Part 15
Ε. Μετά δε ταύτα, επειδή οι Σπαρτιάται διά μεν των λόγων προσεφέροντο ως φίλοι και σύμμαχοι των Θηβαίων, πραγματικώς δ' υπέβλεπον της πόλεως το φρόνημα και την δύναμιν, και προ πάντων εμίσουν την εταιρίαν (368) του Ισμηνίου και Ανδροκλείδου, εις ήν ανήκε και ο Πελοπίδας, και ήτις εφαίνετο φιλελεύθερος συγχρόνως και δημοτική, ο Αρχίας, και ο Λεοντίδας (369) και ο Φίλιππος, άνδρες ολιγαρχικοί και πλούσιοι, και ξένοι προς πάσαν μετριοφροσύνην, καταπείθουσι Φοιβίδαν τον Λάκωνα, όστις μετά στρατεύματος διήρχετο την χώραν, να καταλάβη εξαίφνης την Καδμείαν (370) και εκδιώξας τους εναντιουμένους, να καταστήση την πολιτείαν υπήκοον των Λακεδαιμονίων. Πεισθείς λοιπόν εκείνος, επετέθη, εν ώ οι Θηβαίοι δεν τον περιέμενον, επί της εορτής των Θεσμοφορίων, και εκυρίευσε την ακρόπολιν. Αρπαγείς δ' ο Ισμηνίας, και κομισθείς εις την Λακεδαίμονα, μετ' ολίγον καιρόν εφονεύθη· ο δε Πελοπίδας και ο Φερένικος και ο Ανδροκλείδας, μετά πολλών άλλων φεύγοντες, απεκηρύχθησαν. Ο δ' Επαμινώνδας έμεινεν εις την πόλιν, διότι κατεφρονείτο, ένεκα μεν της φιλοσοφίας, ως μη εις τα πράγματα αναμιγνύμενος, ένεκα δε της πενίας του, ως αδύνατος.
ΣΤ. Όταν δ' οι Λακεδαιμόνιοι τον μεν Φοιβίδαν έπαυσαν από της αρχής, και τω επέβαλον εκατόν χιλιάδων δραχμών πρόστιμον, την Καδμείαν όμως ουχ' ήττον εξηκολούθουν φρουρούντες, όλοι μεν οι άλλοι Έλληνες εθαύμαζον διά το άτοπον του πράγματος, ότι ετιμώρουν μεν τον πράξαντα, την δε πράξιν επεδοκίμαζον. Οι δε Θηβαίοι, στερηθέντες του πατρίου πολιτεύματος, και δουλωθέντες υπό του Αρχίου και Λεοντίδου, ουδεμίαν διετήρουν ελπίδα να σωθώσιν από της τυραννίας, ήν έβλεπον δορυφορουμένην υπό της δυνάμεως των Σπαρτιατών, και μη δυναμένην να καταλυθή αν δεν έπαυέ τις και εκείνους της κατά γην και θάλασσαν ηγεμονίας. Οι περί τον Λεοντίδαν όμως, μανθάνοντες ότι οι φυγάδες διέτριβον εν Αθήναις, προσφιλείς όντες εις το πλήθος, και τιμώμενοι υπό των καλών καγαθών πολιτών, ήρχισαν κρυφίως να επιβουλεύωνται αυτούς· και πέμψαντες ανθρώπους αγνώστους, τον μεν Ανδροκλείδαν φονεύουσι διά δόλου, των δ' άλλων αποτυγχάνουσιν. Ήλθον δε και παρά Λακεδαιμονίων γράμματα προς τους Αθηναίους, διατάττοντα να μη δέχωνται, ουδέ να παροξύνωσι τους φυγάδας, αλλά να τους αποδιώξωσιν, ως κοινούς εχθρούς καταδειχθέντας υπό των συμμάχων των. Οι Αθηναίοι όμως, εκτός του ότι έχουσι πάτριον και έμφυτον αίσθημα την φιλανθρωπίαν, ηθέλησαν ν' ανταμείψωσι προσέτι τους Θηβαίους, διότι ούτοι προ πάντων συνετέλεσαν εις της δημοκρατίας την αποκατάστασιν (371) και είχον ψηφίσει· «Αν τις Αθηναίος κατά των τυράννων κινή όπλα διά της Βοιωτίας, ουδείς Βοιωτός ούτε να το ακούη, ούτε να το βλέπη.» Ένεκα τούτων δεν ηδίκησαν τους Θηβαίους.
