Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών
Part 15
Εδέχθηκα το πρόβλημα του προφήτου Χεδέρ, και έμεινα εις την συντροφιάν του πλέον παρά έναν χρόνον· μα με όλες ετούτες τες ευφροσύνες εκείνου του ωραίου τόπου δεν ημπορούσα να είμαι ήσυχος· η ενθύμησις της Γαντζάδας με έκανε να δοκιμάσω, ότι εγώ ήμουν ακόμη κολλημένος εις τον κόσμον· η επιθυμία διά να την ιδώ μου εσύγχιζε την ανάπαυσιν και πιστεύω ότι και η ίδια απόλαυσις των κορασίων δεν ήθελεν με κάμει να την εβγάλω από τον λογισμόν μου. Ο Χεδέρ καταλαμβάνοντας μίαν ημέραν την ανησυχίαν μου, είπε· γνωρίζω πολλά καλά, ότι ήθελες να είσαι εις την Μπάσραν και με το να μην είναι αρκετές οι ηδονές ετούτου του περιβολιού να σε κρατήσουν πλέον, αποφάσισα να πληρώσω την επιθυμίαν σου. Λέγοντας έτσι, εσήκωσε τους οφθαλμούς του εις τον αέρα και βλέποντας ένα μικρόν σύννεφον επάνωθέν μας το εσταμάτησε και το ερώτησε πού πηγαίνει. Το σύννεφον, ή διά να ειπώ καλλίτερον το τελώνιον που ήτον μέσα εις αυτό, απεκρίθη· Ω μεγάλε προφήτα, εγώ υπάγω εις την Κίναν· έχεις κανένα πρόσταγμα διά να σε δουλεύσω; Πηγαίνεις να καλοποιήσης; είπεν ο Χεδέρ ή να παιδεύσης; Διά να παιδεύσω του απεκρίθη το τελώνιον. Ωσάν είνε έτσι του είπεν ο Χεδέρ ακολούθησε την στράταν σου, με το να μην έχω χρείαν από εσένα.
Μίαν στιγμήν υστερώτερον επέρασεν ένα άλλο σύννεφον. Ο Χεδέρ παρομοίως το εξέτασε και το σύννεφον του απεκρίθη, πως υπάγει εις την Μπάσραν διά να κάμη καλόν. Επειδή και πηγαίνεις διά καλόν, του απεκρίθη ο Χεδέρ, θέλω να μου κάμης μίαν χάριν να φέρης ετούτον τον Μουσουλμάνον εις την Μπάσραν, και να τον αποθέσης εις την πόρταν του σπητιού του. Το τελώνιον που εις το σύννεφον ήτον, υπήκουσε, και με επήρε. Μα πριν να μισεύσω ευχαρίστησα μεγάλως τον Χεδέρ διά τες χάρες που μου έκαμε, και τον επαρακάλεσα να με ενθυμάται· εις διάστημα τριών ωρών το τελώνιον με έφερεν εις την Μπάσραν, και με απέθεσεν εις την πόρταν μου.
&Συμβεβηκός Θ'. του Αμπουλβάρη και τέλος της ιστορίας του.&
Βλέποντας τέλος πάντων τον εαυτόν μου εις την πόρταν του σπητιού μου εχάρην μεγάλως· και άρχισα να κτυπώ διά να μου ανοίξουν, με το να ήτο νύκτα. Ένας σκλάβος έτρεξε να μου ανοίξη, ο οποίος βλέποντάς την θεωρίαν μου με το φως που είχεν, έκλεισε την πόρταν θυμωμένος· έπειτα από μέσα με ερώτησε ποίος ήμουν, και τι εγύρευα.. Αποκρίθηκα πως ήμουν ο οικοκύρης του σπητιού, και τον επρόσταξα διά να μου ανοίξη ογλήγορα την πόρταν. Εις την απόκρισίν μου, επήγε διά να δώση την είδησιν της γυναικός μου. Ήλθεν η ιδία διά να μου ανοίξη· μα αντίς να με δεχθή με χαράν και αγαλλίασιν, που έπρεπε να της προξενήση το γύρισμά μου, άρχισε να φωνάζη μεγάλως ευθύς που με είδε. Πώς λοιπόν τότε της είπα, η θεωρία μου σου προξενεί φόβον· οι οφθαλμοί σου δεν με γνωρίζουν; ημπορώ εγώ να εμεταβάλθηκα τόσον, που να μη με εγνώρισες; κράξε ευθύς τον αδελφόν μου διά να μιλήσω με αυτόν. Ευθύς έκαμε και ήλθεν ο αδελφός μου συντροφιασμένος με ένα νέον εις εμένα αγνώριστον· ο αδελφός μου πλησιάζοντας εις εμένα αφού με εθεώρησε με πολλήν επιμέλειαν μου είπεν πως δεν με εγνώριζεν. Ο Αμπουλβάρης ηκολούθησε να λέγη, δεν σε παρομοιάζει εις κανέναν σημάδι, εκείνος είνε ένας εύμορφος άνδρας, και εσύ είσαι ασχημότατος, εκείνος είναι παχύς, και εσύ είσαι ξηρός ωσάν ένα σκέλεθρον· παύσε το λοιπόν από το να μας λέγης, και να μας δίνης να καταλάβωμεν πως εσύ είσαι εκείνος· και με όλον που είνε επτά χρόνοι που δεν τον είδαμεν, ημείς δεν ημπορούμεν να αλησμονήσωμεν την φυσιογνωμίαν του· μα τούτο δεν φθάνει, το περισσότερον είνε που καθώς εμάθαμεν, αυτός εχάθη εις το ταξείδι που διά θαλάσσης έκαμνεν.
