Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών
Part 13
Εις το αναμεταξύ του καιρού που ήθελα διά να μισεύσω, ιδού και έρχεται ο σκλάβος της Γαντζάδας προς εμέ, και ευθύς που με είδε μου είπε· συμπάθησόν με, αυθέντη, αν δεν ήλθα εμπροσθήτερα να σου φέρω την απόκρισιν εις τα όσα με επρόσταξες επειδή και εδικόν μου δεν είναι το φταίξιμον· η κυρά μου με είχε προστάξει διά να μην σου μιλήσω με κανένα τρόπον· αυτή με το να αγάπησε την δόξαν των ανθρώπων, και διά να λογισθή ωσάν μίαν ηρώισσα απεφάσισε διά να καή· δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο δι' αυτήν, επειδή και πρέπει να την αφήσωμε να χαρή την δόξαν που επεθύμησε, και ας έλθωμεν εις το αίτιον που εδώ με έφερεν· ήξευρε πως μία άλλη κυρά πολλά πλουσία και ωραία ωσάν την Γαντζάδα, που την δουλεύω, επιθυμά να σε ιδή· επειδή και της εδιηγήθηκα την ιστορίαν σου, και τα όσα επέρασες με την Γαντζάδα, και από την περιέργειάν της με έστειλε διά να σε κράξω να έλθης προς αυτήν· κάμε μου λοιπόν την χάριν και έλα μαζί μου, και δεν θέλεις μετανοήσει που με υπήκουσες. Έμεινα εκστατικός εις τα όσα μου είπεν ο σκλάβος του οποίου είπα πως δεν θέλω πλέον να ιδώ καμμίαν γυναίκα, επειδή και έχασα εκείνην που επιθυμούσα· Ο σκλάβος μού εδιπλασίασε τες παρακάλεσες τόσον, που με εκατέπεισε διά να υπάγω να ιδώ εκείνο το υποκείμενον που εζητούσε να με ιδή, το περισσότερον διά περιέργειαν, παρά δι' άλλο. Ακολούθησα λοιπόν τον σκλάβον, ο οποίος με έφερεν εις ένα μικρόν σπητάκι, και με έμβασεν εις έναν απλούν οντά, εις τον οποίον με άφησε λέγοντάς μου ότι υπάγει να φέρη την κυράν του. Δεν απέρασε πολύ διάστημα που εκαρτέρουν, και ιδού εκείνη που έρχεται· μα στοχασθήτε την σκότισίν μου, εις την οποίαν ευρέθηκα οπόταν την εθεώρησα, και εγνώρισα ότι εκείνη ήτον η ωραιοτάτη Γαντζάδα, την οποίαν εγώ την επίστευσα ότι θα έγινε στάκτη.
Ευθύς που εγώ την είδα, ελόγιασα πως θα ήτον ένα φάντασμα ή η σκιά της· όθεν άρχισα να τρέμω και να εμβαίνω εις μέγαν φόβον. Αυτή βλέποντας την σύγχυσίν μου και τον φόβον που είχα, και μην ημπορώντας να κρατηθή από τα γέλοια, μου είπεν Αμπουλβάρη, εγώ δεν επεθύμησα να σε ιδώ διά να σε φοβίσω· δεν είνε τούτη η σκιά της Γαντζάδας, αλλά είνε αυτή η ιδία· η έκστασίς σου κατά αλήθειαν είνε με κάθε δίκαιον εύλογος, επειδή και δεν ημπορεί τινάς να θεωρήση χωρίς έκστασιν ένα υποκείμενον, που να το ηξεύρη πως είνε πεθαμμένον· εγώ το λοιπόν είμαι εκείνη, και διά να σου αφανίσω κάθε σου φόβον και υποψίαν, θέλω σου διηγηθή τον τρόπον που έκαμα, διά να μην αποθάνω καθώς με ενόμιζες.
Ήξευρε λοιπόν πως πριν να υπάγω εις την πυρκαϊάν διά να θυσιασθώ, έκραξα τον πρώτον των ιερέων, και του έταξα αργύρια, εις πολλήν ποσότητα, διά να με ελευθερώση από την φωτιάν, που έμελλα να καώ. Και αυτός διά την ποσότητα των χρημάτων, που του έταξα, έκαμεν ένα υπόγειον μέσα εις την καλύβαν, και εμβαίνοντας εκεί έμεινα αβλαβής· Και ωσάν ετελείωσεν η φωτιά εβγήκα κρυφίως, και ήλθα εις ετούτο το σπητάκι, το οποίον είχα προετοιμασμένον επιταυτού· και όλον ετούτο που έκαμα, το έκαμα διά την αγάπην σου, αποφασίζοντας να αφήσω την ειδωλολατρείαν, και να γίνω Μωαμεθανή διά να σε στεφανωθώ, και να πάμε εις την πατρίδα σου την Μπάσραν· έτσι ηθέλησα να κάμω αυτό, διά να μην ηξεύρη κανείς πως εμίσευσα από την πατρίδα μου με ένα Μωαμεθανόν, το οποίον ήθελε προξενήσει πολλήν αισχύνην εις όλην μου την γενεάν. Ετούτο είνε όλον το αίτιον ενός τοιούτου πράγματος, που σε έκαμε να μείνης εκστατικός.