Ζ. Ο δε Πελοπίδας, καί τοι ων είς εκ των νεωτάτων, παρεκίνει όμως ιδίως και έκαστον των φυγάδων, και προς το πλήθος ωμίλησε λέγων, ότι ούτε καλόν είναι ούτε όσιον την μεν πατρίδα να παραβλέπωσιν υπό δουλείαν ούσαν και φρουράν ξένην έχουσαν, αυτοί δε ν' αρκώνται ότι έσωσαν την ζωήν των, και να κρέμανται από των ψηφισμάτων των Αθηναίων, και να κολακεύωσι προσκυνούντες πάντοτε τους δυναμένους να ομιλώσι και να πείθωσι τον όχλον. Αλλά, τοις είπεν, ότι πρέπει και να κινδυνεύωσιν υπέρ των μεγίστων, παράδειγμα προτιθέμενοι του Θρασυβούλου την τόλμην και αρετήν και, ως εκείνος πρότερον, εκ Θηβών ορμηθείς, κατέλυσε τους εν Αθήναις τυράννους, ούτω και αυτοί πάλιν, εξ Αθηνών προελθόντες, να ελευθερώσωσι τας Θήβας. Ως λοιπόν τους έπεισε ταύτα λέγων, πέμπουσιν εις τας Θήβας κρυφίως προς τους υπολειπομένους των φίλους, να τοις ειπώσι τ' αποφασισθέντα. Εκείνοι δ' ενέκρινον ταύτα, και ο Χάρων, όστις ήτον ο όλων επισημότατος, υπεσχέθη να δώση την οικίαν του· ο δε Φυλλίδας κατώρθωσε να γίνη γραμματεύς του Αρχίου και του Φιλίππου, οίτινες ήσαν πολέμαρχοι (372). Ο δ' Επαμινώνδας προ πολλού επλήρου τους νέους γενναίου φρονήματος· και προς τούτο τοις έλεγεν εις τα γυμνάσια να προκαλώσι τους Λακεδαιμονίους και να παλαίωσι κατ' αυτών έπειτα δε, βλέπων αυτούς κομπάζοντας όταν ενίκων και υπερίσχυον, τους επέπληττεν ότι έπρεπε να αισχύνωνται μάλλον διότι δι' ανανδρίαν εισί δούλοι ανθρώπων ών κατά την δύναμιν του σώματος τοσούτον διαφέρουσιν.
Η. Ωρίσθη δε προς την πράξιν ημέρα, και απεφάσισαν οι φυγάδες τους μεν άλλους να συνάξη ο Φερένικος και να περιμένη εις το Θριάσιον (373), ολίγοι δε των νεωτάτων να ριψοκινδυνεύσωσιν εισερχόμενοι πρώτοι εις την πόλιν· αν δε τι πάθωσιν ούτοι υπό των εχθρών, να επιμεληθώσιν όλοι οι άλλοι όπως μήτε οι παίδες μήτε οι γονείς αυτών μείνωσί ποτε εστερημένοι των αναγκαίων. Ανέλαβε δε την πράξιν ο Πελοπίδας πρώτος, έπειτα δ' ο Μέλων (374) και ο Δαμοκλείδας και ο Θεόπομπος, άνδρες εκ των πρώτων οίκων, και προς αλλήλους κατά μεν τ' άλλα πιστοί όντες και φίλοι, περί δόξης όμως και ανδρείας πάντοτε φιλονεικούντες. Γενόμενοι δ' όλοι δώδεκα, και τους απολειπομένους ασπασθέντες, και αγγελιαφόρον πέμψαντες εμπρός προς τον Χάρωνα, επροχώρησαν χλαμύδια μικρά φέροντες, και σκύλους θηρευτικούς, και πάλους (375), ώστε ουδείς των όσοι καθ' οδόν τους απήντα να τους υποπτεύση, αλλά να φαίνωνται ως ασκόπως περιφερόμενοι και κυνηγούντες. Όταν δ' έφθασεν ο πεμφθείς προς τον Χάρωνα αγγελιαφόρος, και τω είπεν ότι είναι αυτοί καθ' οδόν, του μεν Χάρωνος ουδόλως μετέβαλε την γνώμην η προσέγγισις του δεινού, αλλ' ήτον ανήρ γενναίος, και έδωκε την οικίαν του. Ιπποσθενίδας δε τις, άνθρωπος ουχί πονηρός, αλλά και φιλόπατρις μάλιστα, και ευνοϊκώς προς τους φυγάδας διακείμενος, στερούμενος όμως της τόλμης ην απήτει ο επικίνδυνος εκείνος καιρός, και αι προκείμεναι πράξεις, ως ζαλισθείς απέναντι του αγώνος όστις επέκειτο, και μόλις τότε συλλογισθείς ότι τρόπον τινά σαλεύουσι την αρχήν των Λακεδαιμονίων, και επιχειρούσι την ανατροπήν της εκείνων δυνάμεως, εις μόνας τας από φυγάδων τινών ασθενείς ελπίδας στηριζόμενοι, απελθών εις την οικίαν του εν σιωπή, πέμπει τινά των φίλων του προς τον Μέλωνα και Πελοπίδαν, να τοις ειπή ν' αναβάλωσι προς το παρόν, και επιστρέψαντες εις Αθήνας να περιμείνωσι καιρόν καταλληλότερον. Ωνομάζετο δε Χλίδων ο πεμφθείς, και αμέσως εις την οικίαν του πορευθείς, και τον ίππον του εκ του ιπποστασίου εξαγαγών, εζήτει τον χαλινόν. Η γυνή του όμως δεν τον είχε, και μη ηξεύρουσα πού ήτον, τω είπεν ότι τον έδωκεν εις ένα των οικείων των, και τότε ήρχισαν ύβρεις μεταξύ των, και μετά ταύτα βλασφημίας και η γυνή τω κατηράτο κακήν οδόν, εις αυτόν και εις εκείνους οίτινες τον έπεμπον· ώστε ο Χλίδων εν τη οργή του καταναλώσας πολύ της ημέρας εις ταύτα, προσέτι δε και ως οιωνόν το συμβάν θεωρήσας, αφήκε διόλου την οδόν, και ετράπη προς άλλα. Ούτως, ολίγον έλειψεν της μεγίστης και καλλίστης των πράξεων ευθύς εξ αρχής να διαφύγη η ευκαιρία.