Έμεινα πολλά εκστατικός εις ετούτα τα λόγια· εβεβαιωνόμουν πολλά καλά, ότι θα ήλλαξα την μορφήν μου μα δεν ημπορούσα να καταλάβω πώς ο αδελφός μου να μη με εγνώριζε καθόλου. Μα πώς, ω Γαντζάδα, είπα της γυναικός μου δεν γνωρίζεις εις εμέ την μορφήν εκείνου του Αμπουλβάρη που αγάπησες και σε αγάπησε με τόσην προθυμίαν; Αχ! πόσον με κάνει δυστυχισμένον η τύχη μου, αλλοί εις εμέ, δεν ήλπιζα ποτέ να με δεχθής με τόσην σκληρότητα εις τον γυρισμόν μου· πόσον κακώς μου ανταποκρίνεσαι εις την ανυπομονησίαν που είχα διά να σε ξαναϊδώ. Εσύ έχεις, μου είπεν η Γαντζάδα, την φωνήν του Αμπουλβάρη, μα η μορφή σου και η θεωρία σου δεν παρομοιάζουν καθόλου με εκείνου· και εις τούτο σου ομολογώ πως δεν σε ακούω με ησυχίαν, μα ειπές μου αν είσαι αληθώς αυτός, διατί φαίνεσαι τόσον διαφορετικός από εκείνο που ήσουν, οπόταν εμίσευσες από την Μπάσραν· πού εστάθης; και τι σου συνέβη, που ημπόρεσαν να κάμουν εις εσένα τόσην μεγάλην μεταβολήν;
Τότε εγώ εδιηγήθηκα καθαρά τα όσα έως εκείνην την ώραν μου εσυνέβηκαν, χωρίς να αφήσω τίποτε και οπόταν ετελείωσα να μιλήσω, ο νέος που ευρίσκονταν εκεί, άρχισεν να μιλήση και μου είπεν, εσύ είσαι ένας πλάνος, και εσύνθεσες ένα γελοιώδη μύθον, όχι διά άλλο, παρά διά να μας συγχίσης την ησυχίαν μας και την ευτυχίαν μου. Μα γελάσαι, ταλαίπωρε, ακολούθησε να λέγη μετ' οργής, αν απαντεχαίνης να μας πλανήσης επειδή και εγώ σήμερον εστεφανώθηκα την Γαντζάδα, την οποίαν θέλω να χαρώ διά πάντα. Εις ετούτα τα υστερινά λόγια, που με έκαμαν να τρομάξω, εκύτταξα τον αδελφόν μου και την γυναίκα μου, και μου εφάνησαν βουβοί και αντραλωμένοι. Τι είναι τούτο που ακούω, εφώναξα; η Γαντζάδα της οποίας την σταθερότητα επίστευα όμοιαν με την εδικήν μου, η Γαντζάδα, είπα, υπανδρεύθη με άλλον άνδρα; Ήθελα να ακολουθήσω· μα μου ήλθε λιποθυμία και με εμπόδισε να ειπώ άλλο.