Μα πώς, ω ευγενική αγάπη μου της είπα εγώ, διά εμένα λοιπόν εμεταχειρίσθης ετούτην την μηχανήν διά να ζήσης μαζί μου αποφάσισες να ξεμακρύνης από την πατρίδα σου, και να αρνηθής την θρησκείαν σου; ω ωραιοτάτη Γαντζάδα, εις ετούτην την στιγμήν με κάνεις τον πλέον ευτυχισμένον από όλον τον κόσμον. Αφού ετελείωσα τούτα τα λόγια, έπεσα εις τα γόνατά της, και τα αγκάλιασα με θερμότητα. Σηκώσου, Αμπουλβάρη, αυτή μου είπε, δεν ηξεύρω αν ημπορής να επαινεθής τόσον διά την ευτυχίαν σου· η Γαντζάδα δεν είναι πλέον μία απόκτησις τόσον πολύτιμη ωσάν που ήτον, επειδή και εγώ δεν έχω τίποτε από τα όσα πλούτη που είχα, με το να τα έδωσα των ιερέων και των εδικών μου που τους τα εμοίρασα, έξω από μερικά διαμαντικά. Εγώ την απόκοψα από την ομιλίαν της και της είπα, πως τα πλούτη της δεν τα εστοχάσθηκα, ούτε τα στοχάζομαι διά το ουδέν έμπροσθέν της, και πως όλη μου η χαρά και ευχαρίστησις ήτον διά την αγάπην που μου έδειχνε, και διά την αντάμωσίν της, παρά διά τον πλούτον όλου του κόσμου.
Έπειτα από αυτά και άλλα παρόμοια που εσυνομιλήσαμεν, απεφασίσαμεν διά να μισεύσωμεν από την Σερενδίβ το ογληγορώτερον που θα ήτον· το οποίον ηκολούθησεν ολίγας ημέρας υστερώτερα. Όντας λοιπόν το καράβι έτοιμον διά να μισεύση, απεχαιρέτησα τον Αμπίμπη, και παίρνοντας τη Γαντζάδα κρυφίως διά νυκτός ήλθαμεν εις το καράβι ομού με μερικούς σκλάβους, οι οποίοι έφερναν τα διαμαντικά της και εκείνην την ιδίαν νύκτα εμισεύσαμεν. Εφθάσαμεν το λοιπόν ύστερον από ένα μακρυνόν ταξείδι, όμως χωρίς κίνδυνον εις την Μπάφραν καθώς επιθυμούσαμεν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την χαράν που έδειξεν ο πατέρας μου οπόταν με είδε. Και ύστερον από τα πρώτα αγκαλιάσματα που μου έκαμε, του επρόσφερα την Γαντζάδα φανερώνοντάς του το πως ήτον γυναίκα μου. Αυτός την εδεξιώθη με πολλήν τιμήν με το να την είδε τόσην ευγενικήν, συνέλαβε δι' αυτήν μίαν πατρικήν αγάπην, οπόταν του εδιηγήθηκα ομοίως και τα ταξείδιά μου, και τα συμβεβηκότα μου, και έμεινεν εκστατικός. Έπειτα μου είπε πως έλαβε τα όσα μαργαριτάρια με τον καπετάνιον του είχα στείλει. Και ύστερον από αυτά ο πατέρας μου και εγώ επήραμεν την Γαντζάδα και την εφέραμεν εις τον Κατή και μας εστεφάνωσε κάνοντάς την πρώτον να αρνηθή την ειδωλολατρικήν θρησκείαν και διά να εορτάση τους γάμους μας, και ο πατέρας μου έκαμε διά μιαν ολόκληρον εβδομάδα χαρές, και συμπόσια μεγάλα εις όλους τους φίλους του.
Ετούτη είνε η περιγραφή του πρώτου μου ταξειδιού· εσείς ηκούσατε πράγματα ολίγον κοινά μα έχω άλλα πλέον θαυμασιώτερα ακόμη διά να σας διηγηθώ· αύριον θέλω σας διηγηθή το δεύτερόν μου ταξείδι, και θέλετε ομολογήσει πως ποτέ να μην έτυχαν εις κανέναν συμβεβηκότα τόσον παράξενα, ωσάν εκείνα που μου έτυχαν εμένα.
