Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών

Part 14

Chapter 140 wordsPublic domain

Εγώ αισθάνομαι μεγάλην χαράν εις τα όσα μου εξεμηστηρεύθης, και επειδή και έχεις μίαν γυναίκα, που την αγαπάς τόσον, και που επιθυμάς να ευρεθής σιμά της, εγώ σου τάσσω να την ιδής ογλήγορα· μα πόση στράτα στοχάζεσαι να είνε απ' εδώ έως την Μπάσραν, ηκολούθησεν αυτός να λέγη· ηξεύρεις που έχης να περιπατήσης εβδομήντα χρόνους διά να φθάσης εκεί; μα με όλον αυτό το μέγα διάστημα, εγώ θέλω σε κάμει να σε φέρη ένα τελώνιον διά να απολαύσης την Γαντζάδα, που την είδες εις το όνειρόν σου. Και λέγοντας έτσι με επήρεν από το χέρι, και με έφερεν εις μίαν παραθαλασσίαν από την οποίαν μου έδειξε ένα νησί. Βλέπεις εσύ μου είπεν, εκείνο το νησί εις το οποίον φαίνεται ένας πύργος που η κορυφή του εγγίζει έως τα σύννεφα; Ναι, ω αυθέντη, του απεκρίθηκα, Πολλά καλά, αυτός ξαναείπεν· αυτός είνε ένας πύργος, ο οποίος χρησιμεύει εις φυλακήν των απίστων τελωνίων, που πέφτουν εις τας χείρας μου, και άλλα τελώνια που δεν μου υποτάσσονται. Εις ετούτα τα λόγια αυτός με εσήκωσεν εις τον αέρα, και με έφερε μαζή του εις εκείνο το νησί. Επλησιάσαμεν εις την πόρταν του πύργου, που ήτον σιδερένια, η οποία διά προσταγής του ευθύς άνοιξε. Και εμβαίνοντας εις τον πύργον είδα τελώνια εις πλήθος πολύ φορτωμένα αλύσους, και ανάμεσα εις αυτά εγνώρισα διάφορα από εκείνα, που τους ήμουν σκλάβος.

Ήτον ένα ανάμεσα στα άλλα ονομαζόμενον Αφρικός, μεγάλον καθ' υπερβολήν και φοβερόν, και άσχημον πολλά· αυτό έστεκε δεμένον με χοντρές αλυσίδες εις έναν στύλον, εις τρόπον που του εσήκωναν την ελευθερίαν διά να κάμη παραμικράν κίνησιν. Ο βασιλεύς γυρίζοντας προς αυτό του είπεν. Ω ταλαίπωρε Αφρικέ ηξεύρεις πόσον εσύ μου είσαι υπόχρεως; Ω μεγαλώτατε βασιλεύ απεκρίθη ο Αφρικός, εγώ δεν παραβλέπω το χρέος μου· έπρεπέ μου χίλιες φορές να λάβω τα πλέον σκληρά βασανιστήρια, και το ύψος της βασιλείας σου έδειξε την καλωσύνην και με εσυμπάθησεν. Ας είνε, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσύ ηξεύρεις πως ημπορώ να σου δώσω την ελευθερίαν; Ναι βασιλεύ, απεκρίθη ο Αφρικός ηξεύρω την μεγάλην σου γενναιότητα, και αυτό δεν μου είνε νέον. Σου την δίνω το λοιπόν, του είπεν ο βασιλεύς, μα με συμφωνίαν, ότι εσύ θα φέρης ετούτον τον Μουσουλμάνον εις την Μπάσραν, και θέλω ότι εις ολίγον διάστημα να κάμης αυτό το ταξείδι. Θέλω τον φέρει εις τρεις ώρες του είπε, διά το θέλημά σου που με προστάζεις. Ο βασιλεύς τότε εγύρισεν εις εμέ και μου είπεν· ήξευρε, ω νέε, ότι ετούτος ο Αφρικός είνε ένα κακοποιόν τελώνιον πονηρόν, επίβουλον και άνομον· δεν ημπορώ να δώσω τόσην πίστιν εις τα όσα μου τάζει· φοβούμαι ότι θα με γελά, μα διά να μη σε βλάψη θέλω σου δώση μίαν προσευχήν, διά να την λέγης εις όλον το διάστημα της στράτας, που ευρίσκεσαι επάνω εις τες πλάτες του, και με αυτήν στάσου βέβαιος, πως δεν θέλει ημπορέσει να σε βλάψη. Και εις τον ίδιον καιρόν μου ερμήνευσε την προσευχήν, και την έμαθα να την λέγω.

