Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 11

Chapter 1133 wordsPublic domain

ΛΖ. Επειδή δε πρέπει, ως φαίνεται, ου μόνον πας κορυδαλός να έχη λόφον εις την κεφαλήν, αλλά και πάσα δημοκρατία συκοφάντην, επετέθησαν και κατά του Τιμολέοντος δυο των δημαγωγών, ο Λαφύστιος και ο Δημαίνετος. Και ο μεν Λαφύστιος εις δίκην τινά τω εζήτει εγγύησιν, διό οι πολίται εθορύβουν και ήθελον να τον εμποδίσωσιν· αλλ' ο Τιμολέων δεν τους αφήκεν, ειπών ότι εκών αυτός υπέστη τοσούτους πόνους και τοσούτους κινδύνους, όπως δύναται ο βουλόμενος των Συρακουσίων να ποιήται χρήσιν των νόμων. Προς δε τον Δημαίνετον, όστις τον κατηγόρησε πολύ εις την εκκλησίαν διά την στρατηγίαν του, ουδέν απήντησεν· είπε δ' ότι χάριν εις τους Θεούς χρεωστεί, αυτήν εκείνην ήν τοις εζήτησε, βλέπων τους Συρακουσίους γενομένους κυρίους της ελευθερίας του λόγου. Αφ' ού δ' ομολογουμένως κατώρθωσεν έργα μέγιστα και κάλλιστα όλων των συγχρόνων αυτού Ελλήνων, και μόνος ηρίστευσεν εις τας πράξεις εκείνας εις άς παρεκίνουν πάντοτε οι σοφισταί διά πανηγυρικών λόγων τους Έλληνας· και εκ μεν των εγχωρίων κακών, άτινα κατείχον την αρχαίαν Ελλάδα, εκομίσθη υπό της τύχης μακράν, αναίμακτος και καθαρός, την δ' ικανότητα και την ανδρείαν του επέδειξεν εις τους βαρβάρους και τους τυράννους, εις τους Έλληνας δε και εις τους φίλους την πραότητα και την δικαιοσύνην του· τα δε πλείστα τρόπαια των αγώνων του έστησεν άνευ δακρύων και άνευ πένθους των πολιτών, παραδούς την Σικελίαν εις τους εγκατοίκους αυτής, εντός ολιγωτέρων των οκτώ ετών, καθαράν κακών και νόσων αιωνίων και συμφυών. Εις δε την πρεσβυτικήν ηλικίαν του ησθάνθη αμβλυνομένην την όρασίν του, και μετ' ολίγον εντελώς ετυφλώθη, ούτε δους αυτός αφορμήν, ούτε εξ ιδιοτρόπου καταδρομής της τύχης, αλλ', ως φαίνεται, εξ αιτίας τινός και διαθέσεως οικογενειακής, ήτις ενείργησε μετά του καιρού· διότι λέγεται ότι και πολλοί των συγγενών του απώλεσαν ούτω την όρασιν εις το γήρας απομαρανθείσαν. Ο δ' Άθανις (287) λέγει ότι επί του πολέμου έτι του προς τον Ίππωνα και τον Μάμερκον, εις το στρατόπεδον το κατά τας Μυλλάς (288), τω επήλθε γλαύκωμα εις τους οφθαλμούς, και όλοι προφανώς προείδον την τύφλωσιν· αλλ' ότι διά τούτο δεν εγκατέλιπε την πολιορκίαν, αλλ' επιμείνας εις τον πόλεμον, συνέλαβε τους τυράννους· άμα δ' επανήλθεν εις τας Συρακούσας, ότι παρητήθη της υπερτάτης αρχηγίας, και παρεκάλεσε τους πολίτας να τον απαλλάξωσιν, αφ' ού τα πράγματα είχον φθάσει εις κάλλιστον τέλος.

