Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών
Part 16
Η σκληρότητα της Κατηγές έθλιψε κατά πολλά τον γέροντα. Στοχασθήτε την τύχην μου, εφώναξε είδα τες πλέον ωραιότερες γυναίκες του κόσμου, και έζησα έως τώρα ήσυχος, χωρίς να αφήσω ποτέ να με νικήση η ευμορφιά των και τώρα πώς είνε τούτο να συλλάβω μίαν τέτοιαν σφοδράν αγάπην εις μίαν τόσον σκληράν και αχάριστην; βλέπω τον αφανισμόν και την απελπισίαν της κλίσεώς μου, που με οδηγεί διά να χάσω κάθε μου ελπίδα· εις τέτοιον τρόπον ομιλώντας ο γέρων, είχε τους οφθαλμούς γεμάτους από δάκρυα. Η Φατμέ εκατανύχθη πολλά εις την θλίψιν του γέροντος η οποία ήτον φυσικά πολλά καλή, και γυρίζοντας προς αυτόν είπεν· Αφέντη παύσε που να λυπάσαι· το κακόν σου δεν είνε χωρίς ιατρειάν· μη στοχάζεσαι τα πρώτα λόγια τη αδελφής μου η οποία δεν ηξεύρει το τι της γίνεται· ο καιρός θέλει της μεταβάλλει την βουλήν· εσύ αλήθεια, δεν είσαι νέος· μα εγώ σε πιστεύω ότι είσαι ένας χρήσιμος άνθρωπος· η αγάπη σου και η επιμέλεια σου θέλουν την κάμει τέλος πάντων απαλήν και συγκαταβατικήν· ημείς θέλομεν σε υπακούσει, και θέλομεν σε ακολουθήσει. Ναι, μα ω αδελφή μου ανέκραξεν η Κατηγέ με θυμόν, αν αυτός με ήθελε βιάση και με υποχρεώση διά να τον αγαπήσω, εγώ σου τάσσω πως δεν θέλω το υπακούσει. Όχι, ω εύμορφη Κατηγέ είπεν ο γέρων, εγώ δεν θέλω ποτέ σε βιάσει, σου το τάσσω με τον όρκον μου, και εις κανένα πράγμα δε θέλω σου αντισταθή, που να μην είνε της ορέξεώς σου και θέλεις είσαι νοκοκυρά εις ό,τι έχω, και το περισσότερον οπόταν σε ιδώ πως η θεωρία μου σε ενοχλεί σου τάσσω πως να ξεμακρύνω από λόγου σου διά να μην έχεις αιτίαν να παραπονεθής απ' εμένα.
Η Φατμέ επάνω εις αυτό είπεν· επειδή και η αδελφή μου φαίνεται πως συγκλίνει διά να σε υπακούση, με τα όσα της έταξες, πρέπει να μας αφήσης, διά να πάμεν ετούτα τα σκουτιά εις εκείνους που μας τα έδωσαν, και υστερώτερα γυρίζομεν διά να σε ακολουθήσομεν. Αχ μη με υστερής από την αδελφήν σου, σε εξορκίζω, διατί φοβούμαι μην αλλάξετε την γνώμην σας, και δεν γυρίσετε πλέον να σας ιδώ, και με κάμετε να αποθάνω από την θλίψιν μου· πήγαινε του λόγου σου, και άφησε εδώ με εμένα την Κατηγέ, και σε καρτερούμε έως που να γυρίσης. Ας είναι, του είπεν η Φατμέ· διά να σε υπακούσω κάμνω καθώς ορίζεις. Στάσου το λοιπόν αυτού, Κατηγέ, και ευθύς γυρίζω να σας εύρω. Όχι, όχι απεκρίθη η Κατηγέ εγώ θέλω να έλθω μαζί σου, δεν θέλω να μείνω μοναχή εδώ με τούτον τον γέροντα. Και διατί της λέγει η Φατμέ δεν θέλεις να μείνης; τι φοβάσαι; εγώ γυρίζω πολλά γλήγορα· αυτός ο γέρων είνε άνθρωπος τιμημένος και μη φοβάσαι από αυτόν τίποτε. Η Κατηγέ εις αυτά τα λόγια της αδελφής της δεν ετόλμησε να της αντισταθή, την οποίαν την εστοχάζονταν ωσάν μητέρα και έμεινεν εκεί εναντίον εις την θέλησίν της. Ως τόσον η Φατμέ παίρνοντας όλα τα σκουτιά, που ήτον εις δύο κανίστρες εμίσευσε μα αντί να ξαναγυρίση ευθύς καθώς έταξε, δεν εφάνη να έλθη όλον το επίλοιπον της ημέρας.