Θ. Οι δε περί τον Πελοπίδαν, ενδύματα γεωργών φορέσαντες, και διαιρεθέντες, εισήλθον αγνώστως άλλοι δι' άλλων μερών της πόλεως, εν ώ έτι ήτον ημέρα. Ήτον δε τότε του έαρος η αρχή, και έπνεεν άνεμος και έπιπτε χιών, ώστε ευκολώτερον διέφυγον, διότι εξ αιτίας της τρικυμίας οι πλείστοι είχον καταφύγει ήδη εις τας οικίας των. Όσοι δ' είχον συμφέρον να γνωρίζωσι τα πραττόμενα, εκείνοι εδέχοντο τους προσερχομένους και τους έφερον ευθύς εις την οικίαν του Χάρωνος. Συνεποσώθησαν δ' αυτόθι μετά των φυγάδων εις πεντήκοντα, παρά δύο. Τα δε περί τους τυράννους ούτως είχον. Φυλλίδας ο γραμματεύς συνέπραττε μεν, ως ερρέθη, καθ' όλα, και εβοήθει τους φυγάδας. Διά δε την ημέραν εκείνην προ πολλού είχεν υποσχεθή εις τον Αρχίαν και τους μετ' αυτού συμπόσιόν τι και συναναστροφήν, και γυναίκας τινάς εκ των υπάνδρων, και έπραττεν ό,τι εδύνατο όπως τους παραδώση εις την επιχείρησιν των επιτιθεμένων, εκλελυμένους υπό των ηδονών και μεθύοντας. Πριν δ' έτι μεθυσθώσιν αυτοί εντελώς, έφθασε μήνυσίς τις εις αυτούς ουχί ψευδής μεν, αλλ' αβέβαιος, και πολλήν ασάφειαν έχουσα περί των φυγάδων, ότι εκρύπτοντο εις την πόλιν. Και ο μεν Φυλλίδας έστρεψε τον λόγον αλλαχού· ο Αργίας όμως έπεμψέ τινα των υπηρετών του προς τον Χάρωνα, προστάττων αυτόν να έλθη αμέσως. Ήτον δ' εσπέρα, και ητοιμάζοντο εντός οι περί τον Πελοπίδαν, φέροντες ήδη τους θώρακας, και τας μαχαίρας λαβόντες. Εξαίφνης ήκουσαν ότι εκτύπα η θύρα, και τρέξας τις, και μαθών παρά του υπηρέτου έτι οι πολέμαρχοι εζήτουν τον Χάρωνα να έλθη προς αυτούς, επανήλθε και το ανήγγειλε τεθορυβημένος, και πάντες ευθύς υπενόησαν ότι κατεμηνύθη η πράξις των, και ότι απωλέσθησαν πάντες, ουδέν καν πράξαντες της αρετής των άξιον. Ουχ ήττον όμως ενέκριναν να υπακούση ο Χάρων και ν' απέλθη ως ανυπόπτως δήθεν προς τους άρχοντας. Ήτον δ' άλλως ανδρώδης, και ακατάβλητον έχων θάρρος εις τα δεινά· αλλά δι' εκείνους τότε ήτον καταπεπληγμένος και εφοβείτο μη τις υποψία προδοσίας έλθη επ' αυτόν, αν τοσούτοι και τοιούτοι πολίται απολεσθώσιν. Όταν λοιπόν έμελλε ν' αναχωρήση, λαβών εκ της γυναικωνίτιδος τον υιόν του, παιδίον έτι τότε, αλλά πρώτον των ομηλίκων του κατά το κάλλος και την ρώμην του σώματος, τον ενεχείρισεν εις τους περί τον Πελοπίδαν, λέγων εις αυτούς, αν εννοήσωσί τινα δόλον και προδοσίαν εκ μέρους του, να τον μεταχειρισθώσιν ως εχθρόν, και να μη φεισθώσιν αυτού. Και πολλοί μεν αυτών εδάκρυον προς του Χάρωνος το φρόνημα και το πάθος· πάντες δ' ηγανάκτουν ότι εδύνατο να νομίση τινά τοσούτον δειλόν ή διεφθαρμένον υπό του παρόντος κινδύνου, ώστε να υποθέση εκείνον, ή να τω αποδώση την αιτίαν των