Part 10
Πίθηκον όμως είχε μόνον ένα, τον Θωμάν, όστις ουδέν είχε κοινόν προς τα του ζώου, αλλά συνεκατοίκει, συνέτρωγε και συνδιεσκέδαζε μετά του κυρίου του, το δε περιεργότερον είνε ότι και συνειργάζετο μετ' αυτού εκτελών καθήκοντα βιβλιοθηκάριου, ως θα ίδωμεν κατωτέρω. Εις την Ιταλίαν απενέμετο ενίοτε η θέσις του βιβλιοθηκαρίου εις οικιακούς υπηρέτας, μόνον όμως των ιδιωτικών βιβλιοθηκών, ενώ διά τας δημοσίας εθεωρείτο το αξίωμα ως μάλλον αρμόζον εις τους λογίους. Ενδέχεται να μετέβαλε κ' εκεί τα πράγματα ο θρίαμβος των κοινοβουλευτικών εθίμων. Όταν το εσπέρας μετέβημεν εις το Κούστειον μέγαρον, έσπευσε πλην του οικοδεσπότου να δεξιωθεί ημάς και ο πίθηκος Θωμάς τείνων κατά μίμησιν του κυρίου του εις έκαστον ημών την χείρα. Διά το επίσημον της ημέρας είχεν ενδυθή την στολήν του αξιώματός του, φράκον από κυανούν βελούδον, ερυθρόν βρακίον και λαιμοδέτην εκ τριχάπτου και καμέλιαν εις την κομβιοδόχην. Ο Θωμάς ωμοίαζε πολύ με την εικόνα του και ήτο όσον εύμορφος δύναται να είνε πίθηκος. Αν δεν εφοβούμην να μη θεωρηθώ αντιφάσκων θα έλεγα ότι ήτο εύμορφος ασχημομούρης.
Και τοιαύτα μεν ήσαν τα εξωτερικά, το δε ηθικά και πνευματικά προσόντα του Θωμά ήσαν πολύ ανώτερα τούτων.
Αφού μας διηγήθη ο αυθέντης του πώς έτυχε να τον εύρη χειμερινήν τινα νύκτα εις τον δρόμον άστεγον και πειναλέον, απετάθη έπειτα προς αυτόν: Θωμά, είπε, διηγήσου εις τους κυρίους τις ήτο ο πρώτος σου αυθέντης και διατί σ' έρριψεν εις τον δρόμον.
Ο πίθηκος έφερε σκαμνίον αντικρύ του τοίχου, εκάθισεν επ' αυτού επί των οπισθίων του, ήρχισε να περιστρέφη το βλέμμα επί των προσκεκλημένων, ως να ήθελε να τους επιθεωρήση όλους, και επί τέλους προσήλωσεν αυτό επί τινα, την ωραιοτέραν της ομηγύρεως κυρίαν αφού την εκύτταξεν επί τινας στιγμάς, έλαβε την άκραν της ουράς του μεταξύ των δακτύλων και ήρχισε να περιφέρη αυτήν επάνω εις τον τοίχον και επί τινα ώραν εξηκολούθησε να κυττάζη εναλλάξ το πρότυπόν του και να μεταχειρίζηται ως χρωστήρα την ουράν του.
— Ως βλέπετε, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ο πρώτος του Θωμά αυθέντης ήτο ζωγράφος. Και εκέρδιζε πολλά; ηρώτησε τον πίθηκον.
Ο ερωτώμενος εβύθισε την χείρα εις την τσέπην του βρακίου του, την οποίαν εξήγαγε και ανέτρεψε διά να δείξη ότι δεν περιείχεν απολύτως τίποτε· εκτύπησεν έπειτα δις και τρις την κοιλίαν του διά ν' αποδείξη ότι ήτο όσον και η τσέπη του κενή και ήρχισε να υποκρίνεται την πείναν διά παντομίμας ικανής να εκπλήξη και τον δόκτωρα Ταννέρ τον νηστευτήν. Μετά ταύτα έτρεξε προς το εντός της αιθούσης κρεμάμενον κορδόνιον του κωδωνίσκου και ήρχισε να σύρη αυτό κατά διαστήματα και βιαίως.
— Θέλει να μας ειπή, ηρμήνευσεν ο κύριός του, ότι ο πρώην αυθέντης του εδέχετο πολλάς επισκέψεις.
