Part 16
ΙΖ. Κατά τον ίδιον λοιπόν καιρόν συνέπιπτον οι Θηβαίοι εις τας Τεγύρας, εκ της Ορχομενίας αναχωρούντες, και οι Λακεδαιμόνιοι, απέναντι αυτών εκ της Λοκρίδος, επιστρέφοντες. Ως δε πρώτον έφθασαν διερχόμενοι τα στενά, και τις προσδραμών είπε προς τον Πελοπίδαν· «Ενεπέσαμεν εις τους εχθρούς·» «Διατί, απεκρίθη, ουχί μάλλον αυτοί εις ημάς;» Και ευθύς διέταξε να προχωρήση το ιππικόν από της ουράς, ως διά να προσβάλη πρώτον αυτούς· αυτός δε τους οπλίτας, τριακοσίους όντας συνεπύκνωσεν, ελπίζων, όπου αν οι αυτών προσβάλη, να διακόψη τους εχθρούς, καί τοι κατά τον αριθμόν υπερέχοντας. Ήσαν δε δύο μόραι των Λακεδαιμονίων. Η δε μόρα λέγει ο Έφορος ότι σύγκειται εξ ανδρών πεντακοσίων, ο δε Καλλισθένης (389) επτακοσίων, άλλοι δε τινες εννεακοσίων, εν οίς και ο Πολύβιος (390). Και μετά θάρρους οι πολέμαρχοι των Σπαρτιατών Γοργολέων και Θεόπομπος ώρμησαν κατά των Θηβαίων. Έγινε δ' η έφοδος μετά βίας και προθυμίας κυρίως όπου ίσταντο οι άρχοντες αμφοτέρων· και πρώτον οι πολέμαρχοι των Λακεδαιμονίων, συγκρουσθέντες μετά του Πελοπίδου, έπεσαν· έπειτα δε, επειδή οι περί αυτούς προσεβάλλοντο και απέθνησκον, όλον το στράτευμα ενέπεσεν εις φόβον, και διεσχίσθη μεν εις τα δύο, ως ίν' αφήση ελευθέραν την δίοδον εις τους Θηβαίους, αν ήθελον να διέλθωσιν εμπρός και να διαφύγωσιν· αλλ' ο Πελοπίδας, αφείς την δοθείσαν δίοδον εις αυτόν, εστράφη κατά των εχθρών όπου συνεσωματούντο, και ερρίφθη κατ' αυτών φονεύων. Τότε όλοι ετράπησαν εις φυγήν· η δίωξις όμως δεν εγένετο μακράν, διότι οι Θηβαίοι εφοβούντο τους Ορχομενίους όντας εγγύς, και των Λακεδαιμονίων την νέαν φρουράν· αλλ' επετέθησαν μόνον έως ού τους ενίκησαν κατά κράτος, και διήλθον δι' όλου του στρατεύματος νικηθέντος· και στήσαντες τρόπαιον, και τους εχθρούς λαφυραγωγήσαντες, απήλθον εις την πόλιν των μέγα φρονούντες. Διότι εις τοσούτους πολέμους ελληνικούς και βαρβαρικούς, ποτέ, ως φαίνεται, πρότερον περισσότεροι Λακεδαιμόνιοι δεν εφονεύθησαν υπ' ολιγωτέρων, ουδ' ίσοι προς ίσους εκ παρατάξεως πολεμήσαντες. Όθεν ήσαν οι Σπαρτιάται ανυπόφοροι κατά την υπεροψίαν, και ήρχοντο εις χείρας καταπλήττοντες διά της δόξης των τους εις αυτούς αντιταττομένους, οίτινες ουδ' οι ίδιοι είχον την αξίωσιν μετ' ίσης δυνάμεως να εξισώνται προς τους Σπαρτιάτας. Εκείνη δ' η μάχη εδίδαξε πρώτη και τους άλλους Έλληνας ότι ουχί ο Ευρώτας, ουδ' ο μεταξύ Βαβύκας και Κνακίωνος τόπος (391) παράγει άνδρας μαχητάς και πολεμικούς, αλλ' εκείνοι εισίν εις τους εχθρούς φοβερώτατοι, όσοι τρέφουσι νέους θέλοντας να αισχύνωνται μεν διά τα αισχρά, να τολμώσι δε διά τα καλά, και ν' αποφεύγωσι την μομφήν μάλλον παρά τον κίνδυνον.
