Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 13

Chapter 1319 wordsPublic domain

KB. Και κρίσιν μεν έλαβε ταχυτάτην ο μέγιστος ούτος αγών διότι αρχήσαντες την εννάτην (334) ώραν να πολεμώσιν, ενίκησαν προ της δεκάτης. Το δ' επίλοιποι της ημέρας μετεχειρίσθησαν εις την δίωξιν, και διώξαντες τους φυγάδας μέχρι σταδίων εκατόν είκοσι, μόλις αφ' ού εντελώς ενύχτωσεν εστράφησαν οπίσω. Και τους μεν άλλους οι θεράποντες μετά λαμπάδων προϋπαντώντες, μετά χαράς και βοής τους έφερον εις τας σκηνάς, καταφώτους και κεκοσμημένας διά στεφάνων κισσού και δάφνης. Τον στρατηγόν δε τον ίδιον μέγα πένθος κατείχε· διότι εκ των δύο υιών του οίτινες συνεξεστράτευον μετ' αυτού, ο νεώτερος ουδαμού εφαίνετο, εκείνος όν ηγάπα περισσότερον, και όν έβλεπεν εκ φύσεως μάλλον των αδελφών του κλίνοντα προς την αρετήν. Επειδή δ' ήτον γενναίος την ψυχήν και φιλότιμος, και αντίπαις εις την ηλικίαν (335) εφρόνει ότι εχάθη εντελώς, εξ απειρίας αναμιχθείς κατά την μάχην μετά των εχθρών. Αλλ' άμα το στράτευμα όλον ήκουσε περί της ανησυχίας αυτού και της θλίψεως, αφήνοντες το δείπνον, ανεπήδων και έτρεχον μετά λαμπάδων, πολλοί μεν εις την σκηνήν του Αιμιλίου, πολλοί δ' εμπρός του χαρακώματος, ζητούντες αυτόν μεταξύ των πρώτων νεκρών. Κατήφεια δε κατείχε το στρατόπεδον, και κραυγή ηκούετο εις παν το πεδίον, ως εκάλουν τον Σκηπίωνα· διότι όλοι τον εθαύμαζον ευθύς εξ αρχής, βλέποντες το ήθος του, ως ουδενός άλλου των συγγενών του, πάσας έχον τας αρετάς του στρατηγού και του πολιτικού ανδρός· Εξώρας δε, αφ' ού πάντες σχεδόν είχον απελπισθή περί αυτού, επανήλθεν εκ της διώξεως, μετά δύο ή τριών φίλων του, πλήρης αίματος και φόνου των πολεμίων, ως σκύλαξ γενναίος υφ' ηδονής της νίκης ακρατήτως παρασυρθείς. Ούτος είναι ο Σκηπίων, όστις μετά ταύτα κατέσκαψε την Καρχηδόνα και Νομαντίαν, και πολύ επρώτευσε των Ρωμαίων, και μεγάλην έλαβε δύναμιν. Εις τον Αιμίλιον λοιπόν, αναβαλούσα η τύχη δι' άλλον καιρόν τον φθόνον αυτής διά το τότε κατόρθωμα, απέδωκε τότε εντελή της νίκης την ηδονήν.

ΚΓ. Ο δε Περσεύς φυγών, ανεχώρησεν εκ Πύδνας εις Πέλλαν μετά των ιππέων, οίτινες σχεδόν πάντες εσώθησαν από της μάχης. Επειδή δε, προφθάνοντες οι πεζοί τους ιππείς, και λοιδορούντες αυτούς ως ανάνδρους και προδότας, τους έρριπτον κάτω των ίππων των και τους εκτύπων, φοβηθείς τον θόρυβον, έστρεψε τον ίππον του εκτός της οδού, και διά να μη διακριθή, αποδυθείς την πορφύραν του, την έθεσεν εμπρός του, και το διάδημά του εκράτει εις τας χείρας του. Συνδιαλεγόμενος δε μετά των φίλων του εν ώ εβάδιζε, κατέβη και έσυρε τον ίππον του· αλλ' εξ αυτών, άλλος μεν προσποιούμενος ότι δένει το υπόδημά του λυθέν, άλλος ότι ποτίζει τον ίππον του, άλλος ότι θέλει να πίη, έμενον κατ' ολίγον οπίσω και απεδίδρασκον, μη φοβούμενοι τοσούτον τους εχθρούς, όσον εκείνου την αγριότητα· Διότι υπό των κακών τεταραγμένος, εζήτει ν' αποκυλίση αφ' εαυτού εις πάντα άλλον την