ΛH. Και ολιγώτερον πρέπει να θαυμάση τις αυτόν ότι υπέμεινε την συμφοράν αλύπως· αξιοθαύμαστοι δε μάλιστα ήσαν οι Συρακούσιοι διά την τιμήν και την ευγνωμοσύνην ήν απέδειξαν προς τον άνδρα αφ' ού ετυφλώθη, ότε ήρχοντο μεν και αυτοί εις τας θύρας του, έφερον δε και τους παρεπιδημούντας ξένους εις την οικίαν και το χωρίον του, ίνα ιδώσι τον ευεργέτην αυτών, αγαλλόμενοι και μεγαλοφρονούντες ότι επροτίμησε παρ' αυτοίς να εγκαταβιώση, καταφρονήσας την λαμπροτάτην επάνοδον εις την Ελλάδα, ήν τα κατορθώματά του τω παρεσκεύασαν. Και πολλά μεν και μεγάλα εις τιμήν εκείνου και εγράφοντο και επράττοντο· ουδενός δ' αυτών κατώτερον ήτον ότι εψήφισεν ο δήμος των Συρακουσίων, οσάκις συμπέση πόλεμος αυτών προς αλλοφύλους, να λαμβάνωσι Κορίνθιον στρατηγόν. Ωραίον δε θέαμα, και έντιμον δι' αυτόν παρίστα και το εις τας εκκλησίας γινόμενον· διότι τ' άλλα όλα δι' εαυτών κρίνοντες, εις τας μεγίστας διασκέψεις εκείνον εκάλουν. Ούτος δε, διά της αγοράς υπό ζεύγους συρόμενος, εκομίζετο εις το θέατρον, και εισήγετο επ' αυτής της αμάξης, καθώς εκάθητο. Και ο μεν δήμος τον ησπάζετο, ομοφώνως προσαγορεύων αυτόν· εκείνος δε, αντασπαζόμενος το πλήθος, και καιρόν τινα αφήνων διά τας ευφημίας και τους επαίνους, έπειτα ήκουε το συζητούμενον, και έδιδε γνώμην. Αφ' ού δ' αύτη ενεκρίνετο διά χειροτονίας, οι μεν υπηρέται πάλιν απεκόμιζον διά του θεάτρου το ζεύγος, οι δε πολίται, διά βοής και κρότου προπέμψαντες αυτόν, τας λοιπάς δημοσίας αποφάσεις διεπραγματεύοντο καθ' εαυτούς.

ΛΘ. Ενώ δ' ούτως εγηροτροφείτο εν τιμή και ευνοία, ως πατήρ κοινός, εκ μικράς αφορμής προστεθείσης εις την ηλικίαν, απέθανεν. Εδόθησαν δ' ημέραι τινές εις μεν τους Συρακουσίους όπως παρασκευάσωσι τα της ταφής του, εις δε τους περιοίκους και ξένους όπως συνέλθωσι· και κατά τ' άλλα λαμπράς έτυχε κηδείας, και νεανίσκοι διά ψήφου εκλεχθέντες, έφερον κεκοσμημένον τον νεκρικόν κράββατον διά των ανακτόρων του Διονύσου, άτινα δεν ήσαν κατεδαφισμένα, και πολλαί μυριάδες ανδρών και γυναικών τον προέπεμπον. Ήτον δ' η θέα αυτών εορτάσιμος, διότι πάντες ήσαν εστεφανωμένοι, και εφόρουν ενδύματα καθαρά, φωναί δε και δάκρυα, συγκεκραμένα μετά μακαρισμού του αποθανόντος, ενέφαινον ουχί τιμής τυπικήν ένδειξιν, ουδέ λειτουργίαν τινά εκ συνθήκης, αλλά πόθον δίκαιον, και αφοσίωσιν ευνοίας αληθινής. Τέλος δε, όταν η κλίνη ετέθη εις την πυράν, ο Δημήτριος, όστις ήτον ο μεγαλοφωνότατος των τότε κηρύκων, ανεκήρυξε τοιούτον κήρυγμα, πρότερον γεγραμμένον· «Ο δήμος των Συρακουσίων τούτον τον Τιμολέοντα Τιμοδήμου, Κορίνθιον, θάπτει διά διακοσίων μνων (289)· ετίμησε δ' αυτόν εις αιώνα τον άπαντα δι' αγώνων μουσικών, ιππικών, γυμνικών διότι τους τυράννους καταλύσας, και τους βαρβάρους καταπολεμήσας, και τας μεγίστας των κατεστραμμένων πόλεων κατοικίσας, απέδωκε τους νόμους εις τους Σικελιώτας.» Ενεταφίασαν δε το σώμα εις την αγοράν, και στοάς ύστερον περιεγείραντες, και παλαίστρας ενοικοδομήσαντες, προσδιώρισαν ταύτα εις γυμνάσιον των νέων, και ωνόμασαν αυτό Τιμολεόντειον. Αυτοί δε το πολίτευμα και τους νόμους μεταχειριζόμενοι τους υπ' αυτού τεθέντας, έμειναν επί πολύν χρόνον ευδαιμονούντες.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ

Α. Δι' άλλους μεν συνέβη ν' αρχίσω γράφων τους βίους εγώ, επέμεινα δε και εξηκολούθησα ήδη δι' εμαυτόν, προσπαθών ως εις κάτοπρον να βλέπω εις την ιστορίαν, και να διακοσμώ όσον δύναμαι και ν' αφομοιώ τον βίον μου προς εκείνων τας αρετάς· διότι συνδιαίτησιν και συμβίωσιν ομοιάζει προ πάντων το πράγμα, όταν δεχόμενοι και παραλαμβάνοντες έκαστον αυτών διά της ιστορίας ως εις φιλοξενίαν, αναθεωρώμεν «πόσος και ποίος τις ήτον» (290) τα κυριώτερα και τα κάλλιστα των πράξεων αυτού προς γνώσιν λαμβάνοντες.

