Part 14
ΛΔ. Κατόπιν δε των τέκνων και της ακολουθίας αυτών επορεύετο αυτός ο Περσεύς, ιμάτιον ενδεδυμένος χρώματος σκοτεινού, και εμβάδας επιχωρίας μακεδονικάς· εφαίνετο δ' ως υπό του μεγέθους των κακών τεθαμβωμένος και στερηθείς της χρήσεως του λογικού του. Μετά τούτων δ' είπετο χορός φίλων και οικείων αυτού, οίτινες είχον υπό πένθους βεβαρημένα τα πρόσωπα, βλέποντες δ' αδιακόπως προς τον Περσέα, εδάκρυον, ώστε προφανές ήτον εις τους θεατάς ότι διά την τύχην εκείνου έκλαιον, ολίγον φροντίζοντες περί της εδικής των. Ο Περσεύς είχε πριν πέμψει εις το Αιμίλιον, και τον παρεκάλεσε να μη πομπευθή, και ν' αποφύγη τον θρίαμβον. Εκείνος δε την ανανδρίαν αυτού, ως φαίνεται, και την φιλοψυχίαν καταγελών, «Αλλά τούτο, είπε, και πρότερον απ' αυτού εξηρτάτο, και ήδη εξαρτάται εισέτι,» δηλών τον προ της αισχύνης θάνατον, όν δεν υπέμεινεν ο ταλαίπωρος, αλλ' υπ' ελπίδων τινών δελεασθείς, έγινε μέρος των ιδίων αυτού λαφύρων. Μετά ταύτα δ' εκομίζοντο χρυσοί στέφανοι τετρακόσιοι το πλήθος, ούς αι πόλεις έπεμψαν μετά πρεσβειών εις τον Αιμίλιον, ως αριστεία της νίκης του. Έπειτα δ' ηκολούθει αυτός εις άρμα κεκοσμημένον μεγαλοπρεπώς επιβαίνων, ανήρ και άνευ της τοσαύτης εξουσίας αξιοθέατος, πορφύραν φέρων χρυσόστικτον, και δάφνης κλάδον προτείνων εις την δεξιάν του. Εδαφνηφόρει δε και πας ο στρατός, κατά λόχους και τάξεις επόμενος εις το άρμα του στρατηγού, άδων δε οτέ μεν πατρίους τινάς ωδάς, αίτινες είχον και μέρη προς γέλωτα, οτέ δ' επινικίους παιάνας, και επαίνους των κατορθωμάτων του Αιμιλίου, όστις ήτον περίβλεπτος και ζηλωτός υπό πάντων, και ουδενός εστερείτο των αγαθών· εκτός αν υπάρχη δαιμόνιόν τι προσδιωρισμένον ν' αφαιρή μέρος των μεγάλων και υπερόγκων ευτυχιών, και να μιγνύη ούτω τον ανθρώπινον βίον, ώστε ουδείς να έχη αυτόν άκρατον κακών και καθαρόν, αλλά, καθ' Όμηρον, εκείνοι να φαίνωνται μάλιστα ευτυχούντες δι' ούς αι τύχαι των πραγμάτων επ' αμφότερα τρέπονται (351).
ΛΕ. Διότι είχε τέσαρας υιούς, δύο μεν εις άλλας μετατεθέντας συγγενείας, ως ήδη ευρέθη, τον Σκηπίωνα και τον Φάβιον, δύο δε, παίδας έτι την ηλικίαν, ούς έτρεφεν εις την οικίαν του, γεννηθέντος εξ άλλης γυναικός. Εκ τούτων ο μεν ετελεύτησε πέντε ημέρας πριν ή θριαμβεύση ο Αιμίλιος, και ην ετών δεκατεσσάρων· ο δε, δωδεκαετής, απέθανε τρεις ημέρας μετά τον θρίαμβον· ώστε ουδείς έμεινε ρωμαίος μη λυπηθείς αυτόν διά το πάθος, και πάντες έφριξαν διά της τύχης την ωμότητα, ότι δεν εδίστασε τοσούτον πένθος να ρίψη εις οικίαν ζηλευομένην, και χαράς και θυσιών γέμουσαν, και ν' αναμίξη θρήνους και δάκρυα εις παιάνας επινικίους και εις θριάμβους.
