαράβατον προς την διανοητικήν ανάπτυξιν αναλογίαν. Ότι τοιούτο είνε το μοιραίον τέρμα της εξελίξεως του ανθρωπίνου πνεύματος φαίνονται προϊδόντες και προειπόντες πάντες εν πάση χώρα και εποχή οι εγκύψαντες εις βαθυτέραν των όρων της υπάρξεως ημών μελέτην. Όπως εκάστου ημών, ούτω και της ανθρωπότητος εν γένει ελαττούται, εφ' όσον προβαίνει η ηλικία, η ικανότης να αισθανθή χαράν. Την περιλάλητον των αρχαίων εθνών αισιοδοξίαν βλέπομεν διηνεκώς φθίνουσαν και εξατμιζομένην από των μυθικών μέχρι των χρόνων της πνευματικής αυτών ακμής. Ασυγκρίτως φαιδρότερος είνε ο Όμηρος του Σοφοκλέους και οι φιλόσοφοι της Ιωνίας του Πλάτωνος, όπως και ούτος των νεοπλατωνικών· έτι δε καταφανέστερος είνε παρά τοις Ινδοίς ο κατακυλισμός από ευφροσύνης των Βεδικών ύμνων εις τα μηδενιστικά πορίσματα της σοφίας του Βούδα και του Καπίλα. Αναπόδραστος τω όντι αποβαίνει η εναργεστέρα διάκρισις του τέρματος εφ' όσον πλησιάζομεν προς τούτο. Αλλ' αν αδύνατον είνε να οπισθοδρομήσωμεν ή και να σταματήσωμεν, ακατανόητος και πάλιν απομένει η εκ προθέσεως επίσπευσις προς την άβυσσον της πορείας. Τους σήμερον αποστόλους της επιστήμης και της προόδου κλίνω να ομοιώσω προς ιατρούς, κατορθώσαντας ν’ ανεύρωσιν αλάνθαστόν τι φάρμακον, δι' ου δύναταί τις τάχιστα να γηράση, και επιβάλλοντας την χρήσιν αυτού προς απαλλαγήν από των μειονεκτημάτων της νεανικής ηλικίας. Η νεότης εν τούτοις, η άγνοια, η τελεία από πάσης σκέψεως περί της τύχης ημών αποχή, η άσκησις των μυώνων και ο εις τον ελάχιστον όρον περιορισμός της εργασίας του εγκεφάλου είνε τα μόνα δυνάμενα να μετριάσωσι την αχώριστον από της υπάρξεως δυστυχίαν. Ρίψε εις την θάλασσαν τον Λεοπάρδην και μετ' αυτού πάντας τους φιλοσόφους και ποιητάς, πλην του Ομήρου, του Ανακρέοντος και του Θεοκρίτου αντί μεταφυσικών ή επιστημονικών φαντασμάτων· κυνήγα λαγούς ή γυναίκας, τρέχε, ίππευε, κωπηλάτει, φύτευε λάχανα ή σχίζε ξύλα, κωπίαζε σωματικώς και αναπαύου πνευματικώς, όπως βραδύτερον επέλθη η ώρα, καθ' ην κατανοήσας το άσκοπον του βίου και την κενότητα πάσης ελπίδος, θα ποθήσης βαθύν και ατελεύτητον ύπνον και, ως εγώ, θ' ανακράξης ω Νιρβάνα!»

Ότε έπαυσαν αντηχούντες εις τα ώτα μου οι απαίσιοι εκείνοι χρησμοί και ανέτειλε μετ' ολίγον φαιδρός ήλιος, φωτίζων πλην των άλλων την «Βασίλισσαν», ερχομένην να σώση ημάς από του Αγίου Σώστου, επίστευσα ότι απηλλαττόμην από κακού ονείρου. Εκ των συμβουλών του συνοδοιπόρου μου δεν ηκολούθησα καμμίαν, αλλ' ουδέ δύναμαι, δυστυχώς, να βεβαιώσω ότι δεν μετενόησα διά τούτο. Ανευρίσκων δε μετά πάροδον όλης εικοσιπενταετίας τας λησμονηθείσας ταύτας οδοιπορικάς σημειώσεις, άγομαι εις τον πειρασμόν να ερωτήσω, αν η κατά το διάστημα τούτο αναμφισβήτητος και μεγάλη πρόοδος παρ' ημίν του πολιτισμού, τα τηλεγραφικά δίκτυα, τα τηλέφωνα, οι τροχιόδρομοι, οι ηλεκτρικοί λαμπτήρες, τα τεσσαράκοντα γυμνάσια, αι ωδικαί λέσχαι, αι τρισχίλιοι του Πανεπιστημίου φοιτηταί, η ακώλυτος λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, αι μεγαλόσχημοι εφημερίδες, η αντικατάστασις των ληστών διά χρηματιστών, τα εξακόσια χιλιόμετρα σιδηροδρόμων και τα ισάριθμα εκατομμύρια δημοσίου χρέους συνετέλεσαν κατά πολύ εις το να καταστήσωσιν ευτυχεστέραν της τότε την σημερινήν Ελλάδα. Τούτο ενδέχεται να εξετάσωμεν εν προσεχεί ημών μελέτη.

(«Παρνασσός», 7(βριος 1891).

ΟΡΕΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΥΛΑΔΗΣ

Ότε πρό τινων ετών ηναγκάσθην να διαχειμάσω εν Αιγύπτω, αφού εθαύμασα τας πυραμίδας, τας καμήλους και τον αντιβασιλέα, αφού ήκουσα τ' αυλοτύμπανα, έφαγον βανάνας και έπιον ταμαρινθόζωμον, μη θέλων να μείνω άγευστος ουδεμιάς των φαραωνικών απολαύσεων, απεφάσισα να ροφήσω καί τινα δόσιν &ασιχίου&. Το έδεσμα τούτο γνωρίζουσι πιθανώς οι πλείστοι των αναγνωστών εκ του &Κόμητος Μοντεχρίστου& του μακαρίτου Δουμά. Είναι δε εκχύλισμα ινδικής καννάβεως, αηδές την οσμήν, αηδέστερον την γεύσιν, αλλ' έχον το προτέρημα να μεταφέρη τους αηδιάζοντας την πεζήν πραγματικότητα του ημετέρου πλανήτου εις την χώραν των ονείρων. Πλείονα περί του φαρμάκου τούτου κρίνω περιττόν να παραθέσω, παραπέμπων τους ορεγομένους εις το σύγγραμμα του τουρονησίου Μορώ, πλέξαντος εις το &ασίχ& εγκώμιον χιλιοσέλιδον.

Αφού κατέπιον το χάπιον, κατεκλίθην περιμένων την ενέργειαν της νηπενθούς βοτάνης, μη ούσαν άμεσον, αλλά βραδείαν και βαθμιαίαν. Αγαθός τις συνοδοιπόρος μου, ο κ. Οelschig, σάξων την πατρίδα, στενογράφος το επάγγελμα και εραστής των βιολογικών πειραμάτων κατά τας ώρας της σχολής, ηθέλησε να διανυκτερεύση εν τω κοιτώνι μου, παρακινηθείς εις τούτο είτε εκ φιλόφρονος μερίμνης είτε εκ φυσιολογικής περιεργείας. Συνειθίσας ν' αναγινώσκω κλινήρης, έλαβον εις χείρας Ελληνικόν τόμον, λησμονηθέντα πιθανώς επί της νυκτερινής τραπέζης παρά τινος φιλομούσου ομογενούς. Το βιβλίον έτυχεν ον εγχειρίδιον Ελληνικής μυθολογίας εκπονηθέν υπό τινος Περικλέους Ιασεμίδου, ζητούντος συγγνώμην εν τω πρωιμίω αν, πρωτόπειρος ων, έχη ατελείας περί το λεκτικόν. Είησαν αύται τω ανθρώπω συγκεχωρημέναι, ουχί όμως και το κατόρθωμα αυτού, επιτυχόντος να καταστήση τους ποιητικωτάτους ημών προγονικούς μύθους πεζοτέρους αντωνιαδείου εποποιίας.

Του &ασιχίου& η αρετή έγκειται εις το ενισχύειν τας υπαρχούσας εν τω εγκεφάλω ιδέας μάλλον ή εις το πλάττειν νέας. Επόμενον άρα ήτο εις τον έχοντα την κεφαλήν πλήρη αναμνήσεων του Ολύμπου, η ενέργεια του φαρμάκου ν' αποβή μυθολογική. Καταπεσόντος δε μετ' ου πολύ εκ της χειρός του βιβλίου, ήρχισα παραληρών περί θεαινών, ηρώων, σειρήνων και καβείρων.

Ότε την επιούσαν ανέλαβον εκ της &παρακοπής&, ως ονομάζει την hallucination ο Αριστοτέλης, ή εκ της &παραισθήσεως&, ως θέλουσιν αυτήν οι ημέτεροι Ασκληπιάδαι, ο φίλος Οelschig ίστατο προ εμού κρατών εν δεξιά φύλλον χάρτου κεκαλυμμένον δι' ιερογλυφικών σημείων, εν δε τη αριστερή υγρόν κάλαμον, δι' ου με προσεκάλει να υπογράψω. Το ούτω προσαγόμενον εις επικύρωσιν έγγραφον ουδέν άλλο ήτο, ή τα στενογραφηθέντα πρακτικά του υπό την επήρειαν του &ασίχ& μονολόγου μου, ον ο φυσιοδίφης στενογράφος προυτίθετο να υποβάλη εις επαρχιακήν τινα ακαδημίαν των βιολογικών επιστημών. Πρέπει δε να προσθέσω ότι ο κύριος ούτος, ουδέ γρυ εννοών της γλώσσης του Πλάτωνος, καί τοι γερμανός, είχε στενογραφήση απλώς τους ήχους της διακρινούσης ημάς από των ζώων ενάρθρου φωνής, ώστε το αντίγραφον, όπερ μ' εφιλοδώρησεν, ουδέν άλλο ήτο, ή απεικόνισμα Ελληνικών φθόγγων διά φραγκικών στοιχείων. Εξ αυτού αποσπώ την κατωτέρω ορεστειάδα, χρήσιμον ίσως εις τους διατρίβοντας περί την τοξικολογίαν.

«Εν τη ακμή της μάχης εζήτει ο Ορέστης τον Πυλάδην, ίνα πλησίον αυτού νικήση ή αποθάνη· σχίσας πυκνόν δάσος λογχών και ακοντίων κατώρθωσε μετά μυρίους αγώνας να πλησιάση τον εταίρον, ον εύρε πατούντα επί εκατόμβης εχθρών υπ' αυτού καταβληθέντων, αλλά πληγωμένον, αιμόφυρτον και μάτην παλαίοντα προς νέον σμήνος πολεμίων. Ο Πυλάδης εφαίνετο τοσούτον του θανάτου εγγύς, ώστε ο υιός του Αγαμέμνονος έπαυσεν αποκρούων τα απειλούντα το στήθος αυτού ξίφη, φοβούμενος μη επιζήση εκείνου, δι' ον μόνον έζη· ότε δε είδε πίπτοντα τον φίλον του, ημιθανής ήδη κακείνος, κατώρθωσε να φθάση έρπων μέχρι του νεκρού, ον περιπτυχθείς ησπάσθη εις το στόμα, ωσεί ήθελε να εμφυσήση εις τα στήθη του την απομείνασαν αυτώ ολίγην πνοήν. Αμφότεροι απέθανον και ετάφησαν εκεί.

Εν τη γη, παχυνθείση εκ των ενηγκαλισμένων λειψάνων, εβλάστησαν μεταξύ των λευκανθέντων ήδη οστών δύο δενδρύλλια, άτινα εφαίνοντο σπεύδοντα ν' αυξήσωσι ταχέως, ίνα διά των κλάδων των στενώτερον περιπτυχθώσι. Παρετηρήθη μάλιστα ότι το έαρ οι μεστοί καλύκων αυτών κλώνες έκυπτον προς αλλήλους, ως ει εσκόπουν, διά της ηδείας αυτών πνοής θερμαινόμενοι, αμοιβαίως να επισπεύσωσι την άνθησιν. Τα εύοσμα άνθη διεδέχθησαν τα εύχροα μήλα· αλλά μήλα θαυματουργά καθότι πας ο γευόμενος του καρπού της μιας των μηλεών κατελαμβάνετο υπό ακαταβλήτου συμπαθείας προς τον φαγόντα εκ της ετέρας. Εν δε τω αισθήματι τούτω υπήρχε και διάκρισίς τις· αν δηλ. οι μηλοφάγοι ήσαν του αυτού φύλου, συνεδέοντο δι' αρρήκτου φιλίας, αν δε ανήρ και γυνή, εγεννάτο έρως παραμένων μέχρι του τάφου. Τα ήθη των Ελλήνων ήσαν ακόμη αγνά και των μήλων τα αποτελέσματα ακριβώς διακεκριμένα.

Η ηδύτης των καρπών τούτων ήτο τοιαύτη, ώστε πάντες οι δενδροκόμοι έσπευσαν να μοσχεύσωσιν οίκοι κλάδους εκ των μηλεών, μεταβληθέντας εις ευθαλή δένδρα. Γενομένης δε μετ' ου πολύ και της αρετής αυτών γνωστής, οι γονείς πριν ή συζεύξωσι τα τέκνα αυτών, έδιδον ορέστειον μήλον εις την κόρην και πυλάδειον εις τον νυμφίον, όστις μετά το δείπνον τούτο ηδύνατο ν' απέλθη αμερίμνως εις την αγοράν ή το στρατόπεδον, ουδόλως κινδυνεύων εκ των Αιγίσθων, ως ουδ' η σύζυγος αυτού είχε τι να φοβηθή εκ του άσματος των σειρήνων της Λέσβου ή της Κορίνθου. Οι δε Θηβαίοι, φυτεύσαντες κατά συμβουλήν των παρ' αυτοίς σοφών την παλαίστραν των νέων διά τοιούτων δένδρων, έδρεψαν εξ αυτών ου μόνον μήλα, αλλά και τρόπαια πολεμικά. Γνωστά τοις πάσιν είνε τα κατορθώματα του ιερού αυτών λόχου, ουχί όμως επίσης πασίγνωστον ότι η φιλία, η συνδέουσα και καθιστούσα τους ήρωας τούτους ανικήτους εν ταις μάχαις, προήρχετο εκ της υπό το σχήμα μεταλήψεως του Ορέστου και Πυλάδου.

Τοιαύτα και μύρια άλλα, ων μακρά ήθελεν αποβή η αφήγησις, των οπωρών τούτων τα κατορθώματα. Αδύνατον όμως είνε να κρύψωμεν ότι εν τω πλήθει των αγαθών εισέφρησαν καί τινα παρατράγωδα. Ούτω ο βασιλεύς Κινύρας, πλανηθείς εντός δάσους και φαγών αγνώστου δένδρου καρπούς, τοσούτον ηδείς εύρεν αυτούς, ώστε εμπλήσας τον κόλπον μετέδωκε το εσπέρας και εις την θυγατέρα του Μύρραν, και εντεύθεν αφορμή αθανάτου δράματος τω Αλφιέρη και ευφημιών και στεφάνων τη κυρία Ριστόρη. Αλλά και ο Ευριπίδης και ο Ρακίνας οφείλουσιν εις τα μήλα ταύτα τους στιλπνοτέρους του τραγικού αυτών στέμματος μαργαρίτας. Αληθές είνε ότι των μαργαριτών τούτων η λάμψις δεν είνε ηθικώς άμωμος. Αλλά σφάλμα είνε εκ των μήλων ή των ποιητών τούτων, αν, έχοντες προχείρους Νίσους και Ευρυάλους, Φιλήμονας και Βαύκιδας, Σαβίνους και Επονίνας και μυρίους άλλους ασπίλους μηλοφάγους, επροτίμησαν αντί τούτων να υμνήσωσι την μητέρα του Μινωταύρου, φαγούσαν κατά λάθος μήλον εκ κήπου, ον είχεν επινεμηθή ο πατήρ του βδελυρού τεκνίου;

«Παν μέτρον άριστον», έλεγεν ο σοφώτερος των πάλαι σοφών. Το ρητόν τούτο εφαρμόζεται και εις τα μήλα, ων η κατάχρησις, ως κατωτέρω φαίνεται, έγεινε παραίτιος πρωτοφανών δυστυχημάτων. Ούτω την νύμφην Ηχώ ηγάπα περιπαθώς ο κάλλιστος της εποχής εκείνης νεανίας, ο υιός του Κηφισσού και της Λιριόππης. Αλλ' η Ηχώ ανήκεν εις την κατηγορίαν των γυναικών εκείνων, αίτινες αντί καρδίας κρύπτουσιν υπό τον αριστερόν μαστόν απολελιθωμένον τι κράμα ματαιότητος και φιλαρεσκίας, στέργουσαι μεν ν' αγαπώνται, αλλ' αποστρεφόμεναι ν' αποδώσωσι τα ίσα. Τοιαύτη ούσα ήκουσε περί της αρετής των μήλων και πορευθείσα εις Βοιωτίαν έκοψε δύο εξ αυτών. Αλλ' αντί να φάγη το έν δίδουσα το έτερον εις τον φίλον της, ηθέλησε ν' αναρριπίση εκείνου μόνου την φλόγα, μένουσα η ιδία ανάλγητος όπως πριν. Αμφότερα λοιπόν παρέθεσεν εις τον εραστήν. Τι δε εκ τούτου συνέβη, διηγείται ο Παυσανίας. Ο ορέστειος και πυλάδειος χυμός, εγκλεισθέντες παρά φύσιν εν τω αυτώ σώματι, ανήψαν εκεί αδιέξοδον πυρκαϊάν. Υπό ταύτης φλεγόμενος ο δυστυχής Νάρκισσος ελησμόνησε την Ηχώ και κατακλισθείς παρά το χείλος λίμνης απέθανεν εκεί, τείνων εις την ιδίαν αυτού εικόνα απηλπισμένην αγκάλην. Και την αισχράν όμως Ηχώ ετιμώρησαν οι θεοί μεταβαλόντες εις λίθινον ψιττακόν.

Αλλ' έτι θαυμαστότερον το επόμενον θαύμα.

Ότε ο Ερμής και η Αφροδίτη απεφάσισαν να συζεύξωσι τον υιόν αυτών μετά της καλής ναϊάδος Σαλμακίδος, αντί ν' αρκεσθώσι, κατά την τότε συνήθειαν, να προσφέρωσιν ανά έν μήλον εις τους μελλονύμφους, ενόμισαν ότι, θεοί όντες, έπρεπε να πράξωσιν υπέρ των τέκνων πλείον τι του συνήθους. Την προτεραίαν λοιπόν του γάμου ο τρισμέγιστος Ερμής, άριστος ων χημικός, κατέφυγεν εις τ' απόκρυφα της ερμητικής επιστήμης. Λαβών εκατόν ορέστεια και ισάριθμα πυλάδεια μήλα και εκθλίψας τον χυμόν, υπέβαλεν αυτόν εις δεκαεπτά διαδοχικάς αποστάξεις, μέχρις ου κατώρθωσε να περικλείση εντός δύο ελαχίστων φιαλιδίων ολόκληρον την ουσίαν δύο ευκάρπων δένδρων. Το έν των φιαλιδίων τούτων διετάχθη ο νεανίσκος να κενώση μέχρι τελευταίας ρανίδος, το δε άλλο εκόμισεν η Αφροδίτη εις την Σαλμακίδα, οικούσαν εις δέκα σταδίων απόστασιν παρά την ομώνυμον βρύσιν. Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκευασίας δύναται έκαστος να μαντεύση, μυριοπλασιάζων όσα ερρήθησαν ανωτέρω περί της θαυματουργού των μήλων ενεργείας. Εις τας φλέβας των μελλονύμφων εκυκλοφόρησεν εν ακαρεί αντί αίματος ρευστόν πυρ, και ώρμησαν προς αλλήλους ωθούμενοι υπό του πάθους ως σφαίραι υπό της πυρίτιδος. Την χωρίζουσαν αυτούς δεκαστάδιον απόστασιν διήνυσαν εν διαστήματι ολίγων λεπτών, υπερπηδώντες φάραγγας και κρημνούς και ανατρέποντες εν τη ορμή του δρόμου διαβάτας, αγέλας, άμαξας και δένδρα. Ότε δε εν μέσω ερήμου ερεικιώνος συνηντήθησαν τέλος πάντων, τοσούτον η σύγκρουσις υπήρξε σφοδρά και στεναί αι πυριπτύξεις, ώστε τα σώματα αυτών ενωθέντα απετέλεσαν έν αδιαίρετον όλον, όπερ μάτην επειράθησαν να χωρίσωσιν οι καταφθάσαντες γονείς. Το σύμπλεγμα τούτο των ενωθέντων εραστών είχεν ιδή κατ' όναρ ο τεχνίτης ο γλύψας τον εν Λούβρω περιλάλητον Ερμαφρόδιτον.

Εις έτερον λιθοξόον, ουχί τούτου ελάσσονα, τερατωδέστερα έτι συνέβησαν εκ των διδύμων δένδρων. Οι αρχαίοι γλύπται δεν ωμοίαζον τους Συβαρίτας της σημερινής τέχνης, οίτινες περιορίζονται αποτυπούντες εν ευμαλάκτω πηλώ της φαντασίας αυτών τα ινδάλματα και εμπιστεύονται έπειτα εις μισθίους χείρας την εργασίαν του μαρμάρου, αλλ' εκράτουν οι ίδιοι την σφύραν και τον εγκοπέα, μεταβάλλοντες αμόρφους όγκους εις ακτινοβόλους Απόλλωνας ή χαριτοβρύτους Νηρηίδας. Εν αρχή τον σκληρόν λίθον επότιζον διά μόνου του καταρρέοντος εκ του μετώπου ιδρώτος, έπειτα δε δι' ύδατος ή όξους προς μετρίασιν της σκληρότητος και ελάττωσιν του κόπου. Ο δε ημέτερος Ερμογλύφος, εγγύς ων να τελειώση μετά πυρετώδη αγρυπνίαν άγαλμα καλλίστης Αφροδίτης, είχεν εξαντλήση μέχρις εσχάτης σταγόνος το ύδωρ της λαγήνου. Μη έχων πρόχειρον άλλο, ουδέ θέλων να διακόψη την εργασίαν, εμηχανεύθη να μαλακώση τον πάριον λίθον τρίβων δι' ενός μήλου, όπερ είχε περισσεύση εκ των αποτελούντων το λιτόν αυτού δείπνον δύο. Το τέχνασμα επέτυχε θαυμασίως και το έργον συνετελέσθη εντός της νυκτός· αι δε πρωιναί του ηλίου ακτίνες εφώτισαν Αφροδίτην τόσον ωραίαν, ώστε ήθελεν ειπή τις αυτήν ουχί λίθον υπό αριστοτέχνου ζωογονηθέντα, αλλ' αληθή θεάν μετά του βλέμματος και του μειδιάματος και των παλμών αυτής πάντων απολιθωθείσαν. Ο καλός τεχνίτης, ούτε φίλαυτος ούτε εγωιστής ων, ευθύς ενόησεν ότι κατά την νύκτα εκείνην υπεράνθρωπός τις δύναμις είχεν οδηγήση την σμίλην και τον κοπέα, το δε προ αυτού είδωλον δεν εθαύμασεν αυταρέσκως ως έργον των χειρών του, αλλ' ως θείαν τινά αποκάλυψιν της γυναικείας καλλονής. Επί πολλάς ημέρας ηρκέσθη εις τούτο και ήτο ευτυχής θαυμάζων και λατρεύων. Τοιούτος είνε πάντοτε εν αρχή ο έρως· αρυόμενος εξ εαυτού την τροφήν και νομίζων ότι δύναται επ' άπειρον να ζήση ως οι τέττιγες διά δρόσου και ασμάτων. Αλλ' άμα ανδρωθή, καθίσταται αχόρταγον θηρίον, απαιτούν, κατά τον εβραϊκόν νόμον, ασπασμόν αντί ασπασμού. Τοιαύτης όμως ανταποδόσεως αδύνατον ήτο να τύχη ο δύσερως Ερμογλύφος παρ' ερωμένης εκ μαρμάρου, ουδ' ήθελε να ζητήση παρ' άλλης, καθότι πάσαι αι γυναίκες εφαίνοντο ήδη αυτώ βέβηλοι γελοιογραφίαι του θείου πρωτοτύπου. Τας ημέρας αυτού πάσας και τας νύκτας διήνυεν ο δυστυχής προ των ποδών του ειδώλου του ότε μεν την καλλονήν θαυμάζων, ότε δε την αναλγησίαν καταρώμενος και ενίοτε λαμβάνων ρόπαλον ανά χείρας, ίνα συντρίψη την συντρίψασαν την καρδίαν του. Αλλ' ενώ η υπό του ορεστείου μήλου αναφθείσα πυρκαϊά εθέριζε τα σπλάγχνα του αθλίου, ο χυμός του ετέρου, δι' ου είχε το μάρμαρον ποτισθή, εθαυματούργει κακείνος και εμάλασσε τον λίθον. Πρωίαν δε τινα, ενώ ο ετοιμοθάνατος ήδη τεχνίτης απεχαιρέτα δι' εσχάτου βλέμματος την θεάν, το θαύμα συνετελέσθη, το μάρμαρον εκινήθη, κατέβη εκ του βάθρου η Αφροδίτη και αναρτήσασα εις τον τράχηλον του γλύπτου περιδέραιον λευκών βραχιόνων εψιθύρισεν εις το ωτίον του: «Ζήσε Πυγμαλίων!»

ΧΡΥΣΗΙΣ