«Φευ! ποία ταύτης έστι μείζων ηδονή (291)»,

και ενεργότερα προς ηθών επανόρθωσιν; Και ο μεν Δημόκριτος (292) λέγει ότι πρέπει να ευχώμεθα όπως τυγχάνωμεν ειδώλων ευτυχών, και όπως κατέρχονται προς ημάς εκ του περιέχοντος τα συμφωνούντα μεθ' ημών και χρηστά μάλλον παρά τα φαύλα και τα μοχθηρά (293), εισαγαγών εις την φιλοσοφίαν λόγον ουχί αληθή, και παρεκτρέποντα προς απεράντους δεισιδαιμονίας. Ημείς δε, διά της περί την ιστορίαν ενασχολήσεως, και διά της συνηθείας της συγγραφής, παρασκευάζομεν ημάς αυτούς εις το να δεχώμεθα πάντοτε εις τας ψυχάς ημών τας μνήμας των αρίστων και δοκιμωτάτων· και αν η σχέσις των ανθρώπων μεθ' ών διαιτώμεθα εξ ανάγκης, φαύλον τι έχουσα ή αγενές ή κακόηθες, προσβάλλη ημάς δι' αυτού, ν' αποκρούωμεν αυτό και να το αποβάλλωμεν, στρέφοντες προς τα κάλλιστα των παραδειγμάτων ιλαράν την διάνοιαν και πραείαν. Εκ τούτων σοι πέμπω διά του παρόντος τον βίον Τιμολέοντος του Κορινθίου και τον του Αιμιλίου Παύλου, ανδρών ών ου μόνον αι προαιρέσεις αλλά και αι τύχαι υπήρξαν αγαθαί προς τα πράγματα, ώστε θέλει αμφισβητηθή αν δι' ευτυχίας μάλλον ή διά φρονήσεως κατώρθωσαν των έργων αυτών τα μέγιστα.

Β. Οι πλείστοι συγγραφείς ομολογούσιν ότι ο οίκος των Αιμιλίων ήτον εκ των ευπατριδών και των παλαιών. Ότι δ' ο πρώτος αυτών, όστις και εις το γένος κατέλιπε την επωνυμίαν του, ήτον ο Μάμερκος, υιός Πυθαγόρου του σοφού (294) διά την γλυκύτητα και χάριν του λόγου του Αιμύλιος (295) προσαγορευθείς, είπον τινές, οίτινες απέδωκαν εις τον Πυθαγόραν την εκπαίδευσιν του βασιλέως Νουμά (296). Και οι πλείστοι μεν των εκ της οικίας ταύτης εις δόξαν προαχθέντων ευτύχησαν διά της αρετής ήν εζήλωσαν. Του δε Λευκίου Παύλου το κατά τας Κάννας ατύχημα έδειξε και την φρόνησιν συγχρόνως και την ανδρείαν αυτού, διότι μη δυνηθείς να πείση τον συνάρχοντα αυτού, και να τον εμποδίση του να πολεμήση, εις μεν την μάχην άκων συνέπραξε μετ' αυτού, της δε φυγής δεν συμμετέσχεν, αλλ' όταν ο συνάψας την μάχην εγκατέλιπεν αυτήν, αυτός σταθείς και μαχόμενος κατά των εχθρών εφονεύθη. Τούτου η μεν θυγάτηρ Αιμιλία ενυμφεύθη τον μέγαν Σκηπίωνα· ο δ' υιός Παύλος Αιμίλιος, περί ού ταύτα γράφονται, εις ηλικίαν ελθών κατά καιρόν εφ' ού ήνθουν δόξαι και αρεταί επιφανεστάτων ανδρών και μεγίστων, διέλαμψεν ουχί ζηλώσας τα επιτηδεύματα των νέων οίτινες ευδοκιμούσιν, ουδέ την ιδίαν μετ' αυτών οδόν απ' αρχής πορευθείς· διότι ούτε εις λόγους ησχολείτο δικαστικούς, και τους ασπασμούς και τας δεξιώσεις και φιλοφροσύνας, δι' ών κολακεύοντες πολλοί τον δήμον απέκτων αυτού την εύνοιαν, θεραπευτικοί και σπουδαίοι λεγόμενοι, παρέλιπεν εντελώς, αν και προς αμφότερα ήτον ευφυής· αλλ' επιζητών μάλλον την απ' ανδρείας και δικαιοσύνης και πίστεως δόξαν, ως εκατέρου κρείττονα, και κατά τούτο διέφερε των ομηλίκων του απ' αρχής.