συμβαινόντων και τον παρεκάλουν να μη αναμίξη μετ' αυτών τον υιόν του, αλλά να τον θέση εν ασφαλεί κατά του μέλλοντος, όπως αυτός καν αυξήση εκδικητής της πόλεως και των φίλων, περισωθείς και διαφυγών τους τυράννους. Ο δε Χάρων τον μεν υιόν του είπεν ότι δεν μακρύνει απ' αυτών, διότι ποίον βίον ή τίνα σωτηρίαν βλέπει καλητέραν δι' αυτόν, του ν' αποθάνη ανύβριστος μετά του πατρός και τοσούτων φίλων των; Ευχηθείς δ' εις τους Θεούς, και ασπασθείς πάντας και ενθαρρύνας, ανεχώρησε, προσέχων εις εαυτόν, και ρυθμίζων το σχήμα του προσώπου του και τον τόνον της φωνής του, ώστε να φανή ανομοιότατος προς ά έπραττεν.
I. Όταν δ' έφθασεν εις την θύραν της οικίας, προήλθον ο Αρχίας και ο Φυλλίδας, και είπον· «Ω Χάρων, ήκουσα ότι τινές ήλθον κρυφίως και κρύπτονται εις την πόλιν, και ότι μετ' αυτών συμπράττουσί τινες των πολιτών.» Ο δε Χάρων εταράχθη το πρώτον, έπειτα δ' ηρώτησε τίνες ήσαν οι κρυφίως ελθόντες, και τίνες οι κρύπτοντες αυτούς, διότι έβλεπεν ότι ουδέν σαφές είπεν ο Αρχίας, και υπενόησεν ότι η μήνυσις δεν έγινεν υπ' ουδενός τω όσοι ήσαν εν γνώσει. «Ίδετε, είπε, μη μάταιος ότι σας ταράττη λόγος. Ουχ' ήττον όμως θέλω προσέξει διότι ίσως τίποτε δεν πρέπει να καταφρονήσωμεν.» Ταύτα και ο Φυλλίδας, όστις ήτον παρών, ενέκρινε, και μετά του Αρχίου επιστρέψας πάλιν εις την οικίαν, τον εβύθισεν εις πολύν άκρατον, και διά των ελπίδων των γυναικών παρέτεινε το συμπόσιον. Ως δ' επανήλθεν ο Χάρων οίκαδε, και εύρε τους άνδρας διεσκευασμένους, ουχί ως ελπίζοντας νίκην σωτηρίαν τινά, αλλ' ως μέλλοντας ν' αποθάνωσι λαμπρώς και μετά φόνου πολλού των εχθρών, την μεν αλήθειαν είπεν εις μόνον τον Πελοπίδαν, προς δε τους άλλους εψεύσθη, πλάσας λόγους τινάς ούς τω είπε δήθεν ο Αρχίας περί άλλων πραγμάτων. Μόλις δε παρήρχετο η πρώτη τρικυμία, και δευτέραν επέφερεν η τύχη κατά των ανδρών. Απεσταλμένος τις ήλθεν εξ Αθηνών παρ' Αρχίου του ιεροφάντου (376) προς τον ομώνυμον αυτού Αρχίαν, διά δεσμών φιλίας και φιλοξενίας συνδεδεμένον όντα μετ' αυτού, επιστολήν φέρων, ήτις δεν περιείχε ματαίαν ουδέ πεπλασμένην υπόνοιαν, αλλ' έλεγε σαφώς όλα τα γινόμενα, ως μετά ταύτα εγνώσθη. Τότε δε παρουσιασθείς ο γραμματοκομιστής εις τον Αρχίαν όστις εμέθυε, και δους την επιστολήν, τω είπεν ότι ο πέμψας αυτήν τω παραγγέλλει ευθύς να την αναγνώση, διότι τω γράφει περί σπουδαίων τινών. Ο δ' Αρχίας μειδιάσας, «Λοιπόν, είπεν, εις αύριον τα σπουδαία·» και λαβών την επιστολήν, την έθηκεν υπό το προσκεφάλαιον, και εξηκολούθησε προσέχων προς τον Φυλλίδαν περί ών έτυχε να συνομιλώσι. Και ο λόγος ούτος ως παροιμία περιφερόμενος, μέχρι τούδε σώζεται παρά τοις Έλλησιν.