αιτίαν της ήττης. Την δε νύκτα, όταν εισήλθεν εις την Πέλλαν, ο Εύκτος και ο Εύδαιος, οι νομισματοφύλακες αυτού, ελθόντες εις προϋπάντησίν του, τον ήλεγχον διά τα γενόμενα, και μετ' ακαίρου παρρησίας τω ωμίλουν και τον εσυμβούλευον. Εκείνος δ' οργισθείς, τους εκτύπησεν ο ίδιος διά του ξιφιδίου του και τους εφόνευσε. Τότε ουδείς πλέον έμεινε πλησίον του, παρεκτός Ευάνδρου του Κρητός και Αρχιδάμου του Αιτωλού, και του Βοιωτού Νέωνος. Εκ δε των στρατιωτών τον ηκολούθησαν οι Κρήτες, ουχί εξ αγάπης, αλλά διά τα χρήματα προσκολλώμενοι εις αυτόν, ως εις το κηρίον αι μέλισσαι. Διότι έφερε πάμπολλα μεθ' εαυτού, και αφήκεν εξ αυτών ν' αρπάσωσιν οι Κρήτες εκπώματα και κρατήρας, και τ' άλλα αργυρά και χρυσά σκεύη, ως τριάκοντα ταλάντων αξίας. Φθάσας δ' εις Αμφίπολιν πρώτον, έπειτα δ' εκείθεν εις Γαληψόν, και αφ' ού ολίγον επραΰνθη ο φόβος του, επανήλθε πάλιν εις το έμφυτον και πρεσβύτατον των νοσημάτων αυτού, την μικρολογίαν, και ωδύρετο προς τους φίλους του ότι, εξ αγνοίας εσκόρπησεν εις τους Κρήτας τινά εκ των χρυσωμάτων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, και παρεκάλει τους έχοντας αυτά, μεθ' ικεσιών και δακρύων, να τ' ανταλλάξωσι προς νόμισμα. Και όσοι μεν καλώς τον εγνώριζον, ενόησαν ότι εκρήτιζε προς Κρήτας (336). Εκείνοι δε πεισθέντες, και δόντες τα χρυσώματα, εστερήθησαν της τιμής των, διότι δεν τοις έδωκε το αργύριον, αλλά τριάκοντα τάλαντα κερδήσας από των φίλων του, άτινα έμελλον μετ' ολίγον να λάβωσι οι εχθροί, έπλευσε μετ' αυτών εις την Σαμοθράκην, και κατέφυγεν ως ικέτης εις τους Διοσκούρους (337)

ΚΑ. Και πάντοτε μεν λέγονται φίλοι των βασιλέων οι Μακεδόνες. Τότε δε, ως αν είχε θραυσθή ο στύλος, έπεσαν πάντες ομού, και παραδοθέντες εις τον Αιμίλιον, εντός δύο ημερών τον κατέστησαν κύριον όλης της Μακεδονίας. Και τούτο φαίνεται δικαιολογούν τους λέγοντας ότι πόσαι αι πράξεις εκείναι εγένοντο δι' ευνοίας της τύχης. Προσέτι δε και η κατά την θυσίαν σύμπτωσις ήτον εκ Θεού και αυτή· διότι εν ώ ο Αιμίλιος εθυσίαζεν εν Αμφιπόλει, και το θύμα είχε σφαγή, κεραυνός ενσκήψας εις τον βωμόν, έβαλε πυρ, και ηγίασε την ιερουργίαν. Αλλ' έτι μάλλον αποδεικνύουσι την εύνοιαν των θεών και της τύχης τ' αφορώντα την φήμην^ διότι τετάρτη ήτον ημέρα αφ' ότου ενικήθη ο Περσεύς περί την Πύδναν, όταν ο δήμος εν Ρώμη εκάθητο εις ιππικών αγώνων θεωρίαν. Αίφνης διεδόθη λόγος εις το πρώτον του θεάτρου μέρος, ότι ο Αιμίλιος εις μεγάλην μάχην νικήσας τον Περσέα κατέστρεψε πάσαν την Μακεδονίαν. Ταχέως δε διεσπάρη η φήμη εις όλον το πλήθος, και χαρά εξέλαμψε μετά κρότου και βοής, δι' όλης της ημέρας εκείνης κατασχούσα την πόλιν. Έπειτα όμως, επειδή ο λόγος δεν εδύνατο ν' αναχθή εις αρχήν βεβαίαν, αλλ' εις όλους εν γένει εφαίνετο πλανώμενος, τότε μεν διεσκεδάσθη και εξέλιπεν η φήμη. Ολίγας δ' ημέρας μετά ταύτα, μαθόντες σαφώς, εθαύμαζον πώς η αγγελία προέδραμε, και πώς το ψεύδος περιείχε την αλήθειαν.