Απεράσαμεν την νύκτα εις διάλεξες, ο νέος και εγώ. Όσον περισσότερον εβεβαίωνα ότι ήμουν ο Αμπουλβάρης, τόσον περισσότερον εκείνος απέδειχνεν ότι θα ήτο το εναντίον, και πως ήμουν ένας πλάνος. Η Γαντζάδα και ο αδελφός μου έστεκαν χωρίς να ομιλήσουν και εκυττάζονταν ανάμεσόν τους, γεμάτοι από εντροπήν· τέλος πάντων φθάνοντας η ημέρα ήλθαμεν και οι τέσσαρες εις τον Κατήν. Αυθέντη, του είπεν ο νέος, εχθές με εστεφάνωσες με την Γαντζάδα, μα η υπανδρεία δεν εχάλασεν ούτε εφθάρη· ετούτος ο ξένος που βλέπεις ήλθεν εψές την νύκτα δια να συγχίση το στεφάνωμά μας· θέλει να ειπή ότι είναι ο άνδρας της Γαντζάδας, και να τολμά να κράζεται ο Αμπουλβάρης.
Ο Κατής ταράζοντας το κεφάλι είπε, πως εγνώριζε καλώς τον Αμπουλβάρην, και ότι εγώ με κανέναν τρόπον δεν τον επαρομοίαζα· έπειτα θεωρώντας την Γαντζάδα είπε· και συ ω ωραία κυρά, τι στοχάζεσαι διά τούτον τον άνθρωπον; τον πιστεύεις διά άνδρα σου; Αυθέντη, αυτή απεκρίθη· αν θέλης να ειπώ την αλήθειαν, που οι οφθαλμοί μου δείχνουν δεν είναι αυτός εκείνος· αυτός δεν έχει άλλο που να τον παρομοιάζη, παρά την φωνήν. Ω κριτά των Μουσουλμάνων, είπα τότε του Κατή, σε παρακαλώ να με ακούσης· κύτταξε καλά μην κάμης μίαν απόφασιν άδικην· αν εγώ εματαβάλθηκα από την μορφήν μου το αίτιον είνε τα συμβεβηκότα μου, η κατοίκησις που έκαμα εις το κέντρον της γης μου επροξένησεν ετούτην την μεταλλαγήν.
Τι παράξενα πράγματα μας παρασταίνεις; εφώναξεν ο κριτής· ένας άνθρωπος ζωντανός ημπορεί να κατοικήσει εις το κέντρον της γης; Χωρίς αμφιβολίαν, του απεκρίθηκα, και αν ορίζης είμαι έτοιμος διά να σου διηγηθώ τα όσα μου εσυνέβηκαν. Με αντίκοψεν ευθύς εδώ ο νέος, και γυρίζοντας προς τον Κατήν λέγει· Αφέντη, ήξευρε πως αυτός έχει προητοιμασμένον ένα μύθον· αυτός θέλει σου διηγηθή πράγματα παράξενα, να μη τον πιστεύσης. Σιώπα εσύ, του λέγει ο Κατής, θέλω να τον ακούσω. Μίλησε, μου λέγει· και σε βεβαιώνω πως θέλω κάμει δικαιοσύνην.
Άρχισα τον ίδιον καιρόν να διηγούμαι το υστερινόν μου ταξείδιον με όλες τες περίστασες· και αφού ετελείωσα την ιστορίαν μου, ο Κατής εθεώρησε την Γαντζάδα, τον αδελφόν μου και τον νέον. Ετούτη η υπόθεσις τους είπε, πολλά μεγάλη μου φαίνεται, την οποίαν εγώ δεν ημπορώ να αποφασίσω· εκείνο που ετούτος ο άνθρωπος μας διηγάται, δεν ομοιάζει την αλήθειαν· ημπορούμεν να υποπτεύσωμεν πως αυτός ο άνθρωπος να είνε ένας ψεύστης· μα πάλιν ποίος ηξεύρει, αν αυτός λέγει την αλήθειαν; και διά τούτο δεν ημπορώ να ειπώ άλλο, παρά να υπάτε εις την Μέκκαν, να εύρητε τον Αλημπέν Αμπιταβάλ, γαμβρόν του Μωάμεθ, και τον μέγαν Ομάρ αρχηγόν των πιστών· το πράγμα έχει μεγάλην χρείαν να έλθη εις το φως, το οποίον αυτοί μοναχά ημπορούν να το κρίνουν.
Κατά την απόφασιν του Κατή εμισεύσαμεν ευθύς διά την Μέκκαν και οι τέσσαρες· και ύστερον από ένα ευτυχισμένον ταξείδι εφθάσαμεν εις το παλάτι του Ομάρ, ο οποίος ευθύς που ήκουσε τα συμβεβηκότα μου μού είπε· αυτό όλον που μου εδιηγήθης είνε πολλά εξαίρετον διά να σε πιστεύω, κάνει χρεία να υπάγωμεν εις το μνήμα του προφήτου εκεί που ο γαμβρός του Μωάμεθ ευρίσκεται, και αυτός θέλει μας ειπεί εκείνο που ημπορούμεν να στοχασθούμεν, δι' αυτό το θαυμαστόν διήγημα που ήκουσα.