ΙΛ. Ως δ' εφάνη ότι έφθασεν ο κατάλληλος διά την πράξιν καιρός, εξήλθον εις δύο διαιρεθέντες, και οι μεν περί τον Πελοπίδαν και Δαμοκλείδαν επορεύθησαν εις του Λεοντίδου και του Υπάτου, οίτινες κατώκουν εγγύς αλλήλων· ο δε Χάρων και ο Μέλων κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, φέροντες γυναικεία φορέματα επί των θωράκων των, και δασείς στεφάνους ελάτης και πεύκης εις τας κεφαλάς, κατασκιάζοντας αυτών τα πρόσωπα. Δι' ό και άμα εφάνησαν εις τας θύρας του συμποσίου, οι εστιώμενοι τους εδέχθησαν μετά θορύβου και κρότου, νομίζοντες ότι ήσαν αι γυναίκες άς προ πολλού περιέμενον. Όταν όμως κύκλω εις το συμπόσιον τα βλέμματα περιφέροντες, και ακριβώς παρατηρήσαντες έκαστον των κατακεκλιμένων (377),έσυρον τας μαχαίρας, ορμώντες διά των τραπεζών κατά του Αρχίου και του Φιλίππου, τότε εφάνησαν τίνες ήσαν. Και ολίγους μεν εκ των συμποσιαζόντων έπεισεν ο Φυλλίδας να μείνωσιν ήσυχοι· τους δ' άλλους, επιχειρούντας ν' αντισταθώσι μετά των πολεμάρχων, και ανισταμένους μετ' αυτών, τους εφόνευσαν άνευ πολλής δυσκολίας, διότι εμέθυον. Οι δε περί τον Πελοπίδαν δυσχερέστερον είχον έργον, διότι εκινούντο κατά του Λεοντίδου, ανδρός νήφοντος και ανδρείου. Εκοιμάτο δ' αυτός, και εύρον την οικίαν του κεκλεισμένην, και πολλήν καιρόν εκτύπων χωρίς να τους ακούση ουδείς. Μόλις δ' ακούσας ο υπηρέτης, ήλθε και αφήρεσε τον μοχλόν, και ενδούσαι αι θύραι ανεώχθησαν, και ευθύς επιπεσόντες όλοι ομού, και τον οικέτην ανατρέψαντες, ώρμησαν εις τον θάλαμον. Ο δε Λεοντίδας, εξ αυτού του κτύπου και εκ της ορμής των εννοήσας το γινόμενον, εγύμνωσε το εγχειρίδιον του αναστάς, ελησμόνησε δε να σβύση τους λύχνους, και να κάμη ώστε εις το σκότος να επισέσωσιν αυτοί καθ' εαυτών οι άνδρες. Εις πολύ δε φως ορώμενος, ώρμησε προς τας θύρας του θαλάμου εναντίον αυτών, και κτυπήσας τον πρώτον όστις εισήρχετο, τον Κηφισόδωρον, τον έρριψε κάτω. Αφ' ού δ' αυτός έπεσε, συνεπλάκη μετά του δευτέρου, του Πελοπίδου· και την μάχην δεινήν καθίστα και δύσκολον η στενότης των θυρών και το εμπόδιον του κειμένου νεκρού του Κηφισοδώρου. Ενίκησε δε τέλος ο Πελοπίδας, και φονεύσας τον Λεοντίδαν, εκινήθη αμέσως κατά του Υπάτου μετά των συντρόφων του. Και εισήλθε μεν ομοίως εις την οικίαν του· τους ενόησεν όμως εκείνος, και κατέφυγε προς τους γείτονας· αλλ' εκείνοι διώξαντες αυτόν κατά πόδας, τον συνέλαβον και τον εθανάτωσαν.