Τότε ο βασιλεύς έλυσε τον Αφρικόν και με τα ίδιά του χέρια με έβαλεν εις τες πλάτες του, και αφού μου έδεσε τα μάτια διά να μην ιδώ πράγματα, που να με φοβήσουν εις την στράταν, μου είπεν, Αλμποβάρη, από εσένα δεν ζητώ άλλο, παρά να ενθυμηθής να υπάς εις την Μέκκαν διά να εύρης τον Όμαρ, βασιλέα των πιστών και τον Αλή Βαναπτή γαμπρόν του Μωάμεθ, εις τους οποίους θέλεις ειπεί, ότι είνε μία φυλή τελωνίων υποκάτω εις την γην, της θρησκείας του Μωάμεθ, που ποτέ δεν τρώγουν δίχως να ειπούν το πισμελαΐ, και παίρνουν αμπτέστι, και κάνουν όλες της συνήθειες των Μουσουλμάνων, και που πολεμούν ημέρα και νύκτα, εναντίον εις μίαν άλλην φυλήν τελωνίων, που είνε αποστάται εις τους νόμους του Μωάμεθ.

Του έκαμα όρκον ότι θα κάμω καθώς με επρόσταξε· και ύστερον εβγήκα από τον πύργον με το τελώνιον, που το είχα καβαλλικευμένον. Κύτταξε καλά, μου είπε πάλιν ο βασιλεύς, να μην αφήσης που να λες την προσευχήν· διότι αν σταματήσης καμπόσον χωρίς να την ειπής ο Αφρικός ημπορεί να κάμη να κινδυνεύσεις και να χαθής. Δεν μου το επαράγγειλεν αυτό ο βασιλεύς χωρίς δικαιολόγημα και αφορμήν, επειδή και εγνώρισα πολλά ογλήγορα την ενέργειαν, αν έστεκα μίαν στιγμήν χωρίς να την ειπώ. Ο Αφρικός έκαμνεν ουρλιασμούς φοβερωτάτους, οι οποίοι ευθείς έπαυον οπόταν εξανάπιανα την προσευχήν· τώρα αγροικούσα ότι το τελώνιον με ύψωνε τώρα με εχαμήλωνε, κάποιες φορές έκανε να γεννούνται φοβερώτατες χάλαζες, και άλλες φουρτούνες, πιστεύοντας, ότι με αυτά τα μέσα να με φοβίση και να με κάμη να πέσω· μα όλα ήτον ανωφελή, επειδή και εκρατούμουν πολλά σφικτά επάνω εις τες πλάτες του.

Ως τόσον, ό,τι λογής επιμέλειαν και προσοχήν είχα εις το να λέγω εκείνην την προσευχήν, που με έκανε να στέκωμαι ασφαλής, δεν ημπόρεσα όλως να υποφέρω που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου εις ένα αλαλαγμόν φωνών, που ήκουσα εις τον αέρα· και έλαβα την αφροσύνην να σηκώσω το δέμα από τους οφθαλμούς μου διά να ιδώ τι ήτον. Είδα πολλά τελώνια που είχαν μορφήν θηριώδη, και επολεμούσαν εις τον αέρα· τα φωνάγματα που έκαναν, και ο τρόπος που επολεμούσαν, με έκαναν διά κάποιον διάστημα να παύσω από το να λέγω την προσευχήν μου· και ο Αφρικός ευρίσκοντας τον καιρόν αρμόδιον που δεν επροσευχόμουν, με έρριξεν εις μίαν θάλασσαν, που επάνωθέν της είμεθα, και υπήγε να ανταμωθή με τα άλλα δαιμόνια διά να πολεμήση. Εγώ με το να μην ήμουν μακράν από την παραθαλασσίαν, και ηξεύροντας καλά να πλεύσω έπιασα την γην ευθύς, την οποίαν χίλιες φορές την εφίλησα, ευχαριστώντας τον ουρανόν διά την ελευθερίαν μου. Εχαιρόμουν που ελευθέρωσα την ζωήν μου από τα κύματα της θαλάσσης και από τον Αφρικόν, εθλιβόμουν μεγάλως από το άλλο μέρος, στοχαζόμενος, πως ήμουν εις μίαν έρημον, χωρίς ελπίδα διά να ξαναϊδώ την γυναίκα μου και την πατρίδα μου.