Κανένα πράγμα δεν ημπορούσε να παρομοιάση την ανησυχίαν της Κατηγέ, η οποία βλέποντας ότι η νύκτα επλησίαζεν ευρέθη εις μεγάλην αδημονίαν· απόπερνε με ονειδισμούς τον γέροντα· εσύ είσαι εκείνος του έλεγεν, που μου επροξένησες ετούτην την δυστυχίαν, και αν δεν ήθελε μας τύχη το κακόν συναπάντημα, εγώ ήθελα είμαι με την αδελφήν μου. Αυτά τα λόγια και οι ονειδισμοί έθλιβαν κατά πολλά τον γέροντα· δεν ήξευρε τι να αποκριθή τόσον εφοβούνταν διά να μη την αγριώση περισσότερον, επειδή και έβλεπε καλά πως είχε δίκαον εναντίον του.
Μα με όλον που επροσπάθει να την παρηγορήση και να την καταπραΰνη, τόσον περισσότερον της άναπτε την ανησυχίαν της και το μίσος προς αυτόν, λέγοντάς του θυμωμένη, να σιωπήση αν θέλη· και με όλον που ήτον νύκτα ήθελε να πηγαίνη εις το Μουσουλπατάν. Αυτό το έκανεν αυτή, όχι μόνον διά να μην απεράση την νύκτα με τον γέροντα, αλλά και διά να ιδή τι έγινεν η αδελφή της. Ο γέρων βλέποντάς την έτσι αποφασισμένην, επάσχισε με κάθε τρόπον διά να την αντικόψη, λέγοντάς της, πως αυτή η απόφασίς της δεν είνε καλή και στοχαστική, να περιπατή μοναχή της νύκτα μα είναι το καλύτερον να γυρίση εις την καλύβαν της μαζή του· και ότι αν το ταχύ η Φατμέ δεν φανή να έλθη τότε θέλουν πηγαίνει αντάμα να την γυρεύουν ολούθεν.
Αυτά τα δικαιολογήματα εδυνήθησαν να καταπείσουν την Κατηγιέ εναντίον εις την απόφασίν της, και οργήν που έτρεφεν εναντίον του γέροντος· και έτσι μαζί επήγαν εις την καλύβαν, εις την οποίαν με μερικούς χουρμάδες και με νερόν κρύον εδείπνησαν. Η κόρη δεν έκανεν άλλο, παρά να κλαίη όλην την νύκτα, και ο γέροντας αγαπητικός της δεν απέρασε και αυτός με τόσην ησυχίαν· Το ταχύ ευθύς που έφεξεν εμίσευσαν από την καλύβαν, και επήγαν εις το Μουσουλπατάν· εις το οποίον δεν άφησαν στράταν και σπήτι που να μη γυρεύσουν την Φατμέ και δεν εστάθη τρόπος που να μάθουν δι' αυτήν καμμίαν είδησιν. Ετούτη η δυστυχία επάνω εις το ριζικόν της Φατμές τους έφερεν εις το άκρον της θλίψεως και της απελπισίας, μην ημπορώντας να μάθουν το τι έγινε. Δεν έφθασεν αυτό, που την εγύρεψαν εις όλην εκείνην την πόλιν, αλλά ηθέλησαν να την γυρέψουν και εις όλα τα περίχωρα και εις όλες τες στράτες, που επήγαιναν εις άλλες πολιτείες.
Και δεν εστάθη κανένας τόπος ή χώρα, ή βουνόν που να μη την γυρέψουν εις διάστημα οκτώ ημερών μα έχασαν άκαιρα τους κόπους τους. Τέλος πάντων μη ηξεύροντας πλέον πού να την ζητήσουν, ο γέρων με πολλά λόγια γλυκά και παρηγορητικά επαρακινούσε την Κατηγιέ διά να την φέρη εις τον τόπον του και σταθή με αυτόν, με το να μην ήτον πρέπον να σταθή πλέον εις την καλύβαν μοναχή της. Η Κατηγιέ με πολλήν κόπον και εξ ανάγκης εκαταπείσθη διά να τον ακολουθήση εναντίον εις την θέλησίν της. Η χώρα εις την οποίαν ο γέρων εκατοικούσεν, ήτον μακράν από την Καλύβαν της Κατηγιέ τρεις ημέρες στράταν, εις την οποίαν φθάνοντας εκεί ο Δαλήκ (έτσι ωνομάζετο ο γέρων), έφερε την Κατηγιέ εις ένα πολλά ευγενικόν σπήτι. Και αφού εδείπνησαν την άφησε διά να αναπαυθή εις ένα οντά, και αυτός επήγεν εις άλλον να κάμη το όμοιον.