ΚΕ. Λέγεται δ' ότι και της επί του Σάγρα ποταμού μάχης των Ιταλιωτών (338) έγινεν αυθημερόν λόγος εν Πελοποννήσω, και εις τας Πλαταιάς της εν Μυκάλη κατά των Μήδων (339). Την δε νίκην ήν ενίκησαν οι Ρωμαίοι κατά των Ταρκυνίων, επιστρατευσάντων μετά Λατίνων, εφάνησαν ολίγον μετά ταύτα δύο καλοί και μεγάλοι άνδρες, ελθόντες οι ίδιοι από του στρατοπέδου να την αναγγείλωσι, και εξελείφθη ότι ήσαν οι Διόσκουροι ούτοι. Ο δε πρώτος όστις τους απήντησεν εις την αγοράν εμπρός της κρήνης να δροσίζωσι τους ίππους των, καταβρόχους από πολλού ιδρώτος, εθαύμαζε τον περί της νίκης λόγον αυτών. Εκείνοι δε λέγεται ότι έψαυσαν το γένειον αυτού διά των χειρών των ελαφρώς μειδιώντες, και αι τρίχες του ευθύς, μέλαιναι ούσαι, μετεβλήθησαν εις πυρράς. Τούτο δ' έδωκε πίστιν εις λόγον αυτών, εις δε τον άνδρα την επίκλησιν Αινόβαρβος, όπερ εστί χαλκοπώγων. Όλα δε ταύτα κατέστησαν αξιόπιστα το εφ' ημών γενόμενον. Όταν ο Αντώνιος απεστάτησε του Δομετιανού, και πολύς πόλεμος εκ Γερμανίας περιεμένετο, και η Ρώμη ήτον εν ταραχή, αιφνιδίως και αυτομάτως ο δήμος αφ' εαυτού φήμην διέδωκε νίκης, και την Ρώμην επέδραμε λόγος ότι εφονεύθη ο Αντώνιος, ότι ηττήθη το υπ' αυτόν στράτευμα, και ότι ουδέν μέρος αυτού έμεινε. Τόσον δ' εντελώς και γενικώς επιστεύθη η φήμη αύτη, ώστε και θυσίας προσέφερον πολλοί των εν ταις αρχαίς. Ότε δ' εζήτησαν τις ήτον όστις πρώτος το είπε, και ουδείς ευρίσκετο, και ο λόγος, απ' άλλου εις άλλον κυνηγούμενος έφευγε, και τέλος βυθισθείς, ως εις πέλαγος αχανές εις τον άπειρον όχλον, εφάνη ότι ουδεμίαν είχε βεβαίαν αρχήν, αυτή μεν η φήμη διελύθη εκ της πόλεως ταχέως. Επορεύετο δ' ο Δομετιανός, μετά της δυνάμεως εις τον πόλεμον, και καθ' οδόν τον απήντησεν αγγελία και γράμματα λέγοντα εις αυτόν την νίκην. Ήτον δ' η ιδία ημέρα του κατορθώματος και της φήμης, εν ώ οι τόποι απείχον υπέρ τας είκοσι χιλιάδας σταδίων (340). Ταύτα ουδείς των εφ' ημών αγνοεί.

ΚΣΤ. Ο δε Γναίος Οκτάβιος, ο ναύαρχος του Αιμιλίου, προσορμισθείς εις την Σαμοθράκην, ασυλίαν μεν έδωκεν εις τον Περσέα ένεκα των Θεών (341), τον εκώλυε δε να εκπλεύση και να φύγη. Κατώρθωσεν όμως ο Περσεύς κρυφίως αυτού να πείση Ορυάνδην τινά, Κρήτα, λέμβον έχοντα, να παραλάβη αυτόν μετά των χρημάτων του. Εκείνος όμως, κρητισμόν μεταχειρισθείς, τα μεν χρήματα έλαβε το εσπέρας, μηνύσας δ' εκείνον να έλθη την νύχτα εις τον λιμένα πλησίον του Δημητρείου (342) μετά των τέκνων και των αναγκαίων υπηρετών του, ευθύς αφ' εσπέρας απέπλευσεν. Ο δε Περσεύς οικτρά μεν έπασχε, και διά στενού παραθύρου παρά το τείχος κατέβη διά σχοινίου αυτός και τα παιδία και η γυνή του, μη έχοντες έως τότε πείραν πόνων και πλάνης. Οικτρότατον δε στεναγμόν αφήκεν όταν εν ώ επλανάτο παρά τον αιγιαλόν, ιδών τις τω έδειξε τον Οροάνδην όστις έτρεχεν εις το πέλαγος ήδη· διότι υπέλαμπεν η ημέρα, ώστε πάσαν απολέσας ελπίδα, επέστρεφε φεύγων προς το τείχος· και ενοήθη μεν, επρόλαβεν όμως τους Ρωμαίους μετά της γυναικός του. Τα δε παιδία του λαβών, τα ενεχείρισεν ο ίδιος εις τον Ίωνα, όστις ήτον ποτέ ερωμένος του Περσέως, τότε δε προδότης γενόμενος, έγινεν αιτία ν' αναγκασθή ο άνθρωπος, ως θηρίον όταν συλλαμβάνωνται τα παιδία