&Συμβεβηκός Η'. του Αμπουλβάρη&

Εις το αναμεταξύ που εγώ εθλιβόμουν διά την κατάστασιν, εις την οποίαν ευρισκόμουν βλέπω επάνω εις τα χείλη της θαλάσσης ένα μικρόν πουλί, που εις εμένα έρχουνταν. Εγώ δεν είδα ποτέ παρόμοιον πουλί, το οποίον μου εφαίνετο πολλά ωραίον, αυτό επλησίασεν εις το στόμα μου την μύτην του, και μου το εγέμισεν από ένα δροσερόν και γλυκύτατον ποτόν, έπειτα μου είπε. «Νέε Μουσουλμάνε, μην ολιγοκαρδίζης· διατί εσύ είσαι διαλεγμένος, και εδιωρίσθης να δουλεύσης διά παράδειγμα εις τους ανθρώπους της θρησκείας σου επειδή και μίαν ημέραν θέλουν ακούσει τα συμβάντα σου, και θέλουν ωφεληθή κατά πολλά». Ω ευγενικόν πουλί, εγώ εφώναξα εκστατικός εις τα όσα μου ωμιλούσεν· ειπές μου, διά ποίον θαύμα έχεις εσύ την χάριν να μιλής ως άνθρωπος; Εγώ είμαι απεκρίθη αυτό το πουλί του προφήτου Ισαάκ και έχω το χρέος να αγρυπνώ εις ετούτην την θάλασσαν, διά να βοηθώ τους ταλαιπώρους ανθρώπους, που έρχονται εις ετούτους τους τόπους, και ξεχωριστά τους Μουσουλμάνους· ώστε που αντί να θλίβεσαι, χαίρου και στάσου βέβαιος, ότι είνε ανταμοιβή εις τους καλούς διά τα βάσανα που υποφέρουν εις την πρόσκαιρον ταύτην ζωήν. Και αφού μου ωμίλησεν με αυτόν τον τρόπον μου έδειξε την στράταν που έπρεπε να ακολουθήσω, βεβαιώνοντάς με να την ακολουθήσω χωρίς να φοβούμαι παντελώς να μου συμβή τίποτε εναντίον.

Επεριπάτησα το λοιπόν εις εκείνην την στράταν που έδειξε· και το θαυμασιώτερον και το παραδοξότερον είνε που επεριπάτησα σαράντα ημερών διάστημα χωρίς να επιθυμήσω να φάγω, ή να πίω· το σερμπέτι που εκείνο το πουλί μου έβαλεν εις το στόμα, μου εσήκωσε την πείναν και την δίψαν. Τέλος πάντων έφθασα εις την ρίζαν ενός βουνού, που ήτον εις το μέσον μιας ερήμου, κοντά εις την οποίαν είδα ένα παλάτι ευμορφώτατον από πέτρες άσπρες κτισμένον, και εις αυτό δεν εφαίνονταν κανένα παράθυρον. Εκάθησα εις έναν ίσκιον δύο πατήματα μακράν από αυτό, και εις το μεταξύ που αναπαυόμουν, ήκουσα αιφνιδίως μίαν φωνήν, που μου λέγει· υιέ του Αδάμ, εσύ έφθασες εδώ εις καλόν καιρόν διά εμένα και διά εσένα. Εγύρισα ευθύς εις εκείνο το μέρος που έβγαινεν η φωνή, διά να ιδώ, και είδα ένα άλλο Αφρικόν τελώνιον ξαπλωμένον κατά γης, πολλά μεγαλύτερον από τον Αφρικόν, που με είχε ρίξει εις την θάλασσαν και πολλά ασχημότερον· αυτό είχε τον λαιμόν ωσάν του ελέφαντος· τον ζερβί οφθαλμόν κόκκινον ωσάν την φωτιάν· και τον δεξιόν γαλάζιον. Έλα σιμά εις εμέ, μου είπε, διά να αναπαυθής, και μην φοβάσαι τίποτε.

Εχρειάσθηκα εξ ανάγκης διά να υπακούσω τούτο το φοβερώτατον τελώνιον, με όλον που η θεωρία του δεν μου έδιδε καλήν ελπίδα, και επήγα και εκάθησα κοντά του. Εχάρηκεν αυτό εις το να με ιδή· ω νέε, μου είπε· ποίου προφήτου είσαι ακόλουθος; του Μωάμεθ, εγώ του είπα· τόσον το καλύτερον απεκρίθη εκείνο, επειδή και ένα τέτοιον άνθρωπον εγώ χρειάζομαι· μελετώ να κατορθώσω ένα μεγάλον πράγμα, το οποίον μοναχός μου δεν ημπορώ να το κάμω· μα ελπίζω με την βοήθειάν σου να λάβω το ποθούμενον, και ημπορείς να στοχαστής, ότι αν λάβω εκείνο που επιθυμώ, θέλω σε γεμίσει τιμές και πλούτη υπέρμετρα, επειδή και με αυτό θέλω γίνη αυθέντης όλου του κόσμου, και εις ανταμοιβήν θέλω σου δώσει και εσένα βασίλειον. Με προθυμίαν θέλω σε υπακούσει, του είπα· μα δι' αυτό δεν ζητώ ούτε κορώναν, ούτε άλλα πλούτη, παρά να με φέρης εις την Μπάσραν. Ναι απεκρίθη εκείνος, σου ομνύω εις το κεφάλι του προφήτου σου, πως θέλω σε φέρει πολλά καλά. Εγώ εξαναείπα· εσύ δεν έχεις να κάμης άλλο παρά να μου δείξης το τι έχω να κάμω, και θέλω το ακουλουθήσει με κάθε επιμέλειαν.