ΛΣΤ. Αλλ' ο Αιμίλιος ορθώς φρονών ότι η ανδρία και το θάρρος εισί χρήσιμα εις τους ανθρώπους ουχί μόνον κατά των όπλων και των σαρισσών, αλλ' επίσης προς πάσαν της τύχης αντίστασιν, ούτως ήρμοσε και διέθεσε τον συγκερασμόν των εις αυτόν συμβαινόντων, ώστε εντός των αγαθών ηφανίσθησαν τα κακά, και τα οικεία εντός των δημοσίων, και δεν εταπεινώθη της νίκης το μέγεθος, ουδέ καθυβρίσθη αυτής η αξιοπρέπεια. Και τον μεν πρώτον των υιών του αποθανόντα θάψας, ευθύς εθριάμβευσεν, ως ερρέθη· αφ' ού δε μετά τον θρίαμβον απέθανε και ο δεύτερος, συναγαγών εις εκκλησίαν των Ρωμαίων τον δήμον, είπε λόγους ανδρός μη χρήζοντος παρηγορίας, αλλά παρηγορούντος τους πολίτας θλιβομένους δι' όσα εκείνος υπέφερε. Προς ουδέν ουδέποτε, τοις είπε, δειλιάσας των ανθρωπίνων, εκ των θείων εφοβήθη πάντοτε την τύχην, ως απιστότατον και ποικιλώτατον πράγμα· μάλιστα δε, βλέπων αυτήν ως πνεύμα λαμπρόν να βοηθή πάσας τας πράξεις του εις τούτον τον πόλεμον, περιέμενε μεταβολήν αυτής τινά και παλίρροιαν· «Διότι εις μίαν, είπεν, ημέραν τον Ιόνιον κόλπον από Βρεντεσίου (352) περάσας, έφθασα εις την Κέρκυραν· πέντε δ' ημέρας μετά ταύτα ήμην εις Δελφούς και έθυον εις τον Θεόν, και μετ' άλλας πέντε ημέρας παρέλαβον τον στρατόν εν Μακεδονία, και τελέσας τον συνήθη καθαρμόν αυτού (353), και αρχίσας τας πράξεις, εντός άλλων δεκαπέντε ημερών επέθηκα εις τον πόλεμον το κάλλιστον τέλος. Απιστών δε προς την τύχην, διότι πάντα κατά ρουν εχώρουν, και ουδείς ήτον φόβος και ουδείς κίνδυνος από των εχθρών, προ πάντων κατά τον πλουν εφοβούμην την μεταβολήν της μοίρας, διότι έφερον ευτυχώς τοσούτον στρατόν νικήσαντα, και λάφυρα και βασιλείς αιχμαλώτους. Αλλά και αφ' ού σώος ήλθον προς υμάς, και είδα την πόλιν χαράς γέμουσαν και προθυμίας και θυσιών, πάντοτε υπώπτευον την τύχην, ηξεύρων ότι ουδέν μέγα χαρίζει εις τους ανθρώπους ειλικρινώς και άνευ φθόνου. Η δε ψυχή μου αγωνιώσα, και υπέρ της πόλεως το μέλλον επισκοπούσα, δεν αφήκε τούτον τον φόβον, ειμή αφ' ού τοσαύτη μοι επέπεσε δυστυχία εις τον οίκον, και ηναγκάσθην να θάψω αλλεπαλλήλως, εν ημέραις ιεραίς, υιούς αρίστους, τους μόνους ούς κατέλιπον εις εμαυτόν διαδόχους. Τώρα πλέον είμαι όλως ακίνδυνος, και θάρρος έχω, και νομίζω ότι η τύχη θέλει σας μείνει αβλαβής και βεβαία. Διότι ικανώς ανταπέδωκεν εις εμέ και διά των εμών κακών τα γενόμενα κατορθώματα, τον θριαμβεύοντα ουχ ήττον προφανές παράδειγμα της ανθρωπίνης παραστήσασα ασθενείας παρά τον εν θριάμβω συρόμενον· εκτός ότι ο Περσεύς μεν και νικηθείς έχει τους υιούς του, ο δ' Αιμίλιος, νικήσας, εστερήθη των εδικών του.»
ΛΖ. Τοιούτους ευγενείς και μεγάλους λόγους λέγουσιν ότι επρόφερεν ο Αιμίλιος εις τον δήμον, εξ αληθινού και απλάστου φρονήματος. Ως προς τον Περσέα δεν ει και οικτείρων της τύχης την μεταβολήν, και προθυμηθείς να τον βοηθήση, ουδέν κατώρθωσεν, εκτός του να τον μεταφέρη εκ του καλουμένου κάρκερε παρ' αυτοίς (354) εις τόπον καθαρόν και εις φιλανθρωποτέραν δίαιταν. Εκεί φρουρούμενος, ως μεν οι πλείστοι έγραψαν, απέθανεν εκουσίως εξ ασιτίας. Τινές όμως ιστορούσιν ίδιόν τινα και διάφορον του θανάτου του τρόπον. Λέγουσιν ότι δυσαρεστηθέντες κατά τι και θυμώσαντες κατ' αυτού οι φυλάττοντες αυτόν στρατιώται, επειδή κατ' άλλο δεν εδύναντο να τον ενοχλήσωσι και τον βλάψωσι, του αφήρουν τον ύπνον, και προσέχοντες ακριβώς, τον εμπόδιζον ν' αποκοιμηθή, και διά παντός τρόπου τον διετήρουν έξυπνον, και ούτω βασανισθείς ετελεύτησεν. Απέθανον δε και τα δύο εκ των παιδίων του. Ο δε τρίτος, ο Αλέξανδρος, λέγουσιν ότι έγινεν επιτήδειος εις την τορευτικήν και την λεπτουργικήν, και ότι μαθών τα ρωμαϊκά γράμματα και την διάλεκτον, έγινεν υπογραμματεύς των αρχόντων, και ότι εις την υπηρεσίαν ταύτην έδειξεν ευφυίαν και επιτηδειότητα.