Επήγαμεν με τον Ομάρ εις τον τάφον του προφήτου εις τον οποίον ηύραμεν τον Αλή, που επροσκυνούσεν επάνω εις εκείνον τον τάφον. Ω μεγάλε γαμβρέ του προφήτου του είπεν ο Ομάρ· εγώ σου φέρνω έναν άνθρωπον, ο οποίος μου διηγάται πράγματα τόσον ολιγόπιστα, που δεν ημπορώ να καταπεισθώ να τα πιστεύσω. Ο Αλή μου εζήτησε το όνομα, προς τον οποίον είπα πως Αμπουλβάρης ονομάζομαι από την Μπάσραν· τότε αυτός σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν εφώναξεν με πολλήν χαράν. Ω προφήτα του Θεού, εσύ μου είπες την αλήθειαν. Αυθέντη, ακολούθησεν αυτός να λέγη γυρίζοντας προς τον Ομάρ, κάνει χρεία να πιστεύσης τα συμβεβηκότα, που σου διηγείται· ετούτο, ο άνθρωπος δεν είνε πλάνος επειδή και ο Μωάμεθ μου έδωσε την είδησιν από πολύν καιρόν πως ένας ονόματι Αμπουλβάρης, μέλλει να έλθη μίαν ημέραν εις τον Κιαμπέ, και θέλει μου διηγηθή πράγματα παράδοξα και αληθινά· ετούτη η ημέρα το λοιπόν ήλθε τέλος πάντων, και ο Αμπουλβάρης πρέπει να μου πληρώση την περιέργειάν μου με την διήγησιν του. Τότε εγώ του εδιηγήθηκα και αυτουνού τα όσα επέρασα, και έφερα τον λόγον μου απάνω εις τον βασιλέα των τελωνίων Μουσούλμα, διά τα όσα μου επαράγγειλε να ειπώ του Ομάρ και του γαμπρού του Μωάμεθ. Αυτοί έμειναν εκστατικοί εις τα όσα τους εδιηγήθηκα, και αμφότεροι με αγκάλιασαν λέγοντάς μου πως ήμουν ο πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος, που θα ήτον εις την γην, επειδή και είδα πριν αποθάνω την διωρισμένην κατοίκησιν των δικαίων, και φίλων του Μωάμεθ, ύστερον από ετούτην την θνητήν ζωήν.
Τότε αυτοί αποφασίζοντας, ότι εγώ ήμουν ο Αμπουλβάρης απεδίωξαν τον νέον, και μου επέστρεψαν την Γαντζάδα. Έπειτα ο Ομάρ έκαμε να εβγάλη από τους θησαυρούς του διακόσιες χιλιάδες φλωρία, και μου τα έδωσε με εκατόν σκλάβους, και εκατόν καμήλια. Εγώ εξαναγύρισα εις την Μπάσραν με αυτόν όλον τον πλούτον έζησα με την Γατζάνδα με την ιδίαν αγάπην που της είχα· δεν την ωνείδισα διά την ανυπομονησίαν που έλαβε διά να ξαναπανδρευθή· αλήθεια είναι πως αυτή έδειξε πολλήν θλίψιν εις αυτό που έκαμεν, και διά τούτο την εσυμπάθησα. Ο αδελφός μου εις τον καιρόν που έλειψα εκυβέρνησε κακώς τα υπάρχοντά μου, και σχεδόν τα εκατάφθειρε· και εις τον ίδιον καιρόν έκαμε και την Γαντζάδα να στεφανωθή εκείνον τον νέον, όντας φίλος του· δεν εμεταχειρίσθηκα τον αδελφόν μου διαφορετικώς από την γυναίκα μου· και αλησμονώντας τα περασμένα, άρχισα να ζω καθώς και το πρώτον με μεγαλώτατα έξοδα· έξω από το δώρημα του Ομάρ, το οποίον ήτον αρκετόν διά να ζήσω καθώς ήθελα, έλαβα την καλήν τύχην διά να εύρω ένα θησαυρόν εις το σπήτι μου πολλά πλούσιον και ούτως έκαμα μεγάλα πλούτη, που δεν φθάνω να τα φθείρω με όλην ετούτην την πολυέξοδον ζωήν που κάνω.