ΙΒ. Αφ' ού δε κατώρθωσαν ταύτα, ενωθέντες μετά των περί τον Μέλωνα, έπεμψαν εις την Αττικήν προς τους μείναντας εκεί των φυγάδων, και συγχρόνως εκάλουν τους πολίτας εις ελευθερίαν, και ώπλιζον τους προσερχομένους, αφαιρούντες τα εις τας στοάς κρεμάμενα λάφυρα, και ανοίγοντες διά βίας τα περί την οικίαν εργαστήρια των δορυξόων και μαχαιροποιών. Ήλθον δ' εις βοήθειαν αυτών ένοπλοι οι περί τον Επαμινώνδαν και Γοργίδαν, συλλέξαντες ουχ ολίγους των νέων, και των πρεσβυτέρων τους αρίστους. Η δε πόλις ήδη μεν πάσα ηγέρθη επτοημένη, και πολύς ην ο θόρυβος, και φώτα ανήπτοντο εις τας οικίας, και πολίται έτρεχον προς αλλήλους. Δεν είχε δ' έτι συνέλθει το πλήθος, αλλ' εκπεπληγμένοι διά τα γινόμενα, και σαφές ουδέν γνωρίζοντες, περιέμενον την ημέραν. Όθεν φαίνεται ότι έσφαλον οι άρχοντες των Λακεδαιμονίων, ότι δεν επέδραμον αμέσως και δεν επέπεσαν κατ' αυτών· διότι αυτή μεν η φρουρά ήτον περί τους χίλιους πεντακοσίους, πολλοί δ' εκ της πόλεως συνέτρεχον προς αυτούς. Αλλά την βοήν φοβηθέντες και τα πυρά, και τον όχλον όστις πανταχόθεν πολύς εφέρετο, ησυχάζον μόνην κατέχοντες την Καδμείαν. Ως δ' εξημέρωσεν, έφθασαν μεν εκ της Αττικής οι φυγάδες ωπλισμένοι, συνηθροίσθη δε και ο δήμος εις την εκκλησίαν. Εισήγον δ' εις αυτήν τους περί τον Πελοπίδαν ο Επαμινώνδας και ο Γοργίδας, περιστοιχισμένους υπό των ιερέων, οίτινες επρότεινον στέμματα, και παρεκάλουν τους πολίτας να βοηθήσωσι την πατρίδα και τους θεούς. Η δ' εκκλησία, προς την όψιν ταύτην ανέστη ορθή μετά βοής και κρότου, και εδέχθη τους άνδρας ως σωτήρας και ευεργέτας.
ΙΓ. Μετά ταύτα ο Πελοπίδας εκλεχθείς Βοιωτάρχης (378) μετά του Μέλωνος και του Χάρωνος, ευθύς πολιορκών περιετείχιζε την ακρόπολιν, και την προσέβαλλε πανταχόθεν, σπεύδων να εκδιώξη τους Λακεδαιμονίους, και να ελευθερώση την Καδμείαν, πριν έλθη στρατός εκ της Σπάρτης. Και προέλαβε παρ' ολίγον, αφείς υποσπόνδους τους άνδρας, ώστε εν ώ ούτοι ήσαν εις Μέγαρα, απήντησαν τον Κλεόμβροτον εκστρατεύοντα κατά των Θηβών μετά μεγάλης δυνάμεως. Οι δε Σπαρτιάται, εκ των τριών αρμοστών (379) ούς είχον εν Θήβαις, τον μεν Ηριππίδαν και τον Άρκεσον εφόνευσαν αφ' ού τους έκρινον. Ο δε τρίτος, Λυσανορίδας, διά μεγάλου προστίμου τιμωρηθείς, ανεχώρησεν εκ της Πελοποννήσου. Ταύτην την πράξιν, ήτις κατά τας αρετάς των ανδρών, κατά τους κινδύνους και τους αγώνας εγένετο παραπλησία προς την του Θρασυβούλου, και εβραβεύθη ομοίως υπό της τύχης, αδελφήν εκείνης ωνόμαζον οι Έλληνες. Διότι δεν είν' εύκολον ν' αναφέρη τις άλλους οίτινες διά τόλμης και ικανότητος ολιγώτεροι να ενίκησαν περισσοτέρους, και ασθενέστεροι δυνατωτέρους, και να έγινον αίτιοι αγαθών μεγαλητέρων εις την πατρίδα. Ενδοξοτέραν δ' ανέδειξε ταύτην η μεταβολή των πραγμάτων. Διότι ο πόλεμος όστις κατέλυσε της Σπάρτης την επισημότητα, και έπαυσε την επί της γης και της θαλάσσης εξουσίαν αυτής, εξ εκείνης της νυκτός προήλθε, καθ' ήν ο Πελοπίδας, ουχί κυριεύσας φρούριον, ουδέ τείχος, ουδ' ακρόπολιν, αλλ' εις οικίαν μετ' άλλων ένδεκα εισελθών, αν πρέπη διά μεταφοράς να εκφράσωμεν την αλήθειαν, διέλυσε και διέκοψε τους δεσμούς της των Λακεδαιμονίων ηγεμονίας, οίτινες ενομίζοντο άλυτοι πριν και άρρηκτοι.