Ο πίθηκος τότε ήρχισε να παρωδή τας κινήσεις δανειστού ζητούντος χρήματα παρά μη έχοντος και οργιζομένου ότι δεν τον πληρώνουν. Μετ' ολίγον εξήλθε της αιθούσης και αμέσως επέστρεψε φέρων επί των παρδαλών ενδυμάτων του μαύρον επανωφόριον, ομματοϋάλια εις τους οφθαλμούς του και επί της κεφαλής του πίλον τρικαντώ. Η φυσιογνωμία και η συμπεριφορά του είχε μεταβληθή επί το σοβαρώτερον και αξιοπρεπέστερον. Εκράτει εις την αριστεράν φύλλον χάρτου και εσάλευε την ουράν του ως γραφίδα. Εν τοιαύτη περιβολή περιήλθε την αίθουσαν σταματών προ εκάστου των επίπλων, των ανακλίντρων, ερμαρίων, καθρεπτών, λαμπτήρων και των άλλων, τα εξήταζε δε από όλα τα μέρη ως θέλων να εκτιμήση την αγοραίαν τιμήν των, την οποίαν έσπευδεν έπειτα ωσεί να σημειώση επί του χάρτου. Η μίμησις δικαστικού κλητήρος ενεργούντος απογραφήν και κατάσχεσιν ήτο τελεία και κωμικώς σοβαρά, ώστε πάντες, μη εξαιρουμένου και του παρισταμένου προέδρου των Εφετών, εξεκαρδίζοντο διά την εκφραστικωτέραν και της του περιωνύμου μίμου Σκέτζη παντομίμαν του πιθήκου.
— Πιστεύω, κύριοι, είπεν ο βαρώνος, ότι είνε περιττόν να σας ερμηνεύσω όσα σας εξέθεσεν ο πίθηκός μου, πώς δηλαδή κατεσχέθησαν και επωλήθησαν τα σκεύη του ζωγράφου και ευρέθη ούτω εις τον δρόμον ο πίθηκος μου άστεγος και πειναλέος.
Η εσπερίς ετελείωσε δι' αφθόνου καταλύσεως όχι μόνον βανανών και ανανάδων, αλλά και κεραστών, των οποίων η παράθεσις κατά την εορτήν του Αγίου Θωμά ηδύνατο να θεωρηθή ως το άκρον άωτον πολυτελείας και ηγεμονικότητος καισαρικής. Αλλά προ πάντων απαράμιλλοι ήσαν του γυναικαρέσκου πιθήκου αι φιλοφρονήσεις προς τας κυρίας, η καθαριότης και η χάρις με την οποίαν εξεφλούδιζε και επρόσφερεν εις αυτάς τας βανάνας ή εκρέμα εις τα αυτιά των δίδυμα κεράσια αντί ενωτίων ή τας επροκάλει να βρέξωσι τα ρόδινα χείλη των εις το νέκταρ τον Βεζουβίου, το οποίον επωνομάσθη δάκρυ του Χριστού διά την ηδύτητα της γεύσεως και του αρώματος. Πολλαί δε εκενώθησαν και φιάλαι μαλβασίας και καμπανίτου εις υγείαν του Θωμά, όστις ηυχαρίστει υποκλινόμενος και αντέπινε σουμάδαν, την οποίαν είχε την αδυναμίαν να προτιμά παντός άλλου ποτού.
Κατά την ώραν της αναχωρήσεως επρόπεμψε μέχρι της κλίμακος πάντας τους τιμήσαντας την εορτήν, σφίξας την χείρα των κυρίων ως άγγλος ευπατρίδης και ασπασθείς την των δεσποινών ως γάλλος ιππότης. Ουδέ παρέλειψε το τελευταίον τούτο δυσάρεστον καθήκον, διά τον λόγον ότι ο βαρώνος Κούστε διεκρίνετο ως δεινότατος της Τοσκανίας εραστής, εκτιμητής όχι μόνον μαρμάρων και νομισμάτων, αλλά και της ζώσης γυναικείας καλλονής. Όπως ο Πυθαγόρας, ο Θαλής, δεν ενθυμούμαι, είχεν επιγράψη επί της εισόδου της σχολής αυτού: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω», ούτω και ο βαρώνος απέκλειε της αιθούσης του πάσαν ασχημομούραν, έστω και αν ήτο απόγονος των Μεδίκων.