ΙΗ. Τον δ' ιερόν λόχον, ως λέγουσιν, ωργάνισε πρώτος ο Γοργίδας εξ ανδρών επιλέκτων τριακοσίων, εις ούς η πόλις εχορήγει κατοικίαν και τροφήν, όπως στρατοπεδεύσωσιν εις την Καδμείαν, και διά τούτο ωνομάζετο ο εκ της πόλεως λόχος· διότι τότε τας ακροπόλεις ως επί το πλείστον πόλεις ωνόμαζον. Τινές δε λέγουσιν ότι το σύνταγμα τούτο συνέκειτο εξ εραστών και ερωμένων (392). Και λόγος τις αστείος μνημονεύεται του Παμμένους, ειπόντος ότι ο Νέστωρ του Ομήρου δεν εγνώριζε την τακτικήν όταν διέταττε να παρατάττωνται οι Έλληνες κατά φύλα και φρήτρας (393),
«Όπως στηρίζωσι, φρήτραι τας φρήτρας και φύλα τα φύλα, (394)»
εν ώ έπρεπε να τάξη εραστήν παρ' ερώμενον. Διότι οι φυλέται περί των φυλετών και φράτορες περί των φρατόρων πολύ δεν φροντίζουσιν εις τους κινδύνους· στίφος όμως εξ ερωτικής φιλίας συνηρμοσμένον, είναι αδιάλυτον και άρρηκτον, όταν οι μεν αγαπώντες τους ερωμένους, οι δε αισχυνόμενοι τους ερώντας, εμμένωσιν εις τους κινδύνους υπέρ αλλήλων. Και θαυμαστόν τούτο δεν είναι, αφ' ού και μη παρόντας τους εντρέπονται περισσότερον παρ' άλλους παρόντας, καθώς εκείνος όστις, πεσών εις τον πόλεμον, παρεκάλει τον εχθρόν, όστις έμελλε να τον σφάξη, να τω βυθίση εις το στήθος το ξίφος του, «Όπως, είπε, μη ιδών με νεκρόν ο ερώμενος εις την ράχιν φέροντα πληγήν, εντραπή.» Λέγεται δ' ότι και ο Ιόλεως, ερώμενος ων του Ηρακλέους, μετείχε των άθλων αυτού. Ο δ' Αριστοτέλης λέγει ότι και επ' αυτού έτι εις του Ιόλεω τον τάφον ώμνυον τους όρκους της πίστεως οι ερωμένοι και οι ερασταί (395). Επόμενον ήτον λοιπόν και ο λόχος ιερός να ονομάζεται, καθότι και ο Πλάτων ένθεον φίλον ωνόμασε τον εραστήν. Λέγεται δ' ότι έμεινεν ο λόχος μέχρι της εν Χαιρωνεία μάχης. Όταν δε μετά την μάχην, επιθεωρών τους νεκρούς ο Φίλιππος, εστάθη εις το μέρος όπου έκειντο ομού πεσόντες οι τριακόσιοι, κατά στήθος άντικρυς απαντήσαντες τας σαρίσσας, μετ' αλλήλων αναμεμιγμένοι, θαυμάσας, και ακούσας ότι ούτος είναι ο λόχος των εραστών και των ερωμένων, εδάκρυσε και είπε· «Κακώς να χαθή όστις υποπτεύει ότι οι τοιούτοι έπραττον ή έπασχόν τι αισχρόν.»
ΙΘ. Εν γένει δ' αρχήν της περί τους εραστάς συνηθείας δεν έδωκεν εις τους Θηβαίους, ως οι ποιηταί λέγουσι, το πάθος του Λαΐου (396), αλλ' οι νομοθέται, οίτινες θέλοντες να πραΰνωσι και μαλάξωσιν ευθύς εκ παίδων το φύσει θυμοειδές και ακράτητον του χαρακτήρος αυτών, πολλήν μεν ανέμιξαν την χρήσιν του αυλού και εις τα σπουδαία έργα αυτών και εις τα παιγνίδια, τιμήν και αξίαν εις αυτόν αποδίδοντες, λαμπρόν δε συνανέθρεψαν τον έρωτα εις των παλαιστρών την ανατροφήν, συγκιρνώντες τα ήθη των νέων. Ορθώς δ' ως προς τούτο συνωκείωσαν μετά της πόλεως και την Θεάν ήτις λέγεται ότι εγεννήθη εκ του Άρεως και της Αφροδίτης (397), διότι όπου το μάχιμον και πολεμικόν των ανθρώπων μέρος συνοικειούται και ζη μετά του μετέχοντος πειθούς και χαρίτων, εκεί τα πάντα μεθ' αρμονίας συνδυάζονται εις εύτακτον πολιτείαν