Γ. Η πρώτη δε των επισήμων αρχών ήν εζήτησεν υπήρξεν η αγορανομία (297), και προεκρίθη εκ δώδεκα υποψηφίων, οίτινες λέγεται ότι μετά ταύτα πάντες υπάτευσαν. Γενόμενος δ' ιερεύς των Αυγούρων ονομαζομένων (298), ούς οι Ρωμαίοι αναδεικνύουσιν επισκόπους και φύλακας της δι' ορνίθων και διοσημειών μαντικής, ούτως εσεβάσθη τα πάτρια ήθη, και κατενόησε την των παλαιών περί τα θεία ευλάβειαν, ώστε την ιερωσύνην, ήτις εφαίνετο έντιμός τις υπηρεσία, και επιζήτητουν άλλοι ένεκα δόξης, ανέδειξε μίαν των υπερτάτων τεχνών, και εδικαίωσε τους φιλοσόφους, όσοι ώρισαν την ευσέβειαν επιστήμην της των θεών θεραπείας. Διότι τα πάντα ετελούντο υπ' αυτού μετά σπουδής και μετ' εμπειρίας, και απείχε πάσης άλλης εργασίας όταν περί αυτής επρόκειτο, και ουδέν παρέλειπεν ή εκαινοτόμει, μετά των συνιερέων πάντοτε και περί των μικρών φιλονεικών, και διδάσκων ότι, αν νομίζη τις ότι το θείον είναι εύκολον και δεν δυσαρεστείται διά τας τοιαύτας αμελείας, εις την πόλιν όμως δύσκολον είναι να συγχωρή τα τοιαύτα και να τα παραβλέπη. Διότι ουδείς εξ αρχής αμέσως διά μεγάλου παρανομήματος μετακινεί την πολιτείαν, αλλά και αυτήν των μεγίστων την τήρησιν καταστρέφουσιν οι παραμελούντες την ακρίβειαν περί τα μικρά. Ουχ ήττον δ' απεδείκνυτο και των στρατιωτικών ηθών και παραδόσεων εξεταστής και φύλαξ, και στρατηγών δεν εδημαγώγει, ουδέ, ως οι πλείστοι τότε, εθήρευε δευτέρας αρχάς χαριζόμενος εις των πρώτων την διαχείρησιν, και πράως προσφερόμενος προς τους αρχομένους, αλλ' ως τις άλλων οργίων έμπειρος ιερεύς, εξήγει τα καθ' έκαστα των κατά τας στρατείας εθίμων, και φοβερός ών εις τους απειθούντας και παραβαίνοντας, ανώρθου την πατρίδα, και σχεδόν εθεώρει την επί των εχθρών νίκην ως πάρεργον της των πολιτών παιδεύσεως.

Δ. Επεκράτει τότε ο πόλεμος όν είχον οι Ρωμαίοι προς Αντίοχον τον μέγαν (299), και οι επιτηδειότατοι των στρατηγών αυτών ήσαν κατ' εκείνου απεσταλμένοι, όταν άλλος πόλεμος ηγέρθη εκ δυσμών, και μεγάλα κινήματα έγιναν εις την Ιβηρίαν. Εις τούτον εστάλη ο Αιμίλιος στρατηγός, έχων ουχί έξ πελέκεις (300), όσους έχουσιν οι στρατηγούντες, αλλά προσλαβών άλλους τόσους, ώστε η επισημότης της εξουσίας αυτού ωμοίασε την υπατικήν. Ενίκησε δε δις τους βαρβάρους εκ παρατάξεως, και εφόνευσε περί τας τριάκοντα χιλιάδας αυτών. Φαίνεται δ' ότι τούτο υπήρξε προφανές της στρατηγικής αυτού ικανότητος κατόρθωμα, διότι ωφεληθείς εκ της καταλληλότητος των χωρίων, και διάβασίν τινα ποταμού ενεργήσας, διευκόλυνε την νίκην εις τους στρατιώτας. Υπέταξε δε πόλεις διακοσίας πεντήκοντα, δεχθείσας αυτόν εκουσίως. Αφείς δε την επαρχίαν κατηρτισμένην εν ειρήνη και πίστει, επανήλθεν εις Ρώμην, ουδέ κατά μίαν δραχμήν εκ της εκστρατείας γενόμενος ευπορώτερος. Ήτον δε και κατά τ' άλλα αργός μεν εις το ν' αποκτά, δαπανηρός δε και αφειδής της περιουσίας του. Αύτη δε δεν ήτον πολλή, αλλά μόλις εξήρκεσε μετά τον θάνατον αυτού εις απόδοσιν της οφειλομένης προικός εις την γυναίκα του.