Ο μέγας περιηγητής Αμπουλβάρης έπαυσεν από το να ομιλή, όχι μονάχα διά να ξεκουρασθή μα διά να μη βαρύνη τους ακούοντας τον. Το καραβάνι ως τόσον εξακολουθούσε το ταξείδι του· και το βράδυ ήλθαν και εκόνευσαν εις ένα ωραιότατον κάμπον και εκεί αναπαύθησαν εκείνην την νύκτα, και την ακόλουθον ημέρα εξανάρχισαν το ταξείδι τους. Και ο Αμπουλβίρης ξαναπιάνοντας την σειράν της ιστορίας του, την εδιηγήθη με τον ακόλουθον τρόπον.
&Ακολούθησις της ιστορίας των εξαισίων συμβεβηκότων του Αμπουλβάρη, επονομαζομένου μεγάλου περιηγητού.&
&Ταξείδιον δεύτερον&
Ευρισκόμην το λοιπόν ενωμένος με την ωραιοτάτην Γαντζάδα· και οι δύο αγαπημένοι εγευόμεθα την γλυκύτητα μιας τελείας ενώσεως, και δεν ελείπαμεν εις το να περικαλούμεν τον ουρανόν, να μας δώση την χάριν του να βαστάξη διά πολύν καιρόν η ευτυχία, που μας έκανε να χαιρώμεθα. Μα αλλοί εις εμέ! πόσον γελιούνται οι άνθρωποι· διότι οπόταν στοχάζονται να περάσουν διά πολύν καιρόν χαίροντες την ευτυχίαν τους, και την άκραν τους ευχαρίστησιν, τότε συμβαίνει κάθε εναντίον· και τες περισσότερες φορές η μεγάλη χαρά και ευχαρίστησις, μεταβάλλεται εις άκραν θλίψιν και πόνον. Μετά ολίγους μήνας το λοιπόν ύστερον από την υπανδρείαν μου, απέθανεν ο πατέρας μου και διαμοίρασα την περιουσίαν μου με έναν αδελφόν μου που είχα. Ετούτος ο αδελφός μου ωνομάζετο Ούρμα, ηθέλησε διά να αυξήση το έχειν του με την πραγματείαν· αγόρασεν αυτός ένα καράβι, και το εφόρτωσε πραγματείες διά να υπάγη εις τας Ινδίας, και έβαλεν όλον του το κεφάλαιον που επήρεν εις το μερτικόν του. Τέλος πάντων εμίσευσε, μα δεν έλαβε καλόν τέλος· ετσακίσθη το καράβι του σιμά εις ένα παραθαλάσιον, και δεν ημπόρεσε να λυτρώση παρά το κορμί του. Τον είδα να γυρίση γυμνόν και τετραχηλισμένον, που μου επροξένησε συμπάθειαν και λύπην.
Τον εδέχθηκα εις το σπήτι μου, τον συνέδραμα διά να ξαναγοράση νέες πραγματείες και να επιχειρήση νέον ταξείδι. Μα δεν εγύρισε πλέον ευτυχισμένος από το πρώτο ταξείδι, με το να εμετατσακίσθη. Και ελευθερωθείς από την θάλασσαν πλέοντας ήλθε διά να μου φανερώση εις την Μπάρσαν την νέαν του δυστυχίαν που του εσυνέβη.
Έμεινα πολλά διαπερασμένος από την νέαν του δυστυχίαν, και τίποτα δεν αψήφισα διά να τον χαροποιήσω· αδελφέ μου του είπα, εγώ βλέπω που εσύ τύχην δεν έχεις εις το να πραγματεύεσαι· κάνει χρεία το λοιπόν να αφεθής τελείως από την πραγματείαν, και θέλεις ζήση μαζί μου με ανάπαυσιν χωρίς να σου λείψη τίποτε. Έκλινε μετά χαράς εις ότι του επρόβαλα και έμεινεν εις το σπήτι μου, και ευρίσκοντας από ολίγον κατ' ολίγον ηδονήν εις την οκνηρίαν, απερνούσε χαροποιώς τας ημέρας του περιδιαβάζοντάς με τους φίλους του. Εγώ από το άλλο μέρος δεν επροσπαθούσα άλλο, παρά πώς να ευχαριστώ την αγάπην της Γαντζάδας και να της δίνω κάθε περιδιάβασιν που επιθυμούσεν· αγαπούσα να εξοδεύω με γενναιότητα· και με όλον που τα διάφορά μου δεν ήτο τόσον μεγάλα, έτσι δεν ήτον και τόσον αρκετά διά να μας φθάσουν εις πολύν καιρόν κατά τον τρόπον που εζούσαμεν. Τέλος πάντων εκατάλαβα ύστερον από κανένα χρόνον, ότι η πατρική μου περιουσία ήτον πολλά ωλιγοστευμένη· ο φόβος διά να μην πέσω εις δυστυχίαν με έκαμε να σταθώ διά να την εμποδίσω. Και ούτως αποφάσισα μη κάμω καμμίαν συντροφίαν, και να υπάγω να πραγματευθώ εις το βασίλειον της Γολκόνδας.