Και τοιαύται μεν ήσαν του Θωμά αι διασκεδάσεις, η δε εργασία του ήτο, ως ήδη είπομεν, η ακριβής εκτέλεσις των καθηκόντων του βιβλιοφύλακος. Οσάκις ο βαρώνος εκλείετο εις το σπουδαστήριόν του διά να εργασθή, ο Θωμάς εγκαθιδρύετο επί των γιγαντιαίων τόμων της αρχαιολογίας του Βισκόντι και δεν επέτρεπε την είσοδον παρά εις μόνους τους συναδέλφους του κυρίου του εν αρχαιολογία. Οσάκις ήκουε κρουόμενον τον κώδωνα της αυλείου θύρας, έτρεχεν εις το παράθυρον να ιδή τις ήλθε, και έπειτα επανερχόμενος, τόσον πιστώς απεμιμείτο του επισκέπτου την στάσιν και τας κινήσεις, ώστε ο κύριος αυτού, μαντεύων ασφαλώς τις είνε ο επισκέπτης, ηδύνατο εγκαίρως να είπη εις τον θαλαμηπόλον του να τον εισάξη ή να τον αποκλείση. Τα ερμάρια των βιβλίων έφθαναν μέχρι της οροφής, αλλ' ο Θωμάς σπουδάσας πιθανώς πατά την παιδικήν του ηλικίαν την αναρρηχητικήν τέχνην εις τους εκατονταπήχεις κορμούς των φοινίκων, των αρτοκάρπων και των κοκκοδένδρων των παρθένων δασών της πατρίδος του, ουδεμίαν ησθάνετο δυσκολίαν ν' αναρριχηθή μέχρι της κορυφής της βιβλιοθήκης, να λάβη το ζητούμενον βιβλίον και να το προσφέρη εις τον μελετώντα, αφού προηγουμένως εφύσα επ' αυτού και το ετίνασσε προς απόσεισιν του κονιορτού. Εν αρχή έπρεπεν ο αυθέντης να του δεικνύη διά της άκρας καλαμίου τίνα τόμον θέλει, κατόπιν όμως συνηθίσας ο πίθηκος να συνδυάζη το άκουσμα του δεινός φωνήματος προς τούτον ή εκείνον, τον μεγάλον ή τον μικρόν, τον δεμένον ή τον άδετον, τον υψηλά ή χαμηλά, τον πράσινον ή τον κόκκινον τόμον, ουδέποτε εκόμιζεν άλλο σύγγραμμα εκτός του ζητηθέντος ή ετοποθέτει αυτό εις άλλην πλην της οικείας θέσιν μετά την χρήσιν.(6) Πράγματι η ταχύτης της προσαγωγής του βιβλίου και η απόσεισις του κονιορτού και του θορύβου πατημάτων είνε τα πρώτα και απαραίτητα προς μελέτην εφόδια, προκαλώ δε τον Έφορον της Λαυρεωτικής να μου επιδείξη ένα μόνον βιβλιοφύλακα δυνάμενον να συγκριθή με τον ιδικόν μου.
Εξ όλων όμως των υπηρεσιών, τας οποίας απέδωκεν εις το αυθέντην του ο Θωμάς, η μεγίστη βεβαίως είνε ότι του έσωσε την ζωήν. Ο βαρώνος, καίτοι από πολλού δεν ήτο νέος, εξηκολούθει ν' αγαπά τας ευθύμους αγρυπνίας, το δάκρυ του Χριστού, τους ανανάδες, τους φασιανούς και τας καραβίδας. Εκ τούτων συνέβη να εξυπνήση την επιούσαν καλού δείπνου ανίκανος να τα χωνεύση, η δε ανικανότης του ανθίστατο από τριών ήδη ημερών εις όλα τα ιατρικά. Ο τελευταίος προσκληθείς Ασκληπιάδης ενεφανίσθη κρατών εις τας χείρας του φιάλην του πασιγνώστου δραστικού, το οποίον μόνον ηδύνατο να σώση, διά βιαίου κλονισμού, τον πάσχοντα από αφεύκτου επικειμένου θανάτου, η συνείδησίς του όμως του επέβαλλε να δηλώση ότι υπήρχε τις μικρός κίνδυνος μη δεν δυνηθή ν' ανθέξη ο ασθενής εις του κλονισμού τούτου τας συνεπείας.
Ο βαρώνος εδίσταζε ν' αναρρίψη τον κύβον και ο ιατρός παρέτασσε επιχειρήματα ότι προτιμοτέρα βεβαίου θανάτου ήτο η μεγίστη πιθανότης να σωθή, όταν ο πίθηκος ήρπαοεν από της τραπέζης το ιατρικόν, ανέβη επί ερμαρίου και ήρχισε να παρατηρή αυτό μετά προσοχής, να το οσφραίνεται και έπειτα ν' αποστρέφη το πρόσωπον μετ' αηδίας, να κυττάζη τον ασθενή και να σείη την κεφαλήν ως συμβουλεύων αυτόν να μη λάβη το δύσοσμον ιατρικόν. Επί τέλους, ήρχισε να κινή την φιάλην άνω και κάτω, ως αν είχεν αναγνώση επί της επιγραφής αυτής το στερεότυπον : «Ανακίνησον πριν ή λάβης».
Η παντομίμα ήτο εις τοιούτον βαθμόν εκφραστική και υπερφυώς κωμική, ώστε δύο εκ των παρισταμένων φίλων του ασθενούς κατελήφθησαν υπό γέλωτος ακρατήτου και σπασμωδικού. Ο γέλως ούτος εξερράγη ως βόμβα, μετεδόθη ως πυρκαϊά, κατέλαβε τους προσελθόντας υπηρέτας και επί τέλους και αυτόν τον επιθανάτιον βαρώνον, τόσον ακράτητος και σφοδρός, ώστε ήρκεσε να προκαλέση τον επιδιωκόμενοι διά του δραστικού κλονισμόν και να σώση τον ασθενή.