ΙΔ. Επειδή δ' οι Λακεδαιμόνιοι εισέβαλον μετά μεγάλου στρατού εις την Βοιωτίαν, οι Αθηναίοι, περίφοβοι γενόμενοι, ηρνήθησαν την συμμαχίαν εις τους Θηβαίους, και εκ των βοιωτιαζόντων (380) τινάς μεν εισαγαγόντες εις το δικαστήριον εθανάτωσαν, άλλους δ' εφυγάδευσαν, άλλους δε διά χρημάτων εζημίωσαν, και τα πράγματα των Θηβαίων εφαίνοντο κακώς διακείμενα, διότι ουδείς εβοήθει αυτούς. Έτυχε δε τότε να βοιωταρχή ο Πελοπίδας μετά του Γοργίδου· και σκεφθέντες να συγκρούσωσι πάλιν τους Αθηναίους προς τους Λακεδαιμονίους, τοιούτον τι μηχανώνται. Σφοδρίας, ανήρ Σπαρτιάτης, ευδόκιμος μεν εις τα πολεμικά και λαμπρός, κουφός δ' ολίγον την γνώμην, και κενών ελπίδων και φιλοτιμίας ανοήτου μεστός, εγκατελείφθη περί τας Θεσπιάς μετά δυνάμεως, ίνα δέχηται και βοηθή τους επαναστατούντας εκ των Θηβαίων. Προς τούτον έπεμψε κρυφίως ο Πελοπίδας χρήματα, και λόγους οίτινες μάλλον των χρημάτων τον έπεισαν, ότι πρέπει μεγάλα πράγματα να επιχειρήση, και να καταλάβη τον Πειραιά, επιπεσών απροσδοκήτως κατά των Αθηναίων οίτινες δεν εφυλάττοντο· διότι τίποτε δεν θα ηυχαρίστει τοσούτον τους Λακεδαιμονίους όσον το να κυριεύσωσι τας Αθήνας· οι δε Θηβαίοι, δυσηρεστημένοι όντες κατ' αυτών, και προδότας αυτούς νομίζοντες, δεν θέλουσι τους βοηθήσει. Τέλος λοιπόν, καταπεισθείς ο Σφοδρίας, και τους στρατιώτας αυτού λαβών, εισέβαλε διά νυκτός εις την Αττικήν, και προυχώρησε μέχρι της Ελευσίνος· εκεί δ' εδειλίασαν οι στρατιώται του, και ανακαλυφθείς, ανεχώρησεν εις Θεσπιάς αφ' ού εξήγειρεν ουχί μικρόν ουδ' εύκολον πόλεμον κατά των Σπαρτιατών.
ΙΕ. Έκτοτε πάλιν προθυμότατα οι Αθηναίοι συνεμάχουν μετά των Θηβαίων, και επεδόθησαν εις την θάλασσαν, και περιφερόμενοι εδέχοντο και είλκυον εις εαυτούς εκείνους των Ελλήνων όσοι είχον διαθέσεις αποστατικάς. Οι δε Θηβαίοι ιδίως εν τη Βοιωτία συμπλεκόμενοι μετά των Λακεδαιμονίων, και μάχας συγκροτούντες, ουχί μεν μεγάλας καθ' εαυτάς, αλλά σπουδαίας διότι τοις εχρησίμευον εις μελέτην και άσκησιν, ανερριπίζοντο τας ψυχάς και ενεδυνάμουν τα σώματά των, εμπειρίαν εκ της συνηθείας λαμβάνοντες, και πεποίθησιν εις εαυτούς. Δι' ό και λέγουσιν, ότι ο Σπαρτιάτης Ανταλκίδας, όταν ο Αγησίλαος επανήλθεν εκ της Βοιωτίας τετρωμένος, είπεν εις αυτόν· «Τω όντι καλά δίδακτρα λαμβάνεις παρά των Θηβαίων, διότι, χωρίς να θέλωσι, τοις εδίδαξας την τέχνην του πολέμου και των μαχών.» Ήτον δ' αληθώς διδάσκαλος ουχί ο Αγησίλαος, αλλ' οι εν καιρώ και μετά φρονήσεως ως κυνηγετικούς σκύλους εμπείρως φέροντες αυτούς κατά των εχθρών, και έπειτα, αφ' ού εγεύοντο νίκης και επληρούντο πεποιθήσεως, τους επανέφερον ασφαλώς. Μεταξύ τούτων μεγίστην δόξαν είχεν ο Πελοπίδας· διότι αφ' ότου εξελέξαντο αυτόν πρώτον αρχηγόν των όπλων, δεν έπαυσαν να χειροτονώσιν αυτόν καθ' έκαστον έτος άρχοντα, και εξακολούθησε μέχρι του θανάτου του ή διοικών τον ιερόν λόχον, ή βοιωταρχών. Συνέβησαν δε και περί τας Πλαταιάς και περί τας Θεσπιάς (381) ήτται και φυγαί των Λακεδαιμονίων, όπου και ο Φοιβίδας, ο την Καδμείαν καταλαβών, εφονεύθη. Πολλούς δε τρέψας εις φυγήν και πλησίον της Τανάγρας (382), εφόνευσε και Πανθοίδαν τον αρμοστήν. Αλλ' οι αγώνες ούτοι αναπτερούντες τους νικώντας εις υπερφροσύνην και εις θάρρος, δεν υπεδούλουν όμως εντελώς των νικημένων την γνώμην· διότι δεν ήσαν εκ παρατάξεως, ουδ' εις μάχην έχουσαν καταφανή και κανονικήν την διάταξιν. Αλλ' επετύγχανον εκδράμοντες αιφνιδίως, και φυγάς και διώξεις επιχειρούντες, και ούτω μετ' αυτών συμπλεκόμενοι.