του, να παραδώση το σώμα του εις τας χείρας εκείνων αίτινες είχον αυτά εις την εξουσίαν των. Είχε δε περισσοτέραν εμπιστοσύνην εις τον Νασικάν, και εκείνον εκάλει· επειδή δ' εκείνος δεν ήτον παρών, κλαύσας την τύχην του, και την ανάγκην ιδών, παρεδόθη εις την διάκρισιν του Γναίου, τότε μάλιστα φανερώς αποδείξας ότι υπήρχε ότι εν αυτώ κακόν αγενέστερον της φιλαργυρίας, η φιλοψυχία, δι' ής εστερήθη του μόνου ό η τύχη δεν αφαιρεί από των δυστυχησάντων, την συμπάθειαν. Διότι παρεκάλεσε να τον φέρωσι προς τον Αιμίλιον, όστις αναστάς τον προϋπάντησε μετά των φίλων του δακρύων, ως άνδρα μέγαν, πεσόντα πτώσιν υπό των Θεών επιβληθείσαν και δυστυχή. Εκείνος δε, αίσχιστον θέαμα! πεσών κατά γης, και τα γόνατα αυτού εναγκαλισθείς, εξέπεμψε φωνάς αγενείς, και δεήσεις άς δεν υπέμεινεν ουδ' ήκουσεν ο Αιμίλιος, αλλά προσβλέψας αυτόν μετά προσώπου αλγούντος και λελυπημένου· «Τι, ω ταλαίπωρε, τω είπε ταύτα πράττων, αφαιρείς από της τύχης το μέγιστον των προς σε εγκλημάτων της, και φαίνεσαι ότι πάσχεις ουχί παρ' αξίαν, και ότι ανάξιος είσαι ουχί ταύτης, αλλά της αρχαίας σου τύχης; Διατί δε ταπεινοίς και την νίκην μου, και το κατώρθωμά μου κάμνεις μικρόν, δεικνύων σεαυτόν ούτε γενναίον ούτε άξιον των Ρωμαίων ανταγωνιστήν;» Των δυστυχούντων η αρετή απαιτεί σεβασμού φόρον και παρά των πολεμίων. Η δειλεία δε, και όταν ευημερή, θεωρείται ατιμοτάτη παρά τοις Ρωμαίοις.

ΚΖ. Ουχ ήττον όμως αναστήσας και εκ της δεξιάς λαμβάνων αυτόν, τον παρέδωκεν εις τον Τουβέρωνα. Έπειτα δε τους υιούς και τους γαμβρούς του και των άλλων αξιωματικών τους νεωτάτους καλέσας εντός της σκηνής, πολύν καιρόν έμεινεν εν σιωπή και σκέψει καθήμενος, ώστε όλοι εθαύμαζον. Αρξάμενος δε περί της τύχης να ομιλή και περί των ανθρωπίνων πραγμάτων· «Άραγε, είπεν, άξιον είναι να κομπάζη ο άνθρωπος και να μεγαλοφρονή διά τας επιτυχίας του, όταν κατέστρεψεν έθνος ή πόλιν ή βασιλείαν; ή μάλλον την μεταβολήν ταύτην να διανοήται της τύχης, ήτις παράδειγμα προτάτουσα εις τους πολεμούντας, διδάσκει αυτούς ότι ουδέν είναι μόνιμον και βέβαιον; Τις καιρός δύναται θάρρος να εμπνεύση εις τους ανθρώπους, όταν η επί των άλλων νίκη, αυτή προ πάντων τοις δίδει αφορμήν να φοβώνται την τύχην, και εις τον χαίροντα επιφέρει αθυμίαν τοσαύτην ο αναλογισμός της ειμαρμένης ήτις περιστρέφεται και άλλοτε άλλους ευνοεί. Ή, όταν υπό τους πόδας ημών επατήσαμεν εντός ουδέ μιας ώρας πεσούσαν του Αλεξάνδρου την διαδοχήν, όστις εις υπερτάτην υψώθη δύναμιν και μέγιστον είχε κράτος, και όταν τους μέχρις εσχάτων διά τοσούτων μυριάδων πεζών και χιλιάδων ιππέων δοριφορουμένους βασιλείς βλέπωμεν εξ εχθρικών χειρών εφήμερον τροφήν και ποτόν λαμβάνοντας, νομίζετε ότι τα καθ' ημάς έχουσι διαρκή τινα βεβαιότητα περιεχομένου του χρόνου; Καταστείλατε σεις οι νέοι την ματαίαν υπεροψίαν και το γαυρίαμα της νίκης, και ταπεινοί κλίνατε την κεφαλήν, εις το μέλλον αποβλέποντες πάντοτε μετά προσδοκίας του τέλους, ότε ο Θεός θέλει ρίψει εφ' ημών την νέμεσιν της παρούσης ευημερίας.» Toιαύτα πολλά λέγουσιν ότι είπεν ο Αιμίλιος, και απέπεμψε τους νέους, καλώς, ως διά χαλινού, διά του αναχαιτίζοντος λόγου κολάσας το καύχημα αυτών και την ύβριν.