Ο βαρώνος έζησεν ακόμη χάρις εις τον Θωμάν πέντε έτη και επόμενον ήτο να μη τον λησμονήση εις την διαθήκην του. Εκληροδότησεν αυτόν εις τον φίλον του Καρπέτην διευθυντήν του Ζωολογικού κήπου μετά τρισχιλίων φράγκων εισοδήματος προς συντήρησιν αυτού, εφ' όσον έζη, και περιπλέον διακοσίας χιλιάδας προς πλουτισμόν του κήπου. Η προς τον Θωμάν στοργή και μητρική πρόνοια του μακαρίτου ήτο τοιαύτη, ώστε δεν εξέχασε να σημειώση εις την διαθήκην του και μέχρι τίνος βαθμού πρέπει να θερμαίνεται την νύκτα το κατάλυμά του, και τίνα να παρατίθενται εις αυτόν φαγητά, μη λησμονήσας ουδέ την σουμάδαν.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΑΓΓΛΙΔΟΣ ΠΕΡΙ ΓΛΥΠΤΙΚΗΣ
Αξιότιμε κ. Συντάκτα,
Το όνομά μου είνε Anna Merrilies· έχω πατρίδα την Σκωτίαν, δίπλωμα διδακτορίσσης και κύριον επάγγελμα την διάδοσιν των ιδεών του Μάλθου περί πληθυσμού. Αναγνώσασα τον Πίνδαρον και αγαπώσα την Αρχαίαν Ελλάδα, ήλθον να παρευρεθώ εις την ανάστασιν των Ολυμπίων. Περί τούτων δεν λέγω τίποτε, μη αγαπώσα να προσβάλλω τους δυστυχούντας, οσάκις μάλιστα αναγνωρίζουσιν, ως υμείς εν τω «Ασμοδαίω», τας ελλείψεις των.
Είδον εν τη εκθέσει τα γλυπτικά έργα των κ. κ. Βιτσάρη και Βρούτου και τας κρίσεις υμών περί τούτων. Εξ αβρότητος προς τους κοπιάσαντας τεχνίτας, δεν θέλω να εξετάσω αν έχετε δίκαιον ή όχι. Άλλως τε ημείς οι Άγγλοι, ουδέ των γυναικών εξαιρουμένων, είμεθα πρακτικοί άνθρωποι· δεν αγαπώμεν, ως οι αρχαίοι και οι σήμερον Έλληνες, τας θεωρητικάς συζητήσεις, αλλ' εξετάζομεν το πράγμα υπό έποψιν της δυνατής εξ αυτών ωφελείας. Σοφός τις πρόγονος υμών έγραψε πραγματείαν «Περί του πώς αν τις απ’ εχθρών ωφελοίτο». Ούτω και εγώ, άμα είδον τα παιδία του κ. Βιτσάρη, την Αφροδίτην και τον Πάριν του κ. Βρούτου, αντί να βυθισθώ εις το πέλαγος της αισθητικής, ευθύς εσυλλογίσθην ότι ηδυνάμην να χρησιμοποιήσω τα προϊόντα ταύτα της νεοελληνικής τέχνης υπέρ ταχυτέρας διαδόσεως του σωτηρίου συστήματος του Μάλθου· και ιδού πώς.
Καίτοι Έλλην και εφημεριδογράφος, και έχων ως εκ τούτου το δικαίωμα πολλά πράγματα ν' αγνοήτε, ίσως όμως ηκούσατε, κύριε συντάκτα, ότι ο σοφός Μάλθος υπελόγισεν ότι οι μεν κάτοικοι της γης αυξάνονται και πληθύνονται, ο δε πλανήτης ημών ούτε ν' αυξήση δύναται ούτε να πολλαπλασιασθή, ώστε μετά ωρισμένον, και ουχί μακρόν αριθμόν Ολυμπιάδων, οι επ' αυτού οικούντες, μη ευρίσκοντες ούτε τόπον ούτε τροφήν, θέλουσι καταντήση να τρώγωσιν αλλήλους ως αράχναι κεκλεισμένοι εντός φιάλης.
Το συμπέρασμα είνε φοβερόν, αλλά και αναμφισβήτητον, ως βασιζόμενον επί μαθηματικού υπολογισμού. Ήδη δε εν Αγγλία τα φρικώδη αποτελέσματα του γραφικού ρητού «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» ήρχισαν να είνε επαισθητά. Εν Λονδίνω πλήθος ανθρώπων αποθνήσκουσι κατ' έτος εξ ελλείψεως τροφής ή αέρος.. Αν δε δεν είχον την Αυστραλίαν και την Ινδικήν, οι συμπατριώται μου ήθελον είνε προ πολλού ανθρωποφάγοι.