&Τέλος της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου και των δύο συντρόφων του.&
Ο περιηγητής Αμπουλβάρης τελειώνοντας την ιστορίαν του, ο Βεδρεδίν, και οι σύντροφοι του είπαν, πως δεν ήκουσαν ποτέ εις την ζωήν τους πράγματα τόσον εξαίρετα. Μα Αμπουλβάρ εφέντη, του είπεν ο Βεδρεδίν ύστερον από τόσα συμβάντα και εναντία είσαι όμως τέλος πάντων αναπαυμένος, και ευχαριστημένος; χαίρεσαι εσύ μίαν τελείαν ευτυχίαν; είναι πολύς καιρός που εγώ υπάγω γυρεύοντας έναν άνθρωπον ευτυχισμένον και ευχαριστημένον και έχω μεγάλην χαράν, που ηύρα εκείνο που εποθούσα εις του λόγου σου και δεν έχασα τες ελπίδες μου που να μην τον εύρω· Οι σύντροφοί μου, ακολούθησε να λέγη, θέλουν να πουν ότι δεν είναι άνθρωπος επάνω εις την γην, που να μην του λείψη κάποιον πράγμα το οποίον θα ημπορέση να τον κάμη καθολικά ευχαριστημένον· όσον διά λόγου μου τους απέδειξα το εναντίον και ευχαριστώ τον ουρανόν, που τους έβγαλα από την πλάνην τους, επειδή και ύστερον από όλα αυτά που μας εφανέρωσες δεν ήθελαν αμφιβάλλουν, ότι εσύ δεν είσαι τελείως ευτυχέστατος.
Συμπάθησόν με, απεκρίθη ο περιηγητής, με δίκαιον μεγάλον ημπορούν αυτοί να αμφιβάλλουν, και εσύ ο ίδιος γελιέσαι· οπόταν τελείως ευτυχισμένον με στοχάζεσαι, μία περίληψις που άφησα εις την διήγησίν μου, θέλει σε κάμει καλώτατα να το γνωρίσης· η Γαντζάδα αγαπά πολλά εκείνον τον νέον με τον οποίον την ηύρα υπανδρευμένην εις το γύρισμά μου, και κάνει κάθε τρόπον διά να ευρίσκεται με αυτόν· αυτό το εκατάλαβα πλέον παρά μίαν φοράν· και τούτου η γνωριμία μου επλήγωσε την καρδίαν, με το να την αγαπούσα κατά πολλά και με όλον που δεν αφήκα κάθε τρόπον, που να την αντικόψω από αυτήν την φιλίαν μου εστάθη ανωφελές ό,τι επάσχισα· και από αυτό στοχασθήτε την θλίψιν που έχω, με το να μη με αγαπά πλέον εκείνη, που μου επροξενούσε την ευτυχίαν μου. Ο βασιλεύς Βεδρεδίν δεν εμεταπεκρίθη εις εκείνην την ομιλίαν η οποία τον έκαμε να στοχασθή ότι ο βεζύρης του και ο μυστικός του δεν είχαν κατά αλήθειαν άδικον εις το να αμφιβάλλουν, πως ήτον αδύνατον εις τον κόσμον να είναι τινάς χωρίς θλίψιν.
Ύστερον από μερικές ημέρες το καραβάνι έφθασεν εις το Μπαγδάτι. Ο Αμπολβάρης, με το να είχε διάφορες υπηρεσίες να κάμη εις αυτήν την χώραν, ο Βεδρεδίν με τους ακολούθους του τον άφησαν και ήλθον εις την Δαμασκόν εις τον θρόνον του και αφού εξανάδωσε τες αξίες, που είχαν ο βεζύρης του, και ο Σεήφ Μολτούκ, τους είπε· τώρα ομολογώ και καταλαμβάνω καλώτατα, ότι δεν είναι κανένας άνθρωπος, ο οποίος να μην έχη τες θλίψες του· τα υποκείμενα τα πλέον ευτυχισμένα είναι εκείνα των οποίων τα βάσανα είναι πλέον υποφερτά· ας σταθούμεν απ' εδώ και εις το εξής ήσυχοι αν και οι τρεις μας δεν είμεθα τελείως ευτυχισμένοι ας στοχασθούμεν πως είναι πολλοί πλέον δυστυχέστεροι από ημάς. Ναι ω βασιλέα μου είπε ο Σιήφ Μολτούκ, ευρίσκονται κατά αλήθειαν από ημάς πλέον δυστυχείς, και δεν χρειαζόμεθα ημείς μίαν μεγάλην καρδίαν διά να υποφέρωμεν τες δυστυχίες μας· όσον δι' εμένα θέλω παρηγορηθή που δεν απόλαυσα την Αλγεμάλ· εσείς πρέπει, ακολούθησε χαμογελώντας να λέγη, αμοιβαίως πρέπει να παρηγορηθήτε, που εχάσατε τες αγαπητικές σας αν αυτές ζουν ακόμη, η θεωρία τους δεν θέλει ημπορέσει να έχη πλέον την ισχύν, που είχε πρώτον και διά τούτο ας παρηγορηθούμεν, και ας είμεθα ευχαριστημένοι εις εκείνο που ευρισκόμεθα, και ας υποφέρωμεν με γενναιότητα κάθε βάσανον, που ημπορεί να μας έλθη, στοχαζόμενοι πάντα πως κανείς δεν είναι χωρίς θλίψιν.