Ο Αφρικός έμεινε πολλά ευχαριστημένος εις το να με ιδή πρόθυμον διά να τον βοηθήσω· μα εγώ φοβούμενος με κάποιον τρόπον από αυτόν, άρχισα να λέγω την προσευχήν μυστικώς· Εις αυτό το διάστημα αυτός έβγαλεν από την τζέπην του μίαν απλοχεριάν βόλια, μικρά μολυβένια και δίδοντάς μου τα εις τα χέρια μου είπεν· ενθυμήσου να μη κάμης αλλέως, παρά οπόταν με ιδής κάθε φοράν που να πέσω αναίσθητος, να μου ρίξης επάνωθέν μου ένα από αυτά τα βόλια. Εγώ του έταξα μεθ' όρκου, ότι θα κάμω καθώς αυτός με διέταξεν. Επάνω εις τούτην την πίστιν αυτός εσηκώθη, και με επήρε, και επήγαμεν προς ένα παλάτι. Ο Αφρικός εκρατούσε και αυτός από εκείνα τα βόλια από τα οποία έρριξεν ένα με πολλήν δύναμιν προς την πόρτα του παλατίου, η οποία ευθύς άνοιξεν· εμβήκαμεν εις μίαν αυλήν εστρωμένην από μάρμαρον δίασπρον, εις την οποίαν εθεωρήσαμεν δύο λεοντάρια φοβερά, τα οποία ευθύς που μας είδαν άρχισαν να βρυχώνται· μα ο σύντροφός μου τα εκτύπησεν από μιας με ένα βόλι και έμειναν ακίνητα. Φθάνομεν εις μίαν δευτέραν προύντζινην, που ήτον κλεισμένη με ένα σύρτην ασημένιον. Δεν εναντιώθη εκείνη εις το κτύπημα του βολιού, μα ευθύς άνοιξε, και εφανερώθη εις τους οφθαλμούς μου ένα φοβερόν σπήλαιον πολλά ευρύχωρον· ένας ποταμός με νερόν μαύρον έτρεχε με μεγάλην ορμήν εις την μέσην του, και επάνω εις τα χείλη του ήτον δύο δράκοντες μεγάλοι και φοβεροί· ετούτα τα θηρία βλέποντάς μας άνοιξαν τας πτέρυγάς των, και ήρχισαν να ξερνούν από το στόμα τους άπειρες φοβερές φλόγες πυρός. Ο Αφρικός έρριψεν ευθύς δύο βόλια και εις αυτούς και ευθύς έπαυσαν, και εταπεινώθησαν. Και διαβαίνοντας αυτά ήλθαμεν εις μίαν αυλήν, της οποίας τα τείχη εφαίνοντο κτισμένα από πλάκες χρυσίου και το έδαφος ήτον εστρωμένον από πλάκες ασήμι· Εις το μέσον της ήτο ένας πύργος υψηλός από ξύλον κόκκινον της Ινδίας επάνω εις έξη κολώνες από τζελίκι της Κίνας, και υποκάτω του οποίου ήτον ένας μεγάλος θρόνος από ατόφιον χρυσάφι. Επάνω εις αυτόν τον θρόνον ήτον ένας θόλος, συνθεμένος από διαμάντια που έβγαναν αχτίνες λαμπρές, που μου εθάμπωσαν τους οφθαλμούς. Οπόταν ημείς ηθέλαμεν να πλησιάσωμεν εκεί, δύο όρνεα φοβερώτατα, που έστεκαν εις το έμβασμα του πύργου, ήλθαν κατεπάνω μας να μας κάμουν κομμάτια με τους όνυχάς τους· μα τα βόλια τα εμπόδισαν, ώστε που χωρίς αντίστασιν είδαμεν εκείνον που ήτον εις τον θόλον. Ήτον εκεί ένας άνθρωπος σεβάσμιος εις το πρόσωπον, και εφαίνονταν ότι αυτός ακόμην ανέπνεεν. Ο θάνατος που κάνει μίαν φοβεράν μορφήν επάνω εις τα πλέον ωραιότερα υποκείμενα της φύσεως, εφαίνετο πως θα εσέβετο το υποκείμενον, που εις τα μάτια μας επαρουσιάζετο. Είχε το λοιπόν αυτός εις ένα δάκτυλον πολλά δακτυλίδια· και ανάμεσα εις τα άλλα ένα πολλά μεγάλον, επάνω εις το οποίον έστεκε