ΚΗ. Μετά δε τούτο έτρεψε τον μεν στρατόν εις ανάπαυσιν, αυτός δ' απήλθε ν' επισκεφθή την Ελλάδα, διατριβήν ποιούμενος ένδοξον ενταυτώ και φιλάνθρωπον. Διότι παριερχόμενος ανεκούφιζε τους δήμους, και συνίστα τα πολιτεύματα, και δωρεάς έδιδε, είς τινας μεν σίτον εκ του βασιλικού, εις άλλους δε έλαιον· εξ' ού λέγεται ότι τοσούτον ευρέθη εν ταις αποθήκαις, ώστε εξέλιπον οι λαμβάνοντες αυτά και χρείαν αυτού έχοντες, πριν ή καταναλωθή το πλήθος των ευρεθέντων. Εις τους Δελφούς δ' ιδών στήλην τετράγωνον μεγάλην εκ λίθων λευκών συναρμοσμένην, εις ήν έμελλε να στηθή του Περσέως ο χρυσούς ανδριάς, προσέταξε να θέσωσι τον εδικόν του, διότι δέον είναι οι νικώμενοι να υποχωρώσιν εις τους νικώντας. Εις δε την Ολυμπίαν λέγεται ότι ανέκραξε το πολυθρύλλητον εκείνο, ότι του Ομήρου τον Δία ο Φειδίας απέπλασε (343). Όταν δ' εκ Ρώμης έφθασαν οι δέκα πρέσβεις, τότε απέδωκεν εις τους Μακεδόνας την χώραν και τας πόλεις αυτών να τας κατοικώσιν ελευθέρας και αυτονόμους, φόρον δε να δίδωσιν εις τους Ρωμαίους εκατόν τάλαντα, ών υπερδιπλάσια (344) έδιδον άλλοτε εις τους βασιλείς των. Τελών δε θεωρίας παντοίων αγώνων και θυσίας εις τους θεούς, προσέφερεν εστιάσεις και δείπνα, αφθόνως μεν τα βασιλικά χρήματα εις ταύτα δαπανών, ως δε προς την τάξιν αυτών, και την διακόσμησιν, και τας θέσεις εις άς έκαστος κατεκλίνετο, και τας δεξιώσεις προς τους προσκεκλημένους, και την τιμήν και την φιλοφροσύνην ήτις έπρεπε κατ' αξίαν εις έκαστον, ούτως ακριβή την περί ταύτα γνώσιν αποδεικνύων, και τοσαύτην καταβάλλων φροντίδα, ώστε εθαύμαζον οι Έλληνες ότι ουδέ τας διασκεδάσεις άφηνεν άνευ σπουδής, και άνθρωπος πράγματα κατορθών τοσούτον μεγάλα, ότι και εις τα μικρά επέδιδε την πρέπουσαν επιμέλειαν. Εκείνος δ' έχαιρε προ πάντων ότι εν μέσω των πολλών εκείνων και λαμπρών παρασκευών, αυτός ήτον η γλυκυτάτη απόλαυσις και θέα εις πάντας. Εις δε τους θαυμάζοντας διά την τοσαύτην του επιμέλειαν έλεγεν ότι της αυτής ψυχής έργον ήτον και παράταξιν να διευθύνη καλώς και συμπόσιον, ώστε η μεν να φανή φοβερωτάτη εις τους εχθρούς, το δε ευχαριστότατον εις τους συνεστιωμένους. Προ πάντων δ' επήνουν οι άνθρωποι αυτού την ελευθεριότητα και την μεγαλοψυχίαν, διότι ουδ' ηθέλησε καν να ιδή το πολύ ηθροισμένον βασιλικόν αργύριον και χρυσίον, αλλά παρέδωκεν αυτά εις τους ταμίας διά το δημόσιον. Μόνα δε τα βιβλία του βασιλέως επέτρεψε να λάβωσιν οι υιοί του, οίτινες ηγάπων τα γράμματα· και διανέμων αριστεία της μάχης, έδωκεν εις τον γαμβρόν του Αίλιον Τουβέρωνα φιάλην βάρος έχουσαν πέντε λύτρων. Ούτος είναι ο Τουβέρων, περί ού είπωμεν ότι κατώκει μετά δεκαπέντε άλλων συγγενών του, και ότι όλοι ομού ετρέφοντο εξ ευτελούς τινός κτηματιδίου. Και λέγουσιν ότι ούτος είναι ο πρώτος εις τον οίκον των Αιλίων εισελθών άργυρος, υπό της αρετής και της τιμής εισαγόμενος· καθ' όλον δε τον λοιπόν καιρόν ότι ούτε ούτοι, ούτε αι γυναίκες των είχον ανάγκην χρυσού και αργύρου.