Την ερχομένην ημέραν της έκοψε διάφορα χρυσά φορέματα, και της έδωσε και μίαν σκλάβαν διά να την δουλεύη εις τα θελήματά της, και ό,τι ήθελε προστάξη χωρίς εναντίωσιν να της γίνη. Η Κατηγιέ δεν ημπορούσε να καταλάβη την μεταμόρφωσιν της καταστάσεώς της, από πτωχή κόρη που ήτον να ευρεθή εις ολίγον διάστημα εις τόσην ευτυχίαν. Και εστοχάζετο μερικές φορές πως έπρεπε να ήτον υπόχρεη του γέροντος διά τα τόσα καλά που εχαίρονταν· και μέσα εις την καρδίαν της εδιαφύλαττε κάποιαν υποχρέωσιν προς τον Δαλήκ, ο οποίος, με όλον που της έκαμε αυτές τες χάρες και την εστόλιζε με τόσα λαμπρά φορέματα, και με διάφορα διαμαντικά, δεν έλειψε που να μην φυλάττη και τα όσα της έταξεν, ήγουν που να μην την βιάση με κανένα τρόπον διά να τον στεφανωθή, και να μην κάμη χωρίς την θέλησίν της κανένα πράγμα, διά τα οποία όλα αυτά δεν έλειπε που να μη δείχνη κάποιαν ευχαριστίαν προς αυτόν αλλά δεν ανταπεκρίνετο εις την αγάπην του, και δεν τον έβλεπε μετά χαράς.
Απέρασαν σχεδόν τρεις μήνες που η Κατηγέ ευρίσκονταν εις θλίψιν διά την αδελφήν της. Μα το διάστημα του καιρού, και οι ανάπαυσες που είχεν, άρχισαν ολίγον κατ' ολίγον να την κάνουν να εκβάλη από τον νουν την ενθύμησίν της, ήγουν να την αλησμονήση, και να ευρίσκεται πλέον ελαφρωμένη εις τες θλίψες της. Ησυχάζοντος λοιπόν αυτή μίαν νύκτα βλέπει εις τον ύπνον της ένα όνειρον, που της εδιαπέρασε την καρδίαν· ενυπνιάσθη αυτή πως της εφαίνονταν έμπροσθέν της ένας νέος μεγαλοπρεπέστατα ενδεδυμένος, του οποίου η ευγενής θεωρία και τα ξανθά του μαλλιά που εκυματούσαν εις τες πλάτες του την εξέπληξαν και εν τω μεταξύ που αυτή τον εστοχάζονταν, αυτός της είπε· «Αχ Κατηγέ, τι στοχάζεσαι εσύ; αλησμόνησες τόσον ογλήγορα την Φατμέ; πιστεύεις τάχα ότι τα εύμορφα στολίδια και φορέματα που έκαμεν ο Δαλήκ, σε εβγάζουν από το χρέος σου να την γυρεύσης; όχι χωρίς αμφιβολίαν· και μάθε ότι δεν ημπορείς να είσαι ευτυχισμένη, αν δεν πηγαίνης να την εύρης εις το νησί της Σουμάτρας· θεώρησέ με, και θέλεις ιδεί εκείνον, που από τον ουρανόν απεφασίσθη άνδρας σου». Και ούτω λέγοντας έγινε άφαντος ο νέος· και η Κατηγέ εξύπνησε έντρομη. Εστοχάζονταν εκείνο, όχι διά ένα όνειρον, μα διά μίαν έκστασιν και σηκωνώμενη με απόφασιν διά να κάμη αυτό το ταξείδι που εις τον ύπνον είδεν, επήγε και ηύρε τον Δαλήκ, και του εδιηγήθη το όνειρον λέγοντάς του, πως εξ αποφάσεως θέλει να μισεύση· διά να μη την παρακούση, έκλινε να της κάμη το θέλημα, και επήγεν εις τον γιαλόν, και ηύρεν ένα καράβι, που εις δύο ημέρας ήθελε να μισεύση δι' αυτό το νησί, και εσυμβιβάσθη με τον καραβοκύρην διά να τους φέρη εκεί. Και απερνώντας δύο ημέρες εμβήκαν εις το καράβι οι δύο με μίαν σκλάβαν και κάνοντας, πανιά αρμένιζαν με πολλά ευτυχισμένον αέρα. Η νέα αγαπητική του Δαλήκ ευρίσκονταν ολίγον συγχισμένη από τον φόβον της θαλάσσης· όθεν ο Δαλήκ διά να την κρατή χαρούμενην, έκανε τρόπον διά να την ξεφαντώνη· και τώρα της εδιηγούνταν ιστορίας και τώρα την εκρατούσε με κουβέντες αληθινές και φρόνιμες, διά να της στολίση το πνεύμα της και τα ήθη της. Και ύστερα από αυτά εστοχάσθη να μη της κρατήση πλέον κρυφό, το ποίος ήτον αυτός αλλά να της το φανερώση, διά να την χαροποιήση περισσότερον μα αντί να την χαροποιήση, και να την καλοκαρδίση, την έκαμε να μείνη εκστατική οπόταν αυτός άρχισε την ιστορίαν με τον ακόλουθον τρόπον.