Προς σωτηρίαν από της μάστιγος ταύτης ο τε διδάσκαλός μου και οι οπαδοί αυτού προέτειναν πολλά φάρμακα· ήτοι να εμποδίζεται ο γάμος μεταξύ απόρων, ουδείς να δύναται να νυμφευθή πριν συμπληρώση το τριακοστόν έτος, ιατρικάς συνταγάς προς ατεκνίαν και άλλα πολλά. Αλλ' εκ τούτων τα μεν αντιβαίνουσιν εις τας συνταγματικάς ελευθερίας, τα δε εις την ηθικήν, ώστε το πρόβλημα μένει άλυτον και ο κίνδυνος της ανθρωποφαγίας εκκρεμής.
Γνωρίζουσα πόσον ανεξάλειπτοι είνε αι εντυπώσεις της νεαράς ηλικίας, εσκέφθην ότι πολύ συντελεστικώτερον προς διάδοσιν του συστήματος του διδασκάλου μου, συγχρόνως δε και συνταγματικώτερον ήθελον είναι, αν ενεπνέετο εις τους παίδας, έστω και δι' απάτης τινός, ανυπέρβλητός τις προς τον έρωτα και τον γάμον αποστροφή. Προς τούτο εσκέφθην να χρησιμοποιήσω τα προϊόντα της νεοελληνικής τέχνης. Άμα επιστρέψω οίκαδε, θέλω προκαλέση εν τω συλλόγω των Μαλθιστών έρανον προς αγοράν πεντακοσίων τουλάχιστον αντιτύπων της Αφροδίτης του κ. Βρούτου. Τα αγάλματα ταύτα θέλουσι τοποθετηθή εις τα εστιατόρια και τους κοιτώνας των εκπαιδευτηρίων και ορφανοτροφείων της Αγγλίας· οι δε νέοι, νομίζοντες ότι τοιαύτα άσχημα πράγματα κρύπτουσιν αι γυναίκες υπό τας μεταξίνους αυτών εσθήτας, θέλουσι καταφύγη αθρόοι υπό τας σημαίας του Μάλθου.
Αληθές είνε ότι εις πολλούς τούτων δεν θέλουσι λείψη ευκαιρίαι να εννοήσωσι κατόπιν την απάτην. Σημειώσατε όμως, κύριε συντάκτα, ότι διά της γλυφίδος του κ. Βρούτου δεν προτίθεμαι να εξαλείψω, αλλ' απλώς ν' αραιώσω το ανθρώπινον γένος επί του προσώπου της γης και προ πάντων της Αγγλίας.
Ευτυχείς και αξιομακάριστοι είσθε υμείς οι νεώτεροι Έλληνες, οι μη έχοντες επί πολλούς ακόμη αιώνας να μεριμνήσετε περί των θεωριών του Μάλθου, οι παραπονούμενοι ότι η χώρα υμών είνε μικρά και αφίνοντες χέρσα τα τρία τέταρτα αυτής, άτινα δεκάκις τόσους Έλληνας δύνανται και σήμερον, ως το πάλαι, να διαθρέψωσιν, εκτός αν υποθέσωμεν ότι, απολέσαντες την προγονικήν μεγαλοφυΐαν, ελάβετε αντ' αυτής ως αντάλλαγμα όρεξιν δεκαπλασίαν.
Οπωσδήποτε, αν και δεν έχετέ τι να φοβηθήτε εκ περισσείας πληθυσμού, πάλιν όμως νομίζω ότι δύνασθε και υμείς να χρησιμοποιήσετε προς άλλον σκοπόν τα έργα του Φειδίου και Πολυκλείτου. Εις τας εφημερίδας και τα περιοδικά υμών βλέπω καθημερινά παράπονα ότι επλεόνασε παρ' υμίν πάσα της Δύσεως η διαφθορά και η κοινωνική κακοήθεια, ότι άνηβοι μαθηταί αναγινώσκουσι μυθιστορήματα και δεκαετείς κορασίδες εργολαβούσιν. Όπως οι αρχαίοι Έλληνες παρίστων μεθύσους είλωτας εις τους νέους, ίνα αποστραφώσι την μέθην, ούτω και υμείς, ως αντιφάρμακον της « Dame aux Camelias» και του Φωβλάς, στήσατε &βρουτείους& Αφροδίτας εις το γυμνάσιον και &βιτσαρείους& Άραβας εις τα παρθεναγωγεία προς εκδίωξιν του πειρασμού.
Ταύτα έλεγον προχθές εν τη εκθέσει εις ελλανοδίκην τινά, όστις προ των καλλίστων μαρμάρων της Πάρνηθος και της Πεντέλης εδάκρυεν, αναλογιζόμενος ότι εν τοις κόλποις αυτών εγκυμονούνται τέρατα, οία τα εκτεθέντα.
Ελπίζω ότι η μετ' ολίγον παρά του Μαλθικού συλλόγου δοθησομένη σπουδαία παραγγελία θέλει παρηγορήση τους Έλληνας καλλιτέχνας δι' όσα κατ' αυτών εσωρεύσατε, παραγνωρίζοντες την χρηστότητα της τέχνης των.
