Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 12

Chapter 1218 wordsPublic domain

ΙΑ. Ήτον δε συνήθεια, οι λαμβάνοντες την υπατείαν ν' αποδίδωσι χάριν τρόπον τινά εις τον δήμον, και διά τούτο να προσαγορεύσωσιν αυτόν φιλοφρόνως από του βήματος. Ο Αιμίλιος λοιπόν εις εκκλησίαν συναγαγών τους πολίτας, είπεν ότι την μεν πρώτην υπατείαν αυτός επεζήτησε, διότι ήθελεν εξουσίαν, την δε δευτέραν, διότι εκείνοι ήθελον στρατηγόν. Επομένως ότι ουδεμίαν τοις γνωρίζει χάριν, και παραχωρεί την αρχηγίαν, αν νομίζωσιν ότι δι' άλλου τινός καλήτερον θα διεξαχθώσι τα του πολέμου. Αν δ' εμπιστεύωνται εις αυτόν, ούτε να στρατηγώσι και αυτοί παρά τον στρατηγόν, ουδ' εις λόγους να δαπανώνται, αλλά να εκτελώσιν εν σιωπή τα δέοντα προς τον πόλεμον· διότι αν ζητώσι ν' άρχωσι του άρχοντος, θέλουσι γίνει έτι μάλλον καταγέλαστοι παρά σήμερον. Ταύτα ειπών, πολλήν μεν αιδώ προς εαυτόν ενέπνευσεν εις τους πολίτας, μεγάλην δε προσδοκίαν του μέλλοντος, και όλοι έχαιρον ότι αφέντες τους κολακεύοντας, εξελέξαντο στρατηγόν έχοντα παρρησίαν και γενναιοφροσύνην. Ούτως ο δήμος των Ρωμαίων, όπως άρχη των άλλων και αναδείκνυται πάντων μέγιστος, εγίνετο δούλος του καλού και της αρετής.

ΙΒ. Ότι δ' ο Αιμίλιος Παύλος, άμα εκίνησεν εις εκστρατείαν, είχε πλουν ευτυχή και πάσαν ευκολίαν προς οδοιπορίαν, ώστε ταχέως και ασφαλώς έφθασεν εις το στρατόπεδον, τούτο αποδίδω εις την καλήν αυτού τύχην. Εις δε τον πόλεμον και την στρατηγίαν αυτού, βλέπων άλλα μεν κατορθωθέντα διά της μεγάλης τόλμης αυτού, άλλα δε διά των φρονίμων αυτού βουλευμάτων, άλλα διά προθύμων υπηρεσιών των φίλων του, και άλλα διότι εις τας δεινάς περιστάσεις είχε θάρρος και σκέψιν ορθήν, ουδέν δύναμαι των λαμπρών και διασήμων έργων αυτού ν' αποδώσω εις την λεγομένην του ανδρός ευτυχίαν, ως επ' άλλων στρατηγών, εκτός αν τις ειπή ότι τύχη ήτον αγαθή εις του Αιμιλίου τας επιχειρήσεις η φιλαργυρία του Περσέως, όστις το αργύριον φειδωλευθείς, ανέτρεψε και κατέβαλε των Μακεδόνων τας εκ του πολέμου τούτου εξαρθείσας λαμπράς και μεγάλας ελπίδας. Διότι κατά παράκλησιν αυτού τω ήλθαν Βαστάρναι, ιππείς μεν δεκακισχίλιοι, δεκακισχίλιοι δε και παραβάται (317) μισθοφόροι πάντες, άνδρες μη ηξεύροντες ούτε να γεωργώσιν, ούτε να πλέωσιν, ούτε να ζώσι ποίμνια βόσκοντες, αλλ' έν έργον μελετώντες και μίαν τέχνην, να πολεμώσι πάντοτε και να νικώσι τους αντιταττομένους. Όταν δε στρατοπεδεύσαντες παρά την Μαιδικήν (318), συνανεμίγησαν μετά των στρατευμάτων του βασιλέως, άνδρες υψηλοί μεν τα σώματα, θαυμαστοί δ' εις τα γυμνάσια αυτών, καυχηματίαι δε και λαμπροί εις τας κατά των εχθρών απειλάς, ενέβαλον θάρρος εις τους Μακεδόνας, και την πεποίθησιν ότι οι Ρωμαίοι δεν θέλουσι τους υπομείνει, αλλ' ότι θέλουσιν εκπλαγή προς την όψιν αυτών και την κίνησιν, ούσαν φοβεράν και ξενοφανή. Αφ' ού όμως ούτω διέθεσε τους ανθρώπους ο Περσεύς, και τοσούτων ενέπλησεν αυτούς ελπίδων, επειδή δι' έκαστον των αρχηγών αυτών τω εζητούντο ανά χίλιοι στατήρες (319), ζαλισθείς και παραφρονήσας διά το συμποσούμενον του χρυσίου πλήθος, εκ μικρολολογίας ηρνήθη, και εγκατέλιπε την συμμαχίαν, ως αν επρόκειτο να οικονομήση, ουχί να πολεμήση, κατά των Ρωμαίων, και να δώση ακριβή απολογισμόν της του πολέμου δαπάνης εις εκείνους καθ' ών επολέμει· και ταύτα εν ώ διδασκάλους είχεν εκείνους, συλλέξαντας, και έχοντας ετοίμους εις πάσαν χρείαν, πλην της άλλης