Με όλον που σου φαίνομαι τόσον άσχημος, και πολλά γηραλέος, ήξευρε, ω ωραία μου Κατηγέ, πως εγώ είμαι αθάνατος. Η Κατηγέ ευθύς άλλαξε την όψιν της ακούοντας αυτά τα λόγια. Και ο Δαλήκ βλέποντάς την έτσι της είπε· Μη θαυμάζεσαι τόσον εις αυτό που σου είπα, διατί θέλεις μείνει περισσότερον εκστατική οπόταν ακούσης πως με βλέπεις υποκάτω εις τέτοιαν μορφήν· εγώ έχω ωραιότητα και πολλά αρκετήν διά να αρέσω εις τες γυναίκες παρά που να τες κάνω να με μισούν. Τα λουλούδια και τα άνθη του Μαΐου τίποτες δεν φαίνονται έμπροσθέν μου· με ένα λόγον όποια ήθελεν ιδή την ωραιότητα της μορφής μου, είνε αδύνατον που να μην αγροικήση εις την καρδίαν της μίαν υπερβολικήν αγάπην προς εμένα. Μα διατί, τον αντίκοψεν η Κατηγέ, δεν ξαναπέρνεις αυτήν την μορφήν σου, την τόσον ευγενικήν και ωραίαν; εσύ κατά πως είσαι δεν ημπορείς να αποκτήσης άλλο, παρά καταφρόνησιν.
Αχ, απεκρίθη ο Δαλήκ αναστενάζοντας· αυτό δεν είνε εις το χέρι μου και τούτο είνε εκείνο, που με ενοχλεί και με θλίβει. Εγώ δεν θλίβομαι άλλο εις ταύτην μου την δυστυχίαν, παρά διατί σου φανερώνομαι εμπρός εις τα μάτια σου με τέτοιαν άσχημον μορφήν. Και πώς, του είπεν η Κατηγέ, αυτή η δυστυχία σου δεν τελειώνει ποτέ. Δεν στέκει εις εμέ να την κάμω να παύση, της απεκρίθη αυτός. Μα, ω αφέντη μου, ακολουθούσεν αυτή να λέγη, πώς θέλεις εσύ εγώ να πιστεύσω πράγματα τόσον παράξενα; φθάνει να μου ακούσης την ιστορίαν, ω ωραία μου κόρη, απεκρίθη εκείνος· και μην αμφιβάλης πλέον τόσον εις την αλήθειαν τον λόγων μου.
Από εκείνο που σου εφανέρωσα, ηκολούθησεν αυτός να λέγη, ημπορείς με ευκολίαν να καταλάβης πως εγώ δεν είμαι ένας άνθρωπος. Εγώ είμαι το λοιπόν ένας εξωτικός. Είμασθε δύο αδέλφια δίδυμα φρόνιμα και ανδρεία· εγώ ονομάζομαι Δαλήκ και ο αδελφός μου Αδήλ. Και με όλην την δύναμιν και εξουσίαν που έχομεν, δεν ημπορούμεν που να μην είμασθε υποκείμενοι εις τον βασιλέα μας, ονομαζόμενον Μπρακμάνον· αυτός αγαπούσε κατά πολλά τόσον εμένα ωσάν και τον αδελφόν μου, και διά να βεβαίωση το θάρρος και την αγάπην που εις ημάς είχε, μας επαράδωσεν εις το να προσέχωμεν και να φυλάττωμεν μίαν αγαπητικήν του, της οποίας την εμπιστοσύνην δεν επίστευε τόσον. Εις αυτήν την επιστασίαν με όλην την καθαρότητα τον εδουλεύαμεν, η κυρά ήτον πάντα συντροφιασμένη ή από εμένα ή από τον αδελφόν μου και την επροσέχαμεν διά πολλούς χρόνους, χωρίς ποτέ να δείξωμεν καμμίαν κλίσιν αγάπης προς αυτήν, αλλ' ούτε αυτή προς ημάς. Και χαρά εις ημάς αν ηθέλαμεν ακολουθήση πάντα με αυτόν τον τρόπον· μα η φαντασία που εκαρφώθη εις το κεφάλι αυτής της γυναικός μας έκαμε να έλθωμεν εις αυτήν την κατάστασιν.