και κοσμιωτάτην. Τον ιερόν λοιπόν τούτον λόχον ο μεν Γοργίδας είχε διαιρέσει εις τας πρώτας τάξεις, τάττων αυτόν καθ' όλον το μήκος της φάλαγγος των οπλιτών, δι' ό η ανδρεία αυτών δεν εδύνατο να εκδηλωθή, ουδέ να γίνη της δυνάμεως αυτών χρήσις προς έργον κοινόν, διότι ήσαν διαλελυμένοι, και κατά πολύ μεμιγμένοι μετά των ανανδροτέρων. Ο δε Πελοπίδας, ως εξέλαμψεν η ανδρεία αυτών περί τας Τεγύρας, όπου ηγωνίσθησαν περί αυτόν και υπό τα βλέμματά του, δεν τους διήρεσεν ουδέ τους διεχώρισε πλέον, αλλά τους μετεχειρίζετο ως σώμα αυτοτελές, και δι' αυτών προεκινδύνευεν εις τους μεγίστους αγώνας. Διότι, ως οι ίπποι ταχύτερον τρέχουσιν όταν ζευχθώσιν εις άρμα παρά καθ' εαυτούς, ουχί διότι πολλοί ομού ορμώντες διαρρηγνύουσι μάλλον διά του πλήθους των και βιάζουσι τον αέρα, αλλά διότι παροξύνει την προθυμίαν αυτών η προς αλλήλους άμιλλα και φιλονεικία· ούτως ενόμιζεν ότι οι αγαθοί ζήλον καλών έργων εις αλλήλους εμπνέοντες, ωφελιμώτατοι γίνονται εις κοινόν έργον και προθυμότατοι.
Κ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι, προς όλους τους Έλληνας ειρήνην συνομολογήσαντες, προς μόνους τους Θηβαίους είχον πόλεμον, και Κλεόμβροτος, ο βασιλεύς αυτών εισέβαλε φέρων δεκακισχιλίους οπλίτας, και χιλίους ιππείς, και εις τους Θηβαίους επέκειτο ουχί ο πριν κίνδυνος, αλλ' απειλή και προμήνυσις εξολοθρεύσεως, και φόβος κατείχε την Βοιωτίαν οίος ουδέποτε πριν, εξερχόμενος εκ της οικίας του ο Πελοπίδας, είπε προς την γυναίκα του, ήτις δακρύουσα τον προέπεμπε, και τον παρεκάλει να σώζη εαυτόν, «Ταύτα, ω γύναι, πρέπει να συμβουλεύης εις ιδιώτας, εις δε τους άρχοντας, πώς τους άλλους να σώζωσιν.» Ελθών δ' εις το στρατόπεδον, και ευρών τους Βοιωτάρχας μη ομονοούντας, πρώτος προσέθηκε την ψήφον του εις την του Επαμινώνδου, όστις εγνωμοδότει να συγκροτήσωσι μάχην κατά των εχθρών, ων ουχί Βοιωτάρχης, αλλ' αρχηγός του ιερού λόχου, και εμπιστοσύνην εμπνέων, ως ήτον δίκαιον δι' άνδρα όστις τοσαύτα έδωκεν εις την πατρίδα του ελευθερίας εχέγγυα. Ως απεφασίσθη λοιπόν να διακινδυνεύσωσι, και αντεστρατοπέδευσε περί τα Λεύκτρα (398) κατά των Λακεδαιμονίων, είδεν όνειρον καθ' ύπνους ο Πελοπίδας, και τούτο πολύ τον ετάραξεν. Εις το Λευκτρικόν πεδίον υπάρχουσι τα μνήματα των θυγατέρων του Σκεδάσου, άς καλούσι Λευκτρίδας, ένεκα του τόπου· διότι εκεί ετάφησαν, βιασθείσαι υπό ξένων Σπαρτιατών. Αφ' ού δ' έγινεν η φοβερά αυτή και παράνομος πράξις, ο μεν πατήρ, μη δικαιωθείς εν Σπάρτη, κατηράσθη τους Σπαρτιάτας, και εσφάγη επί των τάφων των παρθένων, χρησμοί δε και προφητείαι ειδοποίουν πάντοτε τους Σπαρτιάτας να φυλάττωνται από της λευκτρικής οργής. Πολλοί όμως δεν εννόουν, και είχον αμφιβολίας ως προς την θέσιν του τόπου· διότι και εις την Λακωνικήν πολύχνιόν τι παραθαλάσσιον ονομάζεται Λεύκτρα, και παρά την μεγάλην πόλιν της Αρκαδίας υπάρχει τόπος ομώνυμος. Αλλά το τραγικόν τούτο συμβάν ήτον πολύ των Λευκτρικών παλαιότερον.