ΛH. Μεταξύ δε των Μακεδονικών κατορθωμάτων του Αιμιλίου προσαναφέρεται η δημοτικωτάτη και τον λαόν μεγάλως ευχαριστήσασα πράξις, ότι τοσαύτα κατετέθησαν υπ' αυτού χρήματα εις το δημόσιον, ώστε δεν εχρειάσθη έκτοτε πλέον να πληρώση φόρον ο δήμος μέχρι των καιρών του Ιρτίου και Πάνσα, οίτινες ήσαν ύπατοι επί του πρώτου πολέμου του Αντωνίου και Καίσαρος. Και εκείνο δε ιδίον είναι και αξιόλογον του Αιμιλίου, ότι εν ώ ηγαπάτο και ετιμάτο διαφερόντως υπό του δήμου, επέμεινεν όμως εις τας αριστοκρατικάς του αρχάς, και ουδ' είπεν ουδ' έπραξε τι χαριζόμενος εις τους πολλούς, αλλά μετά των πρώτων και ισχυροτάτων συνειργάζετο πάντοτε τα της πολιτείας. Τούτο μάλιστα και προσήψε μετά καιρόν ο Άππιος εις τον Αφρικανόν Σκηπίωνα, ότι μέγιστοι όντες ούτοι εις την πόλιν, εζήτουν την τιμητικήν αρχήν (355), ο μεν την βουλήν έχων και τους αρίστους περί αυτόν (διότι αύτη ήτον η πατροπαράδοτος των Αππίων πολιτική), ο δε, μέγας μεν ων αφ' εαυτού, μεγάλως όμως σπουδάζων πάντοτε και να ευχαριστή τον δήμον. Όταν λοιπόν είδε ποτέ ο Αππιος τον Σκηπίωνα να εισέλθη εις την αγοράν, έχων παρά την πλευράν αυτού ανθρώπους αγεννείς και αρχαίους δούλους, ανθρώπους αγοραίους και δυναμένους να συναθροίσωσιν όχλον, και να βιάσωσι πράγματα διά κραυγής και διά σπουδαρχίας, αναβοήσας, «Ω Παύλε, είπεν, Αιμίλιε, στέναξον υπό την γην, βλέπων ότι τον υιόν σου φέρουσιν εις την τιμητίαν ο κήρυξ Αιμίλιος και ο Λικίννιος και ο Φιλόνεικος (356)». Αλλ' ο Σκηπίων απελάμβανε της ευνοίας ταύτης του δήμου, ωφελών μεγάλως αυτόν. Ο δ' Αιμίλιος, καί τοι ων αριστοκρατικός, ηγαπάτο όμως υπό του πλήθους ουχί ολιγώτερον εκείνου όστις δημαγωγικώς εφαίνετο κολακεύων αυτό, και ομιλών ούτως ώστε να τω ευχαριστή. Εδήλωσε δε τούτο και διά του ότι, εκτός των άλλων καλών τον ηξίωσαν και της τιμητίας, ήτις είναι των αρχών η ιερωτάτη, και μεγάλης απολαμβάνουσα δυνάμεως και ως προς τ' άλλα, και ως προς την των βίων εξέτασιν διότι οι τιμηταί έχουσι το δικαίωμα να εκβάλωσι της συγκλήτου τον απρεπώς ζώντα, και να προγράφωσι τον άριστον, και ν' ατιμάζωσι τον ακολασταίνοντα νέον δι' αφαιρέσως του ίππου αυτού. Προσέτι αυτοί επιβλέπουσι των περιουσιών τας εκτιμήσεις, και του πληθυσμού τας απογραφάς. Απεγράφησαν δ' επ' αυτού χιλιάδες ανθρώπων τριακόσιοι τριάκοντα επτά, και τετρακόσιοι πεντήκοντα δύο. Προέγραψε δ' εκ της βουλής τον Μάρκον Αιμίλιον Λέπιδον, τετράκις ήδη καρπούμενον την ανωτάτην ταύτην τιμήν· εξέβαλε δε τρεις συγκλητικούς εκ των μη επισήμων, και εις την των ιππέων εξέτασιν εδείχθη μετριώτατος και αυτός, και ο συνάρχων αυτού Μάρκιος Φίλιππος.
