Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 17

Chapter 178 wordsPublic domain

ΚΗ. Και οι μεν Θηβαίοι, ταύτα ακούσαντες, βαρέως ωργίζοντο, και στρατιάν εξέπεμψαν ευθύς· επειδή δε είχον αιτίαν τινά οργής κατά του Επαμινώνδου, διώρισαν άλλους άρχοντας. Τον δε Πελοπίδαν εις τας Φεράς απαγαγών ο τύραννος, το μεν πρώτον άφηνεν όσους ήθελον να ομιλώσι μετ' αυτού, νομίζων ότι ήθελε γίνει ελεεινός και ταπεινός υπό της συμφοράς. Επειδή όμως τους μεν Φεραίους ο Πελοπίδας οδυρομένους παρεκίνει να έχωσι θάρρος, διότι τώρα μάλιστα ο τύραννος θέλει τιμωρηθή, προς αυτόν δ' εκείνον αποστείλας, τω είπεν, ότι ήτον ασυνεπής στρεβλών και φονεύων καθ' εκάστην τους αθλίους και μηδέν αδικούντας πολίτας, φειδόμενος δ' αυτού, περί ού ηξεύρει ότι βεβαίως θέλει τον τιμωρήση εάν τον διαφύγη, «Διατί, είπεν ούτος, σπεύδει ν' αποθάνη ο Πελοπίδας;» Ακούσας δ' εκείνος, «Όπως, είπε, καταστραφής έτι ταχύτερον, τώρα μάλλον μισητός εις τους θεούς γενόμενος.» Έκτοτε απηγόρευσε να έρχωνται προς αυτόν οι εκτός. Ακούουσα δε η Θήβη, ήτις ήτον θυγάτηρ του Ιάσονος και γυνή του Αλεξάνδρου, παρά των φυλαττόντων τον Πελοπίδαν, τον θαρραλέον και γενναίον αυτού χαρακτήρα, επεθύμησε να ιδή τον άνδρα και να τον ομιλήση. Ως δ' ήλθε προς αυτόν, δεν εγνώρισε μεν ευθύς, καθό γυνή, εν τοιαύτη συμφορά το μέγεθος του ήθους αυτού, εκ της κουράς όμως και της ενδυμασίας και της διαίτης του εσυμπέρανεν ότι εταλαιπωρείτο αναξίως της δόξης αυτού, και εδάκρυσεν. Ως δε την εγνώρισε, την προσεφώνησε διά του ονόματος του πατρός της, διότι ήτον φίλος του Ιάσονος και οικείος. «Λυπούμαι την γυναίκα σου», τω είπεν εκείνη. «Και εγώ λυπούμαι σε, απεκρίθη ο Πελοπίδας, διότι άδετος ούσα, υποφέρεις τον Αλέξανδρον.» Τον λόγον δε τούτον ησθάνθη η γυνή, διότι απεστρέφετο την ωμότητα και την ύβριν του τυράννου, όστις, πλην άλλης ασελγείας, εις τας ηδονάς του εθυσίαζε και τον νεώτατον των αδελφών αυτής. Συνεχώς επομένως ερχομένη προς τον Πελοπίδαν, και μετά παρρησίας ομιλούσα προς αυτόν περί ών έπασχεν, επληρούτο θυμού και θάρρους και δυσμενείας κατά του Αλεξάνδρου.