Με αυτόν τον τρόπον, εις μερικών ημερών διάστημα, η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορία του Βεδρεδίν Λώλου, και του βεζύρη του τού μελαγχολικού. Ο δε βασιλεύς Αϊδήν της είπεν· Αχ φιλτάτη μου Χαλιμά, αυτή η ιστορία με εύφρανε πολλά περισσότερον από όσες έως τώρα μου εδιηγήθης· ο βεζύρης μεγάλον δίκαιον είχε να στέκεται σταθερός εις την γνώμην του, και από λόγου μου, που δεν είμαι από αυτές αμέτοχος, καθώς και ο Βεδρεδίν Λώλος, το είδεν εμπράκτως εις τα όσα επαρατήρησεν όθεν σου ομολογούμαι υπόχρεως, αγαπημένη μου Χαλιμά με αυτήν την ιστορίαν που μου εδιηγήθης, η οποία θέλει μου είναι διά παντοτεινόν παράδειγμα και παρηγορία, και περιπλέον όστις την ήθελεν ακούσει, ημπορεί να παρηγορηθή εις τας θλίψεις του με το μέσον αυτής διατί ακούοντας πως δεν είναι μόνος που δοκιμάζει θλίψεις, παρά είναι και άλλοι, που δοκιμάζουν πολύ περισσότερες και δεινότερες, και που κανείς δεν είναι αμέτοχος από αυτές ημπορεί να λάβη μεγάλην άνεσιν. Έχω λοιπόν μεγαλωτάτην την ευχαρίστησιν, του απεκρίθη η Χαλιμά που και ετούτη η ιστορία, την οποίαν εδιηγήθηκα, σου άρεσε, ελπίζοντας ακόμη πως θέλει σου αρέσει και άλλη μία ιστορία δύο εξωτικών, την οποίαν μου την εδιηγήθη η βάγια μου, όταν ήμουν μικρή, και αν είναι με το θέλημά σου θέλω την διηγηθή. Ναι της απεκρίθη ο Αϊδήν, θέλω την ακούσει και αυτήν με την συνηθισμένην μου ευχαρίστησιν, και αύριον ας είσαι έτοιμη διά να μου την διηγηθής. Και ερχομένη η ακόλουθος ημέρα, κατά την συνήθειαν η Χαλιμά άρχισε να διηγήται με τον ακόλουθον τρόπον·
&Ιστορία των δύο αδελφών εξωτικών Αδήλ και Δαλήκ&
Εις τα πλησίον μέρη του Μουσουλπατάν, πόλιν του βασιλείου της Γολκόνδας, εκατοικούσε μία χωριάτισσα με δύο θυγατέρας πολλά ωραίας· η πρώτη που ονομάζετο Φατμέ ήτον δεκάξη χρονών, και η μικρότερη που ωνομάζετο Κατηγέ ήτον μόνον δώδεκα. Αυτή η οικογένεια εκατοικούσεν εις ένα σπητάκι ξέμακρα από κάθε χωρίον, και εκυβερνούνταν με το εργόχειρόν τους, που ήτον να πλένουν υποκάμισα και άλλα, που από το Μουσουλπατάν της έδιναν, τα οποία αφού και τα έπλεναν, εσυνήθιζαν να τους βάνουν κάποια άνθη διά να τους δίδουν ευωδίαν. Μίαν ημέραν η χωριάτισσα, εκεί που εμάζωνε αυτά τα άνθη εκεντρώθη από μίαν οχιάν εις το χέρι, της οποίας το φαρμάκι την έκανε να αποθάνη εκείνην την ίδιαν ημέραν· και προτού να κλείση τα μάτια έκραξε τες θυγατέρες της, και τες είπε· βλέπω τον Άγγελον του θανάτου που πλησιάζει και πρέπει να αποθάνω· εκείνο που με κάνει να χαίρωμαι είναι, που δεν θέλει με ονειδίσει κανείς διά την ανατροφήν σας· και ευχαριστώ τον Ουρανόν, που σας αφίνω με καλά και τιμημένα ήθη· φυλάξετέ τα πάντα καθαρά καθώς σας εδίδαξα· και με όλην την επιμέλειαν παρατηρήσετε τα παραγγέλματα του προφήτου μας· ζήσετε τιμημένα με το πτωχόν σας εργόχειρον καθώς και έως τώρα ακολουθήσαμεν, και ελπίζω ότι ο ουρανός θέλει σας έχει την έγνοιαν· σας παραγγέλλω ακόμη να είστε πάντα ενωμένες χωρίς ποτέ να χωρισθήτε, αν είνε το δυνατόν, επειδή και η ευτυχία σας κρέμαται από την ένωσίν σας. Κατηγέ, ηκολούθησε γυρίζοντας προς την μικρότερην· εσύ θυγατέρα μου με το να είσαι μικρή ακόμη, πρέπει να υποτάσσεσαι εις την αδελφήν σου Φατμέ, επειδή και αυτή δεν θέλει σε διατάξει κακά ήθη, και κακές πράξες και εσύ Φατμέ θέλεις την κυττάζει ωσάν μεγαλύτερη που είσαι.