ΛΘ. Αφ' ού δε διευθέτησε τα πλείστα και μέγιστα, ενόσησε νόσον κατ' αρχάς μεν δεινήν, έπειτα δ' ακίνδυνον, αλλά μακράν και δυσθεράπευτον γενομένην. Πεισθείς δ' υπό των ιατρών, έπλευσεν εις την Ελέαν της Ιταλίας, και διέτριβεν εκεί πολύν χρόνον εις παραλίους αγρούς εν μέσω ησυχίας βαθείας. Τότε δ' επόθησαν αυτόν οι Ρωμαίοι, και φωνάς πολλάκις εξέπεμπον εις τα θέατρα, ως ευχόμενοι και ανυπόμονοι όντες να τον ιδώσιν. Επειδή δε τις ιερουργία ετελείτο, και η υγεία αυτού εφαίνετο ικανώς αναλαβούσα, επανήλθεν εις την Ρώμην. Και εκείνην μεν την θυσίαν έθυσε μετά των άλλων ιερέων, εν ώ ο λαός όλος χαίρων τον περιεστοίχιζε. Την δ' επαύριον έθυσε πάλιν ο ίδιος εις τους Θεούς ευχαριστήρια διά την σωτηρίαν του. Ως δ' ετελείωσεν η θυσία, επιστρέψας εις την οικίαν του, και εις την κλίνην ριφθείς, πριν ή αισθανθή και νοήση την μεταβολήν, τω επήλθεν έκστασις και παραφορά των φρενών, και απέθανε την τρίτην ημέραν, ουδενός στερηθείς και πάντων απολαύσας όσα θεωρούνται εις ευδαιμονίαν συντείνοντα· διότι και η περί την εκφοράν αυτού πομπή θαυμασία εγένετο, μετά προθυμίας ήτις εκόσμησε την αρετήν του ανδρός διά των αρίστων και μακαριωτάτων ενταφίων δώρων. Ήσαν δε ταύτα ουχί χρυσός, ουδ' ελέφας, ουδ' η λοιπή πολυτέλεια και επίδειξις της παρασκευής, αλλ' εύνοια, και τιμή, και ευγνωμοσύνη, ου μόνον παρά των πολιτών, αλλά και παρά των εχθρών. Και όσοι κατά τύχην παρήσαν Ίβηρες και Λίγυοι και Μακεδόνες, οι μεν ισχυροί κατά τα σώματα και νέοι, λαβόντες την νεκρικήν κλίνην, την ύψωσαν επί των ώμων των και την έφερον· οι δε πρεσβύτεροι παρηκολούθουν καλούντες τον Αιμίλιον ευεργέτην και σωτήρα των πατρίδων των· διότι ου μόνον κατά τους καιρούς των κατακτήσεών του μετεχειρίσθη πάντας ηπίως και φιλανθρώπως, αλλά και καθ' όλον τον λοιπόν βίον του διετέλεσε πάντοτε ευεργετών αυτούς, και φροντίζων υπέρ αυτών ως υπέρ οικείων και συγγενών. Η δε περιουσία αυτού λέγουσιν ότι μόλις συνεποσούτο εις τριακοσίας εβδομήκοντα χιλιάδας δραχμών, και ότι κληρονόμους αυτής αφήκε τους δύο υιούς του· αλλ' ο νεώτερος Σπηκίων την παρεχώρησεν όλην εις τον αδελφόν του, διότι αυτός είχε δοθή εις οίκον ευπορώτερον, τον του Αφρικανού Σκηπίωνος. Τοιούτος λέγεται ο τρόπος και ο βίος του Παύλου Αιμιλίου.
ΣΥΓΚΡΙΣΙΣ
ΤΙΜΟΛΕΝΤΟΣ
ΚΑΙ
ΑΙΜΙΛΙΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
A. Ταύτα διηγείται η ιστορία, και προφανές είναι ότι δεν έχει πολλάς διαφοράς ουδ' ανομοιότητας η σύγκρισις. Διότι αμφότεροι επολέμησαν προς ενδόξους ανταγωνιστάς, ο μεν προς Μακεδόνας, ο δε προς Καρχηδονίους· και αι νίκαι αυτών υπήρξαν περιβόητοι, διότι ο είς εκυρίευσε την Μακεδονίαν, και έπαυσε την απ' Αντιγόνου διαδοχήν εις τον έβδομον Βασιλέα· ο δε εξήλειψε τας τυραννίδας πάσας εκ Σικελίας, και ηλευθέρωσε την νήσον. Εκτός μόνον αν θελήση τις να προτείνη την ένστασιν, ότι ο μεν Αιμίλιος επολέμησε προς τον Περσέα ακμαίον και νικήσαντα τους Ρωμαίους, ο δε Τιμολέων προς τον Διονύσιον απηυδημένον και κατασυντετριμμένον· και πάλιν υπέρ του Τιμολέοντος ότι πολλούς μεν τυράννους, μεγάλην δε δύναμιν, την των Καρχηδονίων, διά του τυχόντος στρατεύματος ενίκησε, και ουχί, ως ο Αιμίλιος, έχων άνδρας εμπειροπολέμους και μαθόντας να διοικώνται, αλλά διά μισθοφόρων, και ανδρών ατάκτων, και συνειθισμένων να εκστρατεύωσι προς ιδίαν αυτών ευχαρίστησιν. Διότι ίσα κατορθώματα δι' ανίσου δυνάμεως τιμήν προσθέτουσιν εις τον στρατηγόν.