Ε. Ενυμφεύθη δε την Παπιρίαν, θυγατέρα του Μάσωνος (301), ανδρός υπατικού, και αφ' ού πολύν καιρόν συνώκησε μετ' αυτής, αφήκε τον γάμον, ει και άριστα τέκνα απ' αυτής αποκτήσας. Διότι αύτη τω εγέννησε τον κλεινότατον Σκηπίωνα και τον Μάξιμον Φάβιον. Αιτία δε γραπτή της διαξεύξεως αυτού δεν περιήλθεν εις ημάς, αλλά φαίνεται ότι αληθής είναι λόγος τις όστις ερρέθη περί της των γάμων διαλύσεως. Ανήρ Ρωμαίος εχώριζε την γυναίκα του· οι δε φίλοι του ενουθέτουν αυτόν· «Δεν είναι σώφρων; τω έλεγον, δεν είναι εύμορφος; δεν είναι γόνιμος;» Αλλ' εκείνος, δείξας το υπόδημά του (κάλτιον (302) καλούσαν αυτό οι Ρωμαίοι)· «Δεν είναι ωραίον αυτό; απήντησε, δεν είναι καινούργιον; Αλλά τις εξ υμών ημπορεί να γνωρίζη ποίον μέρος του ποδός μου θλίβει;» Και τω όντι μεγάλα μεν και πασίγνωστα σφάλματα εγένοντο αιτίαι διαζυγίων άλλων γυναικών· δι' άλλας δε, αηδία τις, και των ηθών δυσαρμοστία, και μικρά τινα και πυκνά παραπτώματα, άγνωστα εις τους άλλους, απεχθείας επιφέρουσιν ασυμβιβάστους εις τα συνοικέσια. Ούτω λοιπόν ο Αιμίλιος, χωρισθείς της Παπιρίας, ενυμφεύθη άλλην, και τους δύο παίδας ούς αυτή εγέννησεν είχεν εις την οικίαν του, τους δε προτέρους έδωκε θετούς εις τους μεγίστους οίκους και εις τα επιφανέστατα γένη, τον μεν πρεσβύτερον εις το του Μαξίμου Φαβίου, του πεντάκις υπατεύσαντος· τον δε νεώτερον υιοθετήσας ο υιός του Αφρικανού Σκηπίωνος, εξάδελφόν του όντα, ωνόμασε Σκηπίωνα. Εκ δε των θυγατέρων του Αιμιλίου την μεν ενυμφεύθη ο υιός του Κάτωνος, την δ' άλλην ο Αίλιος Τουβέρων, ανήρ άριστος, και εκείνος μεταξύ των Ρωμαίων, όστις την πενίαν υπέμεινε μεγαλοπρεπέστατα· διότι δεκαέξ ήσαν οι συγγενείς, Αίλιοι όλοι· είχον δ' οικίσκον μικρότατον, και έν χωρίον ήρκει εις όλους, μίαν έχοντας εστίαν μετά πολλών παίδων και γυναικών. Μεταξύ τούτων ήτον και η θυγάτηρ τούτου του Αιμιλίου, του δις υπατεύσαντος και δις θριαμβεύσαντος, μη αισχυνομένη την πενίαν του ανδρός της, αλλά θαυμάζουσα την αρετήν αυτού δι' ήν ήτον πένης. Οι σημερινοί δ' αδελφοί και συγγενείς, αν διά κλιμάτων (303) και ποταμών και διατειχισμάτων δεν χωρίσωσι τα κοινά κτήματα, και ευρύχωρον δεν λάβωσιν απ' αλλήλων απόστασιν, δεν παύουσι φιλονεικούντες. Ταύτα παρέχει η ιστορία άξια παρατηρήσεως και σκέψεως εις τους θέλοντας και αυτοί να σωθώσιν.