Και ύστερον από αυτές τες παραγγελίες και άλλες παρόμοιες, τες αγκάλιασε και τες δύο και αποφιλώντας τες εξεψύχησε. Δεν ημπορώ να περιγράψω τον θρήνον τους, και τα κλάμματα που έκαμαν αυτές οι δύο πτωχές κόρες, βλέποντας την μητέρα τους να ξεψυχήση εις τες αγκάλες των· και αφού την έκλαυσαν με θερμότατα δάκρυα, την επήραν και την έθαψαν ολίγον μακράν από την καλύβαν τους, στολίζοντας τον τάφον της με διάφορα άνθη· έπειτα γυρίζοντας εις την καλύβαν τους, εσύμμασαν εκείνα τα ενδύματα που είχαν πλυμμένα, και βάνοντάς τα εις κανίστρες, τα επήραν την ερχομένην ημέραν δια να τα πηγαίνουν εις το Μουσουλπατάν, και να τα δώσουν εις εκείνους, που απαρθένευαν· δεν έκαμαν εκατόν πατήματα από την καλύβαν των, και συναπαντούν ένα μικρόν γέροντα, κουτσόν και χωλόν πλουσίως ενδυμένον· ο οποίος βλέποντάς τες εστάθη και τες εστοχάζονταν με πολλήν επιμέλειαν, ακουμπώντας επάνω εις το δεκανίκι του. Αυτός εφαίνετο πως θα είχε περισσότερον από εκατόν χρόνους· με όλον τούτο που ήτον τέτοιος, επερπατούσεν ωσάν ένα παλληκάρι· ο οποίος βλέποντάς τες που ήτον κατά την όρεξίν του, τες είπεν χαρούμενος· που πηγαίνετε εσείς ω εύμορφές μου θυγατέρες; πηγαίνομεν, του απεκρίθη η τρανή, εις το Μουσουλπατάν. Ημπορώ χωρίς να σας κακοφανή, ακολούθησεν ο γέρων να λέγη, να σας βοηθήσω εις καμμίαν σας χρείαν;
Η Φατμέ αναστενάζοντας του απεκρίθη· ημείς, αφέντη, είμεθα δύο πτωχά κορίτσια, χωριατοπούλες· εχθές εχάσαμεν την μητέρα μας που την εδάγκασεν ένα φείδι, και απέθανε, και μας άφησεν ορφανές με τούτο το εργόχειρον να πλένωμεν ενδύματα διά να ζήσωμεν. Αχ πόσον μου κακοφαίνεται, είπεν ο γέρων διά την δυστυχίαν σας, διά το οποίον ακριβές μου κόρες αγροικώ κεντρωμένην την καρδίαν μου από την θλίψιν σας· όθεν επιθυμώ να σας γένω πατέρας σας, αν θελήσετε να έχετε αρκετόν θάρρος προς εμένα· και διά την επιμέλειάν μου που θέλω έχει διά εσάς, θέλετε ιδεί εμπράκτως την ευτυχίαν σας.
Εγώ σας ομολογώ, ακολούθησε να λέγη κυττάζσντας την Κατηγέ ότι γροικώ μίαν μεγάλην αγάπην εις ετούτην την χαριτωμένην κόρην· ευθύς που εγώ την είδα αγροίκησα εις τον εαυτόν μου μίαν κλίσιν, που ποτέ μου δεν εγνώρισα· αν θέλετε και οι δύο ακολουθήσατέ με, και σας τάσσω ότι θα σας βάλλω εις μίαν κατάστασιν πολλά ευτυχισμένην· και θέλετε έχει αιτίαν που να εύχεσθε την τύχην σας, η οποία σας έκαμε να με συναπαντήσετε εις τούτην την στράταν.