ΚΘ. Αφ' ού δ' ωργάνισε τα πάντα καλώς, αποχαιρετίσας τους Έλληνας, και παρακαλέσας τους Μακεδόνας να ενθυμώνται την ελευθερίαν ήν τοις έδωκαν οι Ρωμαίοι, και να διατηρώσιν αυτήν δι' ευνομίας και ομονοίας, απήλθεν εις την Ήπειρον, έχων ψήφισμα της συγκλήτου να ωφελήση εκ λεηλασίας των εκεί πόλεων τους στρατιώτας όσοι επολέμησαν μετ' αυτού κατά του Περσέως. Θέλων δε να επιπέση καθ' όλων συγχρόνως, και εν ώ ουδείς τον περιέμενεν, εμήνυσε και ήλθον προς αυτόν δέκα οι πρώτοι εξ εκάστης πόλεως, και διέταξεν αυτούς όσος άργυρος και χρυσός υπήρχεν εις τας οικίας και τα ιερά, να τον φέρωσιν εις αυτόν εν ημέρα ρητή. Μεθ' εκάστων δ' εξ αυτών έστειλεν, ως δι' αυτό τούτο δήθεν, και φρουράν στρατιωτών, και ταξίαρχον προσποιούμενον ότι ζητεί και παραλαμβάνει το χρυσίον. Όταν δ' έφθασεν η ημέρα, εις ένα και τον αυτόν καιρόν ορμήσαντες όλοι ομού, ετράπησαν εις επιδρομήν και διαρπαγήν των πόλεων· ώστε εντός μιάς ώρας εξηνδραποδίσθησαν εκατόν πεντήκοντα χιλιάδες ανθρώπων, επορθήθησαν δε πόλεις εβδομήκοντα· από τόσης δε φθοράς και τοσούτου ολέθρου έκαστος στρατιώτης δεν έλαβε περισσοτέρας των ένδεκα δραχμών. Έφριξαν δ' όλοι οι άνθρωποι διά το τέλος του πολέμου, καθ' ό κατεκερματίσθη ολόκληρον έθνος, όπως προμηθευθή εις έκαστον τόσον μικρόν μέρισμα και κέρδος.

Λ. Πράξας δε τούτο ο Αιμίλιος, όλως παρά την φύσιν αυτού, ήτις ήτον χρηστή και επιεικής, κατέβη εις Ωρικόν (345) και εκείθεν διαβάς εις την Ιταλίαν μετά των δυνάμεων, ανέπλευσε τον Θύβριν (346) ποταμόν επί της βασιλικής εκκαιδεκήρους (347), κατακεκοσμημένης δι' όπλων αιχμαλώτων, διά φοινικίδων και πορφυρών, ώστε οι Ρωμαίοι, παρακολουθούντες την ναόν ήτις προς τον κτύπον των κωπίων βραδέως επροχώρει, την προέπεμπον ών πανηγυρίζοντες έξωθεν θριαμβευτικήν τινα θέαν πομπής. Οι δε στρατιώται, εποφθαλμιάσαντες τα βασιλικά χρήματα, επειδή δεν έτυχον τόσων όσα ηξίουν, ωργίζοντο μεν κρυφίως διά τούτο, και ηγανάκτουν κατά του Αιμιλίου· φανερώς δε τον κατηγόρουν ότι ήτον προς αυτούς αρχών βαρύς και δεσποτικός, και δεν ανταπεκρίθησαν πολύ προθύμως εις την επιθυμίαν ήν είχε να τελέση θρίαμβον. Εννοήσας δε τούτο ο Σέρβιος Γάλβας, όστις ήτον του Αιμιλίου εχθρός, και είς των υπ' αυτόν χιλιάρχων, ετόλμησεν αναφανδόν να ειπή ότι δεν πρέπει να τω δοθή ο θρίαμβος. Πολλάς δε διασπείρας εις το πλήθος των στρατιωτών διαβολάς κατά του στρατηγού, και την κατ' αυτού οργήν έτι μάλλον διερεθίσας, εζήτει παρά των δημάρχων και άλλην ημέραν, διότι δεν τω ήρκει εκείνη προς την κατηγορίαν, αν και είχε τέσσαρας έτι ώρας επιλοίπους. Οι δε δήμαρχοι τω είπον να ειπή ό,τι θέλει· και τότε αρχίσας λόγον μακρόν και ύβρεων πλήρη παντοδαπών, κατηνάλωσε της ημέρας τον χρόνον. Ως δ' έγινε σκότος, οι μεν δήμαρχοι έλυσαν την εκκλησίαν, οι δε στρατιώται θρασύτεροι γενόμενοι, συνέδραμον προς τον Γάλβαν, και συνασπισθέντες, περί την αυγήν κατέλαβον το Καπιτώλιον διότι οι δήμαρχοι εκεί έμελλον να συναθροίσωσι την εκκλησίαν.