Αυτή ύστερον από πολλούς χρόνους συνέλαβε προς ημάς μίαν σφοδροτάτην αγάπην, και την εκρατούσε κρυφήν διά πολύν καιρόν χωρίς να μας την φανερώση, επειδή και δεν ημπορούσε να κάμη αλλέως, που να μη μας αγαπήση διά την μεγάλην ωραιότητα, και τα πολλά μας ξανθά και εύμορφα μαλλιά, που εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες μας·
Η Κατηγέ επάνω εις αυτόν τον λόγον, ερχόμενον εις την ενθύμησίν της το όνειρον που είδεν εστοχάζονταν τον γέροντα με θαυμασμόν, και αγροικούσεν έσωθέν της, ότι η διήγησίς του άρχινούσε να την υποχρεώνη και να την κάνη να στέκεται με περισσότερη προσοχή να τον ακούη. Ημείς μετά καιρόν, ηκολούθησεν ο γέρων να λέγη, εκαταλάβαμεν από μερικά σημάδια πως μας έδειχνε κάποιαν κλίσιν αγάπης· αλλά δεν ετολμούσε να μας φανερώση από την εντροπήν της· όθεν απεφασίσαμεν με τον αδελφόν μου να πασχίσωμεν με κάθε τρόπον να την κάμωμεν να μας δείξη την καρδίαν της· και αν ήθελεν είνε καθώς ημείς εστοχαζόμασθε να κάμωμεν την κυβέρνησιν διά να την εβγάλωμεν από τέτοιες φαντασίες, επειδή και η τιμή μας δεν μας εκαλούσε διά να την υπακούσωμεν. Και μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε μαζί με αυτήν, και που ο αγαπητικός της ο Μπρακμάνος υπήγεν εις ένα συμβούλιον των Εξωτικών συνηθροισμένων, άρχισε να την κολακεύση ο αδελφός μου με εύμορφους τρόπους, και να την δοκιμάζη ανίσως και ήτον καθώς αυτός την ενόμιζεν.
Η Φαραζάνα (έτσι ωνομάζετο αυτή), που δεν εκαρτερούσε άλλο, παρά ένα τέτοιον καιρόν αρμόδιον, μας εφανέρωσε καθαρώς την αγάπην που εις ημάς έτρεφεν. Εις αυτήν την φανέρωσιν ημείς εμείναμεν εκστατικοί, επειδή και δεν ήτον τιμή μας να αδικήσωμεν τον βασιλέα μας δια την πίστιν που εις ημάς είχεν. Όθεν αρχινίσαμεν να την νουθετούμεν, και να την παρακινούμεν διά να βγάλη από το κεφάλι της τέτοιες παράνομες και κινδυνώδεις φαντασίες, διατί ήθελεν είσθαι αδύνατον να την υπακούσωμεν εις τέτοια, διά το σέβας που είχαμεν προς τον βασιλέα μας. Αυτή βλέποντας που εφανήκαμεν ενάντιοι εις την επιθυμίαν της άρχισε να κλαίη και να αναστενάζη, ονειδίζοντας την σκληροκαρδίαν μας και πως είμεθα η αιτία που θέλη να χαθή, και να αποθάνη από το πάθος της, αν δεν ηθέλαμεν την υπακούσει, και να κλίνωμεν εις την θέλησίν της. Ημείς όντες στερεοί εις την γνώμην μας μετά πολλές νουθεσίες που της εκάμαμεν, την αφήσαμεν, και εμισεύσαμεν προς την κατοικίαν μας.
Αυτή αφού και είδε πως μετά όσα μας εφανέρωσε και με τα λόγια και με τα δάκρυα που έχυσε, δεν ημπόρεσε να μας καταπείση να συγκλίνωμεν εις την αγάπην της, εμεταχειρίσθη άλλους τρόπους διά να μας απατήση και τόσον έκαμε με την πονηρίαν της, και με την επιτηδειότητα που ο έρωτας πάντα εις τέτοιες περιστάσεις δασκαλεύει, ώστε μας υποχρέωσε και τους δύο διά να κλίνωμεν εις τα θελήματά της και εις την αγάπην της.
Αφού ενίκησε με τέτοιον τρόπον την σταθερότητά μας ήτον όλη χαρούμενη, και ημείς είμεθα ωσάν εκστατικοί εις το να την βλέπωμεν τόσον και τόσον νόστιμην, που η τελεία της ωραιότης δεν ημπόρεσε να προξενήση εις την καρδίαν μας καμμιάς λογής ζηλοτυπίαν ανάμεσόν μας δι' αυτήν, αλλ' αμφότεροι ευχαριστημένοι επερνούσαμεν την ζωήν ευτυχισμένην. Η αδικία που εκάναμεν του Μπρακμάνου, με όλον που δεν ήτον εις την ακμήν, μας επροξενούσε πολλές φορές κάποιον φόβον. Μα εκείνη η κυρά μας, όντας πολλά επιτήδεια εις την τέχνην της, εύρισκε τον τρόπον διά να μας εβγάζη, και να μας ελευθερώνη από αυτόν τον φόβον· και από ολίγον κατ' ολίγον μας έκαμε που να μη βλέπωμεν το σφάλμα μας πλέον, αλλά να το ακολουθούμεν με θάρρος· μα αυτό το πολύ θάρρος μας επροξένησε την δυστυχίαν που κατά το παρόν εσύ θαυμάζεις.