Αφού ετελείωσε αυτήν την ομιλίαν ο γέρων εκαρτερούσε με ανησυχίαν την απόκρισιν που ήθελαν του δώσει. Είχεν αυτός κάθε δίκαιον να είναι ανήσυχος· η ηλικία του και η θεωρία του δεν ήσαν αρμόδιες προς όφελός του διά να παρακινήσουν εκείνες τες δύο κόρες να αποφασίσουν μετά χαράς, και να δεχθούν το πρόβλημά του· Μα με όλον τούτο η Φατμέ που είχεν αρκετήν γνώσιν διά να καταλάβη, που εις την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρίσκοντο, δεν ήτον εκείνο ένα πράγμα διά να το καταφρονήση, άρχισε να στοχάζεται χωρίς να του δώση απόκρισιν. Ο γέρων βλέποντας την σύγχυσιν, που είχαν διά να αποφασίσουν, είπεν· αγαπημένες μου κόρες, αν εσείς στοχασθήτε τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκεσθε, με το να στέκεσθε μοναχές εις μίαν καλύβαν, και την χρείαν που έχετε διά να κυβερνηθήτε, δεν θέλετε αποστραφή τα όσα σας τάσσω· εσείς δεν πρέπει να φοβάσθε καθόλου από εμένα· η ηλικία μου ημπορεί να σας δώση θάρρος, και να σας βεβαιώση· εσείς θέλετε αφήσει διά πάντα μίαν κοπιαστικήν τέχνην, που μετά βίας ημπορείτε να ζήσετε· εσείς από εμένα όχι μόνον θέλετε έχει το χρειαζόμενον διά την ζωοτροφίαν σας, αλλά ακόμη θέλετε έχει και κάθε ανάπαυσιν και ευτυχίαν, που να σας ζηλεύση καθένας· μη χάνετε καιρόν, αλλά ακολουθήσετε την συμβουλήν μου διά το καλόν σας.
Η Φατμέ, ακούοντάς τα λόγια του γέροντος και τες συμβουλές του άρχισε να κλίνη και να παρακινήται· και έτσι άρχισε να του λέγη. Αυθέντη, γροικώ καταλεπτώς την καλήν σου διάθεσιν εις τα όσα με παρακινείς, και είμαι πρόθυμη διά να σε υπακούσω· διά δε την αγάπην, που εφανέρωσες, πως έχεις εις την αδελφήν μου, θέλω το εξετάξει αν το δέχεται, και αν είναι ευχαριστήμενη. Μίλησε Κατηγέ, ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς την αδελφήν της· αγροικιέσαι πρόθυμη να ευχαριστήσης την κλίσιν ετούτου του αυθέντου, και να τον πάρης άνδρα; τον οποίον στοχάζομαι διά τιμημένον, και δεν πιστεύω πως θα ήθελε γελάση δύο πτωχές άκακες κόρες, οι οποίες επάνω εις αυτόν βάνουν όλην την ελπίδα της τιμής τους. Οχ ώ αδελφή μου απεκρίθη κοκκινίζοντας η Κατηγέ· αυτός είνε πολλά γέροντας, και πολλά άσχημος. Εκακοφάνη της Φατμές αυτή η απόκρισις της Κατηγές, της οποίας απεκρίθη λέγοντας, σε βλέπω που η ηλικία σου δεν είνε αρκετή να διακρίνη το συμφέρον σου, και διά τούτο αποκρίνεσαι με τόσην αυθάδειαν εις την τιμήν, που σου κάνει ετούτος ο σεβάσμιος γέρων. Ναι κατά αλήθεια, απεκρίθη η Κατηγέ, κλαίοντας, ετούτο είναι νόστιμον διά να φανώ εις αυτόν ευχάριστη, εγώ δεν ηξεύρω, αν τούτο δ' εμέ ήθελεν είναι μία ευτυχία επειδή και ηξεύρω καλώτατα πως δεν θέλει μου είναι ποτέ ευτυχία το να έχω πάντα εμπρός εις τα μάτιά μου έναν άνθρωπον ωσάν αυτόν. Δεν πρέπει να μιλής, έτσι, της είπεν η αδελφή της. Δεν ημπορώ να μιλήσω αλλέως, απεκρίθη η Κατηγέ, και αν είναι μία ευτυχία εις το να υπακούσω, διατί δε τον υπακούεις εσύ, και να τον πάρης άνδρα πού είσαι μεγαλήτερη και ευμορφότερη από εμένα;