ΚΑ, Ο δε Πελοπίδας, εις το στρατόπεδον κοιμηθείς, είδε καθ' ύπνον τας κόρας θρηνούσας περί τα μνήματα, και καταρωμένας τους Σπαρτιάτας, και τον Σκέδασον διατάττοντα να σφαγιάση εις τας θυγατέρας του παρθένον ξανθήν, αν θέλη να νικήση τους εχθρούς. Επειδή δε το πρόσταγμα τω εφάνη δεινόν και παράνομον, εξυπνήσας το εκοινοποίησεν εις τους μάντεις και εις τους άρχοντας. Εξ αυτών δε, οι μεν τω έλεγον να μη παραμελήση τα προσταχθέντα, ουδέ ν' απειθήση, και εκ μεν των παλαιών ανέφερον Μενοικέα τον υιόν του Κρέοντος, και Μακαρίαν την θυγατέρα του Ηρακλέους (399), εκ δε των ύστερον, τον σοφόν Φερεκύδην, φονευθέντα υπό των Λακεδαιμονίων, και το δέρμα αυτού, κατά προφητείαν τινά, φρουρούμενον υπό των βασιλέων, και τον Λεωνίδαν όστις τρόπον τινά έθυσε, κατά τον χρησμόν, εαυτόν υπέρ της Ελλάδος· προσέτι δε τους υπό του Θεμιστοκλέους σφαγιασθέντας εις τον ωμηστήν Διόνυσον προ της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας (400). Και υπέρ εκείνων μεν ότι μαρτυρούσι τα κατορθώματα αυτών· Όταν δ' ο Αγησίλαος εξεστράτευεν αφ' ών τόπων είχεν εκστρατεύσει και ο Αγαμέμνων, και κατά των ιδίων εχθρών, και η Θεά τω εζήτησε την θυγατέρα του σφάγιον, είδε δ' αυτάς την όψιν εις την Αυλίδα (401) κοιμώμενος, αλλά δεν την έδωκε, και εις μαλακόν ενέδωκεν αίσθημα, τότε διέλυσε την εκστρατείαν, άδοξον και ατελή γενομένην. Άλλοι όμως εξ εναντίας απηγόρευον θυσίαν τοσούτον βάρβαρον και παράνομον, ως εις ουδένα των κρειττόνων και υπέρ ημάς όντων δυναμένην ν' αρέση· διότι δεν άρχουσι του κόσμου οι Τυφώνες ουδέ οι Γίγαντες, αλλ' ο πάντων πατήρ των Θεών και ανθρώπων. Και να πιστεύωμεν μεν ότι Θεοί χαίρουσιν εις αίμα και φόνον ανθρώπων, είναι ίσως αβέλτερον· αν όμως είναι τοιούτοι, εισίν ανάξιοι επιμελείας, ως αδύνατοι· διότι εις ασθενείς μόνον και εις μοχθηράς ψυχάς φύονται και παραμένουσιν άτοποι και σκληραί επιθυμίαι.
KB. Εν ώ λοιπόν οι πρώτοι τοιαύτα διελέγοντο, και προ πάντων ο Πελοπίδας ηπόρει, νέα φοράς εξ αγέλης ίππων φυγούσα, και τρέχουσα διά των όπλων, όταν έφθασε πλησίον εκείνων, εστάθη, και οι μεν άλλοι εθαύμαζον το χρώμα της χαίτης της στίλβον πυρρότατον, προσέτι δε και το γαύρον και σοβαρόν αυτής βάδισμα, και της φωνής της το θάρρος. Θεόκριτος δ' ο μάντις, σκεφθείς τότε, ανεβόησε προς τον Πελοπίδαν· «Ιδού, σοι έρχεται το θύμα, ω δαιμόνιε. Άλλην παρθένον ας μη περιμένωμεν, αλλά δέξαι και θύσον αυτήν ήν ο Θεός σοι δίδωσι.» Τότε λαβόντες την φοράδα, την έφερον εις των παρθένων τους τάφους, ηυχήθησαν και έστεψαν αυτήν, και την εθυσίασαν χαίροντες, και λόγον διαδίδοντες εις το στρατόπεδον περί του ονείρου του Πελοπίδου και της θυσίας.