γραμμένον το Μέγα Όνομα του Θεού. Ο Αφρικός άπλωσε το χέρι του επάνω εις εκείνο το δακτυλίδι, διά να το βγάλη, και εν τω άμα εκατέβη από το ύψος του πύργου ένας μεγάλος όφις και φυσώντας του εις το πρόσωπον, τον έρριξε κατά γης αναίσθητον. Ενθυμούμενος το ότι μου παράγγειλε, τον εκτύπησα με ένα βόλι, και ευθύς αυτός εξανάλαβε τες αισθήσεις του. Πολλά καλά έκαμες μου είπε· και ετούτη είνε η δούλευσις, που από εσένα εχρειαζόμουν· ακολούθα λοιπόν να κάμνης το όμοιον όσον που κάνει χρεία. Αφού και ετελείωσεν αυτά τα λόγια, άρχισε πάλιν να προσπαθήση να βγάλη το δακτυλίδι, ο όφις πάλιν με το φύσημά του τον εκατάρριψεν εις την γην, και εγώ τον εξαναζώωσα με τα βόλι ωσάν το πρώτον. Ω Μουσουλμάνε φίλε, εφώναξεν ο Αφρικός, σου ομολογώ μεγαλώτατον χρέος· ήξευρε ότι ο απεθαμμένος που βλέπεις υποκάτω εις τούτον τον πύργον, είναι ο προφήτης Σολομών, του οποίου θέλω να κυριεύσω την Βούλλαν, διατί με αυτό το μέσον γίνομαι αυθέντης όλου του κόσμου, και εσένα ύστερα θέλω σου ανταμείψει μεγάλως την δούλευσίν σου. Μα διατί του είπα, δεν δουλεύεσαι από τα βόλια σου, διά να ταπεινώσης αυτόν τον όφιν ωσάν και τα άλλα θηρία; Τίποτε δεν μπορώ να κάμω εναντίον του, μου απεκρίθη· και διά τούτο εχρειαζόμουν βοήθειαν από άλλον. Έπειτα από αυτά τα λόγια, εδοκίμασε και τρίτην φοράν και ετράβηξε το δακτυλίδι έως εις την μέσην του δακτύλου του προφήτου· μα ο ίδιος όφις εξαναγύρισε και έρριξε τον Αφρικόν με το ίδιον σύστημα και την τρίτην φοράν. Εγώ πάλιν ετοιμαζόμουν διά να του ρίξω το βόλι και τον καιρόν που εσήκωσα το χέρι μου ο όφις έτσι μου ωμίλησε· «Στάσου, ω Μουσουλμάνε, και μη βοηθάς ετούτο το καταραμένον τελώνιον· ετούτο είναι από τα επτά Αφρικά, τα οποία αποστάτησαν εναντίον του Σολομώντος, και αυτός ο προφήτης τα έκλεισεν εις το κέντρον της γης, διά να παιδεύση την αυθάδειάν τους· αυτός δεν ζητεί άλλο παρά να κυριεύση αυτό το δακτυλίδι, του οποίου γνωρίζει την δύναμιν και από πολύν καιρόν εκαρτερούσεν εις την ρίζαν του βουνού εκεί που τον εσυναπάντησες, διά να διαβή κανείς που να ημπορέση να τον βοηθήση διά να κάμη αυτό το απόκτημα· αλλά ματαίως εκοπίασεν ελπίζοντας, διά να την αποκτήση ετούτην την θαυμασία βούλλα που στέκει υποκάτω εις την φύλαξίν μου. Εγώ είμαι ένα τελώνιον, που εστάθηκα πιστόν του Σολομώντος και διά τούτο έχω περισσότερη δύναμι εγώ, παρά τούτον τον Αφρικόν και από τους έξη συντρόφους του ομού. Άφησέ τον το λοιπόν, ακολούθησε να λέγη εις την κατάστασι που τον έφερα, και ας σταθή αυτού ως το τέλος των αιώνων· εσύ όμως ξεμάκρυνε το συντομώτερον από τούτο το μνημείον, και μη συγχίζης πλέον την ανάπαυσιν ετούτου του προφήτου· ειδεμή σε αφανίζω, το οποίον ήθελα να κάμω από το πρώτον, αν δεν ήσουν από την θρησκείαν του Μωάμεθ».