παρασκευής, και εκατόν χιλιάδας στρατιωτών. Εκείνος δε, προς τοιαύτην αντιταττόμενος δύναμιν, και εις πόλεμον καταβαίνων δι' όν τόσοι υπεράριθμοι ετρέφοντο στρατιώται, εμέτρει το χρυσίον και το εσφράγιζε και εφοβείτο να το εγγίση, ως αν ήτον ξένον. Και έπραττε ταύτα ουχί εκ Λυδών γεννηθείς ουδ' εκ Φοινίκων, αλλά κατά συγγένειαν την αρετήν αντιποιούμενος του Φιλίππου και Αλεξάνδρου, οίτινες τα πάντα ενίκησαν, θεωρήσαντες τα πράγματα διά χρημάτων αγοραζόμενα, και ουχί τα χρήματα διά των πραγμάτων, δι' ό και ερρέθη ότι τας πόλεις των Ελλήνων κυριεύει ουχί ο Φίλιππος, αλλ' ο χρυσός του Φιλίππου· όταν δ' ο Αλέξανδρος ήρχισε την κατά των Ινδών εκστρατείαν, και είδε τους Μακεδόνας βαρύν κατόπιν των και δυσκίνητον σύροντας του περσικού πλούτου τον όγκον, πρώτας επυρπόλησε τας βασιλικάς αμάξας, έπειτα δε κατέπεισε και τους άλλους να πράξωσι το ίδιον, και ελαφροί να κινήσωσι προς τον πόλεμον, ως αν είχον απολυθή. Ο δε Περσεύς εις τον χρυσόν πνίξας εαυτόν και τα τέκνα και την βασιλείαν του, δεν ηθέλησε να σωθή δι' ολίγων χρημάτων, αλλά μετά πολλών εις αλύσεις συρθείς ο πλούσιος αιχμάλωτος, προυτίμησε να επιδείξη εις τους Ρωμαίους πόσων εφείσθη, διατηρήσας αυτά δι' αυτούς.

ΙΓ. Και ου μόνον απέπεμψε τους Γαλάτας, ψευσθείς προς αυτούς, αλλά και Γένθιον τον Ιλλυριόν παρακινήσας να συμπράξη εις τον πόλεμον επί πληρωμή τριακοσίων ταλάντων, τα μεν χρήματα εξέθηκεν ηριθμημένα εις τους υπ' αυτού πεμφθέντας, και τους αφήκε να τα σφραγίσωσιν. Όταν δ' ο Γένθιος, πεισθείς ότι είχε τα ζητηθέντα, έπραξεν έργον ασεβές και απαίσιον, συλλαβών και δέσας τους προς αυτόν ελθόντας πρέσβεις των Ρωμαίων, τότε ο Περσεύς, φρονών ότι δεν εχρειάζοντο πλέον χρήματα όπως τον καταστήσωσιν εις πόλεμον προς τους Ρωμαίους, αφ' ού ο Γένθιος έδωκε διά της προδοσίας του αδιάλυτα έχθρας ενέχυρα, και αφ' ού διά τοιαύτης αδικίας ερρίφθη εις τον πόλεμον, εστέρησε τον δυστυχή των τριακοσίων ταλάντων, και τον αφήκεν αδιαφόρως ν' αρπαγή εντός ολίγου χρόνου μετά γυναικός και τέκνων από της βασιλείας του, ως από φωλεάς, υπό Λευκίου Ανικίου, του στρατηγού του κατ' αυτού πεμφθέντος μετά δυνάμεως. Κατά τοιούτου λοιπόν αντιπάλου ελθών ο Αιμίλιος, αυτόν μεν κατεφρόνει, την δ' υπ' αυτόν στρατιωτικήν προμήθειαν και δύναμιν εθαύμαζε· διότι ήσαν ιππείς μεν τετρακισχίλιοι, πεζοί δ' εις φάλαγγα σχεδόν τεσσαράκοντα χιλιάδες. Στρατοπεδεύων δε παρά την θάλασσαν υπό την υπώρειαν του Ολύμπου, εις τόπους ουδαμόθεν προσιτούς, και πανταχόθεν καταφραχθέντες υπ' αυτού διά χαρακωμάτων και προτειχισμάτων ξυλίνων, έμεινεν εν εντελεί αργία, νομίζων ότι ο καιρός και η των χρημάτων δαπάνη θα εξήντλουν εντελώς τον Αιμίλιον. Αλλ' ούτος άγρυπνον έχων την φρένα, εβουλεύετο αδιακόπως, και τα πάντα εξέταζε και ηρεύνα. Βλέπων δ' ότι οι στρατιώται δυσηρεστούντο διά την έως τότε αργίαν, και έκαμνον τους στρατηγούς διά των λόγων, γνωμοδοτούντες ότι έπρεπε να γίνη, τους επέπληξε, και τοις παρήγγειλε να μη επεμβαίνωσιν, ουδέ να φροντίζωσι παρά πώς έκαστος να καταστήση το σώμα και την πανοπλίαν του όσον το δυνατόν χρησιμωτέραν, και ρωμαϊκούς να μεταχειρισθώσι την μάχαιράν των, όταν τοις προσδιορίση ο στρατηγός τον καιρόν. Τους δε νυκτερινούς φύλακας διέταξε να φυλάττωσιν άνευ λόγχης (320), διότι ούτως θα προσείχον μάλλον, και θ' ανθίστατο κατά του ύπνου, αν δεν εδύναντο ν' αντισταθώσι κατά των εχθρών όταν επλησίαζον.