ΚΓ. Εις δε την μάχην ο Επαμινώνδας παρέταξε την φάλαγγα λοξήν εις το αριστερόν, όπως το δεξιόν των Σπαρτιατών απέχη ό,τι πλείστον από των άλλων Ελλήνων, και ίνα εξώση τον Κλεόμβροτον επιπεσών μεθ' όλων του των δυνάμεων κατά πλευράν, και βιάση αυτόν. Αλλ' οι εχθροί, εννοήσαντες το γινόμενον, ήρχισαν να μετακινώσι την τάξιν των, και ανέπτυσον και εξέτεινον πέριξ το δεξιό αυτών κέρας, ως θέλοντες να περικυκλώσωσι διά του πλήθους των τον Επαμινώνδαν. Εν τούτοις όμως ο Πελοπίδας προέλαβε, και συλλέξας περί εαυτόν τους τριακοσίους, επρόφθασε δράμων πριν ο Κλεόμβροτος εκτείνη το κέρας, ή πριν πάλιν το συγκεντρώση και κλείση την τάξιν, και εφώρμησεν εν ώ δεν ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι εις γραμμήν παρατεταγμένοι, αλλ' ήσαν εισέτι συγκεχυμένοι δι' αλλήλων· ει και οι Σπαρτιάται, οίτινες πάντων των πολεμικών ήσαν άκροι και σοφώτατοι τεχνίται, εις ουδέν τοσούτον εγυμνάζοντο και συνείθιζον, ως εις το να μη πλανώνται ουδέ να ταράττωνται όταν η τάξις των διαλύηται, αλλά να μεταχειρίζωνται όλοι όλους ως επιστάτας και παραστάτας (402) όπου επέλθη ο κίνδυνος, και να λαμβάνωσι τας θέσεις των, και να παρατάττωνται, και να μάχωνται πλησίον αλλήλων. Τότε δε του Επαμινώνδου η φάλαγξ προσβάλλουσα μόνους εκείνους, και διερχομένη εμπρός των άλλων, και ο Πελοπίδας μετά τάχους απίστου και τόλμης εις τους οπλίτας ριφθείς, εσύγχυσαν εις τοιούτον βαθμόν τα φρονήματα και τας επιστήμας αυτών, ώστε έγινε φυγή και φόνος των Σπαρτιατών οποίος ουδέποτε πριν. Διά τούτο ο Πελοπίδας απέκτησε διά την νίκην εκείνην ίσον μέρος δόξης μετά του Επαμινώνδου, βοιωταρχούντος, αυτός μη βοιωταρχών, και διοικούντος πάσαν την δύναμιν, μικρού μέρους άρχων αυτός.
ΚΔ. Εις την Πελοπόννησον δ' εισέβαλον Βοιωτάρχαι όντες αμφότεροι, και παρέσυρον τα πλείστα των εθνών, αποσπάσαντες από των Λακεδαιμονίων την Ήλιν, το Άργος, πάσαν την Αρκαδίαν και αυτής της Λακωνικής τα πλείστα. Ο καιρός ήτον τότε περί τας χειμερινάς τροπάς (403), και ολίγαι έμενον ημέραι μέχρι της λήξεως του τελευταίου μηνός. Άμα δ' ήρχιζεν ο πρώτος, έπρεπεν άλλοι να παραλάβωσι την αρχήν, ή κατεδικάζοντο εις θάνατον οι μη παραδίδοντες αυτήν. Τον νόμον τούτον φοβούμενοι οι άλλοι Βοιωτάρχαι, και τον χειμώνα φεύγοντες, έσπευδον να μεταφέρωσι το στράτευμα οπίσω, εις Βοιωτίαν. Πρώτος δ' ο Πελοπίδας, και του Επαμινώνδου έχων την ψήφον, και τους άλλους προτρέψας πολίτας, αντί τούτου ήγε τον στρατόν κατά της Σπάρτης, και διέβαινε μετ' αυτού τον Ευρώταν. Και πολλάς μεν εκυρίευσε πόλεις, πάσαν δε την χώραν ελεηλάτει μέχρι θαλάσσης, οδηγών εβδομήκοντα χιλιάδας ελληνικής στρατιάς, ής ουδέ το δωδέκατον ήσαν αυτοί οι Θηβαίοι· αλλ' η δόξα των ανδρών τούτων έκαμνεν, άνευ κοινής αποφάσεως και ψηφίσματος, ν' ακολουθώσιν όλοι οι σύμμαχοι εν σιωπή την αρχηγίαν εκείνων. Διότι, ως φαίνεται, ο πρώτος και κυριώτατος νόμος εις τον θέλοντα να σωθή δίδει φυσικώς ως άρχοντα τον δυνάμενον να τον σώση· ως οι πλέοντες οίτινες, και αν εν ευδία, η όταν ώσι προσωρμισμένοι εις την παραλίαν, προσφερθώσιν αυθαδώς και θρασέως κατά των κυβερνητών, άμα όμως επέλθη τρικυμία και κίνδυνος, στρέφουσι τα βλέμματα προς εκείνους, κει εις αυτούς στηρίζουσι τας ελπίδας των. Ούτως οι Αργείοι, οι Ηλείοι και οι Αρκάδες, αντιφερόμενοι και φιλονεικούντες εις τα συνέδρια προς τους Θηβαίους περί της ηγεμονίας, όταν έφθασεν η στιγμή των αγώνων και των κινδύνων, οικειοθελώς επείθοντο εις τους στρατηγούς εκείνων, και τους ηκολούθουν. Κατά την εκστρατείαν λοιπόν εκείνην συνήνωσαν πάσαν την Αρκαδίαν εις μίαν δύναμιν, την δε Μεσσηνίαν αφαιρέσαντες από των Σπαρτιατών, οίτινες ενέμοντο την χώραν αυτής, εκάλεσαν και επανέφερον εις αυτήν τους παλαιούς Μεσσηνίους, και κατώκισαν την Ιθώμην. Ότε δ' ανεχώρουν εις την Βοιωτίαν διά των Κεγχρειών (404), ενίκησαν τους Αθηναίους, οίτινες ηθέλησαν να τους προσβάλωσιν εις τα στενά, και να τοις κλείσωσι την διάβασιν.