ΚΘ. Επειδή δ' οι στρατηγοί των Θηβαίων, εις την Θεσσαλίαν εμβαλόντες, ουδέν έπραξαν, αλλά δι' απειρίαν ή δυστυχίαν αισχρώς ανεχώρησαν, εις έκαστον μεν εξ αυτών η πόλις επέβαλε δέκα χιλιάδων δραχμών πρόστιμον· απέστειλε δε τον Επαμινώνδαν μετά δυνάμεως. Ευθύς λοιπόν κίνησις έγινε μεγάλη των Θεσσαλών, διότι τους εξήγειρεν η δόξα του στρατηγού, και τα πράγματα του τυράννου παρ' ολίγον να καταστραφώσι· τοσούτος ενέπεσε φόβος εις τους φίλους αυτού και τους περί αυτόν αρχηγούς, τοσαύτη δε κατέλαβε τους υπηκόους αυτού ορμή προς αποστασίαν και χαρά διά το μέλλον, διότι ήλπιζον να ιδώσι τον τύραννον τιμωρούμενον. Και όμως ο Επαμινώνδας, της δόξης προτιμών την σωτηρίαν του Πελοπίδου, και φοβηθείς μη, αν ταραχθώσι τα πράγματα, απελπισθείς ο Αλέξανδρος, ως θηρίον στραφή κατ' εκείνου, παρέτεινε τον πόλεμον, και κύκλω περί αυτόν στρεφόμενος, διά μακρών προπαρασκευών και δι' αναβολών ητοίμαζε και συνέστελλε τον τύραννον, χωρίς ούτε μεν την αυθάδειαν αυτού και την θρασύτητα να ταπεινώση, αλλ' ούτε και την αγριότητα και την βιαιότητα αυτού να διερεθίση, ει και εγνώριζε την ωμότητα αυτού, και ότι όλων των καλών και δικαίων περιφρονητής, έθαπτε μεν ζώντας ανθρώπους, άλλους δ' ενδύων δέρματα αγριοχοίρων και άρκτων, και φέρων κατ' αυτών τους θηρευτικούς αυτού κύνας, τους κατεσπάραττε και τους κατηκόντιζεν, ως παιγνίδιον τούτο μεταχειριζόμενος· εις δε την Μελίβοιαν και την Σκότουσαν, πόλεις φίλας και συμμάχους, εν ώ ήσαν εις συνέλευσιν του λαού, στήσας πέριξ αμφοτέρων τους δορυφόρους του, απέσφαξεν όλον αυτών τον λαόν υβηδόν, την δε λόγχην, δι' ής εφόνευσε τον θείον του Πολύφρονα, καθιερώσας και στέψας, προσέφερεν εις αυτήν θυσίας ως εις Θεόν, και την ωνόμασε Τύχωνα (407). Ιδών δέ ποτε τραγωδόν υποκρινόμενον τας Τρωάδας του Ευριπίδου, ανεχώρησεν εκ του θεάτρου, και πέμψας προς αυτόν, τω εμήνυσε να μη δυσαρεστηθή, και να εξακολουθήση ουχ ήττον καλώς την παράστασιν, διότι απέρχεται ουχί εκείνον καταφρονών, αλλ' εντρεπόμενος τους πολίτας, ότι, εν ώ κανένα πώποτε των υπ' αυτού φονευομένων δεν ηλέησεν, ήθελον τον ιδή δακρύοντα διά τα κακά της Εκάβης και Ανδρομάχης. Ούτος λοιπόν καταπλαγείς διά την δόξαν και το όνομα και την φήμην της στρατηγίας του Επαμινώνδου,

«εζάρωσεν ο πετεινός, και έκλινεν ως δούλον το πτερόν του, (408)»

και έστειλεν αμέσως προς αυτόν ανθρώπους ν' απολογηθώσιν. Εκείνος δε να συνδέσωσι μεν ειρήνην και φιλίαν οι Θηβαίοι προς τοιούτον άνδρα δεν υπέμεινε· παραχωρήσας δ' εις αυτόν τριακονθήμερον ανακωχήν του πολέμου, και λαβών τον Πελοπίδαν και τον Ισμηνίαν, ανεχώρησεν.