ΙΔ. Επειδή δ' οι άνθρωποι προ πάντων ηνοχλούντο εκ της ελλείψεως του ποτού, διότι ολίγον και κακόν επήγαζε και έτρεχε παρ' αυτήν την θάλασσαν, βλέπων ο Αιμίλιος μέγα και σύμφυτον όρος τον Όλυμπον υπερκείμενον, και εκ της χλωρότητος των φυτών εννοών ότι πρέπει να έχη πηγάς ύδατος βαθέως ρέοντος, έσκαψε πολλάς αναπνοάς δι' αυτάς και πολλά φρέατα κατά την υπώρειαν. Και ταύτα επληρώθησαν αμέσως ρευμάτων καθαρών, άτινα υπό του βάρους των θλιβόμενα, και διά της φυσικής των ορμής, εφέροντο προς το κενούμενον μέρος. Τινές λέγουσιν ότι εις τους τόπους εξ ών τα ύδατα ρέουσι δεν εναπόκεινται πηγαί αυτών κεκρυμμέναι και έτοιμοι, ουδ' είναι η εκβολή αυτών αποκάλυψις η ρήξις αυτών, αλλά γέννησις και σύστασις, διότι η όλη ενταύθα υγραίνεται. Υγραίνεται δε διά της πυκνότητος και ψυχρότητος η υδατώδης αναθυμίασις, όταν εις το βάθος καταθλιβείσα, γίνη ρευστή. Διότι, καθώς οι μαστοί των γυναικών δεν είναι, ως αγγεία, πλήρεις ετοίμου γάλατος καταρρέοντος, αλλά μεταβάλλουσι την τροφήν εντός των, και κατασκευάζουσι γάλα και το χύνουσιν, ούτως οι δροσεροί και πηγοτρόφοι τόποι της γης δεν καλύπτουσι μεν ύδωρ, ουδέ κοιλώματα εκχέοντα ρεύματα και βάθη ποταμών τοσούτων εκ πηγής ετοίμης και υπογείου, αλλά διά της πιέσεως και της καταπυκνώσεως αποθλίβοντες τον ατμόν και τον αέρα, τρέπουσιν αυτόν εις ύδωρ. Οι τόποι λοιπόν οίτινες σκάπτονται, αναδίδουσι μάλλον και αναβλύζουσιν ύδωρ εις την τοσαύτην ψηλάφησιν, καθώς οι μαστοί των γυναικών εις τον θηλασμόν, υγραίνοντες και μαλάττοντες την αναθυμίασιν. Όσα δε μέρη της γης εισί πεφραγμένα και ακατέργαστα, αυτά μένουσι τυφλά προς γένεσιν ύδατος, διότι δεν έχουσι την κίνησιν, ήτις παρέχει υγρόν. Οι δε ταύτα λέγοντες, αφορμήν έδωκαν εις τους απορητικούς (321) να προτείνωσιν ότι ουδέ το αίμα ενυπάρχει εις τα ζώα, αλλά γεννάται όταν γίνωσι τραύματα, διά μεταβολής πνεύματος τίνος ή σαρκών, ήτις παράγει ρύσιν και αναλύει. Αλλά την απάτην αυτών αποδεικνύουσιν οι εντός των υπονόμων και των μεταλλείων απαντώμενοι εις τα βάθη ποταμοί, οίτινες δεν συλλέγονται κατ' ολίγον, ως θα ήτον επόμενον αν εγεννώντο τότε διά της κινήσεως της γης, αλλ' αθρόοι εκχεόμενοι ρέουσιν. Εις δε τα όρη, όταν πέτρα κτυπηθή και ραγή, εκπηδά άφθονον ρεύμα ύδατος, και έπειτα πάλιν εκλείπει. Και ταύτα μεν περί τούτων.