Β. Ήσαν δε και οι δύο καθαροί και δίκαιοι εις την διοίκησιν των πραγμάτων· αλλ' ο μεν Αιμίλιος φαίνεται ότι ήλθεν εξ αρχής αμέσως ούτω παρεσκευασμένος υπό των νόμων της πατρίδος του· ο δε Τιμολέων εμόρφωσεν ούτως αυτός εαυτόν. Τούτου δε τεκμήριον είναι ότι οι μεν Ρωμαίοι κατά τους τότε καιρούς ήσαν όλοι επίσης εύκτατοι, και εις τα έθιμα υποκείμενοι, και τους νόμους σεβόμενοι και τους πολίτας· εκ δε των Ελλήνων ουδείς υπάρχει αρχηγός ή στρατηγός, όστις διοικήσας εν Σικελία δεν διεφθάρη, εκτός μόνου του Δίωνος· αν και αυτόν τον Δίωνα υπώπτευόν τινες ότι της μοναρχίας ωρέγετο, και ωνειροπόλει βασιλείαν τινά λακωνικήν. Ο δε Τίμαιος (357) λέγει ότι και τον Γύλιππον (358) αδόξως και ατίμως απέπεμψαν οι Συρακούσιοι, κατηγορήσαντες αυτόν διά φιλοπλουτίαν και απληστίαν κατά την στρατηγίαν του. Όσα δε παρενόμησαν και ηπίστησαν Φάραξ ο Σπαρτιάτης και Κάλλιππος ο Αθηναίος (359), ελπίσαντες να άρξωσι της Σικελίας, ταύτα υπό πολλών ιστορήθησαν. Αλλά τίνες ήσαν ούτοι, και τίνων πραγμάτων κύριοι, ώστε τοιαύτα να ελπίσωσιν; Ο είς εξ αυτών υπηρέτει τον Διονύσιον διωχθέντα των Συρακουσών, ο δε Κάλλιππος ήτον είς των αρχηγών των ξένων, οίτινες εβοήθουν τον Δίωνα. Αλλ' ο Τιμολέων, στρατηγός αυτοκράτωρ σταλείς εις τους Συρακουσίους κατ' αίτησιν και παράκλησιν αυτών, και οφείλων ουχί να ζητή δύναμιν αλλά να έχη όσην εκείνοι τω έδωκαν οικειοθελώς, ως τέρμα εθεώρησε της στρατηγίας και της αρχής του την κατάλυσιν των παρανόμων αρχόντων. Εκείνο όμως του Αιμιλίου είναι θαυμαστόν, ότι τοσαύτην βασιλείαν καταστρέψας, ουδέ κατά μίαν δραχμήν ηύξησε την περιουσίαν του, ουδ' είδεν, ουδ' ήγγισε τα χρήμματα, καίτοι πολλά εις άλλους δους και χαρίσας. Δεν λέγω δ' ότι ο Τιμολέων είναι αξιόμεμπτος, καλήν οικίαν λαβών και χωρίον διότι αισχρόν δεν είναι το να λάβη τις τοιαύτα, αλλά να μη λάβη είναι καλήτερον, και άκρας αρετής επίδειξις είναι το ν' αρνήται εκείνα, όσα τω είναι επιτετραμμένον να λάβη. Καθώς δε το σώμα δύναται μεν να υποφέρη ή το ψύχος ή την ζέστην, αλλά ρωμαλεώτερον είναι το ανεχόμενον αμφοτέρας ομού τας μεταβολάς, ούτως άκρα είναι της ψυχής η ευρωστία και η ισχύς, όταν ούτε αι ευτυχίαι την εξογκώσιν εις ύβριν και υπεροψίαν, ούτε αι συμφοραί την ταπεινώσι. Διά τούτο φαίνεται τελειότερος ο Αιμίλιος, όστις επί της καταδρομής της τύχης και κατά το μέγα πάθημα του θανάτου των υιών αυτού ουδέ μικρότερος ουδ' ήττον αξιοπρεπής εφάνη παρά επί των ευτυχημάτων του. Ο δε Τιμολέων, μετά την γενναίαν του πράξιν κατά του αδελφού του, δεν αντέσχε διά της φρονήσεως προς την συμφοράν, αλλ' υπό μετανοίας και λύπης ταπεινωθείς, επί είκοσι έτη δεν υπέμεινε να ιδή το βήμα και την αγοράν (360). Πρέπει δε τα αισχρά ν' αποφεύγη τις, και δι' αυτά να αισχύνηται· το δε να φοβήται πάσαν αδοξίαν είναι ίδιον ήθους ημέρου μεν και απλού, αλλά μη έχοντος μέγεθος.