Λ. Οι δε Θηβαίοι, πληροφορηθέντες ότι εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των Αθηναίων ανέβαινον πρέσβεις προς τον μέγαν βασιλέα να προτείνωσι συμμαχίαν, έπεμψαν και αυτοί τον Πελοπίδαν, άριστα βουλευθέντες, διότι απέβλεψαν προς την δόξαν αυτού. Και πρώτον μεν ανέβαινε διά των επαρχιών του βασιλέως, ονομαστός ήδη και περιβόητος· διότι η δόξα του κατά των Λακεδαιμονίων αγώνος δεν προυχώρησε βραδέως ουδέ κατά μικρόν διά της Ασίας, αλλ' ως ο πρώτος διεδόθη λόγος περί τις εν Λεύκτροις μάχης, προσετίθετο νέον τι κατόρθωμα πάντοτε, και ούτως έφθασε μακρότατα αναβαίνουσα και αυξανομένη. Έπειτα, όταν τον είδον οι εν τοις ανακτόροις σατράπαι και στρατηγοί και ηγεμόνες, εθαύμασαν, και λόγος διέτρεχε μεταξύ αυτών, ότι ούτος εστίν ο ανήρ όστις εξέβαλεν εκ της ξηράς και της θαλάσσης τους Λακεδαιμονίους, συστείλας υπό τον Ταΰγετον και τον Ευρώταν την Σπάρτην, ήτις ολίγον πριν είχε κινήσει διά του Αγησιλάου πόλεμον κατά του μεγάλου βασιλέως και των Περσών περί των Σούσων και Εκβατάνων. Διά ταύτα έχαιρεν ο Αρταξέρξης, και τον Πελοπίδαν έτι μάλλον εθαύμαζε, και τον εμεγάλυνε διά των τιμών, θέλων να φαίνηται υπό των μεγίστων ανδρών περιποιούμενος και θεραπευόμενος. Ότε δε και την όψιν αυτού είδε και τους λόγους ήκουσεν, ασφαλεστέρους μεν των Αττικών, αφελεστέρους δε των Λακεδαιμονίων, έτι μάλλον τον ηγάπησε· και, ως συμβαίνει συνήθως εις τους βασιλείς, δεν έκρυψε την προς τον άνδρα τιμήν αυτού,, ουδ' έμεινεν άγνωστος εις τους άλλους πρέσβεις η προς εκείνον προτίμησις· αν και φαίνεται ότι υπέρ πάντας τους Έλληνας ετίμησε μάλλον τον Λακεδαιμόνιον Ανταλκίδαν, εις όν απέστειλε τον στέφανον όν εφόρει εν ώ έπινε, βρέξας αυτόν εις μύρον. Εις τον Πελοπίδαν δε τοιαύτας μεν οικειότητας δεν έδειξε, δώρα δε λαμπρότατα και μέγιστα εκ των εν συνηθεία τω έπεμψε, και τας απαιτήσεις αυτού επεκύρωσεν, αυτόνομοι μεν να είναι οι Έλληνες, να κατοικηθή δ' η Μεσσήνη, και οι Θηβαίοι να θεωρώνται πατρικοί φίλοι του βασιλέως. Ταύτας λαβών τας αποκρίσεις, ουδέν δε των δώρων δεχθείς, όσα δεν ήσαν σύμβολα ευνοίας ή φιλοφροσύνης, ανεχώρησε. Τούτο δε κυρίως εκίνησε την οργήν κατά των άλλων πρέσβεων, και οι Αθηναίοι, κρίναντες τον Τιμαγόραν, τον εφόνευσαν· αν μεν διά το πλήθος των δωρεών, ορθώς και δικαίως· διότι ου μόνον χρυσίον έλαβε και αργύριον, αλλά και κλίνην πολυτελή και θεράποντας διά να την στρόνωσιν, ως να μη ήξευρον οι Έλληνες· προσέτι δε βους ογδοήκοντα και βουκόλους, επί λόγω ότι δήθεν δι' αρρωστίαν τινών είχεν ανάγκην γάλακτος βοείου. Τέλος δε κατέβη εις την θάλασσαν εις φορείον κομιζόμενος, και τέσσαρα τάλαντα εδόθησαν υπό του βασιλέως μισθός εις τους κομίζοντας αυτόν. Φαίνεται όμως ότι δεν παρώξυνε κυρίως η δωροδοκία τους Αθηναίους· διότι, όταν Επικράτης ο Σακεσφόρος (409) ουδ' ηρνήθη ότι έλαβε δώρα παρά του βασιλέως, και είπεν ότι γράφει ψήφισμα αντί των εννέα αρχόντων να χειροτονώνται κατ' έτος εννέα πρέσβεις προς τον βασιλέα εκ των δημοτικών και πενήτων, όπως δώρα λαμβάνοντες ευπορώσιν, ο δήμος εγέλασεν. Αλλ' ωργίζοντο οι Αθηναίοι διότι ενεκρίθησαν πάσαι αι προτάσεις των Θηβαίων, μη αναλογιζόμενοι του Πελοπίδου την δόξαν, πόσον ανωτέρα ήτον πασών των ρητορειών και πάντων των λόγων πλησίον ανθρώπου όστις επεριποιείτο πάντοτε τους διά των όπλων υπερισχύοντας.

ΛΑ. Και η μεν πρεσβεία προσέθηκεν εις τον Πελοπίδαν ου μικράν εύνοιαν, αφ' ού επέστρεψε, διά τον συνοικισμόν της Μεσσήνης και των άλλων Ελλήνων την αυτονομίαν. Επειδή δ' Αλέξανδρος ο Φεραίος, εις την αρχαίαν φύσιν του επανελθών, των Θεσσαλών μεν ουκ ολίγας κατέστρεφε πόλεις, εις δε τας των Φθιωτών, τας των Αχαιών όλας (410), και εις τας των Μαγνήτων έθετε φρουράς, ακούσασαι ότι ο Πελοπίδας επέστρεψεν, ευθύς αι πόλεις έπεμψαν πρεσβείας εις Θήβας, ζητούσαι δύναμιν, και εκείνον ως στρατηγόν. Εψήφισαν δ' οι Θηβαίοι προθύμως, και τα πάντα εγένοντο ταχέως έτοιμα. Όταν δ' ο στρατηγός ήτον περί την έξοδον, εξέλιπεν ο ήλιος (411) και σκότος εν ημέρα κατέλαβε την πόλιν. Ο δε Πελοπίδας, βλέπων όλους τεταραγμένους διά το φαινόμενον τούτο, ενόμισεν ότι δεν πρέπει να τους βιάση, εν ώ ήσαν κατάφοβοι και μη έχοντες ελπίδας καλάς, ουδέ να ριψοκινδυνεύση μετά πολιτών επτακισχιλίων· αλλά δοθείς μόνος εις τους Θεσσαλούς, και τριακοσίους ιππείς αναλαβών εθελοντάς και ξένους, εκίνησεν, εν ώ ουδ' οι μάντεις τον άφηνον, ουδ' οι άλλοι πολίται εδείκνυον προθυμίαν· διότι εφαίνετο ότι προς άνδρα λαμπρόν μέγα εγένετο σημείον εξ ουρανού. Εκείνος όμως ήτον μεν και θερμότερος κατά του Αλεξάνδρου, υπ' οργής κατεχόμενος δι' όσα καθυβρίσθη· ήλπιζε δε και την οικίαν αυτού να εύρη νοσούσαν και ανάστατον δι' όσα είχεν ομιλήσει μετά της Θήβης. Προ πάντων δε τον προυκάλει το κάλλος της πράξεως, διότι επεθύμει και εφιλοτιμείτο, καθ' ούς καιρούς οι Λακεδαιμόνιοι έπεμπον στρατηγούς και αρμοστάς εις τον Διονύσιον, τον τύραννον της Σικελίας, οι δ' Αθηναίοι μισθόν εδέχοντο παρά του Αλεξάνδρου, και ήγειρον χαλκούν ανδριάντα αυτού ως ευεργέτου, τότε να επιδείξη εις τους Έλληνας τους Θηβαίους μόνους εκστρατεύοντας υπέρ των τυραννουμένων, και καταλύοντας μεταξύ των Ελλήνων τας παρανόμους και βιαίας δυναστείας.