ΛΑ. Άμα δ' εξημέρωσε, προέβησαν εις την ψηφοφορίαν, και η πρώτη φυλή εψήφισε κατά του θριάμβου. Ως δ' ενόησε το πράγμα ο άλλος δήμος και η σύγκλητος, το μεν πλήθος, λυπούμενον ότι υβρίζετο ο Αιμίλιος, φωνάς εξέπεμπεν απράκτους· οι δ' επισημότατοι των βουλευτών, βοώντες ότι το γινόμενον ήτον δεινόν, παρεκίνουν αλλήλους να επιληφθώσι της αναιδείας και της θρασύτητος των στρατιωτών, ήτις έμελλεν εις παν άνομον και βίαιον έργον να εκτραχηλισθή, αν ουδέν τους εκώλυε ν' αφαιρέσωσιν από του Αιμιλίου Παύλου τας επινικίους τιμάς. Διασχίσαντες επομένως τον όχλον και αναβάντες αθρόοι, είπον εις τους δημάρχους ν' αναβάλωσι την ψηφοφορίαν μέχρις ού εκθέσωσιν όσα θέλουσιν εις το πλήθος. Ως δ' έπαυσαν πάντες, και έγινε σιωπή, ανελθών ανήρ υπατικός, όστις διά προκλήσεων είχε φονεύσει εικοσιτρείς εχθρούς, ο Μάρκος Σερβίλιος, είπεν ότι, «πόσον μέγας στρατηγός ήτον ο Αιμίλιος Παύλος, ήδη προ πάντων το εννοεί, βλέπων ότι στράτευμα έχων τόσης γέμον κακίας και απειθείας, τόσω καλάς και μεγάλας πράξεις κατώρθωσε δι' αυτού· θαυμάζει δε τον δήμον, αν χαίρων διά τους κατά των Ιλλυριών και Λιγύων θριάμβους, στερή εαυτόν εκ φθόνου της ευχαριστήσεως του να ιδή ζώντα τον βασιλέα των Μακεδόνων, και του Αλεξάνδρου και του Φιλίππου την δόξαν αιχμάλωτον φερομένην υπό των ρωμαϊκών όπλων. Διότι, είπε, πώς δεν είναι δεινόν, ότι πριν, όταν διεδόθη φήμη αβέβαιος εις την πόλιν περί της νίκης, σεις εθύσατε εις τους θεούς, ευχόμενοι τον λόγον τούτον ταχέως να ιδήτε πραγματοποιούμενον· όταν δ' ήλθεν ο στρατηγός μετά της αληθούς νίκης, αφαιρείτε ήδη από μεν των θεών την τιμήν, αφ' υμών δ' αυτών την χαράν, ως φοβούμενοι να ιδήτε το μέγεθος των κατορθωμάτων σας, ή φειδόμενοι εχθρού βασιλέως; Τότε καν καλλήτερον θα ήτον αν απεκρούετε τον θρίαμβον εξ οίκτου προς εκείνον, ουχί εκ φθόνου προς τον στρατηγόν. Αλλ' εις τοσαύτην, είπεν, εξουσίαν προάγεται δι' ημών, ώστε περί στρατηγίας και θριάμβου τολμά να ομιλή άνθρωπος άτρωτος, και το σώμα έχων στίλβον εκ λειότητος και σκιατραφίας, προς ημάς οίτινες διά τοσούτων τραυμάτων επαιδεύθημεν να κρίνωμεν τας αρετάς και τας κακίας των στρατηγών.» Και ταύτα λέγων, ανέωξε τον χιτώνα του, και έδειξεν εις το στήθος του πληγών πλήθος απίστευτον. Έπειτα δε στραφείς, ανεκάλυψε μέρη τινά του σώματος, άτινα η ευπρέπεια δεν επιτρέπει να δείκνυνται γυμνά εις τον όχλον. Και προς τον Γάλβαν στραφείς, «Συ μεν, είπε, γελάς διά ταύτα· εγώ δε σεμνύνομαι απέναντι των πολιτών· διότι υπέρ αυτών ημέραν και νύκτα έφιππος τρέχων, έλαβον ταύτα. Αλλ' ελθέ και κάλεσον αυτούς εις την ψηφοφορίαν· εγώ δε καταβάς, θέλω τους παρακολουθήσει πάντας, και θέλω γνωρίσει τους κακούς και τους αχαρίστους, τους θέλοντας να δημαγωγώνται και ουχί να στρατηγώνται εις τους πολέμους.»