ΣΤ. Ο δ' Αιμίλιος, ύπατος εκλεχθείς (304), εξεστράτευσε κατά των παρά τας Άλπεις Αιγύων, ούς τινες και Λιγυστίνους ονομάζουσιν, έθνος μάχιμον και θυμοειδές, πείραν δε του πολέμου λαμβάνον παρά των Ρωμαίων διά την γειτνίασιν· διότι νέμονται τα έσχατα και προς τας Άλπεις καταλήγοντα μέρη της Ιταλίας, και εξ αυτών των Άλπεων όσα βρέχονται υπό του Τυρρηνικού πελάγους και αντικρύζουσι την Λιβύαν (305), μεμιγμένοι μετά Γαλατών και των παραλίων Ιβήρων. Τότε δε, περιτρέχοντες την θάλασσαν εις σκάφη πειρατικά, αφήρουν και διήρπαζον τα εμπορεύματα μέχρι των Ηρακλείων στηλών αναπλέοντες. Όταν λοιπόν επήλθε κατ' αυτών ο Αιμίλιος, τεσσαράκοντα χιλιάδες γενόμενοι, αντέστησαν κατ' αυτού· έχων δ' εκείνος μόνον οκτακισχιλίους, προσέβαλεν αυτούς, αν και πενταπλασίους, τους έτρεψεν εις φυγήν, και εις τα τείχη κατακλείσας αυτούς, τοις απεύθυνε προτάσεις φιλανθρώπους και συμβιβαστικάς· διότι οι Ρωμαίοι δεν ήθελον να εξολοθρεύσωσιν εντελώς το έθνος των Λιγύων, κείμενον ως περίφραγμα εμπρός αυτών η προπύργιον, και εμποδίζον τα κινήματα δι' ών οι Γαλάται πάντοτε ηπείλουν την Ιταλίαν. Εμπιστευθέντες λοιπόν εις τον Αιμίλιον, τω παρέδωσαν και τα πλοία των και τας πόλεις· και αυτός τας μεν πόλεις ουδόλως ηδίκησε, και τα τείχη μόνον κρημνίσας, τας απέδωκεν εις αυτούς· τα πλοία όμως τοις αφήρεσεν όλα, και ουδέν τοις αφήκε τρισκάλμου (306) μεγαλήτερον· τους δε συλληφθέντος υπ' αυτών διέσωσε, πολλούς ευρεθέντας και Ρωμαίους και ξένους. Ύστερον δε, ει και πολλάκις εφάνη ότι ήθελε πάλιν να υπατεύση, και άπαξ μάλιστα ετέθη και υποψήφιος, αποτυχών όμως και παροραθείς, έμενεν ήσυχος του λοιπού, εις των ιερών αφιερωμένος την επιμέλειαν, και εξασκών τους υιούς του εις μεν την επιχώριον και πάτριον παιδείαν, καθώς αυτός εξησκείτο, εις δε την ελληνικήν έτι φιλοτιμότερον. Διότι ου μόνον γραμματικοί, και σοφισταί, και ρήτορες, αλλά και πλάσται, και ζωγράφοι, και ίππων και σκύλων επιστάται, και κυνηγίου διδάσκαλοι Έλληνες ήσαν περί τους νεανίσκους. Ο δε πατήρ αυτών, αν δεν υπήρχε δημόσιόν τι εμπόδιον, παρευρίσκετο πάντοτε εις τας μελέτας και τα γυμνάσια αυτών, φιλότεχνος ών ως ουδείς έτερος των Ρωμαίων.

Ζ. Ήτον δε τότε των δημοσίων πράξεων ο καιρός, καθ' όν πολεμούντες κατά Περσέως, του βασιλέως των Μακεδόνων, κατηγόρουν τους στρατηγούς, ότι εξ απειρίας και ατολμίας διεχειρίζοντο αισχρώς και καταγελάστως τα πράγματα, και εκακοποιούντο μάλλον υπό των εχθρών ή ό,τι τους εκακοποίουν. Αφ' ού Αντίοχον, τον επικληθέντα Μέγαν, υποχωρήσαντα εκ της άλλης Ασίας, εδίωξαν επέκεινα του Ταύρου και τον κατέκλεισαν εις την Συρίαν, ευχαρίστως διά δεκαπέντε χιλιάδων ταλάντων τας συνθήκας ταύτας εξαγοράσαντα· αφ' ού ολίγον πρότερον εν Θεσσαλία συνέτριψαν τον Φίλιππον (307) και ηλευθέρωσαν τους Έλληνας από των Μακεδόνων· αφ' ού και τον Αννίβαν κατεπολέμησαν, προς όν ουδείς βασιλεύς εδύνατο να παραβληθή κατά τόλμην ή κατά δύναμιν, ενόμιζον ουχί ανεκτόν να είν' εμπεπλεγμένοι μετά του Περσέως, ως ίσοι προς ίσον της Ρώμης αντίπαλον, και επί πολύν χρόνον να πολεμή αυτός τους Ρωμαίους διά των λειψάνων της πατρικής ήττης· αγνοούντες ότι νικηθείς ο Φίλιππος, κατέστησε των Μακεδόνων την δύναμιν πολύ ισχυροτέραν και μαχιμωτέραν. Ταύτα θέλω βραχέως διηγηθή, αρχόμενος άνωθεν.