ΑΒ. Ως λοιπόν, ελθών εις Φάρσαλον, ήθροισε την δύναμιν, ευθύς εβάδισε κατά του Αλεξάνδρου. Εκείνος δε, Θηβαίους μεν ολίγους περί τον Πελοπίδαν βλέπων, αυτός δε περισσοτέρους των διπλασίων έχων οπλίτας Θεσσαλούς, αντετάχθη κατ' αυτού παρά το Θετίδιον. Είς τινα δ' όστις είπε προς τον Πελοπίδαν ότι πολλούς έχων ο τύραννος έρχεται· «Καλήτερον, απεκρίθη αυτός· διότι περισσοτέρους θα νικήσωμεν.» Προς το μέσον, κατά τας καλουμένας Κυνός κεφαλάς, προέχουσι λόφοι απότομοι και υψηλοί. Τούτους ώρμησαν αμφότεροι να καταλάβωσι διά των πεζών των. Τους δ' ιππείς ο Πελοπίδας, πολλούς όντας και αγαθούς, αφήκε κατά των ιππέων του εχθρού, και νικώντες ούτοι, ώρμησαν εις το πεδίον ομού μετά των φευγόντων· ο δ' Αλέξανδρος εφάνη τους λόφους καταλαβών, και ορμών κατά των Θεσσαλών οπλιτών, οίτινες ανέβαινον ύστερον, και επροσπάθουν να βιάσωσι θέσεις ισχυράς και ανάντεις, εφόνευε τους πρώτους, οι δ' άλλοι πληγάς ελάμβανον, ουδέν κατορθούντες. Ιδών λοιπόν ταύτα ο Πελοπίδας, τους μεν ιππείς ανεκάλει οπίσω, και τους διέταξε να ορμήσωσι προς τους παρατεταγμένους εκ των εχθρών. Αυτός δε, την ασπίδα ευθύς λαβών, δράμων ανέβη προς τους επί των λόφων μαχομένους· και διά των όπισθεν ορμήσας προς τους πρώτους, τοσαύτην ενέπνευσε γενναιότητα και προθυμίαν εις όλους, ώστε οι εχθροί ενόμισαν ότι επήρχοντο κατ' αυτών άλλοι γενόμενοι κατά τα σώματα και κατά τας ψυχάς. Και δύο μεν ή τρεις προσβολάς απέκρουσαν βλέποντες δ' αυτούς ευρώστως εφορμώντας, και το ιππικόν επιστρέφον από της διώξεως, υπεχώρησαν, και ανεχώρησαν βήμα προς βήμα. Ο δε Πελοπίδας, από των υψωμάτων ιδών όλον το στρατόπεδον των εχθρών ότι δεν είχε μεν έτι τραπή εις φυγήν, αλλ' ότι επληρούτο ήδη θορύβου και ταραχής, εστάθη, και περιέφερε πέριξ τα βλέμματά του, αυτόν ζητών τον Αλέξανδρον. Ως δ' είδεν αυτόν εις το δεξιό χέρας ενθαρρύνοντα και παρατάττοντα τους μισθοφόρους, δεν ανεχαίτισε την οργήν του, ουδ' εσυλλογίσθη, αλλά προς την όψιν ταύτην αναφλεχθείς, και εις το πάθος του παραδούς το σώμα και της πράξεως αυτού την διεύθυνσιν, επήδησε πολύ των άλλων εμπρός, και έτρεχε βοών και προκαλών τον τύραννον. Και εκείνος μεν δεν εδέχθη την ορμήν του ουδ' υπέμεινεν, αλλ' έφυγε προς τους δορυφόρους του, και εκρύβη μεταξύ αυτών. Των δε μισθοφόρων, οι μεν πρώτοι ελθόντες εις χείρας ανεχαιτίσθησαν υπό του Πελοπίδου, τινές δε και πληγωθέντες ετελεύτησαν. Οι δε περισσότεροι, μακρόθεν διά των δοράτων κτυπώντες αυτόν, τον κατετραυμάτιζον διά μέσου των όπλων αυτού, έως ότου οι Θεσσαλοί, συγκινηθέντες, έδραμον από των λόφων εις βοήθειαν αυτού. Αφ' ού δε ήδη έπεσεν, επελθόντες οι ιππείς, έτρεψαν όλην την φάλαγγα, και διώξαντες αυτήν μακράν, ενέπλησαν νεκρών την χώραν, υπέρ τους τρισχιλίους φονεύσαντες.