Εγώ υπήκουσα μετά φόβου τα λόγια του πιστού τελωνίου, και εγύρισα οπίσω και εις ολίγον έφθασα εις την ρίζαν του βουνού, χωρίς να βλαφθώ από τα φοβερά θηρία επειδή και τα ηύρα εις την κατάστασιν που τα αφήκεν ο Αφρικός. Ηκολούθησα από εκεί ένα κένταυρον, που με έφερεν εις ένα κάμπον· αλλά προτού να φθάσω εις αυτόν εχρειάσθην να περάσω πλησίον εις ένα σπήλαιον, από το οποίον είδα να βγαίνουν μεγαλώτατες φλόγες και καπνοί και ήκουσα μίαν φοβεράν βοήν σιδήρων, που εκτυπούσαν με φωνές και παράπονα, κραυγές και ουρλιάσματα φοβερώτατα.

Έστεκεν εις το έμβασμα τούτου του φοβερού σπηλαίου ένα θηρίον, του οποίου με τι τρόπον να περιγράψω την ασχημοσύνην του· εστοχάσθηκα ότι και αυτό θα είνε ένας Αφρικός, επειδή και επαρομοίαζε κατά πολλά εκείνα που είχα ιδεί· το οποίον ήτο δεμένον με χοντρές αλυσίδες· και ωσάν με είδε, με έκραξε με μίαν φωνήν, που επαρομοίαζε την βροντήν.

Νέε, μου είπε, στάσου και αποκρίσου μου από ποίον τόπον είσαι, και ποίου προφήτου ακόλουθος; του απεκρίθηκα πως ήμουν Μουσουλμάνος, και από την Μπάσραν. Οι Μουσουλμάνοι κάνουν, μου είπε σωστές τες προσευχές τους, και τα ήθη τους τα κρατούν καθαρά και άμωμα; αυτοί κάνουν τες προσευχές τους, του απεκρίθηκα, μα αλλοί εις εμέ, είνε πολλοί που δεν φυλάττουν καθαρά τα παραγγέλματα του Μωάμεθ. Το χαίρομαι αυτός μου απεκρίθη· αμ' η πηγή της Ζεμτέμ τρέχει πάντοτε; Ναι εγώ του είπα· μα αυτή θέλει έλθη καιρός που θα στύψη, με αντίκοψε, και η φθορά, θέλει είνε παγκόσμιος· όλα τα ανομόμητα θέλουν τα κάμνει οι αυτοί Μουσουλμάνοι με μίαν αχαλίνωτον ελευθερίαν· η μοιχεία και η πορνεία θέλουν βασιλεύσει ολούθεν, και θέλουν κάμνει καθημερινές ψευδορκίες, θέλουν πίνει κρασί, και θέλουν ιδεί τες γυναίκες ξέσκεπες. Ωχ, εκείνος ο καιρός δεν είνε μακρυά του είπα, επειδή, και κατά το παρόν γίνονται όλα αυτά τα ανομήματα.

Εκατάλαβα ότι τα υστερινά μου λόγια του επροξενούσαν χαράν. Ω υιέ του Αδάμ, εφώναξεν εκείνος με προθυμίαν, είνε δυνατόν οι Μουσουλμάνοι να είνε τόσον πταίσται; τι νέον ευτυχισμένον μου φανερώνεις, είνε καιρός το λοιπόν εγώ να έβγω από την σκλαβιά διά να παρουσιασθώ εις το ανθρώπινον γένος; ήξευρε, ω νέε, ακολούθησε να λέγη ότι εγώ είμαι ο Τζαντάλ (αντίχριστος κατά τους Μωαμεθανούς) που έχω να υπάγω εις τον κόσμον διά να σπείρω τους θυμούς μου. Έτσι λέγοντας ετίναξε με ορμήν τες αλυσίδες του και επάσχισε με δυνάμεις τρομακτικές διά να ελευθερωθή από τους δεσμούς· μα δεν έλαβε το ποθούμενον, επειδή και δύο τελώνια ενδυμένα πράσινα εφανερώθηκαν ευθύς, και τον εκαταδάμασαν, ξαναδένοντάς τον το ένα, και το άλλο τον έδερνε με ράβδον σιδηρένιαν, και του έλεγαν· στάσου αυτού, κατηραμένε, πολλά ογλήγορα θέλεις να ελευθερωθής, ανάμεινε πρώτον να σου δοθή το θέλημα διά να φανερωθής εις τον κόσμον, ότι ο καιρός δεν επλησίασεν ακόμη. Εγώ δεν ήμουν μάρτυρας ήσυχος εις τα όσα έβλεπα, εξεμάκρυνα το ογληγορώτερον από τον Τζαντάλ, και εμβήκα εις έναν κάμπον όλος συγχισμένος, και επεριπάτησα προς μίαν στράταν γεμάτην από ωραιότατα δένδρα. Εκρατούσαν αυτά έως εις ένα λάκκον ενός κάστρου, που εφαίνονταν απέναντι· εκείνο το κάστρον του οποίου τα τείχη ήτον από χρυσίον, και τα μπεντένια από πετράδια μου αύξαιναν το θαυμασμόν καθώς το επλησίαζα. Εκεί εμπήκα από μίαν πόρταν διαμαντένιαν, την οποίαν την εκρατούσε σφαλισμένην ένας σύρτης από σμαράγδι· και αφού εστοχάσθηκα με πολλήν μου έκτασιν ένα τόσον ωραίον κτίριον, αγροίκησα μίαν ζωντανήν περιέργειάν να ιδώ τα έσωθεν. Και πλησιάζοντας εις την πόρταν είδα επάνωθέν της γραμμένα με χρυσά γράμματα τα κάτωθεν λόγια. «Όποιος και αν είνε που εδώ θα έλθη, και θελήση να ανοίξη την πόρταν, ας ηξεύρη ότι αυτή δεν ανοίγει με κλειδιά, παρά με τα ακόλουθα λόγια· Δεν είνε άλλος Θεός, παρά είς και ο Μωάμεθ είνε προφήτης του. Δεν είνε άλλος Θεός παρά ο Θεός· ο Αδάμ είνε ο εκλεκτός του Θεού. Δεν είνε άλλος Θεός παρά ο Θεός· ο Ισμαήλ είνε η θυσία του Θεού».