Δεν το αγροίκησε χωρίς πόνον η γυναίκα μου, ότι εγώ έμελλα να κάνω ένα τέτοιον μακρυνόν ταξείδιον· εκαταπείσθη τέλος πάντων εις τα δικαιολογήματά μου, με τες ελπίδες που έμελλα να γυρίσω φορτωμένος από πλούτη εις την Μπάσραν, και ότι υστερώτερα θα ήθελον απεράσει με αυτήν ευτυχώς δίχως να λάβω άλλην χρείαν να ταξειδεύσω. Εμβήκα λοιπόν εις συντροφιάν με ένα γνώριμόν μου πραγματευτήν και αγοράσαμεν διάφορες πραγματείες διά να τες πουλήσωμεν εις το Σουράτ, και από εκεί να φέρωμεν άλλες εις την Μπάσραν. Φθάνοντας η ημέρα του μισευμού μου έχυσα πολλά δάκρυα διά την Γανζάδα, και είπα του Ούρμα αγκαλιάζοντάς τον· αδελφέ μου εις εσένα αφίνω την επιμέλειαν του σπητιού μου και των πραγμάτων μου· επιμελήσου διά την τιμήν μου, και πρόσεχε όσον είνε το δυνατόν την αγαπημένην μου Γαντζάδα, και μη την αφήσης να της λείψη τίποτε· φύλαξε ακριβώς το αυτό αμανάτι που σου αφίνω, εις τον γυρισμόν μου να το εύρω καθώς σου το άφησα.
Ο Ούρμας εις ετούτα τα λόγια μου μού έταξεν επάνω εις την τιμήν του, ότι θα φυλάξη τα πάντα με κάθε ακρίβειαν, και πως να μην έχω καμμίαν έγνοιαν, και να στέκωμαι με την καρδίαν μου πολλά ήσυχην. Πιστεύοντας εγώ τα όσα μου έταξεν, εμίσευσα με το πνεύμα μου ήσυχον. Εκάμαμεν πανιά, και εφθάσαμεν εις το Σουράτ με έναν αέραν πολλά αρμόδιον, που δεν μας άφησε τελείως· εκεί επουλήσαμεν, με πολλά κέρδη τες πραγματείες μας, και αγοράσαμεν άλλες από τις οποίες εκάναμεν λογαριασμόν ότι θα εκερδίζαμεν εις το ένα τέσσαρα. Και αφού ετελειώσαμεν κάθε μας υπόθεσιν, επισπεύσαμεν διά να γυρίσωμεν εις την Μπάσραν.
&Συμβεβηκός Ζ'. του Αμπουλβάρη.&
Το καράβι μας αρμένιζε με τα πανιά γεμάτα, και ελογαριάζαμεν ότι θα φθάσωμεν ευτυχώς με αυτόν τον αέρα εις την ποθουμένην πατρίδα μας. Μα εις μίαν νύκτα εσηκώθη μία φουρτούνα τόσον σφοδρά, που ηναγκάσθημεν να παραιτηθούμεν εις την διάκρισίν της, της οποίας η σφοδρότης μας έβγαλεν έξω από την στράταν μας, και ήλθε το καράβι μας και ετσακίσθη εις μίαν ξέραν, σιμά εις ένα ερημονήσι. Όλοι οι άνθρωποι της συντροφιάς επνίγησαν έξω από εμένα και του συντρόφου μου· ερριχθήκαμεν εις τον σκύφον με πολλήν ογληγορότητα, και με τούτο το μέσον αφεθήκαμεν εις την ορμήν των κυμάτων. Μα αλλοί εις εμέ! από ένα κίνδυνον της φουρτούνας επάσχαμεν διά να γλυτώσωμεν, και εις άλλο χειρότερον επέσαμεν· είμεθα πλησίον να πιάσωμεν γην, και εις το αναμεταξύ που ηθέλαμεν να έβγωμεν, ιδού και έρχεται ένας μεγαλώτατος κορκόδειλος προς ημάς· εκείνο το φοβερόν θηρίον πλησιάζοντας προς τον σκύφον μας, με την ουράν του τον εκτύπησεν, που τον έκαμε πολλά κομμάτια. Ημείς με το να μην είμεθα ακόμη εβγαλμένοι εις την γην, επέσαμεν ευθύς εις το νερόν εις τον ίδιον καιρόν το θηρίον ανοίγοντας το στόμα του εκατάπιε τον σύντροφόν μου· και εγώ εις αυτό το αναμεταξύ που έτρωγε τον σύντροφόν μου, έπιασα την γην πλέοντας, και ούτως εγλύτωσα από τον κίνδυνον του θηρίου.