ΑΓ. Και ότι μεν οι Θηβαίοι βαθέως εθλίβοντο όσοι παρήσαν εις του Πελοπίδου τον θάνατον, και ότι τον ωνόμαζον πατέρα και σωτήρα και διδάσκαλον των μεγίστων και καλλίστων αγαθών, δεν είχε τι το πολλού θαυμασμού άξιον. Οι δε Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι, υπερβαλόντες διά των ψηφισμάτων των πάσαν τιμήν πρέπουσαν εις αρετήν ανθρωπίνην, έτι μάλλον απέδειξαν διά της λύπης των την προς αυτόν εύνοιάν των. Διότι λέγουσιν ότι οι παρευρεθέντες εις την μάχην ούτε θώρακα απεδόθησαν, ούτε ίππον εξεχαλίνωσαν, ούτε πληγήν έδεσαν πρότερον, αφ' ότου ήκουσαν εκείνου τον θάνατον, αλλά μετά των όπλων θερμοί ερχόμενοι προς τον νεκρόν, ως αισθανόμενον, εσώρευσαν πέριξ του τα εχθρικά λάφυρα, έκοψαν δε τας χαίτας των ίππων των, και έκοψαν και την ιδίαν των κόμην. Αφ' ού δ' απήλθον εις τας σκηνάς των, πολλοί ουδέ πυρ ανήψαν, ουδέ δείπνον έλαβον, σιγή δε και κατήφεια κατείχε παν το στρατόπεδον, ως αν δεν είχον νικήσει επιφανεστάτην νίκην και μεγίστην, αλλ' αν είχον ηττηθή και υποδουλωθή υπό του τυράννου. Εκ δε των πόλεων, ως ανηγγέλθησαν ταύτα, ήλθον αι αρχαί, και μετ' αυτών οι έφηβοι και οι παίδες και οι ιερείς, προς υποδοχήν του σώματος, τρόπαια και στεφάνους και πανοπλίας χρυσάς φέροντες. Όταν δ' έμελλε να γίνη του σώματος η εκφορά, προσελθόντες οι πρεσβύτατοι των Θεσσαλών, παρεκάλουν τους Θηβαίους αυτοί να θάψωσι τον νεκρόν. Είς δ' αυτών έλεγεν· «Άνδρες σύμμαχοι, χάριν ζητούμεν παρ' υμών, ήτις επί της τοσαύτης δυστυχίας θέλει μας φέρει τιμήν και παρηγορίαν. Δεν θα προπέμψωσιν οι Θεσσαλοί ζώντα τον Πελοπίδαν, ουδέ θα αισθανθή τας αξίας τιμάς ας θέλομεν τω αποδώσει· αλλ' αν μας επιτρέψητε να εγγίσωμεν τον νεκρόν, και ημείς αυτοί να κοσμήσωμεν και να θάψωμεν το σώμα αυτού, θα δείξωμεν ότι αναγνωρίζομεν πόσον μεγαλητέρα είναι των Θεσσαλών η συμφορά παρά η των Θηβαίων· διότι σεις μεν εστερήθητε μόνον αγαθού αρχηγού· ημείς δε και τούτου και της ελευθερίας. Και τω όντι πώς θα τολμήσωμεν πλέον να σας ζητήσωμεν άλλον στρατηγόν, όταν δεν σας απεδώσαμεν τον Πελοπίδαν;» Και οι Θηβαίοι επέτρεψαν ταύτα.