ΙΕ. Ο δ' Αιμίλιος, ημέρας μέν τινας ηρέμει, και λέγεται ότι ποτέ τόσον μεγάλα στρατόπεδα, τοσούτον εγγύς αλλήλων ιδρυμένα, τοσαύτην δεν ετήρησαν ησυχίαν. Εξετάζων δε τα πάντα και διερευνών, ήκουσεν ότι μία μόνη εκ των διόδων έμενεν αφρούρητος, η διά της Περραιβίας, παρά το Πύθιον (322) και την Πέτραν (323), και εκ του ότι ο τόπος δεν εφυλάττετο ελπίσας μάλλον ή ό,τι εφοβήθη την κακοτοπίαν και την τραχύτητα ής ένεκα δεν εφυλάττετο, συνεκρότησε περί τούτου συμβούλιον. Πρώτος δ' εκ των παρόντων ο Νασικάς επικαλούμενος Σκηπίων, γαμβρός Σκηπίωνος του Αφρικανού, ύστερον δ' ισχυρότατος γενόμενος εις την σύγκλητον, εδέχθη να γίνη της κυκλώσεως αρχηγός. Δεύτερος δ' ο Φάβιος Μάξιμος, ο πρεσβύτατος των υιών του Αιμιλίου, μειράκιον ων εισέτι, ηγέρθη προθυμότατος και αυτός. Ευχαριστηθείς λοιπόν διά τούτο ο Αιμίλιος, τοις έδωκεν ουχί όσους ο Πολύβιος είπεν, αλλ' όσους ο ίδιος Νασικάς λέγει ότι έλαβε, γράψας περί των πράξεων τούτων επιστολήν πρός τινα των βασιλέων. Ήσαν δε Ιταλοί μεν εκτός τάξεως των λεγεώνων τρισχίλιοι, το δ' αριστερόν κέρας περί τους πεντακισχιλίους. Εκτός τούτων λαβών ο Νασικάς ιππείς εκατόν είκοσι, και διακοσίους εκ των μετά του Αρπάλου αναμεμιγμένων Θρακών και Κρητών, εκίνησε κατά τον δρόμον της θαλάσσης, και εστρατοπέδευσε παρά το Ηράκλειον, ως μέλλων δήθεν να πλεύση, και διά των πλοίων να κυκλώση των εχθρών το στρατόπεδον. Αφ' ού δ' εδείπνησαν οι στρατιώται και έγινε σκότος, ειπών εις τους αρχηγούς την αλήθειαν, τους έφερε διά νυκτός εις τον δρόμον τον εναντίον της θαλάσσης, και καταλύσας ανέπαυσε το στράτευμά του υπό το Πύθιον. Εδώ του Ολύμπου το ύψος είναι ανώτερον των δέκα σταδίων (324). Δηλούται δε δι' επιγράμματος του μετρήσαντος αυτόν, ούτω·

«Της κορυφής του Ολύμπου το ύψος, εκεί όπου κείται ο του Πυθίου (325) ναός (κάθετον πλην μετρηθέν) Έχει σταδίων μεν πλήρη δεκάδα, αλλά επί ταύτη Έτι και πλέθρον, εκτός μόνον τεσσάρων ποδών. Ο Ξεναγόρας δ' υιός του Ευμήλου ανεύρε τα μέτρα. Χαίρε δε συ, βασιλεύ (326), δίδων πληθύν αγαθών.

Ει και λέγουσιν οι γεωμέτραι ότι ούτε ύψος όρους ούτε βάθος θαλάσσης υπερβαίνει τους δέκα σταδίους. Φαίνεται δ' ότι ο Ξεναγόρας έλαβε την καταμέτρησιν ουχί περιέργως, αλλά μεθοδικώς και δι' οργάνων.