II. Αντίγονος, ο κραταιότατος των Αλεξάνδρου διαδόχων και στρατηγών, αποκτήσας δι' εαυτόν και τους απογόνους του την προσηγορίαν του βασιλέως, έσχεν υιόν Δημήτριον, (308) ού υιός εγένετο ο Αντίγονος, ο επονομασθείς Γονατάς. Τούτου δ' υιός ην ο Δημήτριος, όστις ολίγον βασιλεύσας καιρόν, και υιόν εις παιδικήν ηλικίαν απολιπών τον Φίλιππον, απέθανε. Φοβηθέντες δ' οι πρώτοι των Μακεδόνων την αναρχίαν, εκάλεσαν τον Αντίγονον, εξάδελφον του αποθανόντος, και νυμφεύσαντες μετ' αυτού την μητέρα του Φιλίππου, πρώτον μεν τον ωνόμασαν επίτροπον και στρατηγόν, έπειτα δε, γνωρίσαντες αυτόν μετριοπαθή και χρήσιμον, τον ανηγόρευσαν βασιλέα. Επεκλήθη δε Δ ώ σ ω ν, ως υποσχόμενος μεν πάντοτε, μη εκτελών δε τας υποσχέσεις του (309). Μετά τούτον δε βασιλεύσας ο Φίλιππος, διέπρεψε μεγάλως μεταξύ των βασιλέων, έτι μειράκιον ων, και εφαίνετο ως μέλλων ν' αναστήση την Μακεδονίαν εις την παλαιάν αυτής περιοπήν, και ως μέλλων μόνος ν' αναχαιτήση των Ρωμαίων την δύναμιν, κατά πάντων ήδη εγειρομένην. Νικηθείς δ' εις μεγάλην μάχην περί την Σκοτούσσαν υπό Τίτου Φλαμινίνου, τότε μεν υπέκυψε, και πάντων των καθ' εαυτόν κυρίους ανεγνώρισε τους Ρωμαίους, και μετρίου προστίμου τυχών, έμεινεν ευχαριστημένος. Ύστερον δε, δυσανασχετών, και το να οφείλη την βασιλείαν εις χάριν των Ρωμαίων θεωρών ίδιον αιχμαλώτου μάλλον την τρυφήν αγαπώντος, παρ' ανδρός έχοντος φρόνημα και μεγαλοψυχίαν, έστρεψε την γνώμην του προς τον πόλεμον, και παρεσκευάζετο λαθραίως και πανούργως. Και τας μεν πόλεις τας κειμένας επί των μεγάλων οδών και τας παραθαλασσίους εγκατέλειπεν ασθενείς και σχεδόν ερήμους, ώστε να καταφρονώνται, συνήγε δε δύναμιν πολλήν εις τα άνω μέρη, και τα μεσόγεια χωρία και φρούρια και πόλεις πληρών όπλων και χρημάτων πολλών και ακμαίων στρατιωτών, εγύμναζε τον πόλεμον, και τον συνείχεν ως κεκρυμμένον αδήλως· διότι όπλων αποτεταμιευμένων, και εν αχρηστία μενόντων είχε τριάκοντα χιλιάδας, οκτώ δ' εκατομμύρια μεδίμνων σίτου ήσαν εγκατωκοδομημένα εντός των τειχών, και πλήθος χρημάτων, όσον ήρκει όπως επί δέκα έτη τρέφη δεκακισχιλίους μισθοφόρους, πολεμούντας υπέρ της χώρας. Αλλ' εκείνος μεν δεν επρόφθασε να κινήση τας δυνάμεις ταύτας και να εκτελέση το σχέδιό του, αποθανών εκ λύπης και αθυμίας, διότι ενόησεν ότι αδίκως εθανάτωσε τον ένα των υιών του, Δημήτριον, πεισθείς εις του άλλου, του χειροτέρου τας διαβολάς. Ο δε μένων των υιών του, ο Περσεύς, μετά της βασιλείας διεδέχθη και την κατά των Ρωμαίων έχθραν αυτού. Αλλά τοιούτο βάρος να φέρη ήτον ανίκανος διά την μικρότητα και την μοχθηρίαν του ήθους του, πλήρης ων παθών και ελαττωμάτων, εν οίς επρώτευεν η φιλαργυρία. Λέγεται δ' ότι ουδέ γνήσιος ην την καταγωγήν, αλλ' ότι τον εγέννησε ράπτριά τις εξ Άργους, Γναθαινία ονομαζομένη, τον έλαβε δ' αρτιγέννητον η σύζυγος του Φιλίππου, και κρυφίως τον εδέχθη υποβολιμαίον. Διά τούτο φαίνεται προ πάντων ότι εφοβήθη και εφόνευσε τον Δημήτριον, μήπως έχων γνήσιον ο οίκος διάδοχον, αποκαλύψη την νοθείαν εκείνου.