ΛΔ. Εκείνων δε των ταφών δεν θεωρούσι γενομένας λαμπροτέρας ποτ' άλλας όσοι δεν νομίζουσι την λαμπρότητα συνισταμένην εις τον ελέφαντα και τον χρυσόν και τας πορφύρας, ως ο Φίλιστος (412), υμνών και θαυμάζων την του Διονυσίου ταφήν, ήτις υπήρξεν η από της τυραννίας εξοδός του ως μεγάλης τραγωδίας θεατρική καταστροφή. Ο δε μέγας Αλέξανδρος, όταν απέθανεν ο Ηφαιστίων, ου μόνον ίππους εκούρευσε και ημιόνους, αλλά και τας επάλξεις εκρήμνισε των τειχών, ώστε και αι πόλεις αύται να φαίνωνται ως πενθούσαι, αντί της προτέρας μορφής των κουράς λαβούσαι άτιμον σχήμα. Και ταύτα μεν, προστάγματα δεσποτών όντα, και διά βίας εκτελούμενα, και φθόνον προκαλούντα επί τους τυγχάνοντας αυτών, μίσος δ' επί των βιαζομένων, δεν ήσαν επίδειξις ευνοίας ουδέ τιμής, αλλά βαρβαρικού όγκου και πολυτελείας και αλαζονείας, και σπατάλη της περιουσίας εις μάταια και κακόζηλα. Ανήρ όμως δημοτικής καταγωγής, εις ξένην γην αποθανών, χωρίς ουδ' η γυνή, ουδ οι παίδες, ουδ' οι συγγενείς του να παρευρίσκωνται, χωρίς ουδείς να παρακαλέση περί τούτου, ή εις αυτό ν' αναγκάση, προπεμπόμενος υπό τοσούτων δήμων και πόλεων αμιλλωμένων, και συνοδευόμενος και στεφανούμενος, ευλόγως εφαίνετο της τελειοτάτης ευδαιμονίας τυχών. Ως έλεγεν ο Αίσωπος, δεν είναι λυπηρότατος των ευτυχούντων ο θάνατος, αλλά μακαριώτατος μάλιστα, διότι κατέθετεν εις ασφαλή τόπον τας ευτυχίας των αγαθών, μη αφήνων την τύχην να μεταβάλη αυτάς. Διά τούτο έτι ορθότερον Λάκων τις, ασπασθείς τον Ολυμπιονίκην Διαγόραν, όστις είδε και τους υιούς του στεφανουμένους εις τα Ολύμπια, είδε δε και τους υιούς των υιών και των θυγατέρων του, «Απόθανε, τω είπεν, ω Διαγόρα! Δεν θ' αναβής εις τον Όλυμπον.» Νομίζω δ' ότι αν τις όλας ομού προσέθετε τας Ολυμπιακάς και Πυθικάς νίκας, δεν θα τας έκρινεν αξίας να παραβληθώσι προς ένα των αγώνων του Πελοπίδου. Ηγωνίσθη δε πολλούς και κατώρθωσε πολλά, και το πλείστον του βίου του εν δόξη ζήσας και τιμή, τέλος επί της δεκάτης τρίτης βοιωταρχίας του απέθανεν αριστεύων υπέρ της ελευθερίας των Θεσσαλών, εις νίκην μετέχουσαν τυραννοκτονίας.

ΑΕ. Ο δε θάνατος αυτού μεγάλως μεν ελύπησε τους συμμάχους, έτι δε περισσότερον τους ωφέλησε. Διότι οι Θηβαίοι, ως ήκουσαν του Πελοπίδου τον θάνατον, χωρίς ουδόλως ν' αναβάλωσι την τιμωρίαν, εν τάχει απέστειλαν επτακισχιλίους οπλίτας ιππείς δ' επτακοσίους, υπό στρατηγούς τον Μάλκιτον και τον Διογείτονα. Ευρόντες δε τεταπεινωμένον και εξησθενημένον τον Αλέξανδρον, τον ηνάγκασαν εις τους Θεσσαλούς μεν ν' αποδώση τας πόλεις όσας κατείχε, τους δε Μάγνητας και τους Φθιώτας και Αχαιούς ν' αφήση ελευθέρους, αποσύρων την φρουράν, να ομώση δε ν' ακολουθή τους Θηβαίους καθ ών αν αυτοί τον οδηγώσιν ή τον διατάττωσιν. Εις ταύτα ηρκέσθησαν οι Θηβαίοι, θέλω δε διηγηθή πώς ολίγον μετά ταύτα εξεδίκησαν επ' αυτού οι Θεοί τον θάνατον του Πελοπίδου. Θήβην, την σύζυγον αυτού, πρώτον μεν, ως ευρέθη, ο Πελοπίδας εδίδαξε να μη φοβήται την έξω λαμπρότητα και την επίδειξιν της τυραννίδος, ήτις εφρουρείτο υπό φυλάκων και όπλων. Έπειτα δε, φοβουμένη την απιστίαν αυτού και μισούσα αυτού την ωμότητα, συνεφώνησε μετά των αδελφών της, οίτινες ήσαν τρεις, ο Τισίφονος, ο Πυθόλαος και ο Λυκόφρων, και επεχείρησε ταύτα· Την μεν άλλην οικίαν του τυράννου κατείχον αι φυλακαί των διανυκτερευόντων· ο δε θάλαμος εις όν συνείθιζον να κοιμώνται, ήτον υπερώος, και εμπρός αυτού εφύλαττε κύων δεδεμένος, φοβερός εις όλους, εκτός εις μόνους εκείνους και εις ένα εκ των οικετών, εκείνον όστις τον έτρεφεν. Όταν λοιπόν ήλθεν ο καιρός του επιχειρήματος, η Θήβη είχεν από της ημέρας ήδη κεκρυμμένους τους αδελφούς της εις παρακείμενον οίκον τινα. Εισελθούσα δε, ως συνείθιζε, μόνη προς τον Αλέξανδρον, κοιμώμενον ήδη, και μετ' ολίγον πάλιν εξελθούσα, εις μεν τον υπηρέτην διέταξε να λάβη έξω τον κύνα, διότι ήθελε ν' αναπαυθή μεθ' ησυχίας εκείνος· αυτή δ' εις την κλίμακα, φοβουμένη μη κροτή όταν αναβαίνωσιν οι νεανίσκοι, κατέστρωσε μαλλία· έπειτα δ' ανεβίβασεν ούτω τους αδελφούς της ξιφήρεις, και στήσασα αυτούς εμπρός των θυρών, εισήλθεν η ιδία, έλαβε το ξίφος του, κρεμμάμενον υπέρ την κεφαλήν του, και τοις το έδειξεν ως σημείον ότι εκοιμάτο ο τύραννος. Αλλ' επειδή οι νεανίσκοι ήσαν εκπεπληγμένοι και εδίσταζον, επιπλήττουσα αυτούς, τοις ώμνυε μετ' οργής ότι θέλει εξυπνήση τον Αλέξανδρον και τω καταμηνύσει την πράξιν. Ούτως αισχυνθέντας αυτούς συγχρόνως και φοβηθέντας, τους εισήγαγε, και τους έφερεν εις την κλίνην, κρατούσα και τον λύχνον. Εξ αυτών δε, ο μεν, πιέσας τους πόδας του, τους εκράτει, ο δε συλλαβών αυτόν εκ των τριχών, έστρεψεν οπίσω την κεφαλήν του, και ο τρίτος, κτυπών αυτόν διά του ξίφους, τον εφόνευσεν. Ούτως απέθανεν αυτός, θάνατον ταχύν, και διά τούτο ίσως πραότερον αφ' ό,τι προσήκεν. Επειδή όμως ην ο μόνος ή πρώτος των τυράννων όστις υπό της ιδίας αυτού γυναικός εφονεύθη, και το σώμα του μετά θάνατον παντοίως αικισθέν, ερρίφθη και κατεπατήθη υπό των Φεραίων, φαίνεται άξια των παρανομιών του παθών.

ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ

Α. Ο δε Μάρκιος Κλαύδιος, όστις πεντάκις ην ύπατος εν Ρώμη, λέγουσιν ότι υπήρξεν υιός Μάρκου, πρώτος δ' εκ της οικογενείας ωνομάσθη Μάρκελλος, όπερ εστίν Αρήιος (413) ως λέγει ο Ποσειδώνιος (414)· διότι είχε πολεμικήν εμπειρίαν, σώμα δε ρωμαλέον, χείρα δ' ανδρείαν, φύσιν δε φιλοπόλεμον, ήτον σώφρων, φιλάνθρωπος, εραστής της ελληνικής παιδείας και των ελληνικών γραμμάτων επί τοσούτον, ώστε να τιμά και να θαυμάζη τους εις ταύτα ευδοκιμούντας· ο ίδιος όμως, ένεκα των ασχολιών του, μη κατορθώσας να εξασκή και να μάθη αυτά καθ' όσον επροθυμείτο· Διότι αν εις άλλους ανθρώπους ο Θεός, ως είπεν ο Όμηρος,

έδωκεν, εκ νεαράς ηλικίας εις γήρας, να πλέκουν ανθρωποκτόνους πολέμους,

πολύ μάλλον επέκλωσε τούτο εις τους τότε πρωτεύοντας των Ρωμαίων, οίτινες, όταν μεν ήσαν νέοι, εις την Σικελίαν επολέμουν κατά των Καρχηδονίων, εν ακμαία δ' ηλικία κατά των Γαλατών υπέρ αυτής της Ιταλίας, και εις το γήρας των εμάχοντο πάλιν κατά του Αννίβα και των Καρχηδονίων, μη έχοντες, ως οι άλλοι, διά το γήρας ανάπαυσιν εκ των εκστρατειών, αλλ' εκαλούντο εις στρατηγίας πολέμων και εις αρχηγίας, εκλεγόμενοι διά την ευγένειαν και τα προτερήματά των.