ΙΣΤ. Ο μεν Νασικάς λοιπόν ενταύθα διενυκτέρευσεν· ο δε Περσεύς, βλέπων τον Αιμίλιον ακίνητον εις την θέσιν του, δεν εφαντάζετο το γινόμενον. Κρης δ' αυτόμολος, αποδράς καθ' οδόν, ήλθε και τω ανήγγειλε των Ρωμαίων την περικύκλωσιν. Τότε δε ταραχθείς, το μεν στρατόπεδον δεν μετεκίνησε· παραδούς δ' εις τον Μίλωνα δεκακισχιλίους ξένους μισθοφόρους και δισχιλίους Μακεδόνας, τους έπεμψε και τους διέταξε να σπεύσωσι και να καταλάβωσι την διάβασιν. Εις τούτους ο μεν Πολύβιος λέγει ότι επέπεσαν οι Ρωμαίοι εν ώ εκοιμώντο ακόμη· ο δε Νασικάς, ότι σφοδρός έγινε προς αυτούς αγών και κίνδυνος εις τας κορυφάς, και ότι αυτός Θράκα μισθοφόρον, προσβαλόντα αυτόν στήθος προς στήθος, τον εκτύπησε διά της λόγχης του εις το στήθος και τον εφόνευσεν. Ούτως εδιώχθησαν οι εχθροί διά βίας, και ο Μίλων έφυγεν αίσχιστα άνευ όπλων, μόνον τον χιτώνα φορών, ο Αιμίλιος ηκολούθει ασφαλώς, καταβιβάζων εις την χώραν το στράτευμα. Ως δ' ήκουσε ταύτα ο Περσεύς, αμέσως αναχωρήσας, απεσύρθη προς τα οπίσω, περίφοβος γενόμενος, και βλέπων τας ελπίδας του καταστρεφομένας. Αλλ' ανάγκη ήτον να μείνη εμπρός της Πύδνης (327) και να δοκιμάση την τύχην της μάχης, ή να σκορπίση τον στρατόν εις τας πόλεις, και να δεχθή τον εχθρόν όστις, αφ' ού άπαξ εμβήκεν εις την χώραν, δεν εδύνατο να εκδιωχθή χωρίς πολλού φόνου και πολλών νεκρών. Αλλ' οι φίλοι του ενεθάρρυνον τον Περσέα, λέγοντες εις αυτόν ότι ενταύθα είχε πλήθος στρατιωτών ανώτερον, ότι δ' αυτοί θέλουσι δείξει πολλήν προθυμίαν, μαχόμενοι υπέρ των τέκνων και των γυναικών των, εν ώ μάλιστα τους επέβλεπεν ο βασιλεύς και εκινδύνευεν επί κεφαλής αυτών. Εστρατοπέδευσαν επομένως και παρετάττοντο εις μάχην, και κατεσκόπει τάς θέσεις, και διήρει τας αρχηγίας, ως μέλλων ευθύς εξ εφόδου ν' αντικρούση τους Ρωμαίους. Ο δε τόπος ήτον πεδιάς, κατάλληλος διά την φάλαγγα, ήτις έχει ανάγκην βάσεως επιπέδου και χωρίων ομαλών, και λόφοι υπήρχον συνέχεις, αλλήλους διαδεχόμενοι, εις τους γυμνήτας και ψιλούς στρατιώτας παρέχοντες καταφύγια και περιδρομάς. Διά μέσου δε ποταμοί ρέοντες, ο Αίσων και ο Λεύκος, ουχί λίαν βαθείς τότε, διότι ήτον περί τα τέλη του θέρους, εφαίνοντο ως δυνάμενοι δυσχέρειάν τινα να επιφέρωσιν εις τους Ρωμαίους.

ΙΖ. Ο Αιμίλιος, ενωθείς μετά του Νασικά, κατέβαινε παρατεταγμένος κατά του εχθρού. Ως δ' είδε την παράταξιν αυτών και το πλήθος, θαυμάσας ανέστειλε την πορείαν του, και εσκέπτετο καθ' εαυτόν. Οι δε νέοι αξιωματικοί, προθυμίαν έχοντες να πολεμήσωσι, προυχώρουν εμπρός αυτού, και τον παρεκάλουν να μη χρονοτριβή, και υπέρ πάντας ο Νασικάς, θάρρος λαβών εκ της κατά τον Όλυμπον επιτυχίας. Ο Αιμίλιος όμως μειδιάσας, «Αν είχον, είπε, την ηλικίαν σου. Αλλ' αι πολλαί μου νίκαι, διδάσκουσί μοι των νικωμένων τα σφάλματα, μ' εμποδίζουσι μετά μακράν οδόν να συγκροτήσω μάχην προς φάλαγγα παρατεταγμένην ήδη και ετοίμην.» Μετά ταύτα, τα μεν πρώτα τάγματα, όσα ήσαν υπ' όψιν του εχθρού, διέταξε να συνέλθωσιν εις σπείρας, και να φανώσιν ως εις μάχην παραταττόμενα, τους δε κατά την ουράν να μείνωσιν επιτοπίως, να περιστοιχισθώσιν υπό χάρακος, και να στρατοπεδεύσωσιν. Ούτως οι προσεχέστεροι εις τους τελευταίους εξετέλουν αφανώς τους εξελιγμούς των, και, χωρίς οι εχθροί να το εννοήσωσιν, ελύθη η παράταξις, και εισήλθον πάντες αθορύβως εις τον