Περιπατώντας το λοιπόν εις εκείνο το έρημον νησίον έφθασα σιμά εις μίαν βρύσιν, της οποίας το νερόν ήτον τόσον άσπρον, που εφαίνετο ωσάν το κρύσταλλον· εγώ έπια από αυτό, και το ηύρα εις την γεύσιν νόστιμον ωσάν ένα πολύτιμον σερμπέτι· έμασα ύστερον κάποια χόρτα που εκεί κοντά ήτον, και τα έφαγα, τα οποία ήτον νοστιμώτατα· εστοχάσθηκα εκείνην την τοποθεσίαν, που η φύσις την εστόλισε με τόσα διαφορετικά πράγματα και όλος καταπονημένος καθώς ήμουν ευχαρίστησα τον ουρανόν, που το ολιγώτερον με έφερεν εις ένα τόπον που δεν εφοβούμην ν' αποθάνω από πείναν και δίψαν. Μα στοχαζόμενος τα άγρια ζώα, που ημπορούσαν να είνε εκεί, και διά να μη με καταφάγουν, μου εμβήκε κάποιος φόβος, και με έκαμε να μην αναπαυθώ εκεί διά πολλήν καιρόν, με όλον που είχα πολλήν χρείαν.
Επερπάτησα το λοιπόν, και ήλθα εις ένα λόγγον, του οποίου τα δένδρα ήτον όλα από αλοήν, και πυξάρι. Και αφού επεριπάτησα εις αυτόν τριακόσια πατήματα, ευρέθηκα σιμά εις ένα λιβάδι σκεπασμένον από χιλίων λογιών λουλούδια, που ευωδίαζαν τον αέρα. Εις το μέσον ετούτου του λιβαδιού εφαίνονταν ένα δένδρον πολλά υψηλόν και φουντωτόν, που έκανεν έναν χαριέστατον ίσκιον, εις την ρίζαν του οποίου ήτον μία τέντα από μεταξωτόν, και υποκάτω αυτής ήτον ένα κρεββάτι με έναν άνθρωπον, που εφαίνονταν πως θα κοιμάται και είχε το ζερβί του χέρι ακουμπισμένον επάνω εις μίαν κασσελοπούλαν χρυσήν, και ένας δράκοντας φοβερός έστεκε σιμά του, και εκρατούσεν εις το στόμα του μίαν καραφοπούλαν με βάλσαμον, και κάθε ολίγον το επλησίαζεν υποκάτω εις τα ρουθούνια του.
Εις τούτο το θέαμα έμεινα νεκρός από τον φόβον μου. Αλλοί εις εμέ, είπα εις τον εαυτόν μου· τι το όφελος που εγλύτωσα από την θάλασσαν, και από τον κορκόδειλον και ήλθα διά να γένω φαγητόν ετούτου του δράκοντος; και αντίς να πλησιάσω εις την τέντα, έφυγα και εκρύφθηκα εις κάποια δενδράκια, από τα οποία εβάλθηκα να θεωρήσω τον άνθρωπον και τον δράκοντα. Και αφού διά αρκετόν διάστημα εθεωρούσα εκεί, βλέπω αιφνιδίως, να έβγη από την τένταν ο δράκων, και σηκωνόμενος εις τον αέρα με μεγάλην ορμήν, έγινεν άφαντος από τα μάτιά μου. Αφού εξεμάκρυνεν αυτός ο δράκων, επήρα θάρρος, και γεμάτος από περιέργειαν εκίνησα προς την τένταν, διά να ιδώ τι άνθρωπος ήτον εκείνος που εκεί εκοιμώνταν και εμβαίνοντας μέσα εις αυτήν, τον είδα ωσάν να εκοιμώνταν, ο οποίος έδειχνε πως ήτον έως εκατόν είκοσι χρονών ηλικίας, και εφαίνονταν πως να ήτον ακόμη ζωντανός, με όλον που ήταν πολλοί αιώνες που ήτον αποθαμμένος· εστάθηκα καμπόσον διά να στοχασθώ με επιμέλειαν· επήρα έπειτα την κασσέλαν την χρυσήν, εις την οποίαν είχε το χέρι του ακουμπισμένον, και ανοίγοντάς την έβγαλα κάποια σανιδάκια παλαιά επάνω εις τα οποία έστεκαν γραμμένα τα ακόλουθα λόγια· «Ασή, υιός του Βραχία, και μέγας βεζύρης του Σολομώντος, είμαι εγώ που εδώ με βλέπετε· εγώ βλέποντας πως επλησίαζα εις τον θάνατον, εδιάλεξα ετούτο το έρημον νησί, διά να αφήσω το θνητόν μου κορμί υποκάτω εις ετούτην την τένταν προς ωφέλειαν του ανθρωπίνου γένους. Ας ηξεύρουν λοιπόν εκείνοι, που εις ετούτο το νησί από κακήν τους τύχην ήθελαν φθάσει, πως δεν θέλουν μεταγυρίσει εις τους τόπους τους, αν δεν ανδρειευθούν, και τολμήσουν