Εγώ δεν είχα καλώς τελειώσει αυτά τα λόγια, και η πόρτα ευθύς άνοιξεν. Ωχ, εδώ δεν ηξεύρω να εύρω τρόπους, που να ημπορέσω να σας περιγράψω καταλεπτώς και να ειπώ τα πράγματα που εκεί είδα. Στοχαστήτε όλον εκείνο που ο νους σας ημπορεί να καταλάβη πλέον ένδοξον, πλέον πλούσιον, και πλέον ωραίον, που ημπορεί να είνε· και ας είστε βέβαιοι, πως τίποτε δεν ημπορεί να παρομοιάση με εκείνο που επαρουσιάσθη εις την θεωρίαν μου. Είδα ένα παλάτι κτισμένον από ένα μέταλλον από χρώμα γαλάζιον, που μου ήτον αγνώριστον. Μα όσον πολύτιμη και αν μου εφάνη η αυλή, η τέχνη υπέρβαινε κατά πολλά, η κατασκευή του κτιρίου δεν επαρομοίαζε καθόλου με τες ιδικές μας, και δικαίως ημπορούσα να στοχασθώ ότι ανθρωπίνη εργασία δεν ήτον· οι οντάδες ήσαν γεμάτοι από στρωσίδια χρυσοΰφαντα, και εφαίνονταν πολύτιμες και άξιες ζωγραφιές, που έδειχναν τους πολέμους του Μωάμεθ, που έκανε διά να στερεώση την θρησκείαν του. Και οπόταν εγύρισα πολλούς οντάδες χωρίς να συναπαντήσω κανέναν, εμβήκα εις ένα περιβόλι μεγάλον καθ' υπερβολήν και θαυμαστόν και ωραίον· τα θαυμάσια δένδρα του ήταν γεμάτα από διαφόρους καρπούς τα άνθη και λουλούδια, τα συντριβάνια τα χρυσά γεμάτα από καθαρόν νερόν, και άλλα διάφορα πράγματα, που μου εξέστησαν τον νουν, είναι αδύνατον να περιγράψω.

Εις αυτό το πανευφρόσυνον περιβόλι, ένα άπειρον πλήθος πουλιών διαφόρων χρωμάτων αντηχολογούσεν από τα λαλήματά τους. Και εκεί που επεριπατούσα εσυναπάντησα έναν μέγαν αφέντην χωρίς γένεια, ενδεδυμένον με φορέματα γεμάτα διαμάντια· εβαστούσεν εις το κεφάλι του ένα φακιόλι πράσινον γεμάτον από ρουμπίνια και ήτον καβαλάρης επάνω εις ένα άλογον τρανταφύλλου χρώματος, το οποίον εκεί που επατούσεν, η γη ευθύς έβγαζεν ωραιότατα λουλούδια, και ήτον ωραιότερον από την σελήνην και από τους πλέον λαμπροτέρους αστέρας.

Εστοχάσθηκα από την θεωρίαν του, και από την μεγαλοπρέπειάν του, ότι αυτός θα ήτον ο αυθέντης εκείνου του παλατίου, και άρχισα να φοβούμαι μήπως του κακοφανή, που εμβήκα εκεί χωρίς το θέλημά του. Αυτός απερνώντας από σιμά μου εσταμάτησε, και μου είπεν· Ω νέε, δεν είσαι εσύ από την Μπάσραν; Ναι, του απεκρίθηκα αυθέντη. Καλώς ήλθες, αυτός μου ξαναείπε· πολλά καλά το ήξευρα ότι έμελλες να έλθης εσύ εδώ μα ειπέ μου, εστοχάσθης εσύ καταλεπτώς όλα τα θαυμάσια ετούτα του κτιρίου, και έφαγες από τα φαγητά που εδώ ευρίσκονται; Εγώ είδα και πράγματα πολύ εξαίσια, του απεκρίθην· μα από τα φαγητά σας δεν ηξεύρω τι λογής είναι. Ακολούθησον λοιπόν την οδόν σου μου είπεν εκείνος, και θέλεις συναπαντήσει έναν κάποιον, ο οποίος θέλει σε συνοδεύσει ως οδηγός έως εδώ· και τέλος πάντων θέλει σε κάμει να φθάσης εκεί που επιθυμείς.