χάρακα. Αφ' ού δ' έγινε νυξ, και μετά το δείπνον ετράπησαν εις ύπνον και ανάπαυσιν, αιφνιδίως η σελήνη, ήτις ήτο πλήρης και υψηλά εις τον ουρανόν, έγινε μελανή, εξέλιπε το φως της, και αφ' ού διάφορα μετέβαλε χρώματα, έπαυσε του να φαίνηται. Και οι μεν Ρωμαίοι, ως συνηθίζουσιν, ανεκάλουν το φως αυτής διά πατάγων χαλκού, και πολλά ύψουν πυρά και δαυλούς και δάδας προς τον ουρανόν· οι δε Μακεδόνες ουδέν όμοιον έπραττον, αλλά φρίκη και θάμβος εκυρίευσε το στρατόπεδον, και λόγος διά πολλών κρυφίως διεδίδετο, ότι το φαινόμενον σημαίνει του βασιλέως έκλειψιν (328). Ο δ' Αιμίλιος, όχι ότι δεν ήκουσεν ουδ' εγνώριζε τας εκλειπτικάς ανωμαλίας, αίτινες την σελήνην περιφερομένην εμβάλλουσι κατά τεταγμένας περιόδους εις της γης την σκιάν και την αποκρύπτουσι, μέχρις ού παρελθούσα το εσκοτισμένον μέρος, πάλιν αναλάμψη απέναντι του ηλίου· αλλ' επειδή πολλά απέδιδεν εις τους θεούς, και ήτον φιλοθύτης και φίλος των μαντείων, ότε είδε κατά πρώτον την σελήνην καθαιρομένην, έθυσεν εις αυτήν ένδεκα μόσχους. Αμα δ' εξημέρωσεν, εθυσίασε βους εις τον Ηρακλήν, αλλά τα ιερά δεν ήσαν καλά μέχρι του εικοστού· εις δε το εικοστόν πρώτον εφάνησαν τα σημεία, και προεμήνυσαν εις αυτούς νίκην, αν έμενον αμυνόμενοι. Υποσχεθείς επομένως εκατόν βους και ιερόν αγώνα εις τον Θεόν, διέταξε τους αρχηγούς να παρατάξωσι τον στρατόν εις μάχην. Αυτός δε, περιμένων να στραφή και κλίνη το φως, όπως μη την αυγήν λάμπη ο ήλιος κατά πρόσωπον αυτών εν ώ επολέμουν, παρήρχετο τον χρόνον εις την σκηνήν του ανεωγμένην προς την πεδιάδα και προς το εχθρικόν στρατόπεδον.

ΙΗ. Περί δε δείλην τινές λέγουσιν ότι διά τεχνάσματος αυτού του Αιμιλίου προήλθεν η πρώτη προσβολή εκ μέρους των εχθρών, και ότι οι Ρωμαίοι, απολύσαντες αχαλίνωτον ίππον, τον εδίωξαν προς αυτούς, και ούτος διωκόμενος έγινε πρώτη αρχή της μάχης. Κατ' άλλους δε, υποζύγια ρωμαϊκά, φέροντα χόρτον προσεβλήθησαν υπό Θρακών, ών αρχηγός ήτον ο Αλέξανδρος· κατ' αυτών δ' ότι σφοδρώς επέπεσαν επτακόσιοι Λίγυοι, και ως αμφοτέρωθεν ήλθεν περισσοτέρων βοήθεια, ούτω συνήφθη η μάχη. Και ο μεν Αιμίλιος, ως έμπειρος κυβερνήτης, εκ του πολλού σάλου και της κινήσεως προβλέπων το μέγεθος του αγώνος, εξήλθε της σκηνής, και περιερχόμενος των οπλιτών τα τάγματα, τα ενεθάρρυνεν. Ο δε Νασικάς, ιππεύσας προς τους ακροβολιζομένους, βλέπει σχεδόν όλους τους εχθρούς ελθόντας εις χείρας. Πρώτοι δ' εβάδιζον οι Θράκες, ών, ως λέγει, η θέα προ πάντων τον εξέπληξεν, άνδρες υψηλοί τα σώματα, λευκόν έχοντες και λάμποντα ασπίδων οπλισμόν και περικνημίδων, μέλανας δ' υπ' αυτόν ενδεδυμένοι χιτώνας, και ορθάς ρομφαίας βαρυσιδήρους εκ των δεξιών ώμων επισείοντες. Πλησίον δε των Θρακών ετάττοντο οι μισθοφόροι, ών το ένδυμα ήτον παντοδαπόν, και μεθ' ών ήσαν Παίονες μεμιγμένοι. Μέτ' αυτούς δ' είπετο τάγμα τρίτον, οι επίλεκτοι, το κατά την ανδρείαν και την ηλικίαν καθαρώτερον των Μακεδόνων, αστράπτοντες μ' επίχρυσα όπλα και νεουργείς φοινικίδας. Εν ώ δ' ούτοι παρετάττοντο, αναφαινόμεναι εκ των χαρακωμάτων αι φάλαγγες των χαλκασπίδων, επλήρωσαν ακτίνων σιδήρου και λάμψεως χαλκού το πεδίον, και κραυγής και θορύβου το όρος ως παρεκίνουν αλλήλας. Τόσον δε θρασέως και μετά τάχους προυχώρουν, ώστε οι πρώτοι νεκροί έπεσαν δύο μόνον σταδίους μακράν του χαρακώματος των Ρωμαίων.

