Χαλιμά, Τόμος 3 Εξακολούθησις των ιστοριών

Part 17

Chapter 170 wordsPublic domain

Ευθύς που έφθασα εις την πόλιν, εις την οποίαν έπρεπε να κατοικήσω, άρχισα διά να πραγματεύσω τες πενήντα χιλιάδες φλωριά μου στοχαζόμενος διά να εβγάζω τα έξοδα μου, διά να μην ήθελα τα τελεύσει εξοδεύοντας, πριν να φθάση ο επιθυμητός καιρός της μεταβολής μου. Και με αυτόν τον τρόπον πραγματευόμενος εις πέντε έξ χρόνους έκαμα μεγάλα κέρδη, και έφθασα που να ξοδεύω με γενναιότητα χωρίς να εγγίζω το κεφάλαιον των χρημάτων μου διά να ημπορέσω να πληρώσω τον κανόνα μου. Έπρεπε το λοιπόν να εύρω μίαν νέαν κόρην, που να κλίνη διά να με αγαπήση.

Εις τον τόπον που ήμουν έβλεπα με ελευθερίαν όλες τες κυράδες και τα κορίτσια, ωμιλούσα με αυτές, και συχνά ευρισκόμουν εις τες συναναστροφές τους, και έκανα ότι ημπορούσα διά να με βλέπουν με καλό μάτι· όλες έλαβαν καλήν υπόληψιν εις εμένα, και με ετιμούσαν και με ευλαβούνταν μα διά να με αγαπήση καμμιά δεν ευρίσκονταν. Ως τόσον με όλον που επιμελήθηκα, και ετεχνεύθηκα διά να τραβήξω καμμίαν εις αγάπην δεν εστάθη τρόπος που να επιτύχω ποτέ. Δεν εστάθηκα μόνον εις αυτήν την Χώραν με όλον που θα ήταν εκεί κορίτσια, αλλά ηθέλησα να ταξειδεύσω και εις άλλες πολιτείες, διά να ημπορέσω μήπως και επιτύχω το ποθούμενον· μα δεν απέκτησα άλλον καρπόν, από του να ακούσω πως να αρέσω ήτον αδύνατον.

Ετούτος ο λογισμός με έρριχνεν εις απελπισίαν· επέρασαν πλέον παρά διακόσιοι χρόνοι εις τούτην την ανωφελή ζήτησιν, και όλοι εθαυμάζονταν εις εμέ, δεν ημπορούσαν να καταλάβουν πώς εγώ ήμουν ακόμη ζωντανός· είδα να ξαναγεννηθή τέσσαρες φορές η νεότης· εις τον τόπον που ήμουν· έθαψα όλους εκείνους που με είδαν εις την αρχήν, ομού και τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους. Κάθε ένας έλεγε· τι άνθρωπος τάχα να είμαι, που δεν έβλεπαν εις εμέ καμμίαν μεταβολήν, οι γεροντότεροι με έδειχναν με το δάκτυλον των παιδιών τους λέγοντας· βλέπετε εκείνον τον καλόν άνθρωπον; μη στοχασθήτε πως τον είδαμεν ποτέ νέον, μα πάντα έτσι γέροντα και στεγνόν, και έχομεν παράδοσιν από τους προπαππούδες μας, πως πάντα έτσι τον είδον και αυτοί· όλος ο κοινός λαός με έκραζαν γέροντα αθάνατον και οι γραμματισμένοι Νέστορα Ινδιάνον και άλλοι με άλλα επίθετα.

Εγώ λοιπόν δεν ήξευρα τι να αποφασίσω, αφού ανωφελώς επάσχισα διά να σύρω κανένα κορίτσι εις την αγάπην μου, ήγουν να με αγαπήση· και όντας εις τέτοιαν αδημονίαν, επήγαινα διά κάποιαν υπηρεσίαν εις το Μουσουλπατάν· εις την στράταν του οποίου σε εσυναπάντησα μαζή με την αδελφήν σου· οι ομιλίες που εκεί σου έκαμα, ω ωραία μου Κατηγέ, αρκετώς σε έκαμαν να γνωρίσης πως εξ όλης καρδίας μου σε αγάπησα· μα αλλοί εις εμέ! δεν είδα και του λόγου σου να κάμης το όμοιον εις εμένα, επειδή εκατάλαβα πως η θεωρία μου θα σου εφάνη πολλά μισητή και παράξενη.

Ο Δαλήκ εδώ ετελείωσε την ιστορίαν του, την οποίαν δεν ημπόρεσε να την τελειώση χωρίς να χύση δάκρυα, όχι τόσον διά την ενθύμησιν των απερασμένων του δυστυχιών, όσον διά τον πόνον που είχε διά το μίσος που η νέα αγαπητική του έδειχνε προς αυτόν, μην ημπορώντας να λάβη εις αυτόν καμμιάς λογής αγάπην. Η Κατηγέ εκατανύχθη πολλά εις τες θλίψες και βάσανά του και εστοχάσθη να τον παρηγορήση με κάποιον τρόπον. Γενναίε, του είπεν· εγώ αισθάνομαι με πόνον τες δυστυχίες σου, οι οποίες είνε τόσον παράξενες, που αν δεν μου τες ήθελες διηγηθή εσύ ο ίδιος, δεν ήθελα τες πιστεύσει. Μου κακοφαίνεται όμως που λέγεις εσύ πως εις εμένα στέκει να σου τες ελαφρώσω, και να σου τες τελειώσω με το να σε αγαπήσω. Μα παρακαλώ σε, στοχάσου, αν ημπορώ εγώ να προστάξω, ή να βιάσω την καρδίαν μου να κλίνη προς του λόγου σου διά να σε αγαπήση. