Διηγήματα

Part 7

Chapter 7 8 words Public domain Markdown

— Εις τοιούτον σφάλμα δεν υποπίπτει ποτέ η Α. Μεγαλειότης. Αι υποθέσεις των κωμωδιών του διακρίνονται προ πάντων διά την επιτυχίαν της εκλογής. Την τελευταίαν φοράν που μας έκραξε, «Επιθυμώ, είπε, να μου παραστήσετε ένα αυλάρχην τίμιον μεν και αφωσιωμένον εις τον κύριόν του, αλλά ασυλλόγιστον και σαστισμένον. Ούτος διατάττεται μίαν ημέραν αιφνιδίως να ετοιμάση συμπόσιον δι' εκατόν ανθρώπους, και αμέσως τα χάνει. Δίδει εις τους αρχιτρικλίνους και τους υπηρέτας διαταγάς ασαφείς και αντιφατικάς. Όλοι τρέχουν δεξιά και αριστερά, συγκρούονται και θραύουν ποτήρια και πινάκια. Ο φέρων επί της κεφαλής ταβλάν υπηρέτης σκοντάπτει, πίπτει και σκορπίζει κατά γης τα πιλάφια, τα γιαούρτια και τους ντολμάδες. Η ώρα εν τούτοις προχωρεί και τίποτε δεν είνε έτοιμον. Άμα διορθωθή μία ζημία διαδέχεται αυτήν άλλη μεγαλειτέρα. Ο αυλάρχης κυττάζει με αγωνίαν το ωρολόγιον και μαδά τα γένεια του από την απελπισίαν. Το μάδημα όμως δεν ηδύνατο να εμποδίση τους δείκτας να τρέχουν και, εφ' όσον επλησίαζεν η ώρα, τόσον ηύξανεν η αταξία. Αύτη ήτο εις το κατακόρυφον και η αίθουσα του γεύματος ωμοίαζε κατάστρωμα πλοίου δερομένου υπό της τρικυμίας, όταν εισήλθεν ο ηγεμών με τους προσκαλεσμένους. Ο δυστυχής αυλάρχης τρέχει να ριφθή εις τους πόδας του κράζων «Αμάν!» και ο πολυεύσπλαγχνος αυθέντης του, αφού διέταξε να τον ρίψουν εις την θάλασσαν διά να τον τρομάξη, ευδοκεί έπειτα, μετά αυστηράν νουθεσίαν, να τον συγχωρήση. Αυτά να μου παραστήσετε και να είνε όλα έτοιμα μετά μίαν ώραν».

Όσον και αν φαίνεται απίστευτος, η αλήθεια είνε ότι κατορθώνομεν πάντοτε να ετοιμάσωμεν το σκηνολόγιον κατά την διάρκειαν του σουλτανικού γεύματος. Τον δε διάλογον, ως σας είπα, τον αυτοσχεδιάζομεν επί της σκηνής. Απαγγέλλομεν μίαν οποιανδήποτε φράσιν σχετικήν προς την υπόθεσιν και περιμένομεν την δευτέραν, ως τα πετεινά του ουρανού την τροφήν των, από το έλεος του Θεού. Η παράστασις προ πάντων του «Σαστισμένου αυλάρχου» επέτυχε θαυμάσια. Όταν εδόθη η διαταγή να ριφθή ούτος εις την θάλασσαν, μία από τας ηθοποιούς, η παλαιά σας γνώριμη κυρία Φιορέλη, εθεώρησε πρέπον να υποκριθή την ευαίσθητον λιποθυμούσα, και τότε ηυδόκησεν ο Σουλτάνος να λάβη μέρος εις την παράστασιν, ραντίζων το πρόσωπον και τους γυμνούς της ώμους με ένα σίφωνα νερόν του Σελτζ, διά να την ξελιγοθυμήση. Αδύνατον είνε να σας περιγράψω την κατά το επεισόδιον τούτο ιλαρότητα των θεατών, τον ακράτητον γέλωτα, τα χειροκροτήματα και τα «Αφερίμ!».

Αι περισσότεροι των σουλτανικών τούτων κωμωδιών είνε μάθημα διδόμενον είς τινα επιφανή αυλικόν, σατυρισμός μιας του καταχρήσεως, ανοησίας ή μανίας. Εκ τούτου συμβαίνει πολλάκις να είνε πολύ κωμικοτέρα της παιζομένης παρ' ημών κωμωδίας η όψις της πλατείας. Κατά την αρχήν της παραστάσεως ουδείς γνωρίζει ποίος από τους παρισταμένους πρόκειται κατά την εσπέραν εκείνην να σατυρισθή και έκαστος ανησυχεί φοβούμενος μη έπεσεν ο κλήρος επ' αυτόν. Το θύμα όμως δεν βραδύνει να υποδειχθή τόσον σαφώς, ώστε οι άλλοι, ησυχάσαντες διά λογαριασμόν των, γελώσιν εις την ράχιν του με την τουρκικήν ασπλαγχνίαν. Το κωμικώτερον όλων είνε οι μάταιοι αγώνες, τους οποίους καταβάλλει ο σατυριζόμενος να υποκριθή ότι δεν εννοεί ότι πρόκειται περί αυτού και να γελάση μαζί με τους άλλους. Υποθέτω όμως ότι ο γέλως του εκείνος πολύ ομοιάζει με το μειδίαμα των προγόνων σας Σπαρτιατών, όταν εσπάρασσε τας σάρκας των η εντός του χιτώνος των αλεπού.

Κατά την εποχήν του ανωτέρω διαλόγου, συνέβαινε να θεωρήται η κατάστασις των ανατολικών πραγμάτων ικανώς κρίσιμος ως εκ των απειλών της Ρωσσίας και της εντάσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Τούτο με έκαμε να ερωτήσω τον ανακτορικόν ηθοποιόν αν εξακολουθή ο Σουλτάνος να έχη όρεξιν διασκεδάσεως, ενώ εσείετο το κράτος του.

— Τους Ρώσσους, μου απήντησεν, θα τους εμποδίση η Ευρώπη να μας φάγουν, τους δε Έλληνας ουδέ καν τους συλλογίζεται ο Σουλτάνος.

— Και διατί; παρακαλώ.

— Διότι κανείς δε φοβείται τους σκύλους, οι οποίοι αιωνίως γαυγίζουν χωρίς ποτέ να δαγκάσουν.

Αν και ήτο κάπως δύσκολον να εύρω ότι ο άνθρωπος είχεν άδικον, η πατριωτική εν τούτοις φιλοτιμία μου μού επέβαλλε να του απαντήσω.

— Έχεις δίκαιον να ομιλής ούτω, αφού σε δίδουν οι Τουρκοι το πενταπλάσιον των όσα εκέρδιζες εις τας Αθήνας.

(«Ημερολόγιον Σκριπ»).

ΑΓΙΟΣ ΣΩΣΤΗΣ

Την ταχείαν πρόοδον της Ελλάδος, εννοούμεν την υλικήν, αδύνατον είνε ν' αρνηθώσιν όσοι τουλάχιστον έτυχε προ τριών ή τεσσάρων Ολυμπιάδων να ταξειδεύσωσιν εις Μεσολόγγι. Ούτε ν' αποβή τις εις την ηρωικήν πόλιν ήτο τι εύκολον, ούτε του αποχαιρετισμού η ημέρα ηδύνατο να ορισθή ασφαλώς κατά το δρομολόγιον της τότε μοναδικής ατμοπλοϊκής εταιρίας. Μεταξύ τω όντι των πλοίων αυτής και της ξηράς εμεσολάβει δίωρος θαλάσσιος δρόμος, επί λέμβου, προχωρούσης δι' ωθήσεως καλάμου, καθ' ον περίπου τρόπον τα μονόξυλα των αγρίων εις τα αβαθή ρεύματα του νέου κόσμου. Και ο μεν έξωθεν ερχόμενος ήτο τουλάχιστον βέβαιος ότι κατά το τέρμα της λεμβοδρομίας θα εύρισκε ξηράν να πατήση, πολύ όμως μικροτέρα ήτο η του αναχωρούντος βεβαιότης αν εξερχόμενος του ακατίου ήθελεν επιβή επί ατμοπλοίου ή αποβιβασθή εις ερημόνησόν τινα, επώνυμον του Αγ. Σώστου, αναμένων επί άδηλον διάστημα χρόνου την εμφάνισιν εις τον ορίζοντα του «Όθωνος», της «Ύδρας» ή της «Βασιλίσσης». Τοιούτο τι, δυστυχώς, επεφύλαττεν εις εμέ και τους συμπλωτήρας μου η κακή Μοίρα. Αναχωρήσαντες εκ Μεσολογγίου την τετάρτην μετά το μεσονύκτιον φθινοπωρινής νυκτός βροχεράς και παγετώδους, επεσκοπήσαμεν μετά τρίωρον πλουν έρημον το πέλαγος περί τον Άγ. Σώστην, ουδ' είχεν ο μονάκριβος του νησιδίου κάτοικος, ατμοπλοϊκώς πράκτωρ συγχρόνως και καφφεπώλης, είδησιν της «Βασιλίσσης» καμμίαν. Όπως δε το ατμόπλοιον, ούτω και ο ήλιος εξηκολούθει να μένη αφανής, αναπαυόμενος υπό παχύ εφάπλωμα μαύρων συννέφων, καίτοι από πολλού είχε σημάνη η ταχθείσα υπό των αστρονόμων ώρα της εκτελέσεως των φωτιστικών αυτού καθηκόντων. Πρώτην τότε φοράν αφού επάτησα εις την Ελλάδα συνέβαινε να ποθήσω τας ακτίνας εκείνας, των οποίων τοσάκις είχον καταρασθή την ανηλεή μονοτονίαν. Ημέραν ως εκείνην μαύρην και σκοτεινήν μίαν μόνον ηδυνάμην ν' ανεύρω εν τη μνήμη μου, ην διήλθον εν Αμβέρση των Κάτω Χωρών, περιάγων κηρίον υπό τας κοσμούσας τους τοίχους του κοιτώνας μου εικόνας του Τενιέρου και Βαν Οστάδ. Αλλ' εις τον Άγ. Σώστην ούτε εικόνες υπήρχον ούτε, πιθανώς, κηρία. Αι ώραι διεδέχοντο αλλήλας ανιαραί και ατελεύτητοι, την δε στενοχωρίαν ημών ηύξανε προ πάντων το άδηλον του αριθμού των όσαι απέμενον ακόμη να διανύσωμεν ριγούντες επί του ξηροβράχου. Η θέσις ημών ήτο ως δυστυχούς καταδικασθέντος υπό σκληρού δικαστηρίου εις την ποινήν αορίστου αριθμού ετών προσκαίρων δεσμών!

Εις τοιαύτην ευρισκόμην περί το εσπέρας ψυχής διάθεσιν ή μάλλον αδιαθεσίαν, ότε προσήλθεν ο Ροβινσών της νήσου, ο πράκτωρ καφφεπώλης, λέγων μοι μετά θαυμαστής αταραξίας: «Το ατμόπλοιο δε θα έλθη ως αύριον το πρωί. Πού είνε τα ρούχα σου να σου στρώσω». Τότε κατά πρώτον εδιδάχθην ότι εις την πτωχήν μας γλώσσαν είνε δισήμαντος η λέξις &ρούχα& (4), δηλούσα και στρώμα, εφόδιον ουχ ήττον των ενδυμάτων απαραίτητον εις τον περιηγούμενον την Ελλάδα. Πλην του δωρεάν γλωσσικού μαθήματος ανέλαβεν ο καλός άνθρωπος να μοι προμηθεύση δείπνον και κοίτην αντί ταλήρου. Το πρώτον συνίστατο ως τα του Ευαγγελίου, εκ ξηρού άρτου, ον μ' έκαμε να εύρω ηδύτατον η πείνα, και τηγανητού οψαρίου, το οποίον καθίστα τελείως ακατάποτον δυσωδία ελλυχνίου αξία να παραβληθή προς την αποπνέουσαν εκ των λόγων του Ισοκράτους. Η οσμή του ελληνικού ελαίου και η αηδία των ισοκώλων, παρίσων και ομοιοτελεύτων της &προς Δημόνικον Παραινέσεως& είνε αι ανιαρόταται αναμνήσεις των σχολικών μου χρόνων. Αλλά πολύ μάλλον του συμποσίου ήτο το αναμένον ημάς υπνωτήριον άξιον περιγραφής. Το λεγόμενον πρακτορείον συνίστατο ολόκληρον εξ ενός μόνου ισογείου και ουχί μεγάλου θαλάμου, όπου έμελλαν να συγκοιμηθώσιν αδελφικώς οι επιβάται της «Βασιλίσσης» ένδεκα τον αριθμόν, ήτοι δύο εν φουστανέλλα ακαδημαϊκοί πολίται, είς καλόγηρος, δέσμιος υπόδικος αγόμενος εις Πάτρας υπό δύο χωροφυλάκων, τρεις χωρικοί, ο γράφων και γέρων τις ξένος περιηγητής. Εις τούτους προσετέθησαν μετ' ολίγον δύο κλωβοί πλήρεις ορνίθων προς προφύλαξιν αυτών από της επελθούσης ραγδαίας βροχής. Πάντα ταύτα τα τε πτερωτά και άπτερα δίποδα, ως ωνόμαζεν ο Πλάτων τους ανθρώπους, επρόκειτο να διέλθωσιν ατελεύτητον νύκτα φθινοπώρου εντός χώρου μη παρέχοντος ουδέ το ήμισυ του απαραιτήτου προς κανονικήν λειτουργίαν των πνευμόνων αέρος. Προς ακριβή εκτίμησιν του ποιού της ατμοσφαίρας του κοιτώνος πρέπει να προστεθή εις την αδιάλειπτον αραίωσιν του οξυγόνου η προϊούσα συμπύκνωσις αναθυμιάσεων ορνιθώνος, φαγωσίμων, καλογηρικής γούνας, τσαρουχιών, λυχνίας τρεφομένης διά του αυτού πιθανώς ελαίου, το οποίον εχρησίμευσε προς τηγάνισμα του δείπνου και, προ πάντων, της απλωθείσης προς ύπνον ποικίλης συλλογής &ρούχων.& Όσον και αν ήμην κατάκοπος, η ιδέα εξαπλώσεως επί των υπέρ εμού ετοιμασθέντων μοι επροξένει ανατριχίασιν. Τοιαύτης κλίνης θα επροτίμων το ακανθόπλεκτον στρώμα ερημίτου της Σκήτης. Την αυτήν, ως φαίνεται, αισθανόμενος προς τα &ρούχα& αντιπάθειαν και ο ξένος συνοδοιπόρος μου επροτίμησε να διανυκτερεύση κακείνος αντικρύ μου επί καθίσματος, όσον το δυνατόν πλησιέστερον του παραθύρου. Υπό του αυτού ελαυνόμενοι αισθήματος παρετηρήσαμεν αμφότεροι τα ωρολόγιά μας. Αν και είχε νυκτώση από αμνημονεύτου χρόνου και πάντες εκοιμώντο περί ημάς, η ώρα ήτο μόλις ογδόη. Άλλαι λοιπόν εννέα εχώριζον ημάς ακόμη από του ηλίου της επιούσης, και ούτε ύπνου υπήρχεν ελπίς ούτε ήτο η ανάγνωσις δυνατή εκ της ανεπαρκείας του φωτισμού. Ως μόνος δυνατός τρόπος καταναλώσεως της ώρας απέμενε να θαυμάζωμεν αλλήλων την όψιν· του δε αντικρύ μου καθημένου αι ρυτίδες και η παρδαλή ασπροκίτρινος γενειάς δεν ήσαν βεβαίως άξιαι δεκαώρου θαυμασμού, ουδέ καν διεκρίνοντο επί άκρα κομψότητι τα δίπατα αυτού μέχρι γόνατος υποδήματα ή το εκ μαύρης προβειάς κάλυμμα της κεφαλής. Και ούτω όμως εύκολον ήτο να διακρίνη τις εκ της συμπεριφοράς αυτού και της λευκότητος των χειρών και του υποκαμίσου ότι δεν ανήκεν ο ανήρ εις τας τάξεις της πλειονοψηφίας. Ως πρόσθετος τούτου απόδειξις ηδύνατο να χρησιμεύση ότι, αντί του τετριμμένου οδηγού του Βαίδεκερ, είχεν επί των γονάτων του το τελευταίον πόνημα του Μαξ Στίρνερ: &«Το εγώ ως απόλυτον και ο κόσμος ως ιδιότης αυτού».& Ο τίτλος του βιβλίου καθίστα εύκολον την εύρεσιν της εθνικότητος του αναγνώστου όστις, αφού δεν ήτο γερμανός, ως απεδείκνυεν η ανεπίληπτος προφορά των δύο ή τριών λέξεων, τας οποίας έτυχε να εκστομίση γαλλιστί, ήτο ρώσσος βεβαίως και πιθανώτατα μηδενιστής. Τα βιβλία τω όντι των νεοεγελειανών φιλοσόφων κατήντησαν από ικανού ήδη χρόνου προϊόν εξαγόμενον αποκλειστικώς εις την Πετρούπολιν, καθ' ον περίπου τρόπον ο οίνος του Πόρτου εις το Λονδίνον. Την δε υποψίαν μηδενισμού εδικαίωνεν η προτίμησις του φοβερού έργου του Στίρνερ, του αναλαβόντος ν' αποδείξη επιστημονικώς φάντασμα πάσαν θρησκείαν, φενάκην την ηθικήν, όνειρον την δικαιοσύνην, ηλιθιότητα την πίστιν εις την πρόοδον του πολιτισμού και παντοκράτορα του κόσμου δυνάστην το «Απόλυτον εγώ», ήτοι τον άκρατον και απεριόριστον εγωισμόν. Η περιέργεια, μεθ' ης παρετήρουν αυτόν και το βιβλίον του, δεν διέφυγε την προσοχήν του ξένου, όστις θέσας τον δάκτυλον επί τόμου του Λεοπάρδη, τον οποίον έτυχε να κρατώ, μοι είπε μειδιών: «Le votre ne vaut guére mieux», ήτοι «το ιδικόν σου δεν είνε πολύ καλλίτερον». Η εξομοίωσις του Λεοπάρδη προς τον ου μόνον απαισιόδοξον, αλλά και απαίσιον Στίρνερ ήτο βεβαίως δεκτική συζητήσεως, η δε όρεξις ημών προς τοιαύτην μεγάλη, αφ' ετέρου όμως απέβαινεν από στιγμής εις στιγμήν επιτακτικωτέρα η ανάγκη εισπνοής κάπως αμιγεστέρου αέρος. Αλλ' η βροχή εξηκολούθει να καταπίπτη ποταμηδόν, ώστε ευρισκόμεθα προ του φοβερού διλήμματος της ασφυξίας ή του πνιγμού. Επί πέντε όλας ώρας διήρκεσεν η αγωνία εκείνη, μέχρις ου εφάνη ημίν ότι διεκρίναμεν διά του παραθύρου ασθενές τι και παροδικόν σελάγισμα, ακτίνα ίσως σελήνης διακόψασαν το βαθύ σκότος. Η μετ' ολίγον επανάληψις του φαινομένου και ο μετριώτερος του ύδατος κροταλισμός παρείχον ήδη ελπίδα τινά δυνατής εξόδου. Κατορθώσαντες να υπερπηδήσωμεν τους κοιμωμένους ημών συντρόφους, εξήλθομεν αδιστάκτως.

Ουδέποτε, πιστεύω, έτυχεν άνθρωπος να ροφήση αέρα μεθ' όσης ημείς απληστίας, πλην ίσως του προφήτου Ιωνά, ότε εξήλθε της κοιλίας του κήτους. Η σελήνη είχε κρυβή και πάλιν και η βροχή εξηκολούθει κατ’ αραιάς σταγόνας, αλλ' ευτυχώς υπήρχεν εκεί που πλησίον μικρόν τι κοίλωμα υπό εξέχοντα βράχον, όπου κατεφύγομεν συμμαζευθέντες επί βελέντζας, ην επρονόησε να παραλάβη εξερχόμενος ο σύντροφός μου. Το προ ημών θέαμα ήτο αληθώς εξαίσιον, αν και δεν εβλέπομεν σχεδόν τίποτε, ούτε ουρανόν ούτε θάλασσαν ουδέ ξηράν. Πάντα ταύτα συνεχέοντο εις άμορφον χάος, αλλάσσον χροιάν ακαταπαύστως κατά την πυκνότητα της νεφέλης, ήτις εσκίαζε τον δίσκον της πανσελήνου. Οι λεγόμενοι τεχνοκρίται πολλάς εμελάνωσαν σελίδας προς απόδειξιν ότι το γυμνόν παντός σχήματος χρώμα δεν δύναται να μεταδώση την ιδέαν του κάλλους, αλλ' εις εμέ ουδέν ουδέποτε άλλο θέαμα επροξένησεν όσην εντύπωσιν η αδιάλειπτος και ακαριαία μετάβασις του ανιδέου εκείνου όγκου από του χρώματος της πίσσης εις το της τέφρας, του μολύβδου, του ίου, της ώχρας ή του χαλκού. Εις το θάμβος του οφθαλμού πρέπει να προστεθή το αναδιδόμενον εκ της θαλάσσης άρωμα ιωδίου όντως μεθυστικόν. Τούτου όμως αποτέλεσμα ήτο να με κρημνίση αποτόμως από της υπερνεφέλου ποιήσεως εις το βάραθρον της πεζότητος, ενθυμίζον με τα γαϊδουροπόδαρα του Φαλήρου και ότι ήμην σχεδόν νήστις από της προτεραίας. Ο ρώσσος είχεν ευτυχώς εις την οδοιπορικήν του πήραν δίπυρά τινα της Οδησσού, τα οποία εμοιράσαμεν αδελφικώς ως και το περιεχόμενον φιαλιδίου κονιάκ. Ευχαριστών διά το φιλοφρόνημα εθεώρησα επίκαιρον να ψελλίσω δικαιολογίαν τινά υπέρ της καταστάσεως της πατρίδος μου, της εκθετούσης τους επισκεπτομένους αυτήν ξένους εις δείπνα ξηρού άρτου και χειμερινάς εν υπαίθρω διανυκτερεύσεις, αλλ' άδικον θα ήτο να λησμονηθή ότι προ ημίσεως μόνον αιώνος, απαλλαγείσα βαρβάρου ζυγού, μόλις εισέρχεται εις το στάδιον του πολιτισμού. Την τοιαύτην παράταξιν των στερεοτύπων νεοελληνικών απολογημάτων διέκοψεν εκείνος αποτόμως διά του εξής απιστεύτου αποφθέγματος· «Μυριάκις προτιμότερον είνε να μείνη η Ελλάς απολίτιστος εις πάντας τους αιώνας ή να γνωρίση τα ασυγκρίτως ανώτερα των πλεονεκτημάτων βάσανα του λεγομένου πολιτισμού. Θέλεις απόδειξιν ότι έχω δίκαιον; Ενώ συ κ' εγώ πεινώμεν, κρυώνομεν, αγρυπνούμεν, βήχομεν και πταρνιζόμεθα επί υγρού βράχου, οι άξεστοι συμπατριώται σου, τους οποίους έχεις ίσως την βλακείαν να οικτείρης, κατώρθωσαν υπό τους αυτούς όρους να δειπνήσωσι μετ' ορέξεως και να κοιμηθώσι μακαρίως. Πρόοδος του πολιτισμού και αύξησις της ανθρωπίνης κακοπαθείας είνε τα ακριβέστερα των συνωνύμων».

Τον έπειτα προς ερμηνείαν του ανωτέρω αφορισμού μεταξύ ημών διάλογον προτιμώ να συνοψίσω εις μονόλογον του σλάβου φιλοσόφου, πιστεύων ότι παρέχω εκδούλευσιν εις τον αναγνώστην, μη αναμιγνύων τας ιδικάς μου κοινοτοπίας εις την ικανώς πρωτότυπον αυτού περί πολιτισμού θεωρίαν·

«Δεν είμαι, είπεν, ως επίστευσες, μηδενιστής, αλλά φιλήσυχος και ακίνδυνος καθηγητής των φυσικών επιστημών, ελθών εις την Ελλάδα προς συλλογήν των δυσευρέτων αλλαχού Καράβων του Αδώνιδος. Εκ της τριακονταετούς ήδη της φύσεως μελέτης επείσθην αδιστάκτως, ότι το ποσόν κακοπαθείας, το οποίον επιφυλάσσει η Μοίρα εις πάντα τα πλάσματα, είνε πανταχού και πάντοτε ακριβώς ανάλογον του όγκου και της τελειότητας του νευρικού αυτών συστήματος. Ουδ' υπάρχει λόγος τις εξαιρέσεως του ανθρώπου από του γενικού κανόνος. Παν λοιπόν το δυνάμενον οπωσδήποτε να συντελέση εις την επικράτησιν των νεύρων και ιδίως του εγκεφάλου θεωρώ ως ζημίαν, της οποίας κατ' ουδένα τρόπον δύνανται να θεωρηθώσιν ως επαρκής αντιστάθμησις αι απολαύσεις αι προερχόμενοι εκ της προόδου της επιστήμης, της τέχνης και του πολιτισμού. Ουδ' είνε αύται διά τον ακριβώς εξετάζοντα τα πράγματα υπό ουδεμίαν έποψιν μεγάλαι. Αν σήμερον, χάρις εις τας τελειοτέρας γεωργικάς μεθόδους και την ταχυτέραν συγκοινωνίαν προς τους τόπους της παραγωγής, σπανιώτερον δεκατίζει τους λαούς της Ευρώπης η πριν ανά δεκαετίαν κατά μέσον όρον επισκήπτουσα τελεία έλλειψις άρτου, ο αριθμός αφ' ετέρου των ανεπαρκώς τρεφομένων και διηνεκώς πεινώντων ηύξησεν επαισθητώς, ουδέ δύναται να παύση συναυξάνων μετά του πληθυσμού, αφού ο μεν εκ της τελειοποιήσεως της αγρονομίας πολλαπλασιασμός των προϊόντων έχει βεβαίως όριά τινα ανυπέρβλητα, η δε αύξησις του πληθυσμού ουδέν άλλο όριον πλην της πείνης. Η Αγγλία είνε βεβαίως υπό γεωργικήν και οικονομικήν έποψιν η πρώτη της γης χώρα, αλλά και εν ουδεμία άλλη είνε ανώτερος ο αριθμός των πεινώντων ή των τρεφομένων αποκλειστικώς διά γεωμήλων και οινοπνεύματος. Το τελευταίον μάλιστα τούτο τείνει ν' αντικαταστήση η πρόοδος του πολιτισμού διά του ευθηνοτέρου θειικού αιθέρος. Ουδέ πιστεύω ότι δύναται να θεωρηθή ως επαρκές αντιζύγιον της τοιαύτης διαίτης του λαού ότι πολύ ανώτερος του αλλαχού είνε εν Αγγλία ο αριθμός των καταναλωτών ανανάδων, χελωνών, Πόρτου και σπαραγγιών. Αν σπανίζουσι ταύτα εις την απολίτιστον Ανατολήν, έτι σπανιώτεροι είνε, ευτυχώς, οι στερούμενοι επαρκούς προς χορτασμόν τεμαχίου λευκού ή μέλανος άρτου. Ουδέ κατεδικάσθησαν ακόμη οι Ανατολίται να καταπίνωσι βούτυρον εκ μαργαρίνης, γάλα εξ ορυζοκόνεως, οίνον εξ ερυθροξύλου, καφφέν εκ ξηρών σύκων, τυρόν εξ αμύλου, σοκολάταν εκ βαζελίνης και όσα άλλα εφεύρεν ευθηνά δηλητήρια η παράλληλος πρόοδος της χημείας και της ασυνειδησίας (5).

Τον ισχυρισμόν ότι ηύξησεν εν συνόλω εις τας πολιτισμένας χώρας ο μέσος όρος της ευζωίας του λαού, διαψεύδει η καθ' εκάστην απειλητικωτέρα κατά του κοινωνικού καθεστώτος εξέγερσις των ακτημόνων. Και αληθεύον δε αν υποτεθή, ότι αιτία της δυσαρεσκείας είνε η αύξησις ουχί των στερήσεων, αλλά των απαιτήσεων της εργατικής τάξεως, δύσκολον πάλιν είνε να μη αποδοθή το κακόν εις την πρόοδον του πολιτισμού, την δημοτικήν εκπαίδευσιν, τα εσπερινά αναγνώσματα, τας πενταλέπτους εφημερίδας, τας λαϊκάς βιβλιοθήκας και όσα άλλα αυξάνοντα τον εν τω κόσμω όγκον εγκεφάλου συναυξάνουσι μετ' αυτού κατ' ακριβή αναλογίαν την ανθρωπίνην ευπάθειαν, ήτοι την ανθρωπίνην δυστυχίαν. Πώς δε να πιστεύσω εις χρήσιμόν τινα πρόοδον της ιατρικής ή της λεγομένης δημοσίας υγιεινής, αφού αποδεδειγμένον είνε ότι ουδόλως μεν ηλαττώθη ο αριθμός των ραχιτικών, των κακοχύμων και των χοιραδικών, ενώ ο των αναιμικών αυξάνει απαύστως και καταπληκτικώς; Οι πάπποι ημών δεν είχον ακόμη δυναμόμετρα, εξ ων θα ηδυνάμεθα να εκτιμήσωμεν μετά μαθηματικής ακριβείας τον βαθμόν της καταπτώσεως των ημετέρων μυώνων, αλλ' εν ελλείψει δυναμόμετρων έχομεν προχείρους εν τοις μουσείοις πλουσίας συλλογάς λογχών, πελέκεων, ξιφών και ροπάλων, τα οποία ουδείς σημερινός βραχίων δύναται να υψώση. Αλλά και χωρίς να ανατρέξωμεν εις τόσον απέχοντας χρόνους, αρκεί προς απόδειξιν του προϊόντος ημών εκφυλισμού ότι υπερδιπλάσιον ήτο επί του πρώτου Ναπολέοντος το βάρος του στρατιωτικού όπλου, ενώ σήμερον ευρίσκουσι βαρύ το του Μαρτίνη και του Σασεπώ τα ανθρωπάρια, τα οποία συναγελάζει η γενική στρατολογία, γέννημα και αύτη της προόδου του πολιτισμού. Κατά τι, τέλος πάντων, δύνανται να υποτεθώσιν αυξήσαντες το ποσόν της ανθρωπίνης ευδαιμονίας οι περιλάλητοι σιδηρόδρομοι, τηλέγραφοι και ηλεκτρικοί φανοί, αφού ούτε εις τόπους ευτυχεστέρους δύνανται να μας μεταφέρωσιν, ούτε ειδήσεις να μας μεταδώσωσι μάλλον παρηγόρους ή να φωτίσωσιν όψεις ευθυμοτέρας; Και ταύτα μεν είνε τα πολυύμνητα υλικά δώρα του πολιτισμού, πολύ δε μάλλον άδωρα τα ηθικά. Ουδ' αυτός ο φανατικώτατος της προόδου πανηγυριστής θα ετόλμα τω όντι να ισχυρισθή ότι ηλαττώθη το ποσόν της λυμαινομένης τον κόσμον κακίας, αλλά μόνον ότι το ποιόν αυτής μετεβλήθη. Ελάχιστον όμως είνε το κέρδος αν εξήλειψεν ο τελειότερος οργανισμός της χωροφυλακής εκ των ορέων την ληστείαν, αναγκάσας τους πρώην εξ αυτής αποζώντας να προτιμήσωσι το αναπαυτικώτερον επάγγελμα κιβδηλοποιού, δηλητηριαστού, πλαστογράφου, προαγωγού ή ιδρυτού ανωνύμου εταιρίας. Η ζημία ζωής και χρημάτων, ην επροξένει ο επί τέλους αποθνήσκων επί της λαιμοτόμου ληστής, είνε αναξία παντός λόγου παραβαλλομένη προς την καταδίκην εις την πείναν ή την αυτοκτονίαν, ην επιβάλλει σήμερον ο ουδέποτε σχεδόν τιμωρούμενος τραπεζίτης εις ασυγκρίτως ανώτερον αριθμόν θυμάτων. Ειλικρινώς δε σοι λέγω ότι προτιμώ να σκιάζωμαι τους ληστάς επί της λεωφόρου παρά να μην είμαι βέβαιος ότι δεν είνε καταχραστής, δωρολήπτης, προδότης, συκοφάντης ή σιμωνιακός, ο τμηματάρχης, ο ταμίας, ο λοχαγός, ο έμπορος, ο δημοσιογράφος ή ο ιερεύς των οποίων σφίγγω την χείρα εν αιθούση ή ασπάζομαι αυτήν εν εκκλησία».

Διακόψας ενταύθα τον λόγον όπως επ' ολίγον αναπαυθή και ροφήση νέαν δόσιν ρακής, εξηκολούθησεν έπειτα διά φωνής, της οποίας αδύνατον μοι είνε να λησμονήσω ή να περιγράψω την αθυμίαν·