Θ. Αλλά καί τοι αγεννής ών και ταπεινός, υπό των δυνάμεων άς διέθετεν παρακινούμενος, απεδύθη προς τον πόλεμον, και αντέσχε πολύν καιρόν, νικήσας υπατικούς αρχηγούς των Ρωμαίων, και στρατεύματα και στόλους μεγάλους, και κυριεύσας τινάς αυτών. Και τον πρώτον μεν εισβαλόντα εις την Μακεδονίαν, Πόπλιον Λικίννιον, ενίκησεν εις ιππομαχίαν και τον έτρεψεν εις φυγήν, και δισχιλίους και πεντακοσίους γενναίους άνδρας εφόνευσε, και ζώντας άλλους εξακοσίους συνέλαβεν. Εις δε τον στόλον, όστις ήτον προσωρμισμένος εις τον Ωρεόν, επιπλεύσας απροσδοκήτως, είκοσι μεν εκυρίευσεν ολκάδας (310) μετ' αυτού του φορτίου, των, τα δ' επίλοιπα, σίτου πλήρη, κατεβύθισεν. Εκυρίευσε δε και τέσσαρα πλοία πεντηρικά (311). Και μάχην συνήψεν εκ δευτέρου, καθ' ήν απέκρουσε τον υπατικόν Οστίλιον, θέλοντα διά βίας να εισβάλη κατά τας Ελιμίας (312) Εισβαλόντα δε λαθραίως διά της Θεσσαλίας, τον προσεκάλεσεν εις μάχην, αλλ' εφοβήθη εκείνος να την δεχθή. Εκστρατεύσας δε, παρέργως του πολέμου, κατά των Δαρδανέων (313), ως περιφρονών δήθεν τους Ρωμαίους και ως έχων καιρόν ν' ασχοληθή αλλαχού, κατέκοψε δέκα χιλιάδας εκ των βαρβάρων τούτων, και έλαβε πολλά λάφυρα, Υπεκίνει δε και τους Γαλάτας τους περί τον Ίστρον κατοικούντας, οίτινες καλούνται Βαστάρναι (314), στρατόν ιππικόν και μάχιμον· εκάλει δε και τους Ιλλυρίους (315), διά Γενθίου, του βασιλέως αυτών, να βοηθήσωσιν εις τον πόλεμον και αυτοί. Και λόγος διέτρεξεν ότι διά μισθού υπ' αυτού πεισθέντες οι βάρβαροι, έμελλον διά της κάτω Γαλατίας παρά τον Αδρίαν να εισβάλωσιν εις την Ιταλίαν.

I. Ταύτα μανθάνοντες οι Ρωμαίοι, ενέκρινον ν' αφήσωσι τας χάριτας και τας υποψηφιότητας ως προς τας στρατηγίας, και να καλέσωσιν εις την αρχηγίαν άνδρα νουν έχοντα, και ηξεύροντα πώς να διεξαγάγη μεγάλα πράγματα. Ούτος ήτον ο Παύλος Αιμίλιος, ηλικίας, μεν ήδη προκεχωρημένης και εξηκοντούτης σχεδόν, ακμάζων δε κατά την σωματικήν δύναμιν, υπό νέων υιών και γαμβρών περιστοιχιζόμενος, και υπό φίλων και συγγενών πολλήν εχόντων δύναμιν, οίτινες πάντες τον έπειθον να υπακούση εις τον δήμον, καλούντα αυτόν εις την υπατείαν. Αλλ' εκείνος κατ' αρχάς μεν απεποιείτο δήθεν προς το πλήθος, και απέκρουε την προθυμίαν αυτών, ως μη επιθυμών την αρχήν. Επειδή δε καθ' ημέραν επανήρχοντο και τον προσεκάλουν εις την αγοράν, και κατεβόων κατ' αυτού, επείσθη· και άμα παρουσιάσθη μεταξύ των επιζητούντων την υπατείαν, εφάνη ουχί ερχόμενος όπως λάβη αρχήν, αλλ' όπως φέρη νίκην και του πολέμου επιτυχίαν, και όπως δώση εις τους πολίτας το ενδόσιμον να καταβώσιν εις το πεδίον· μετά τοσαύτης ελπίδος και προθυμίας εδέχθησαν πάντες αυτόν, και κατέστησαν ύπατον αυτόν εκ δευτέρου, μη αφήσαντες να τεθή, κατά την συνήθειαν, κλήρος επί των επαρχιών, αλλά ψηφίσαντες ευθύς δι' αυτόν του Μακεδονικού πολέμου την αρχηγίαν. Λέγεται δ' ότι, ως ανηγορεύθη στρατηγός κατά του Περσέως, προπεμφθείς εις την οικίαν του λαμπρώς υπό του δήμου παντός, εύρε την θυγατέρα του Τερτίαν, ήτις ήτον παιδίον έτι, δακρύουσαν, και ασπασθείς αυτήν την ηρώτησε διατί λυπείται. Εκείνη δ' εναγκαλισθείσα και φιλούσα αυτόν, «Δεν ηξεύρεις, ω πάτερ, τω είπεν, ότι μας απέθανεν ο Περσεύς;» «Ενόει δε κυνάριον τρεφόμενον υπ' αυτής, και ούτως ονομαζόμενον. Ο δ' Αιμίλιος, «Αγαθή τύχη, είπεν, ω θύγατερ, και δέχομαι τον οιωνόν.» Ταύτα ιστορεί Κικέρων ο ρήτωρ εν τοις περί μαντικής (316).