Ένας φοβερός σκλάβος αράπης, ονομαζόμενος Τουργούτ, εδούλευε τον Μπρακμάνον. Και η επιχείρησίς του ήτο να κτενίζη και να καλλωπίζη τα μαλλιά μιας φοράδας εύμορφης, που την εκαβαλλίκευεν η Φαραζάνα οπόταν ήθελε να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν. Αυτός ο άσχημος αράπης ετόλμησε να υψώση τους κακούς του λογισμούς έως εις την κυρίαν του, και να της φανερώση την αγάπην του· και μην αμφιβάλλοντας εις την αποκοτίαν του, ηύρε με ευκολίαν τον καιρόν αρμόδιον εις μίαν περιδιάβασιν που αυτή η κυρά ευρίσκονταν χωρίς ημάς εις ένα περιβόλι, εις το οποίον ευρισκόμενοι αυτοί οι δύο άρχισεν εκείνος ο ασχημότατος Αράπης να διηγήται διάφορες ιστορίες νόστιμες της κυράς του, και να την κάνη να γελά· επειδή και είχε πολύ πνεύμα και επιτηδειότητα εις το να κάνη να ξεφαντώνη τον καθέναν, όθεν η κυρά του εδοκίμαζε πολλήν ηδονήν να τον ακούη.
Ύστερον από αυτές της ιστορίες άρχισε να την διηγήται διά μερικές κορασίδες, που με αυτές εξεφάντωσε πληρώνοντάς την επιθυμίαν του. Πώς ημπορεί να είνε αυτό, Τουργούτ, του είπεν η κυρά του γελώντας, ένας άνθρωπος καθώς είσαι εσύ έτσι άσχημος να κατορθώση τόσα πράγματα; Διατί; απεκρίθη ο Αράπης· δεν είμαι τάχα και εγώ καμωμένος ωσάν και οι άλλοι άνθρωποι; Ω κατά αλήθειαν, ακολούθησεν αυτός να λέγη, τούτο το προκείμενον είναι μακράν από τον στοχασμόν μου, εγώ στοχάζομαι με όλον τούτο και ελπίζω, ότι θα βάλλω και εσένα εις τον αριθμόν των αποκτημάτων μου.
Η Φαραζάνα ακουόντας αυτά τα λόγια του Αράπη εγέλασεν υπέρ το μέτρον. Αυτή εστοχάζονταν πως εκείνος θα της ωμιλούσε με αυτόν τον τρόπον, διά να την κάνη να στέκη χαρούμενη· εσύ έβαλες τέτοιους στοχασμούς επάνω εις εμένα, του είπεν· είμαι ευχαριστημένη που το έμαθα· Θέλω κυττάξει να φυλαχθώ εναντίον εις έναν άνθρωπον τόσον κακοποιόν καθώς είσαι εσύ. Ο Τουργούτ βλέποντας που δεν της εκακοφάνηκαν τα λόγιά του, άρχισε με θάρρος να ακολουθή την αυθάδειάν του, και να την αυγατίζη τόσον που ετόλμησε να της προβάλλη να κάμουν την επιθυμίαν τους εις εκείνο το περιβόλι και να μη χάσουν τέτοιον καιρόν αρμόδιον.
Η Φαραζάνα βλέποντας πως αυτά δεν ήσαν μέτωρα αλλά λόγια αληθινά του Αράπη, έδειξε το σοβαρόν της· και με θυμόν άρχισε να τον υβρίζη καθώς του ετύχαινε, λέγοντάς του πως αυτό δεν θέλει το κρατήσει κρυφόν, αλλά θέλει το φανερώσει του Μπρακμάνου, διά να τον παιδεύση κατά πως του πρέπει με την τόλμην που έλαβε να της μιλήση με τέτοιον τρόπον· καθώς και το έκαμε και τον επαίδευσεν ο Μπρακμάνος σκληρότατα. Ο Τουργούτ διά την παίδευσιν που έλαβεν ηθέλησε να εκδικηθή με τον ακόλουθoν τρόπον που του έτυχεν. Αυτός ο πονηρός και πανούργος γνωρίζοντας τον Μπρακμάνον που όντας γηραλέος δεν ήτον ο επιτήδειος να ευχαριστά τελείως την αγαπητικήν του, και να την κάνη να του είνε πιστή, με το να ήτον τόσον ωραία και έξυπνη, ηθέλησε και απεφάσισε, που να μην κυττάξη κόπον και κίνδυνον διά να τη ξεσκεπάση με κανέναν κρυφόν αγαπητικόν, που αυτός υπώπτευε. Στοχαζόμενος δε πως δεν ήτον αδύνατον να μας ξεσκεπάση την συναναστροφήν που με αυτήν είχαμεν, αποφάσισε να μας κάμη να χαθούμε και οι τρεις προδίδοντάς μας εις τον Μπρακμάνον. Και αποφασίζοντας έτσι, επήρε και μας εγκάλεσε, και του είπε πολύ περισσότερον από εκείνο που εκατάλαβε, διά να του ανάψη περισσότερον τον θυμόν να μας αφανίση.