να βαλθούν εις τους πλέον φοβερωτάτους κινδύνους που είναι. Και αν τίποτε δεν τους ήθελε φοβίση, ας περιπατήσουν προς τα δυτικά μέρη, και θέλουν φθάσει εις την ρίζαν ενός βουνού, εις την οποίαν θέλουν εύρει μίαν μεγάλην τρύπαν, εις την οποίαν ανδρείως ας έμβουν εις αυτήν, και ας περιπατήσουν χωρίς να σταθούν έως που να φθάσουν εις ένα μέγα λιβάδι, του οποίου η ωραιότης θέλει τους θαυμάσει· με τούτο το μοναχόν μέσον ημπορούν να ελευθερωθούν από τούτους τους τόπους».
Αφού ανέγνωσα αυτά τα γράμματα, εφίλησα με όλον, το σέβας τες ερμηνείες του Ασή· έπεσα κατά γης και παρεκάλεσα τον ουρανόν μετά πολλών δακρύων, διά να με βοηθήση να λυτρωθώ από αυτούς τους κινδύνους, που έχω να συναπαντήσω, καθώς και με εδυνάμωσε, και εβγήκα και από τα πηγάδια! Τότε χωρίς να χάσω καιρόν, επεριπάτησα προς την δύσιν, και εις ολίγον διάστημα έφθασα εις την ρίζαν του βουνού, εκεί που κατά αλήθειαν εθεώρησα μίαν μεγαλωτάτην τρύπαν της οποίας το φοβερώτατον σκότος που εφαίνοντον με εμπόδιζεν από το να έμβω εις αυτήν· Μα εγώ πολλά βέβαιος εις τες ερμηνείες του Ασή δεν εφοβήθηκα τίποτε· εμβήκα χωρίς αντίρρησιν, και επεριπατούσα εις τα τυφλά, με το να ήμουν περικυκλωμένος από ένα βαθύτατον σκότος· αγροικούσα όμως ότι θα επήγαινα όλο εις τον κατήφορον, και περιπατώντας πάντοτε χωρίς να αναπαυθώ έλαβα αιτίαν να στοχασθώ, ύστερον από δεκαπέντε, ή είκοσι ώρες περιπάτημα ότι έκανε χρεία πως εγώ θα εκατέβαινα εις τα καταχθόνια να εύρω τα τελώνια της γης. Τέλος πάντων το σκότος που με εμπόδιζεν εδιαλύθη, και εξαναθεώρησα το φως της ημέρας που ελόγιαζα να το έχασα διά πάντα. Εφανερώθη ευθύς εις τους οφθαλμούς μου ένα λιβάδι γεμάτον από διαφόρων λογιών λουλούδια και άνθη, που δεν είχα μεταϊδεί, και δένδρα φορτωμένα από ωραίους καρπούς· επλησίασα εις ένα από αυτά τα δένδρα, και έφαγα από τον καρπούς τους, έπειτα εκάθησα εις τα χόρτα διά να αναπαυθώ ολίγον, και απεκοιμήθηκα εις ένα βαθύτατον ύπνον. Και οπόταν εξύπνησα, είδα ολόγυρά μου δώδεκα τελώνια μαύρα και ξερακιανά, τα οποία είχαν τα μάτια φλογερά, και είχαν σχεδόν μορφήν ανθρωπίνην, και μερικά από αυτά είχαν εις την μέσην του μετώπου τους από ένα κέρατον μακρύ, και όπισθεν είχαν ουράν σκύλου, και άλλα είχαν σημάδια παράξενα, που δεν ημπορώ να τα διηγηθώ·
Υιέ του Αδάμ, μου είπεν ένα από αυτά διά ποίαν τύχην ευρίσκεσαι ανάμεσα εις τα τελώνια της γης; Αυτωνών τότε τους εδιηγήθηκα τα συμβεβηκότα μου. Και ένα άλλο υστερώτερον μου είπεν. Έλα να κατοικήσης με ημάς, και βεβαιώσου πως δεν θέλομεν σε βλάψει· και οπόταν διά κάποιον καιρόν ήθελες μας δουλεύσει, εις ανταμοιβήν θέλομεν σε φέρει εις εκείνον τον τόπον, που επιθυμάς να ευρεθής. Δεν έδειξα δυσκολίαν διά να δεχθώ το πρόβλημα που μου είπεν. Έκαμες καλά, μου απεκρίθηκαν, να κλίνης θεληματικώς, επειδή και στανικώς, ηθέλαμεν σε φέρει εις την συντροφιάν μας. Έτσι λέγοντάς με επήραν και με εσήκωσαν εις τον αέρα, και με έκαμαν να περάσω από πάνω από διάφορα βουνά, και εγυρίσαμεν διάφορες θάλασσες, διά να φθάσωμεν εις τες κατοικίες των, αι οποίαι δεν ήτον άλλο παρά ένα αναρίθμητον πλήθος σπηλαίων υπογείων, και τρύπες εις τα βουνά· και εις κάθε ένα από αυτά εκατοικούσεν από ένα τελώνιον.