Ευπειθής δούλη σας ANNA MERRILIES
Η ΑΜΦΙΒΟΛΟΣ ΖΩΗ
Ταξειδεύων προ δεκαπέντε περίπου ετών εις Γερμανίαν, ηναγκάσθην να σταματήσω ένεκα απροσδοκήτου κωλύματος επί τριήμερον εν Φραγκφούρτη. Αφού περιειργάσθην τα εν τη πόλει αξιοθέατα, εξήλθον το απόγευμα φθινοπωρινής ημέρας εις περίπατον μόνος και ασκόπως φερόμενος όπου οι πόδες μου με ήγον. Βαδίσας ούτως εις απόστασιν από της πόλεως όση η απ' Αθηνών μέχρις Αμπελοκήπων, διέκρινα επί της κορυφής χαμηλού γηλόφου άκομψόν τι και βαρύ οικοδόμημα, φέρον επί του μετώπου λατινιστί τας λέξεις: &Asylum dublae vitae&, ήτοι &Άσυλον της αμφιβόλου ζωής&. Η επιγραφή αύτη εις μεγίστην μ' ενέβαλεν απορίαν, μη δυνάμενον να μαντεύσω τί ποτε ηδύνατο να σημαίνη η αμφίβολος αύτη ζωή. Ουδεμίαν έχων περί του πράγματος ιδέαν και κρίνων εκ της αναλογίας προς την γαλλικήν, οτέ μεν υπέθετον ότι το κτίριον εκείνο ήτο δεσμωτήριον ανθρώπων, ων η ζωή, ήτοι η διαγωγή, ήτο αμφίβολος και επικίνδυνος τη κοινωνία, οτέ δε ότι περιέκλειε γύναια αμφιβόλου σωφροσύνης. Πλησιάσας εν τούτοις εις το αινιγματώδες εκείνο καταγώγιον, είδον την θύραν αυτού ανοικτήν και γέροντα απόμαχον ησύχως καπνίζοντα προ της φλιάς, όστις άμα με είδεν ηγέρθη και χαιρετίσας εν σιωπή παρεμέρισεν ίνα περάσω. Ουδέ λέξιν γνωρίζων της γερμανικής όπως απευθύνω οιανδήποτε ερώτησιν, εισήλθον μη γνωρίζων πού εμβαίνω, τούτο δε μόνον δικαιούμενος να υποθέσω εκ της συμπεριφοράς του θυρωρού, ότι η είσοδος ήτο ελευθέρα εις τον βουλόμενον απληρωτεί· το εσωτερικόν του οικοδομήματος δεν ωμοίαζεν ούτε δεσμωτήριον ούτε κλωβίον γυναικών. Ενώπιόν μου ηνοίγετο μακρός διάδρομος και εκατέρωθεν αυτού δύο θύραι, δι' ων έβλεπον ευρύχωρα δωμάτια έρημα κατοίκων και παντός σκεύους. Εις το πέρας του διαδρόμου εκείνου εξετείνετο έτερος τοιούτος, τέμνων τον πρώτον κατ' ορθήν γωνίαν και φωτιζόμενος δι' υαλοφράκτου θύρας, αγούσης εις κηπάριον ή μάλλον χορτόφυτον αυλήν, περιφρασσομένην υπό τεσσάρων τοίχων. Η θέσις μου, μη γνωρίζοντος πού ευρίσκομαι, ωμοίαζε περιπλανωμένου τινός ήρωος ιπποτικού μυθιστορήματος. Ζωής όμως περί εμέ ούτε έβλεπον ούτε ήκουον το ελάχιστον ίχνος, ούτε αμφιβόλου ούτε βεβαίας. Αφού διέβην την υγράν και ανήλιον εκείνην αυλήν, ευρέθην αντικρύ ετέρας θύρας επί της οποίας ανεγινώσκετο η επιγραφή «Αίθουσα αγρυπνίας». Υπερβάς και ταύτην, εισήλθον εντός απεράντου αιθούσης, ήτις είχεν ως μόνα σκεύη γιγαντιαίον φανάριον, κρεμάμενον από της οροφής διά σιδηράς αλύσεως, και άνθρωπόν τινα ή μάλλον μονόφθαλμον και χωλαίνον ερείπιον ανθρώπου, βραδέως διαβηματίζον από της μιας εις την άλλην άκραν της αιθούσης. Ο θυρωρός είχε τουλάχιστον χαιρετίση, αλλ' ο προ εμού περιπατητικός φιλόσοφος εξηκολούθησε τον δρόμον του, ουδέ καν βλέμματος αξιώσας με. Αλλά τι εσήμαινεν ο ατελεύτητος ούτος περίπατος και επί τίνος πράγματος