ΙΣΤ. Η δε περί τας Ταγύρας μάχη, ήτις ήτον τρόπον τινά του Λευκτρικού προαγών, ηύξησε μεγάλως την δόξαν του Πελοπίδου, διότι ούτε εις τους συστρατήγους του αφήκε πώς να τω αμφισβητήσωσι το κατόρθωμα, ούτε εις τους εχθρούς πρόφασιν της ήττης τινά. Κατά της πόλεως των Ορχομενίων (383), ήτις είχε κηρυχθή υπέρ των Σπαρτιατών, και δεχθή δύο μόρας (384) αυτών προς ασφάλειαν, έτρεφεν αυτός σχέδια πάντοτε, και παρεφύλαττε τον καιρόν. Όταν δ' ήκουσεν ότι οι φρουροί αυτής εξεστράτευσαν εις την Λοκρίδα (385), ελπίσας να καταλάβη αφρούρητον τον Ορχομενόν, εξεστράτευσεν έχων μεθ' εαυτού τον ιερόν λόχον και ολίγους ιππείς. Επειδή όμως, εις την πόλιν πλησιάσας, εύρεν ότι έφθανεν εκ Σπάρτης φρουρά της πρώτης διάδοχος, ωδήγησε πάλιν οπίσω το στράτευμα διά των Τεγυρών, καθ' ό μέρος και μόνον πέριξ επατείτο ο τόπος παρά την υπώρειαν διότι την μεταξύ χώραν πάσαν καθίστα άβατον ο Μέλας ποταμός, ευθύς από των πηγών του εις βάλτους πλωτάς και εις λίμνας διασπειρόμενος (386). Ολίγον δ' υπό τα έλη υπάρχει ναός του Τεγυραίου Απόλλωνος, και μαντείον προ ολίγου καιρού εγκαταλελειμμένον. Μέχρι των Μηδικών όμως ήκμαζε, και προφήτης αυτού ήτον ο Εχεκράτης. Εδώ μυθολογούσιν ότι εγεννήθη ο Θεός, και το μεν πλησίον όρος Δήλος ονομάζεται, και προς αυτό καταλήγουσιν αι εκβολαί του Μέλανος. Οπίσω δε του ναού αναβρύουσι δυο πηγαί, ύδωρ έχουσαι θαυμαστόν διά την γλυκύτητα, το πλήθος και την ψυχρότητα, και εξ αυτών την μεν ονομάζομεν μέχρι τούδε Φοίνικα, την δε Ελαίαν· όθεν υποτίθεται ότι η Θεά εγέννησεν ουχί μεταξύ δύο δένδρων, αλλά μεταξύ δύο ρείθρων. Διότι και το Πτώον (387) είναι εγγύς, εφ' ού λέγεται ότι αύτη επτοήθη, όταν εφάνη εξαίφνης ο κάπρος. Και τα περί Πύθωνος δε και Τιτυού διηγήματα συνοικειούσιν επίσης τους τόπους μετά της γενέσεως του Θεού. Παραλείπω δε πλείστα άλλα τεκμήρια· διότι η αρχαία παράδοσις δεν κατατάττει τον Θεόν τούτον μετά τον γεννητών μεν δαιμόνων, είτα δ' εκ μεταβολής αθανάτων γενομένων, καθώς τον Ηρακλέα και τον Διόνυσον, οίτινες διά την αρετήν των απώλεσαν την θνητήν και εις πάθη υπείκουσαν φύσιν. Αλλ' είναι είς των αγεννήτων και αϊδίων, αν πρέπει να συμπεραίνωμεν περί των τοιούτων εξ όσων οι φρονιμώτατοι και οι αρχαιότατοι λέγουσιν (388).