Εστάθηκα ένα ολόκληρον χρόνον με αυτά τρεφόμενος από χόρτα, διότι εκείνων των τελωνίων η τροφή έστεκεν όλον εις κόκκαλα, των οποίων οι άνθρωποι τρώγοντας το κρέας τα έριχναν. Και διά να μη τους λείψη αυτή η ζωοτροφία, είχαν επιταυτού διωρισμένα διάφορα τελώνια, που επήγαιναν διά να τα μαζώνουν, και να τους τα φέρουν από όλον τον κόσμον. Ξεχωριστά δε από αυτά τα τελώνια έφερναν το περισσότερον μέρος από τα κόκκαλα των αλόγων, που έτρωγαν οι Ταρτάροι, τα οποία τα είχαν διά το πλέον ευγενικώτερον φαγί, και τα έτρωγαν με πολύν πόθον. Η δυστυχισμένη ζωή, που έκανα με εκείνα τα κατηραμμένα τελώνια, και η ανάγκη εις το να είμαι σκλάβος των μου επροξενούσαν μέγαν πόνον και εκείνο που περισσότερον εδιαπερνούσε το πνεύμα μου από πλέον ζωντανόν πόνον, ήτον η καταφρόνεσις που έκαναν του Αλκοράνου, και του Μωάμεθ· με εμπόδιζαν από το προσκύνημά μου, και από το να παίρνη αμπτέστι και να πλένωμαι· και εγώ με όλα αυτά τα εμποδίσματα, ηξεύροντας βέβαια πως ήθελα να κακοπάθω αν τους επαράκουα δεν επαρατούσα με όλον τούτο να κλέφτω τον καιρόν, και να κάνω συχνώς με κρυφόν τρόπον εκείνο που μου εμπόδιζαν.
Μίαν ημέραν, που ευρισκόμουν μοναχός εις το σπήλαιον που εδούλευα, επήρα αμπτέστι και άρχισα να κάμω το προσκύνημά μου, και εις το αναμεταξύ που έλεγα κάποια λόγια από το Αλκοράνι, άκουσα να αντιβοήση ο αέρας από βοές χαρμόσυνες και από ψαλμωδίες εις δόξαν του Υψίστου. Μένοντας εκστατικός εις τα όσα ήκουα, εβγήκα ευθύς από το σπήλαιον διά να καταλάβω το αίτιον μιας τόσον μεγάλης μεταβολής· είδα τελώνια ενδυμένα λευκά με φακιόλια, καλά θρεμμένα και τόσον εύμορφα, όσον άσχημα ήτον τα άλλα. Ετούτες οι δύο φυλές των τελωνίων επολέμησαν ανάμεσόν τους, και τα εύμορφα νικώντας τα άσχημα εώρταζαν με τες ψαλμωδίες των εις ευχαρίστησιν του Υψίστου την νίκην τους. Μην ημπορώντας παρά να ευχαριστηθώ εις αυτό το θέαμα, και ανταμώνωντας την φωνήν μου με εκείνην των νικητών, εφώναξα με όλην μου την δύναμιν· δεν είνε άλλος ουρανός παρά ένας, και ο Μωάμεθ είνε προφήτης. Ένα πλήθος τότε από τα νικητά τελώνια ακούοντάς με να ομιλώ με αυτόν τον τρόπον, ήλθαν εκεί που ήμουν. Ποίος είσαι εσύ, ένα από αυτά μου είπε; και ποίος ημπόρεσε να σου δείξη παρόμοια λόγια; ημείς δεν ηξεύρομεν ότι εις ετούτον τον τόπον να ευρίσκεται ένας μουσουλμάνος· ειπέ μας το λοιπόν πόθεν είσαι; και πώς ημπόρεσες να έλθης εδώ; Εγώ επλήρωσα το όσον επιθυμούσαν, έπειτα με έφεραν εις το τελώνειον, που το ενόμιζαν ως βασιλέα τους· αυτό μου εξέταξε παρομοίως τα ίδια, ως άνωθεν και με τον ίδιον τρόπον του απεκρίθηκα, έπειτα μου εζήτησε το όνομά μου και φανερώνοντάς το μου είπεν, Αμπουλβάρη, είμαι πολλά ευχαριστημένος, που ελευθερώθης από τας χείρας των απίστων τελωνείων· εκείνα τα κακότροπα ήθελαν μίαν ημέραν να σε θανατώσουν· ημπορείς τώρα να χαίρεσαι, και να ευφραίνεσαι, επειδή και είσαι με τα τελώνια, που είναι από την θρησκείαν αυτού του Μωάμεθ ωσάν και του λόγου σου.