ΚΕ. Μετά ταύτα τα έργα πάντες μεν οι άλλοι υπερηγάπων τα προτερήματα των ανδρών τούτων, και εθαύμαζον την τύχην αυτών. Ο συγγενής όμως και πολιτικός φθόνος, συναυξάνων μετά της δόξης αυτών, παρεσκεύαζεν εις αυτούς υποδοχήν ούτε καλήν ούτε πρέπουσαν· Αλλ' επανελθόντες, υπεβλήθησαν εις δίκην αμφότεροι επί ποινή θανάτου, διότι, εν ώ ο νομός διέταττε να παραδώσωσι την Βοιωταρχίαν εις άλλους εντός του πρώτου μηνός, όν ονομάζουσι Βουκάτιον, αυτοί την κατέσχον επί τέσσαρας όλους μήνας έτι, καθ' ούς ενείργησαν τα κατά την Μεσσηνίαν, την Αρκαδίαν και την Λακωνικήν. Και πρώτος μεν εισήχθη εις το δικαστήριον ο Πελοπίδας, δι' ό και μάλλον εκινδύνευσεν· απελύθησαν όμως αμφότεροι. Την δε συκοφαντίαν και την δοκιμασίαν υπέμεινε πράως ο Επαμινώνδας· ως μέγα μέρος της ανδρείας και μεγαλοψυχίας θεωρών την πολιτικήν ανεξικακίαν. Ο δε Πελοπίδας, και φύσει θυμοειδέστερος ων, και παροξυνόμενος υπό των φίλων του να εκδικηθή τους εχθρούς, ωφελήθη εξ αιτίας τοιαύτης. Μενεκλείδας ο ρήτωρ ήτον εκ των συνελθόντων μετά του Πελοπίδου και του Μέλωνος εις την οικίαν του Χάρωνος. Επειδή όμως οι Θηβαίοι δεν απέδιδον ίσην υπόληψιν εις αυτόν, δεινότατος ων περί το λέγειν, ακόλαστος δε και κακοήθης τον τρόπον, μετεχειρίζετο την ευφυίαν αυτού εις το να διαβάλλη τους καλλητέρους του, και δεν έπαυσε μετά την δίκην εκείνην. Και τον μεν Επαμινώνδαν απέβαλε της Βοιωταρχίας, και αντιπολιτευόμενος τον κατέτρεξε πολύν χρόνον. Τον δε Πελοπίδαν δεν κατίσχυσε να διαβάλη προς τον δήμον, επεχείρησεν όμως να συγκρούση αυτόν μετά του Χάρωνος. Επειδή δε κοινώς παρηγορίαν τινά ευρίσκουσιν οι φθονεροί ν' αποδεικνύωσιν όπως δήποτε άλλων χειροτέρους εκείνους ών αυτοί δεν ημπορούσι να φανώσι καλήτεροι, διά παντός τρόπου επροσπάθει εις τον δήμον να μεγαλύνη τα έργα του Χάρωνος, και τας στρατηγίας εκείνου και τας νίκας εγκωμιάζων. Επεχείρησε δε και της ιππομαχίας ήν ενίκησαν υπό τον Χάρωνα εις τας Πλαταιάς προ των Λευκτρικών να κατορθώση τοιούτον τι μνημείον ν' ανατεθή. Ανδροκύδης ο Κυζικηνός, παραγγελθείς υπό της πόλεως να ζωγραφήση άλλης τινός μάχης εικόνα, ετελείονε το έργον αυτού εν Θήβαις. Όταν δ' έγινεν η κατά της Σπάρτης αποστασία, και συνέπεσεν ο πόλεμος, οι Θηβαίοι κατέσχον παρ' εαυτοίς την εικόνα, μη πολύ του τέλους απέχουσαν. Ταύτην λοιπόν έπεισε τους Θηβαίους ο Μενεκλείδας ν' αναθέσωσι, τ' όνομα του Χάρωνος επιγράφοντες, όπως διά τούτου αμαυρώση του Πελοπίδου και Επαμινώνδου την δόξαν. Ήτον δε κακόζηλος η φιλοτιμία, το να προτιμηθή υπέρ τοσούτους και τοιούτους αγώνας έν έργον και μία νίκη, καθ' ήν λέγουσιν ότι άσημος μόνον τις Σπαρτιάτης, Γεράνδας καλούμενος, και τεσσαράκοντα άλλοι έπεσον μετ' αυτού, άλλο δ' ουδέν μέγα επράχθη. Το ψήφισμα τούτο προσέβαλεν ο Πελοπίδας ως παράνομον, διισχυριζόμενος