Β. Ο δε Μάρκελλος, ουδενός μεν είδους μάχης ήτον άπειρος και ανάσκητος· αλλ' υπέρ πάντα εις την μονομαχίαν διακρινόμενος, ουδεμίαν απέφυγε ποτε πρόκλησιν, και πάντας, όσοι τον προυκάλεσαν, τους εφόνευσεν. Εις δε την Σικελίαν έσωσε τον αδελφόν του Οτακίλιον κινδυνεύοντα, υπερασπίσας αυτόν και φονεύσας τους προσβαλόντας αυτόν. Διά ταύτα νέος έτι έλαβεν αμοιβάς και στεφάνους παρά των στρατηγών. Γινόμενον δ' επί μάλλον και μάλλον επίσημον, ανέδειξεν αυτόν ο δήμος αγορανόμον της επιφανεστέρας τάξεως, οι δ' ιερείς Αύγουρα· είναι δε τούτο είδος ιερωσύνης, εις ήν ιδίως έδωκεν ο νόμος να επιβλέπη και παραφυλάττη των οιωνών την μαντικήν. Ηναγκάσθη δ' όταν ηγορανόμει να εισαγάγη παρά την θέλησίν του δίκην τοιαύτην. Είχεν υιόν ομώνυμον, νεαρού κάλλους εξαισίου, περίβλεπτον δ' υπό των πολιτών διά την σωφροσύνην και την ανατροφήν του. Εις τούτον ο Καπετωλίνος, ο συνάρχων του Μαρκέλλου, ανήρ ασελγής και θρασύς, επρότεινε λόγους ατίμους. Και το μεν πρώτον τον απέκρουσε μόνον του· επειδή δ' επανήλθε πάλιν αυτός, το είπε προς τον πατέρα του. Διά τούτο αγανακτήσας ο Μάρκελλος, κατήγγειλεν εις την βουλήν τον άνθρωπον. Εκείνος δε διαφόρους εμηχανάτο αποφυγάς και αναβολάς, τους δημάρχους επικαλούμενος, οίτινες όμως δεν εδέχθησαν την επίκλησιν αυτού, δι' ό αντέταξεν άρνησιν εις την κατηγορίαν. Αλλ' επειδή ουδείς υπήρξε των λόγων μάρτυς, απεφάσισεν η βουλή να φέρη εμπρός της τον παίδα. Ως δ' ήλθε, και είδον αυτού το ερύθημα και τα δάκρυα, και την αιδώ ανεμεμιγμένην μετ' ακατασχέτου θυμού, δεν εχρειάσθησαν άλλο τεκμήριον, και καταψηφίσαντες επέβαλον πρόστιμον εις τον Καπετωλίνον. Εκ δε των χρημάτων τούτων ο Μάρκελλος αργυρά σπονδής αγγεία κατασκευάσας, τ' αφιέρωσεν εις τους Θεούς.

Γ. Ο πρώτος των Καρχηδονίων πόλεμος, επί εικοσιδύο έτη διαρκέσας, είχεν ήδη περατωθή, όταν επήλθε νέος αγών εις την Ρώμην, ο Γαλατικός. Οι Ίνσομβρες, έθνος Κελκτικόν, κάτοικοι του υπό τας Άλπεις μέρους της Ιταλίας, και καθ' εαυτούς όντες μεγάλοι, εκάλουν και δυνάμεις, και εμήνυσαν εκ των Γαλατών τους επί μισθώ εκστρατεύοντας, οίτινες ωνομάζοντο Γεσσάται. Και θαυμαστόν μεν εφαίνετο, και τύχης αγαθής πρόνοια, ότι ο Κελτικός πόλεμος δεν εξερράγη συγχρόνως μετά του Λιβυκού· αλλ' ως αν έμενον οι Γαλάται εις εφεδρείαν, και ορθώς και δικαίως ησύχαζον εν όσω εκείνοι εμάχοντο, μετά ταύτα τότε εκηρύχθησαν κατά των νικητών, και τους επροκάλεσαν όταν τους είδον μη έχοντας πλέον ασχολίαν. Εν τούτοις όμως και η χώρα ενέπνεε φόβον, διότι η γειτνίασις έφερεν όμορον και οικιακόν ούτως ειπείν τον πόλεμον, και προσέτι η παλαιά των Γαλατών υπόληψις, ούς υπέρ πάντας άλλους φαίνονται φοβούμενοι οι Ρωμαίοι, διότι και η πόλις των υπ' αυτών εκυριεύθη, και έκτοτε νόμον έθεντο να μη είναι στρατεύσιμοι οι ιερείς, εκτός πάλιν αν επέλθη Γαλατικός πόλεμος. Εδήλουν δε τον φόβον αυτών και αι ετοιμασίαι, διότι τοσαύται μυριάδες Ρωμαίων ούτε πριν ούτε μετά ταύτα λέγονται τα όπλα λαβούσαι, προσέτι δε και η κατά τας θυσίας καινοτομία, διότι ενώ ουδέν ετέλουν βαρβαρικόν ουδέ ξενικόν, αλλά διέκειντο ως προς τας περί τα θεία δοξασίας των ελληνικώς και πράως όσον ενδέχεται, τότε, όταν συνέπεσεν ο πόλεμος ούτος, ηναγκάσθησαν να υπακούσωσιν εις λόγιά τινα εκ των Σιβυλλείων, και δυο μεν Έλληνας, άνδρα και γυναίκα, δύο δε Γαλάτας ομοίως έθαψαν ζώντας εις την καλουμένην βοών αγοράν, και διά τούτους μέχρι τούδε έτι τελούσιν εν Νοεμβρίω μηνί εις τους Έλληνας και Γαλάτας απορρήτους και αθεάτους ιερουργίας.