Εκείνος ο βασιλεύς έλαβεν από ολίγον κατ' ολίγον πολλήν αγάπην προς εμένα και καταλαμβάνοντας, ότι ήμουν πολλά πεπαιδευμένος εις τα δόγματα και νόμους του Μωάμεθ, με έκαμε, διά ιμάμην του, ώστε που εγώ υπηρετούσα εις την ώραν του προσκυνήματος, και έκανα την προσευχήν, και όλα τα άλλα της θρησκείας κατά το πρέπον· οπόταν εγώ ενήστευα, ενήστευαν και αυτά· ανέγνωθα καθημερινώς, και τους εξηγούσα το αλκοράνι με τες παρατήρησες· και διά ταύτα με εσέβονταν πολλά, και τέλος πάντων έγινα πολλά ένδοξος ανάμεσά τους, εις τρόπον που τίποτε δεν κατώρθωναν, χωρίς πρώτον να με συμβουλευθούν, και έδειχναν πολύ σέβας εις τας κρίσεις μου· Εσυνέβη ότι μία νύκτα ενυπνιάσθηκα πως ευρισκόμουν εις τον ιερόν κήπον της Μέκκας, εκεί που είνε το μνημείον του Μωάμεθ, και έβλεπα να εμβαίνη η Γαντζάδα εις τον ιερόν κήπον με το πρόσωπον πολλά θλιμμένον και εισερχομένη εις το μνημείον του Προφήτου, επερικαλούσε με τον ακόλουθον τρόπον «Ω Μωάμεθ, που εις εσέ εθυσίασα τα είδωλα που επροσκυνούσα, δείξε έλεος εις μίαν γυναίκα, η οποία πληρώνει με κάθε προθυμίαν τους νόμους σου· κάμε να έλθη ο άνδρας μου, που δεν ειξεύρω πού ευρίσκεται, και κάμε τον να γυρίση εις την Μπάσραν, διά να διαφεντεύση μίαν καρδίαν που αυτουνού την εχάρισα και να με ελευθερώση από έναν παράνομον που γυρεύει να με απατήση».
Εξύπνησα εις ετούτα τα λόγια, και μία σύγχυσις, που δεν ημπορώ να την διηγηθώ, επλάκωσε το πνεύμα μου, και συνέλαβα από εκείνο το όνειρον ένα κακόν προμήνυμα· εστοχάσθηκα ότι η γυναίκα μου ευρίσκονταν συγχισμένη από κανένα τολμηρόν που έπασχε να μου αρπάξη την τιμήν μου, και ετούτος ο σκληρός στοχασμός μου, τον οποίον δεν ημπορούσα να εξαλείψω από το πνεύμα μου, μου επροξένησε μίαν βαθυτάτην μελαγχολίαν. Εκατάλαβεν αυτήν ευθύς ο βασιλεύς των τελωνίων, και μου είπεν, ω Ιμάμη, τι έχεις; μία θανατηφόρος θλίψις φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου εδώ και ολίγας ημέρας, ειπέ μου τι είνε το αίτιον; Αχ μεγαλώτατε βασιλέα, του απεκρίθηκα· ένα σκληρόν όνειρον που είδα διά την γυναίκα μου ετάραξε μεγάλως την ησυχίαν μου, και μου άναψε την επιθυμίαν διά να την ιδώ, και διά τούτο είμαι έτσι καθώς με βλέπεις περίλυπος. Έπειτα από αυτό με επρόσταξε να του διηγηθώ αυτό το όνειρον και οπόταν του το εδιηγήθηκα μου είπεν.