ΙΘ. Εν ώ δ' εγίνετο η έφοδος, επρόφθασεν ο Αιμίλιος, και εύρε τους εκ των ταγμάτων Μακεδόνας ότι ήγγιζον τας σαρίσας (329) αυτών εις τας ασπίδας των Ρωμαίων, οίτινες δεν τους έφθανον διά των μαχαιρών των. Αφ' ού δε είδε και τους άλλους Μακεδόνας ότι εξεκρέμασαν τας πέλτας των (330) εκ των ώμων, και εις έν πρόσταγμα κλίναντες τας σαρίσσας, αντέστησαν εις τους ασπιδοφόρους, και την δύναμιν είδε του συνασπισμού και την τραχύτητα της αντιστάσεως, εκυριεύθη υπ' εκπλήξεως και φόβου, διότι ποτέ δεν είχεν ιδή θέαμα φοβερώτερον, και πολλάκις έκτοτε ενθυμείτο την εντύπωσιν εκείνην και την όψιν. Τότε δε, δεικνύων εαυτόν προς τους μαχομένους ιλαρόν και φαιδρόν, διήρχετο εμπρός των έφιππος, χωρίς περικεφαλαίας και θώρακος. Ο δε των Μακεδόνων βασιλεύς, ως λέγει ο Πολύβιος, όταν ήρχισεν η μάχη, δειλιάσας, έφυγεν έφιππος εις την πόλιν (331), προσποιηθείς ότι θέλει να θύση εις τον Ηρακλέα, όστις όμως δεν δέχεται δειλά παρά δειλών, ουδ' εκτελεί ευχάς αθεμίτους. Διότι δεν είναι θεμιτόν ούτε ο μη ρίπτων να ευθυβολή, ούτε ο μη υπομένων να υπερισχύη, ούτε ο μηδέν πράττων να ευπραγή, ούτε ο κακός να ευδαιμονή. Αλλά του Παύλου Αιμιλίου εδέχθη τας ευχάς ο Θεός, διότι ούτος εζήτει του πολέμου το κράτος και την νίκην το δόρυ κρατών, και πολεμών επεκαλείτο σύμμαχον τον Θεόν. Εν τούτοις Ποσειδώνιός τις, όστις λέγει ότι έζη επ' εκείνων των καιρών και των πράξεων, και έγραψεν ιστορίαν περί Περσέως εις πολλά βιβλία (332), λέγει ότι απήλθεν αυτός ουχί υπό δειλίας, ουδέ πρόφασιν θυσίας προτείνας, αλλά διότι την προτεραίαν της μάχης έτυχεν ίππος να λακτίση αυτόν εις το σκέλος· κατά δε την μάχην, ει και ενοχλούμενος, και κωλυόμενος υπό των φίλων, διέταξεν όμως να τω φέρωσι φορτηγόν ίππον, και αναβάς αυτόν, συνετάχθη αθωράκιστος εις την φάλαγγα. Έπιπτον δε πανταχόθεν βέλη παντοία, και δόρυ έπεσεν ολοσίδηρον εις αυτόν, χωρίς διά της αιχμής να τον εγγίση, αλλά πλάγιον επέρασε περί την αριστεράν του πλευράν. Διά της ορμής του δε διέσχισε τον χιτώνα του, και τυφλόν θλάσμα εκοκκίνισε το σώμα του, διατηρήσαν επί πολύν χρόνον τον τύπον. Ταύτα απολογείται ο Ποσειδώνιος υπέρ του Περσέως.

Κ. Αλλ' επειδή οι Ρωμαίοι, οίτινες αντετάχθησαν εις την φάλαγγα, δεν εδύναντο να βιάσωσιν αυτήν, ο Σάλιος, αρχηγός των Πελιγνών (333) αρπάσας την σημαίαν των υφ' εαυτόν, την έρριψεν εις τους εχθρούς. Τότε δ' οι Πελιγνοί, (διότι παρά τοις Ιταλοίς δεν είναι θεμιτόν ουδ' όσιον να εγκαταλείψωσι την σημαίαν), συνέδραμον προς εκείνον τον τόπον, και έργα φοβερά και φόνοι συνέβησαν εκατέρωθεν όταν συνεκρούσθησαν. Διότι οι μεν επροσπάθουν να κόψωσι διά των μαχαιρών τας σαρίσσας, και ν' αποκρούσωσιν αυτάς διά των ασπίδων, και συλλαμβάνοντες αυτάς διά των χειρών να τας μακρύνωσιν· οι δε Μακεδόνες, δι' αμφοτέρων των χειρών ισχυρώς κρατούντες τας λόγχας, και διατρυπώντες τους κατ' αυτών επιπίπτοντας, χωρίς ούτε ασπίς ούτε θώραξ ν' αντιστή εις της σαρίσσης την βίαν, ανέτρεπον κατά κεφαλήν τους Πελιγνούς και Μαρρρουκινούς, οίτινες χωρίς ουδέν να λογίζωνται, και μετά θυμού θηριώδους, ερρίπτοντο εις τας πληγάς και εις βέβαιον θάνατον. Ως δ' εφονεύθησαν ούτως οι