ότι δεν ήτον πάτριον τα τιμώσιν ιδίως άνδρα τινά, αλλ' ότι απέδιδον της νίκης τ' όνομα εις την πατρίδα κοινώς. Και τον μεν Χάρωνα δι' όλης της δίκης εξηκολούθησεν αφθόνως εγκωμιάζων, τον δε Μενεκλείδαν φθονερόν εξελέγχων και πονηρόν, και τους Θηβαίους ερωτών αν και αυτός ουδέν καλόν έπραξε. Κατεδικάσθη δ' ο Μενεκλείδας εις πρόστιμον, ό μη δυνηθείς να πληρώση, επεχείρησεν έπειτα να μεταβάλη και ν' αναστατώση την πολιτείαν. Ταύτα δεν είναι άχρηστα εις την ακριβεστέραν γνώσιν του βίου τούτου.
ΚΣΤ. Επειδή δε τότε Αλέξανδρος, ο τύραννος των Φερών (405), επολέμει μεν προδήλως πολλούς των Θεσσαλών, επεβουλεύετο δε πάντας, και αι Θεσσαλικαί πόλεις έπεμψαν πρεσβείαν εις Θήβας, στρατηγόν ζητούσαι και δύναμιν, βλέπων ο Πελοπίδας ότι ο Επαμινώνδας διεύθυνε τας εν Πελοποννήσω πράξεις, εδόθη αυτός εις τους Θεσσαλούς, ούτε την ιδίαν επιστήμην και δύναμιν υπομένων να βλέπη αργούσαν, ούτε, όπου ήτον ο Επαμινώνδας, νομίζων ότι ήτον και άλλος στρατηγός αναγκαίος. Ως λοιπόν εξεστράτευσεν εις την Θεσσαλίαν μετά δυνάμεως, παρέλαβεν ευθύς την Λάρισσαν, και τον Αλέξανδρον, όστις ήλθε προς αυτόν και τον παρεκάλει, επροσπάθει να τον διαλλάξη, και από τυράννου να καταστήση αυτόν άρχοντα των Θεσσαλών πράον και νόμιμον. Επειδή όμως ήτον άνθρωπος αδιόρθωτος και θηριώδης, και πολλή μεν ήτον η ωμότης αυτού, διά πολλήν δε κατηγορείτο ακολασίαν και πλεονεξίαν, και ο Πελοπίδας προσεφέρθη προς αυτόν μετά τραχύτητος και οργής, αποδράς ανεχώρησε μετά των δορυφόρων. Ο δε Πελοπίδας, αφείς τους Θεσσαλούς μη φοβουμένους πλέον τον τύραννον, και προς αλλήλους ομονοούντας, απήλθεν εις Μακεδονίαν, όπου ο Πτολεμαίος επολέμει προς Αλέξανδρον, τον τότε βασιλεύοντα των Μακεδόνων. Τον εκάλουν δ' αμφότεροι όπως γίνη διαλλακτής και δικαστής και σύμμαχος και βοηθός εκείνου όστις ήθελε νομισθή ότι αδικείται. Ελθών δε, και διαλύσας τας έριδας, και διενεργήσας των εξορίστων των επιστροφήν, έλαβεν ως όμηρον τον αδελφόν του βασιλέως Φίλιππον (406), και τριάκοντα παίδας άλλους εκ των επισημοτάτων, και τους έφερεν εις τας Θήβας, επιδεικνύων εις τους Έλληνας πόσον μακράν φθάνουσι των Θηβαίων τα πράγματα διά την εκ της δυνάμεως αυτών δόξαν, και διά την εμπιστοσύνην ήν ενέπνευσεν η δικαιοσύνη των. Ούτος ην ο Φίλιππος, όστις μετά ταύτα επολέμησε κατά των Ελλήνων όπως τοις αφαιρέση την ελευθερίαν των. Τότε δε παις ων, έζη παρά τω Παμμένει· μετά δε ταύτα εφάνη ότι και ζηλωτής έγινε του Επαμινώνδου, ίσως την κατά τους πολέμους και τας στρατηγίας δραστηριότητα αυτού εννοήσας, ήτις όμως ήτον μικρόν μέρος των προτερημάτων του ανδρός εκείνου. Της εγκρατείας όμως και της δικαιοσύνης και της μεγαλοψυχίας και της πραότητος, δι' ών ήτον αληθώς μέγας εκείνος, κατ' ουδέν ουδ' εκ φύσεως ουδ' εκ μιμήσεως μετέσχεν ο Φίλιππος.