ΠΕΛΟΠΙΔΑΣ
Α. Κάτων ο πρεσβύτερος, πρός τινας επαινούντας άνθρωπον ασυλλογίστως παράφορον και τολμηρόν εις τον πόλεμον, είπεν ότι διαφέρει το να νομίζη τις την αρετήν πολλού λόγου αξίαν του να θεωρή μικρού λόγου αξίαν την ζωήν. Και ορθώς έλεγε ταύτα. Εις το στρατόπεδον του Αντιγόνου υπήρχε ριψοκίνδυνός τις στρατιώτης, αλλά καχεκτικός και ασθενής το σώμα. Ερωτηθείς δ' υπό του βασιλέως περί της αιτίας της ωχρότητος αυτού, ωμολόγησεν ότι είχε νόσον τινά εκ των αποκρύφων. Φιλοτιμηθείς λοιπόν ο βασιλεύς, διέταξεν εις τους ιατρούς, αν υπήρχε τις βοήθεια, να τω δαψιλεύσωσι πάσαν επιμέλειαν. Ούτω θεραπευθείς ο γενναίος εκείνος, έπαυσε να είναι φιλοκίνδυνος και ορμητικός εις τους αγώνας, ώστε και ο Αντίγονος τον επέπληττε διά τούτο, και εθαύμαζε διά την μεταβολήν. Ο δ' άνθρωπος δεν έκρυψε το αίτιον, αλλ' είπεν «Ω βασιλεύ, συ μ' έκαμες ατολμότερον, απαλλάξας με των κακών εκείνων, δι' ά μοι ην η ζωή αδιάφορος.» Προς τούτο συμφώνως φαίνεται ότι είπε και Συβαρίτης τις ανήρ (361) περί των Σπαρτιατών, ότι μέγα πράγμα δεν κάμνουσι ζητούντες τον θάνατον εις τους πολέμους, διά ν' αποφεύγωσι τοσούτους κόπους και τοιαύτην δίαιταν. Αλλ' εις μεν τους Συβαρίτας, οίτινες ήσαν εξηντλημένοι εκ μαλθακότητος και τρυφής, φυσικόν ήτον να φαίνωνται ως τον βίον μισούντες όσοι εξ ορμής προς το καλόν και εκ φιλοτιμίας δεν εφοβούντο τον θάνατον. Εις δε τους Λακεδαιμονίους η αρετή εδίδασκε και να ζώσι και ν' αποθνήσκωσιν ευχαρίστως, ως δηλοί το επικήδειον τούτο επίγραμμα·
«Έθνηξαν, όχι καλόν θεωρούντας το ζην ή το θνήσκειν, αλλά καλόν το καλώς πράττειν αμφότερ' αυτά.»
Διότι ούτε το ν' αποφεύγη τις τον θάνατον είναι μεμπτόν, αν ορέγεται του βίου ουχί αισχρώς, ούτε το να υπομένη αυτόν είναι καλόν, αν τούτο γίνηται εξ αηδίας προς την ζωήν. Διά τούτο ο Όμηρος τους θαρραλεωτάτους και μαχιμωτάτους άνδρας εξάγει πάντοτε προς τας μάχας καλώς και καταλλήλως ωπλισμένους· οι δε των Ελλήνων νομοθέται τιμωρούσι τον ρίψασπιν, ουχί τον ρίπτοντα το ξίφος ή την λόγχην του, διδάσκοντες ότι έκαστος πρέπει να φροντίζη μάλλον να μη πάθη παρά να κακοποιήση τους εχθρούς, και μάλιστα οι άρχοντες πόλεως ή στρατεύματος.