επηγρύπνει το ανθρωπάριον εκείνο εν αιθούση, όπου δεν υπήρχον ειμή τέσσαρες τοίχοι και επ’ αυτών ουδέ καν καρφίον ίνα κρεμασθή ο φύλαξ, αν τυχόν αηδίαζε την όντως αμφίβολον ζωήν του; Υπό τοιούτων κατεχόμενος αλύτων αποριών, ήρχισα καγώ να διαβηματίζω κατά μήκος της αιθούσης, ότε αίφνης εκατέρωθεν αυτής διέκρινα ανά τέσσαρας θυρίδας υαλοφράκτους, προς τας οποίας έσπευσα εν τάχει, ελπίζων ν' ανακαλύψω τέλος πάντων ακτίνά τινα φωτός. Διά της πρώτης των θυρίδων τούτων διέκρινα είδος τι κελλίου, τριών περίπου μέτρων μήκους και ολιγωτέρου πλάτους, και εν μέσω αυτού μεγάλην εκ σιδήρου τράπεζαν, εφ' ης ανεπαύετο υπό λευκόφαιον κάλυμμα παχύσαρκος τις άνθρωπος, τον οποίον εκ του στριμμένου μύστακος και ουλής τινος επί του μετώπου υπέθεσα αξιωματικόν. Το δε όντως παράδοξον ήτο ότι ο ούτω κατακείμενος είχεν υψωμένον τον βραχίονα και τους πέντε δακτύλους εντός ισαρίθμων χαλκίνων κρίκων, εις ους απέληγε το σχοινίον κώδωνος ανηρτημένου εκ του τοίχου. Το ημίφως προχωρούσης φθινοπωρινής εσπέρας δεν μοι επέτρεπε να διακρίνω ακριβώς τα χαρακτηριστικά του ούτω παραδόξως αναπαυομένου αλλ' η ακινησία και η ωχρότης του παρίστων αυτόν όμοιον μαρμαρίνω αγάλματι. Μεταβάς εις άλλην θυρίδα, το αυτό είδον θέαμα, πλην μόνης της διαφοράς ότι αντί ανδρός ανεπαύετο επί της τραπέζης του κελλίου ξανθή δέσποινα, έχουσα κακείνη ανά χείρας το σχοινίον του κωδωνίου. Διά της τρίτης θυρίδος είδον γέροντα χωρικόν, του οποίου οι μαύροι και χονδροί δάκτυλοι δεν είχον δυνηθή πιθανώς να εισέλθωσιν εις τους κρίκους και ως εκ τούτου το σχοινίον του κώδωνος είχε δεθή περί τον καρπόν της χειρός. Το τέταρτον κελλίον ήτο όλως κενόν, κάτωθεν δε της σιδηράς τραπέζης εφαίνετο λεκάνη πλήρης πηκτού τινος ερυθροπρασίνου ρευστού βδελυρού την θέαν και την οσμήν. Μεταβάς εις την απέναντι πλευράν της αιθούσης, ισαρίθμους έχουσαν θυρίδας, είδον δι' αυτών δύο κυρίους, μίαν κυρίαν και ωσεί οκταετές παιδίον, απαραλλάκτως αναπαυομένους επί σιδηράς τραπέζης και σφίγγοντας ομοίου κώδωνος το σχοινίον. Η αίθουσα εκείνη της αγρυπνίας ωμοίαζε πολύ μάλλον υπνωτηρίω· καθότι πλην του χωλού φύλακος ουδείς άλλος εφαίνετο εκεί αγρυπνών· έργον δε αυτού ήτο πιθανώς να σπεύδη εις την πρόσκλησιν των εν τοις κελλίοις αναπαυομένων, αν τις τούτων έκρουε τον κώδωνα εξυπνήσας. Αλλά και πάλιν τι παθόντες συνήλθον ν' αναπαυθώσιν εκεί, επί σιδηράς μάλιστα στρωμνής, ανθρώπινα όντα ούτω διάφορα την ηλικίαν, το φύλον και την κοινωνικήν θέσιν; Λύσιν του αινίγματος δεν ηδυνάμην να εύρω καμμίαν ως δε ο ηγεμών εκείνος της Αγγλίας προσέφερε το βασίλειόν του δι' ένα ίππον, ούτω καγώ κατ' εκείνην την στιγμήν ήθελον δώση παν ό,τι είχον αντί της γνώσεως ολίγων γερμανικών φράσεων, ίνα απευθύνω ερωτήσεις τινάς εις τον αταράχως εξακολουθούντα τον περίπατον αυτού μηστηριώδη θαλαμηπόλον.