ΚΖ. Μετά δε ταύτα, επειδή πάλιν οι Θεσσαλοί κατηγόρουν τον Φεραίον Αλέξανδρον, ότι τοις ετάραττε τας πόλεις, απεστάλη πρέσβυς μετά του Ισμηνίου ο Πελοπίδας· και απήλθεν, ούτε δύναμιν φέρων, ούτε πόλεμον προσδοκών, αλλά προς τα κατεπείγοντα των πραγμάτων ηναγκάζετο να μεταχειρισθή αυτούς τους Θετταλούς. Εν τούτοις δ' εταράττοντο εκ νέου πάλιν τα κατά την Μακεδονίαν, διότι ο Πτολεμαίος είχε φονεύσει τον βασιλέα, και καταλάβει την εξουσίαν, οι δε φίλοι του αποθανόντος εκάλουν τον Πελοπίδαν. Θέλων λοιπόν να φανή εις τα πράγματα, αλλ' ιδίους στρατιώτας μη έχων, έλαβεν αυτόθεν μισθοφόρους τινάς, και ευθύς εκινήθη κατά του Πτολεμαίου. Όταν δ' έφθασαν πλησίον αλλήλων, τους μεν μισθοφόρους διά χρημάτων διαφθείρας ο Πτολεμαίος, τους έπεισε να μεταβώσι περί αυτόν του δε Πελοπίδου φοβηθείς την δόξαν και τ' όνομα, ήλθε προς αυτόν ως προς καλήτερόν του, και δους εις αυτόν την δεξιάν, και παρακαλέσας αυτόν, υπεσχέθη την μεν εξουσίαν να διαφυλάξη εις του αποθανόντος τους αδελφούς, να έχη δε τον αυτόν εχθρόν και φίλον μετά των Θηβαίων. Έδωκε δε περί τούτων ομήρους τον υιόν του Φιλόξενον, και πεντήκοντα εκ των φίλων του. Και τούτους μεν έστειλεν εις Θήβας ο Πελοπίδας. Αυτός δε, βαρέως λυπούμενος διά των μισθοφόρων την προδοσίαν, και ακούσας ότι τα πλείστα των χρημάτων αυτών, και τα παιδία και αι γυναίκες των ήσαν περί την Φάρσαλον, ώστε, αν εκυρίευε ταύτα, ήθελεν ικανώς εκδικηθή δι' ήν υπέστη ύβριν, συνήγαγε Θεσσαλούς τινας, και τους έφερε προς την Φάρσαλον. Μόλις δ' επέρασεν αυτός, και εφάνη Αλέξανδρος ο τύραννος μετά της δυνάμεως. Νομίσαντες δ' ο Πελοπίδας και οι περί αυτόν ότι έρχεται ν' απολογηθή, επροχώρησαν προς αυτόν, ηξεύροντες μεν ότι ήτον αυτός εξώλης και μιαιφόνος, αλλ' ένεκα του μεγέθους των Θηβών, και της επισημότητος και της δόξης αυτών μη νομίζοντες ότι εδύναντο τι να πάθωσιν. Εκείνος δε, ως είδεν ότι ήρχοντο άοπλοι και μόνοι, εκείνους μεν ευθύς συνέλαβε, κατέσχε δε την Φάρσαλον. Φρίκην δε και φόβον ενέπνευσεν εις πάντας τους υπηκόους, διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι μετά τοσαύτην αδικίαν και τόλμην ουδενός θα εφείδετο πλέον, αλλά πράγματα και ανθρώπους, όσοι ενέπιπτον εις τας χείρας του, θα μετεχειρίζετο ως άνθρωπος απηλπισμένος περί της ιδίας αυτού ζωής.