Β. Διότι αν, ως ο Ιφικράτης (362) διήρει, οι μεν ψιλοί ομοιάζωσι τας χείρας, το δ' ιππικόν τους πόδας, αύτη δ' η φάλαγξ το στήθος και τον θώρακα, και ο στρατηγός την κεφαλήν, ο ριψοκινδυνεύων και αυθαδώς τολμών δεν φαίνεται εαυτού μόνον παραμελών, αλλ' όλων όσων η σωτηρία απ' αυτού εξαρτάται, και τουναντίον. Όθεν ο Καλλικρατίδας (363), ει και μέγας ων κατά τ' άλλα, δεν απεκρίθη όμως καλώς προς τον μάντιν. Ότε ούτος τον παρεκάλει να φυλαχθή από του θανάτου, όν τα ιερά τω ανήγγελλον, εκείνος απήντησεν ότι η Σπάρτη δεν κατεστρέφετο παρά ένα. Είς τω όντι ήτον ο Καλλικρατίδας μαχόμενος, και πλέων, και πολεμών, αλλά στρατηγών, περιελάμβανεν εν εαυτώ όλην την δύναμιν, ώστε δεν ήτον είς, εκείνος μεθ' ού τοσαύτα εδύναντο να συναπολεσθώσι. Καλήτερα δ' ωμίλησεν ο γέρων Αντίγονος (364), όταν έμελλε να ναυμαχήση περί την Ανδρον. Τότε είς τινα όστις τω είπεν ότι πολύ περισσότερα ήσαν τα πλοία των εχθρών, «Εμέ δε, απεκρίθη, προς πόσα με υπολογίζεις;» μέγα λέγων το αξίωμα της αρχής, ως και είναι, όταν βοηθήται υπ' εμπειρίας και αρετής. Ταύτης δε πρώτον έργον είναι σώζη τον σώζοντα όλους τους άλλους. Διά τούτο καλώς ο Τιμόθεος, όταν ο Χάρης (365) επεδείκνυέ ποτε εις τους Αθηναίους πληγάς τινάς εις το σώμα του, και την ασπίδα του διά λόγχης τετρυπημένην! «Εγώ δε, είπε, πόσον ησχύνθην όταν κατά την πολιορκίαν της Σάμου έπεσε βέλος πλησίον μου, διότι παιδαριωδέστερον εφέρθην αφ' ό,τι έπρεπεν εις στρατηγόν και αρχηγόν τοσαύτης δυνάμεως.» Διότι όπου εις την κρίσιν της μάχης μεγάλως συντελεί του στρατηγού ο κίνδυνος, εκεί πρέπει αφειδώς να προσφέρει την χείρα του και το σώμα του, αφήνων να λέγωσιν οι διισχυριζόμενοι ότι πρέπει ο καλός στρατηγός κυρίως μεν διά γήρας, ειδέ μη, γέρων ν' αποθνήσκη. Όπου όμως μικρόν περιμένεται αποτέλεσμα εκ του κατορθώματος, απόλλυται δε το παν αν αποτύχη ο στρατηγός, ουδείς απαιτεί παρά του στρατηγού πράξιν στρατιώτου πραττομένην διά κινδύνου. Ταύτα είχον αφορμήν να προοιμιάσω, γράφων του Πελοπίδου τον βίον και τον του Μαρκέλλου, μεγάλων ανδρών, οίτινες έπεσαν παραλόγως. Διότι μαχιμώτατοι και ανδρειότατοι αμφότεροι χρηματίσαντες, και κοσμήσαντες τας πατρίδας των διά λαμπροτάτων στρατηγιών, έπειτα δε, ισχυροτάτους έχοντες ανταγωνιστάς, και ο μεν πρώτος, ως λέγεται, τρέψας εις φυγήν τον Αννίβαν, όστις ήτον αήττητος, ο δε τους Λακεδαιμονίους, άρχοντας της γης και θαλάσσης, νικήσας εκ παρατάξεως, δεν εφείσθησαν όμως εαυτών, και ασυλλογίστως εθυσίασαν την ζωήν των, όταν μάλιστα οι καιροί απήτουν τοιούτοι άνδρες, σωζόμενοι να άρχωσι. Διά τούτα ημείς, εις την ομοιότητα αυτών αφορώντες, εγράψαμεν παραλλήλους τους βίους αυτών.
Γ. Ο Πελοπίδας, υιός του Ιππόκλου, ήτον, ως και ο Επαμινώνδας, εξ επισήμου γένους των Θηβών. Τραφείς δ' εις πλούτον μέγαν, και παραλαβών, έτι νέος, λαμπρόν οίκον, ήρχισε βοηθών τους βοηθείας αξίους εκ των ενδεών, όπως φαίνηται αληθώς κύριος των χρημάτων και ουχί δούλος. Διότι οι πλείστοι, ως λέγει ο Αριστοτέλης, ή δεν μεταχειρίζονται τον πλούτον εκ φιλαργυρίας, ή καταχρώνται αυτόν εξ ασωτίας, και διάγουσι διηνεκείς δούλοι, ούτοι μεν των ηδονών, εκείνοι δε των ενασχολήσεων. Και οι μεν άλλοι, ευγνωμονούντες εις τον Πελοπίδαν, ωφελούντο εκ της προς αυτούς ελευθεριότητος και φιλανθρωπίας· μόνον δ' εκ των φίλων του τον Επαμινώνδαν δεν έπειθε να λαμβάνη του πλούτου του μέρους, εξ εναντίας δε μετείχεν αυτός της πενίας εκείνου διά της αφελείας των ενδυμάτων του, της λιτότητος της τραπέζης του, άοκνος ων εις τους κόπους, και εις τας εκστρατείας επιδεικνύων απλότητα, καθώς του Ευριπίδου ο Καπανεύς (366)
«..όστις βίον είχε μεν πολύν ολίγον επί πλούτω πλην εκόμπαζεν,»
αισχυνόμενος αν εφαίνετο περισσότερα εις το σώμα του δαπανών παρά ό τα ελάχιστα κεκτημένος Θηβαίος. Και ο μεν Επαμινώνδας, πατρικήν σύντροφον έχων την πενίαν, έτι ελαφροτέραν και ολιγώτερον οχληράν την κατέστησε διά της φιλοσοφίας, και απλούν και μονότροπον βίον απ' αρχής παραδεχθείς. Ο δε Πελοπίδας συνήλθεν εις γάμον λαμπρόν, απέκτησε δε και παίδας, και όμως μη φροντίζων να κερδαίνη αφιερών, δ' όλον του τον καιρόν εις την υπηρεσίαν της πόλεως, ηλάττωσε την περιουσίαν του. Όταν δ' οι φίλοι του τον ενουθέτουν, και τω έλεγον ότι παραμελεί πράγμα αναγκαίον, το να έχη χρήματα, «Αναγκαίον, μα τον Δία, είπεν, εις τον Νικόδημον (367) τούτον», δείξας χωλόν τινα και τυφλόν.