Ακολούθησα την στράταν μου, στρέφοντας τους οφθαλμούς από όλα τα μέρη και δεν ημπορούσα να τους αποσπάσω εις το να θεωρώ, και να στοχάζωμαι όλα τα εξαίσια που με περιεκύκλωναν. Έφθασα τέλος πάντων εις έναν τόπον που ήτον ένας Ναός, εις την θύραν του οποίου έστεκαν γραμμένα τα ακόλουθα λόγια «Δεν είνε άλλος Θεός, παρά ο Θεός, ο Μωάμεθ είνε ο προφήτης του». Και από μέσα ήτον ένας άνθρωπος γονατιστός που επροσκυνούσε· και αφού εκαρτέρησα έως που ετελείωσε να προσκυνήση, τον εχαιρέτησα λέγοντάς του· Σελάμ αλέκημ και αυτός αποκρινόμενος μου το, Αλέκημ σελάμ, μου είπε, ω νέε Μουσουλμάνε· κάνει χρεία βεβαίως ότι θα είσαι πολλά αγαπημένος του Μωάμεθ που ημπόρεσες να έλθης έως εδώ· ηξεύρεις εσύ εις ποίον τόπον ευρίσκεσαι; ηξεύρεις ότι ετούτο το περιβόλι είναι η διωρισμένη κατοικία των φίλων και εδικών του Μωάμεθ; εδώ μία ευτυχία αιώνιος τους καρτερεί, και διά το παρόν είναι πολύ πλήθος, και θέλω σε κάμει να τους ιδής. Τότε αυτός με έφερεν εις έναν τόπον, εις τον οποίον ήτον τρεις ποταμοί, ο πρώτος από γάλα, ο δεύτερος από βούτυρο, και ο τρίτος από μέλι, και έτρεχαν σιγαλά ολόγυρα του περιβολιού· εις τα χείλη των οποίων έστεκαν πλήθος λαού, καθήμενοι σιμά εις τα τραπέζια γεμάτα από διάφορα φαγητά· εκεί είδα διαφόρους σερίφιδες από την φυλήν του Μωάμεθ, και σαχπάνιδες (φίλοι και μαθηταί του αυτού προφήτου), οι οποίοι βλέποντάς με μου έδωκαν το Σελάμ, με χαροποιόν πρόσωπον. Έπειτα από εκεί ο οδηγός μου με έφερεν εις ένα κάμπον πολλά χαρμόσυνον ο οποίος ήτο γεμάτος από ωραιότατα κορίτσια, που εσύγχισαν τον νουν μου τα κάλλη τους· μερικά από ταύτα ετραγωδούσαν· άλλα ελαλούσαν διάφορα όργανα και άλλα εχόρευαν κάθε λογής χορούς· και τόσον ευφράνθη η καρδία μου να τα βλέπω και να ακούω, που τέλος πάντων ολίγον έλειψε να τρελλανθώ.

Βλέπεις εσύ μου είπεν ο οδηγός μου, αυτά τα κοράσια; ετούτες οι ουράνιες τουρές προξενούν την αγαλλίασιν των πιστών· εις εσέ είναι άδεια μόνον να τες στοχασθής από μακρόθεν, χωρίς να τες πλησιάσης κατά το παρόν δεν ημπορείς να τες απολαύσης επειδή και ο Άγγελος του θανάτου δεν σε εσήκωσεν ακόμη από τον θνητόν κόσμον. Λέγοντάς μου τοιουτοτρόπως αυτός με επήρε χωρίς να θέλω να ξεμακρύνω από εκείνα και με έφερεν εις έναν άλλον Ναόν, που ήτον εις την άκρην του περιβολιού. Εδώ ως επί το πλείστον, μου είπεν εκείνος, έχω την κατοικίαν μου· ο άνθρωπος χωρίς γένεια, που είδες επάνω εις το άλογο, είναι ο Προφήτης Ηλίας· αυτός κατοικεί εις την άλλην άκραν του περιβολιού. Εγώ δε ονομάζομαι ο προφήτης Χεδέρ, και κατοικώ εδώ καθώς σου είπα· εις εσένα μοναχά στέκει να ζήσης μαζή μου· ημείς μαζή θέλομεν κάνει το προσκύνημά μας, και θέλομεν απολαύσει τες τρυφές ετούτου του κατοικηρίου, που εις την γη δεν ευρίσκεται· εμείς εδώ δεν ηξεύρομεν μεταλλαγές καιρών· πνέει ένας αέρας πάντοτε τερπνότατος και συγκερασμένος· μία παντοτινή άνοιξις βασιλεύει η νύκτα ποτέ δεν εξαπλώνει το σκότος της και η ημέρα που μας φωτίζει είναι πάντα καθαρή και ξάστερη.