Ο Μπρακμάνος έμεινεν εκστατικός εις αυτήν την διήγησιν και ηθέλησε μόνος του να ιδή, και να πιστωθή εις αυτό το κάμωμα. Ηύρε την πρόφασιν διά να κάμη ένα ταξείδι διά κάμποσες ημέρες. Και διαρκούσα αυτή η ψευδής διορία του ταξειδίου του, επέτυχε τον καιρόν διά να μας ξεσκεπάση εις ένα λουτρόν απόκρυφον, που και οι τρεις ελουόμασθε. Εφανερώθη αιφνιδίως εις τους οφθαλμούς μας πολλά φοβερός, ωσάν ένας κριτής που φέρνει τρόμον εις έναν κατάδικον· η γύμνωσίς μας δεν μας εκαλούσε να προσπέσωμεν εις τους πόδας του διά να του ζητήσωμεν έλεος· εβουτήσαμεν εις το νερό διά να σκεπάσωμεν την γύμνωσίν μας. Καλότυχοι ημείς, αν εκείνα τα νερά ήθελαν σκεπάση το σφάλμα μας, καθώς εσκέπαζαν την γύμνωσίν μας. Η Φαραζάνα πλέον ανδρεία από ημάς ήθελε να προφασίση το σφάλμα της, και με λόγια προφασιστικά έπασχε να τον καταπραΰνη, μα περισσότερον άναψαν τον θυμόν του Μπρακμάνου· έρριξεν εις ημάς τρεις ματιές, που μας έδωσε να καταλάβωμεν την αρχήν της εκδικήσεώς του.
Παράνομοι, είπεν εμένα και του αδελφού μου, παίδευσις πολλά ελαφρή διά την παρανομίαν σας ήθελεν είσται ο πλέον σκληρότερος θάνατος· μα επειδή και είσθε εξωτικοί, και ανυπότακτοι εις τον θάνατον, θέλω σας φέρω εις μίαν κατάστασιν, που θέλει είναι εκατόν φορές σκληρότερη από τον θάνατον. Και εσύ κακότροπη, εγύρισε προς την Φαραζάναν, επειδή η τιμή του κοιτώνος μου, και η καλωσύνη μου δεν ημπόρεσαν να σε υποχρεώσουν να μου είσαι πιστή, θέλεις παιδευθή διά την αχαριστίαν σου. Εις τον ίδιον καιρόν, χωρίς να θελήση να ακούση τα δικαιολογήματά μας, και τα παράπονά μας άρχισε να κάμη τους εξορκισμούς του. Ω πόσον εστάθηκαν αυτοί φοβεροί· ο αέρας εις μίαν στιγμήν εμαύρισε, και ένα βαθύ σκότος επερικύκλωσε το λουτρόν που είμεθα· ηκούαμεν βροντές και αστραπές φοβερώτατες, που κάθε στιγμήν γίνονταν· εφυσούσαν οι άνεμοι με μεγάλην οργήν, και αγροικούσαμεν την γην υποκάτω από τους πόδας μα πολλά να τρέμη.
Εις το διάστημα δύο ωρών εστεκόμεθα εις ετούτο το φοβερόν σκότος, αναμένοντες την τιμωρίαν, που μας ήτον φυλαγμένη. Ύστερα από αυτό ο αέρας έγινε καθαρός, καθώς και πρώτα, και η ημέρα εξανάλαβε το φως της· μα ποίος εστάθη ο θαυμασμός μας οπόταν είδαμεν, που αντί να είμεθα εις το λουτρόν, ευρεθήκαμεν εγώ και ο αδελφός μου εις έναν άγριον λόγγον, μεταμορφωμένοι ως δύο γέροντες, άσχημοι, και κακοκαμωμένοι, καθώς με βλέπεις ω ωραία μου Κατηγέ. Αχάριστοι, εκεί μας είπεν ο Μπρακμάνος, φέρετε μίαν φοράν την παιδείαν της ανομίας σας· εκείνη η δύναμις, και η γνωριμία, που η εξουσία των εξωτικών σας έδινε επάνω εις όλα τα πράγματα της φύσεως, να μη σας αχρήζουν πλέον διά το ουδέν· και διά να ειπώ, καλύτερον, να μείνετε γυμνοί από αυτήν την αξίαν, διατί εις το εξής θέλετε είσται εις το κοινόν ριζικόν των ανθρώπων, καθώς φαίνεσθε που να εγινήκατε, και έτσι θέλετε μείνει διά πάντα εις παιδείαν σας, έξω μόνον από το να είστε υποκείμενοι εις την εξουσίαν του θανάτου.