Δ. Ήσαν δε και προς πάσαν αρετήν προσφυείς ομοίως, πλην ότι ο μεν Πελοπίδας επροτίμα να γυμνάζηται, ο δ' Επαμινώνδας να μανθάνη· και όταν εσχόλαζον, ο μεν διέτριβεν εις παλαίστρας και κυνηγέσια, ο δε ακούων τι και φιλοσοφών. Είχον δ' αμφότεροι πολλά και καλά εις δόξαν συντείνοντα. Οι δε νουν έχοντες ουδέν νομίζουσι μεγαλήτερον του ότι διά τοσούτων αγώνων και στρατηγιών και πολιτικών ενεργειών, διετήρησαν απ' αρχής μέχρι τέλους απρόσβλητον την προς αλλήλους εύνοιαν και φιλίαν. Διότι, άν τις αποβλέψας εις την πολιτικήν διαγωγήν του Αριστείδου, του Θεμιστοκλέους, του Κίμωνος, του Περικλέους, του Νικίου, του Αλκιβιάδου, πόσων ήτον μεστή ερίδων και φθόνων και ζηλοτυπιών προς αλλήλους, και παρατηρήση πάλιν την του Πελοπίδου προς τον Επαμινώνδαν ευμένειαν και τιμήν, τούτους πολύ ορθότερον και δικαιότερον θα ονομάση συνάρχοντας και συστρατήγους, παρά εκείνους, οίτινες διετέλεσαν αγωνιζόμενοι πώς να υπερισχύσωσι κατ' αλλήλων μάλλον, παρά κατά των εχθρών. Αιτία δ' αληθινή μεν ήτον η αρετή, ής ένεκα δεν εθήρευον από των πράξεων αυτών πλούτον ή δόξαν, τας πηγάς ταύτας του δεινού και φιλέριδος φθόνου, αλλ' ηράσθησαν αμφότεροι εξ αρχής έρωτα θείον, του να ιδώσι την πατρίδα των μεγίστην γινομένην και λαμπροτάτην διά της ενεργείας αυτών, και προς τούτο ως ίδια εαυτού μετεχειρίζετε έκαστος τα του άλλου κατορθώματα. Οι πλείστοι όμως νομίζουσιν ότι η σφοδρά προς αλλήλους φιλία εγεννήθη από της εν Μαντινεία εκστρατείας, όταν συνεξεστράτευσαν μετά των Λακεδαιμονίων, εις ούς, φίλους έτι όντας και συμμάχους, είχον πέμψει οι Θηβαίοι βοήθειαν. Διότι τεταγμένοι μετ' αλλήλων εις τους οπλίτας, και μαχόμενοι κατά των Αρκάδων, όταν ενέδωκε το προς αυτούς κέρας των Λακεδαιμονίων, και οι πλείστοι ετράπησαν εις φυγήν, αυτοί συνασπισθέντες απέκρουον τους εφορμώντας· και ο μεν Πελοπίδας, επτά τραύματα λαβών κατά στήθος, έπεσεν επί πολλών νεκρών φίλων ομού και εχθρών. Ο δ' Επαμινώνδας, ει και νομίζων ότι δεν είχε πλέον αυτός ζωήν, προέβη και εστάθη εμπρός του σώματος και των όπλων του, και εκινδύνευσε πολεμών μόνος πολλούς, προτιμών ν' αποθάνη παρά ν' αφήση κείμενον τον Πελοπίδαν εκεί· Εν ώ δε ήδη και αυτός κακώς διέκειτο, και είχε πληγήν μεν λόγχης εις το στήθος, ξίφους δ' εις τον βραχίονα, έφθασε βοηθών από του ετέρου κέρως ο Αγησίπολις, ο βασιλεύς των Σπαρτιατών, και έσωσεν ανελπίστως αυτός αμφοτέρους.