ΛΒ. Ούτω λέγουσιν ότι υπό, των λόγων τούτων ανεχαιτίσθη και μετεπείσθη το στρατιωτικόν, ώστε πάσαι αι φυλαί επεκύρωσαν τον θρίαμβον υπέρ του Αιμιλίου. Λέγεται δ' ότι ούτως ετελέσθη αυτός. Ο μεν δήμος, εις τα ιππικά θέατρα, τα καλούμενα Κίρκους, και εις την αγοράν στήσαντες ικριώματα, και τ' άλλα μέρη καταλαβόντες της πόλεως, όσα κατάλληλα εις θέσιν της πομπής, εκάθηντο να ιδώσιν αυτήν εστολισμένοι, και καθαρά ενδύματα φέροντες. Πας δε ναός ανεώχθη, και ην πλήρης στεφάνων και θυμιαμάτων. Υπηρέται δε, πολλοί και ραβδούχοι, εμποδίζοντες τους ατάκτως συρρέοντας και τρέχοντας εις το μέσον, ετήρουν ανοικτάς και καθαράς τας οδούς. Διηρέθη δ' η πομπή εις ημέρας τρεις, και εξ αυτών η μεν πρώτη παρέστησε την θέαν, μόλις εξαρκέσασα εις αυτήν, των αιχμαλώτων ανδριάντων και εικόνων, και κολοσσών, κομιζομένων επί ζευγών διακοσίων πεντήκοντα. Την δ' επαύριον διέβησαν εν πομπή τα κάλλιστα και πολυτελέστατα των Μακεδονικών όπλων εντός πολλών αμαξών, αστράπτοντα όλα εκ νεοχύτου χαλκού και σιδήρου, και ούτως εντέχνως διατεθειμένα και συναρμοσμένα, ώστε να φαίνωνται ως αν είχον σωρευθή ανωμάλως και αυτομάτως, περικεφαλαίαι πλησίον ασπίδων, και θώρακες επί κνημίδων, και Κρητικαί πέλται, και Θράκια δόρατα, και φαρέτραι μεθ' ιππικών αναμεμιγμέναι χαλινών, και ξίφη γυμνά μεταξύ τούτων προκύπτοντα, και σάρισσαι παραπεπηγμέναι· και ήσαν δεδεμένα χαλαρώς, όσον απητείτο ώστε η προς άλληλα κρούσις, όταν εσύροντο υπό των αμαξών, να ηχή τραχέως και φοβερώς, και η όψις αυτών και νενικημένων να εμπνέη φόβον τινά. Μετά δε τας οπλοφόρους αμάξας είποντο άνδρες τρισχίλιοι, νόμισμα φέροντες αργυρούν εντός αγγείων επτακοσίων πεντήκοντα τριταλάντων, ών έκαστον εκόμιζον ανά τέσσαρες. Άλλοι δ' έφερον κρατήρας αργυρούς, και κέρατα (348) και φιάλας, και ποτήρια, και καλώς διατεθειμένα όλα διά την πομπήν, και αξιόλογα διά το μέγεθος και την παχύτητα των τορευμάτων αυτών.

ΛΓ. Την δε τρίτην ημέραν ευθύς την αυγήν επορεύοντο σαλπιγκταί, παίζοντες μέλος ουχί προσόδων (349) ούτε πομπικόν, αλλ' όμοιον εκείνου δι' ού παροτρύνονται εις τας μάχας. Μετά δε τούτων ωδηγούντο εκατόν είκοσι οικότροφοι βόες χρυσόκεροι, κεκοσμημένοι διά ταινιών και στεμμάτων. Οι δ' οδηγοί αυτών νεανίσκοι προυχώρουν περιζώματα φορούντες ευπάρυφα, ως προς ιερουργίαν, και μετ' αυτών ήσαν παίδες, σπονδής αγγεία αργυρά κομίζοντες και χρυσά. Είποντο δε μετά τούτους οι το χρυσούν νόμισμα φέροντες εις αγγεία τριταλαντιαία διηρημένον, ως και το αργυρούν. Το δε πλήθος των αγγείων ήτον ογδοήκοντα, πλην τριών. Τούτους παρηκολούθουν οι κρατούντες την ιεράν φιάλην, ήν κατεσκεύασεν ο Αιμίλιος εκ χρυσού δεκατάλαντον, και διά πολυτίμων λίθων κεκοσμημένην, ως και οι επιδεικνύντες τας Αντιγονίδας και Σελευκίδας και τα Θηρίκλεια (350) και όλα τα κατά το δείπνον χρυσώματα του Περσέως. Τούτους παρηκολούθει το άρμα του Περσέως, και τα όπλα αυτού, και το διάδημα επί των όπλων του κείμενον. Έπειτα, μετά μικράν απόστασιν, εφέροντο δούλα τα τέκνα του βασιλέως, και μετ' αυτών όχλος τροφέων και διδασκάλων και παιδαγωγών, οίτινες εδάκρυον, και εξέτεινον μεν και αυτοί τας χείρας προς τους θεατάς, εδίδασκον δε και τα παιδία να παρακαλώσι και να ικετεύωσιν. Ήσαν δε, άρρενα μεν δύο, θήλυ δ' έν, μη εννοούντα εντελώς το μέγεθος των κακών, ένεκα της ηλικίας των· και καθίστα αυτά έτι μάλλον άξια ελέους η αναισθησία των προς την μεταβολήν, ώστε παρ' ολίγον να παρέλθη παροραθείς ο Περσεύς, διότι οι Ρωμαίοι υπ' οίκτου προσείχον εις τα νήπια, και εις πολλούς και δάκρυα συνέβη να χύσωσιν. Δι' όλους δε ην πλήρης λύπης και χάριτος η θέα, έως ότου τα παιδία παρήλθον.