Ύστερον από αυτήν την σκληράν απόφασιν, που ο Μπρακμάνος εκήρυξεν, ηθέλησε να μας εξετάξη τες περιστάσεις του φταιξίματός μας. Ημείς πιστά του τες εδιηγηθήκαμε· του είπαμε την έκπληξιν που μας επροξένησεν η αγάπη, που προς ημάς εφανέρωσεν η Φαραζάνα, τας αντιστάσεις που εκάμαμεν, διά να την εβγάλωμεν από αυτές τες φαντασίες, και τον δόλον που αυτή επερίπλεξε, και μας έφερεν εις την θέλησίν της χωρίς να το καταλάβωμεν. Αυτά τα δικαιολογήματά μας εδιαπέρασαν την καρδίαν του, και εκατάλαβεν αυτός ότι αυτό εστάθη περισσότερον αδυναμία μας, παρά κακή μας γνώμη. Και διατί έχει προς εσάς μίαν μεγάλην αγάπην η καρδία μου, μας είπεν αυτός τότε, μου κακοφαίνεται που ο εξορκισμός που έκαμα, έγινε πολλά δυνατός· και είνε αδύνατον πλέον διά το παρόν να σας κάμω να ξαναλάβετε την πρώτην σας μορφήν και αξίαν και άλλο δεν ημπορώ να κάμω παρά να σας γλυκάνω καμπόσον την τιμωρίαν σας· εσείς θέλετε ξαναλάβει την φυσικήν σας μορφήν και όλα σας τα προτερήματα, που έχετε, οπόταν καθένας από εσάς ήθελεν εύρη από μίαν κόρην ωραίαν, ολιγώτερον από είκοσι χρονών, διά να την καταπείση να σας αγαπήση.
Αχ αυθέντη, εφώναξεν εις αυτά τα λόγια ο αδελφός μου, εις τι απελπισίαν μας φέρνεις! και ποία κόρη ωραία ποτέ ήθελε κλίνει να αγαπήση τόσον ασχήμους, και τερατώδεις γέροντας, ωσάν ημάς; Δεν είναι αδύνατον, απεκρίθη ο Μπρακμάνος· ζήσετε εις αυτήν την ελπίδα, και ας είστε βέβαιοι, πως θέλει έλθη καιρός να ξανάλθετε διά μέσον αυτής της αιτίας εις την πρώτην σας κατάστασιν. Πηγαίνετε το λοιπόν διά να δοκιμάσετε το ριζικόν σας· πρέπει να χωρισθήτε, και να πληρώσετε ξεχωριστά καθένας το χρέος του κανόνος σας. Μας έδειξεν ύστερα τους τόπους που καθένας έπρεπε να υπάμεν να κατοικήσωμεν και ήτον ξέμακρα ο ένας από τον άλλον τριακόσια μίλια· έπειτα μας έδωσε του καθενός από μίαν σακκούλαν με 50 χιλ. φλωρία, διά έξοδά μας, και διά να περάσωμεν, τον καιρόν μας τιμημένα έως που να λάβη τέλος η δυστυχία μας. Και έπειτα από όλα αυτά μας αγκάλιασεν ευχόμενός μας ένα ογλήγορον τέλος της συμφοράς μας.
Η δε Φαραζάνα επαιδεύθη και αυτή με πολλήν σκληρότητα· επειδή και ο Μπρακμάνος επρόσταξε και την έκλεισαν εις ένα πύργον σκοτεινόν διά πάντα, ομοίως και τον Τουργούτ αράπην, με το να εξεσκέπασε πως η προδοσία του εστάθη με το να μην εδέχθη η κυρά του να του ευχαριστήση την κακήν θέλησιν, και διά τούτο έλαβε και αυτός την ανταμοιβήν των έργων του. Οπόταν δε μας άφησεν ο Μπρακμάνος ετοιμασθήκαμεν διά να πηγαίνωμεν εις τους τόπους, που μας διώρισεν. Εχωρισθήκαμεν με πολλά δάκρυα αποφασίζοντες που να μη ξαναϊδούμεν ο ένας τον άλλον, παρά οπόταν ξαναλάβωμεν την πρώτην μας μορφήν, η οποία μας εφαίνονταν πως θέλει φτουρήσει πολλούς αιώνας.