Αλλ’ αίφνης εις την είσοδον της αιθούσης ενεφανίσθη μορφή τις ουδέν έχουσα κοινόν προς τα περικυκλούντα με απαίσια φαντάσματα, αλλά ζωηρά, ευπροσήγορος, φιλομειδής, αγαθωτάτη και ανήκουσα εις τον αξιότιμον κ. Όθωνα Ίνχιον, διδάκτορα της ιατρικής, μέλος διαφόρων ακαδημιών, ιππότην του Αγ. Μιχαήλ, συγγραφέα βιολογικής πραγματείας, διευθυντήν του καταστήματος, εν ω ευρισκόμην, και εις πάντας τους τίτλους τούτους, ους έμαθον εκ του εξωφύλλου διατριβής, ην μοι έπεμψε την επιούσαν, συνενούντα το ανεκτίμητον δι’ εμέ προτέρημα να ομιλή οπωσδήποτε την γαλλικήν. Ουδένα έτυχέ ποτε να γνωρίσω φιλολογώτερον τούτου άνθρωπον, αλλά η πολυλογία αύτη έπιπτεν επί της πυρεσσούσης περιεργίας μου, ως ευεργετική βροχή επί διψώντος λιβαδίου.
Η πρώτη προς αυτόν ερώτησίς μου απετέλει αληθή ερωτήσεων ορμαθόν. «Τι είναι η αίθουσα αύτη; Τι κάμνουσιν οι επί των σιδηρών τούτων πλακών εξηπλωμένοι, ο παχύς ούτος αξιωματικός, η ξανθή δέσποινα, ο χωρικός, η άλλη γυνή και το παιδίον; Διατί κρατούσι σχοινίον κώδωνος ανά χείρας ; Ζώντες είναι ή νεκροί;». Εις μόνην την τελευταίαν ταύτην ερώτησιν απεκρίθη μειδιών ο αγαθός Ίνσχιος. «Δεν ηξεύρω»· η εξήγησις όμως της αγνοίας του διήρκεσε δύο ολοκλήρους ώρας, δαπανηθείσας εις το να μοι αποδείξη επιστημονικώς, ότι προ της παρελεύσεως τεσσάρων τουλάχιτον ημερών, αδύνατον ήτο αυτώ ν’ αποφανθή μετά θετικότητος, αν οι ενώπιον ημών κατακείμενοι ήσαν ζώντες ή νεκροί. Τας εξηγήσεις του ταύτας συνεπλήρωσεν η ανάγνωσις της διατριβής ‘De Necrophania’, και ετέρα μετ΄ αυτού συνδιάλεξις, ότε μετέβην την επιούσαν να τον ευχαριστήσω δια το πολύτιμον δώρον του. Δεκαπέντε έκτοτε παρήλθον έτη και αι πλείσται των προτάσεων του αγαθού διδάκτορος εξηλείφθησαν εκ της μνήμης μου ως και η διατριβή αυτού εχάθη εκ της βιβλιοθήκης μου. Προχείρους όμως έχων επί της τραπέζης τον Ορφιλάν, τον Bichat, τον Bouchardat, τον Δυράνδον και τον Θωμασίνον, θέλω προσπαθήσει να εξηγήσω, διατί εν Φραγκφούρτη, εν Βεϊμάρη και εν πάση σχεδόν τη Γερμανία μεταξύ του βίου και του τάφου ηγέρθησαν σταθμοί καλούμενοι «Άσυλα της αμφιβόλου ζωής».
Αλλά προ πάντων πρέπει να εξετάσωμεν τι είναι ζωή, ουχί η αμφίβολος, αλλ’ η βεβαία. Ορισμούς ταύτης τοσούτους ανέγνων, και ούτω ποικίλους, ώστε αμηχανών να εκλέξω μεταξύ αυτών, προτιμώ να υποβάλω τον εξής εις την εκτίμησιν των κυρίων φυσιολόγων: «Ζωή είναι ανεξήγητός τις επανάστασις της αποτελούσης τα οργανικά όντα ύλης κατά των νόμων της χημείας». Τούτου τεθέντος, θάνατος πρέπει να ονομασθή η καταστολής της επαναστάσεως ταύτης και ο θρίαμβος των νόμων των διεπόντων το οξυγόνον, το υδρογόνον, τον άνθρακα, το θείον, τον φωσφόρον, την τίτατον και τα άλλα πράγματα, ων η ένωσις απαρτίζει άνθρωπον, λάχανον ή κτήνος. Γνωστόν είναι ότι οσάκις τας ουσίας ταύτας δεν συνδέει προς αλλήλας η άλυσις της χημικής έλξεως, αύται τείνουσιν αδιαλείπτως ν’ αποχωρισθώσιν, εις δε τα οργανικά όντα την άλυσιν ταύτην αντικαθιστά έτερός τις σύνδεσμος καλούμενος «ζωή». Αύτη εκδηλούται μεν και διά πλήθους άλλων φαινομένων, ήτοι κινήσεως θερμότητος, αναπνοής, κυκλοφορίας υγρών και των τοιούτων, αλλά πάντα ταύτα δύνανται και να εκλείψωσι και εν τούτοις η ζωή να παραμένη εν ψυχρώ και ακινήτω όγκω ενόσω τα αποτελούντα τον όγκον τούτον στοιχεία στέργουσι να μένωσιν ηνωμένα.