πρόμαχοι, ωπισθοδρόμησαν οι οπίσω τεταγμένοι· δεν ήτον δε τούτο φυγή, αλλ' υποχώρησις προς το όρος το καλούμενον Ολόκρον, ώστε, ως λέγει ο Ποσσειδώνιος, ο Αιμίλιος διέρρηξε τον χιτώνα του, ιδών ότι ούτοι μεν ενέδιδον, οι δ' άλλοι Ρωμαίοι απέφευγον την φάλαγγα, ήτις ουδαμόθεν εδύνατο να προσβληθή και πανταχόθεν παρίστατο ακαταμάχητος, το πύκνωμα των σαρισσών έχουσα ως χαράκωμα. Αλλ' επειδή τα χωρία ήσαν ανώμαλα και η παράταξις διά το μήκος της δεν εφύλαττε συνεχή τον συνασπισμόν, είδεν ο Αιμίλιος ότι η φάλαγξ των Μακεδόνων παρίστα διαστήματα και διασπάσματα, ως είναι επόμενον εις μεγάλους στρατούς και εις τας ποικίλας των μαχομένων ορμάς, και ότι εις άλλα μεν μέρη προυχώρει εμπρός θλιβομένη, εις άλλα δ' υπεχώρει. Τότε, ταχέως περιελθών τον στρατόν, και διαιρέσας αυτόν εις σπείρας, διέταξε να παρεμπίπτωσιν εις τα διαλείμματα και τα κενά της τάξεως των εχθρών, και να συμπλέκωνται ουχί πάντες προς πάντας μίαν συγκροτούντες μάχην, αλλά πολλάς κατά μέρος και μεμιγμένας. Ταύτα ωδήγησεν ο Αιμίλιος τους αξιωματικούς, οι δ' αξιωματικοί πάλιν τους στρατιώτας· και ως πρώτον εισεχώρησαν και διέδυσαν εντός των οπλιτών, επί των μεν εκ πλαγίου και εις τα γυμνά επιπίπτοντες, τους δε περικυκλούντες και όπισθεν λαμβάνοντες, διερράγη η φάλαγξ, και απωλέσθη αυτής ευθύς η δύναμις και η κοινή ενέργεια. Εις δε τας καθ' ένα και κατ' ολίγους συγκρούσεις, οι Μακεδόνες διά μικρών εγχειριδίων κτυπώντες τας στερεάς και μέχρι των ποδών καλυπτούσας ασπίδας, διά των ελαφρών δε και μικρών πελταρίων αυτών κακώς αντέχοντες προς τας μαχαίρας εκείνων, αίτινες, βαρείαι καταφερόμεναι, διέσχιζον παν όπλον μέχρι του σώματος, ετράπησαν εις φυγήν.

ΚΑ. Εις τούτο το μέρος μέγας ην ο αγών. Εκεί και Μάρκιος ο υιός του Κάτωνος, γαμβρός του Αιμιλίου, μεγάλην αναπτύξας ανδρείαν, απώλεσε το ξίφος του. Ως δε νεανίας άριστα εκπαιδευθείς, και εις τον μέγαν πατέρα του μεγάλης αρετής αποδείξεις οφείλων, φρονών ότι ο θάνατος ήτον προτιμότερος παρά ζων αυτός ν' αφήση λάφυρον εαυτού εις τους εχθρούς, έτρεχε διά της μάχης, και αν έβλεπε που φίλον τινά ή οικείον, τω έλεγε το συμβάν εις αυτόν, και τον παρεκάλει να τον βοηθήση. Πολλοί δε και ανδρείοι ούτω συνελθόντες, και μεθ' ορμής υπό την οδηγίαν αυτού τους λοιπούς διασχίσαντες, ώρμησαν εις τους εναντίους. Διά μεγάλου δ' αγώνος και φόνου πολλού και τραυμάτων εκδιώξαντες αυτούς εκ της θέσεώς των, και τόπον έρημον και γυμνόν καταλαβόντες, ετράπησαν εις του ξίφους την αναζήτησιν. Ως δε μόλις εν μέσω πολλών όπλων και πτωμάτων νεκρών ανευρέθη κεκρυμμένον, περιχαρείς γενόμενοι και παιανίσαντες, έτι λαμπρότερον εφορμώσι κατά των εισέτι ανθισταμένων εχθρών. Και τέλος oι τρισχίλιοι επίλεκτοι, εις τας τάξεις των μένοντες και μαχόμενοι, κατεκόπησαν πάντες· οι δ' άλλοι έφευγον, και πολύς ην ο φόνος αυτών, ώστε η μεν πεδιάς και η υπώρεια κατεπληρώθησαν νεκρών^ του δε Λεύκου ποταμού το ρεύμα διέβησαν οι Ρωμαίοι την μετά την μάχην ημέραν μεμιγμένον έτι μεθ' αίματος· διότι λέγεται ότι απέθανον υπέρ τας εικοσιπέντε χιλιάδας. Εκ δε των Ρωμαίων έπεσαν, ως μεν ο Ποσειδώνιος λέγει, εκατόν, ως δ' ο Νασικάς, ογδοήκοντα.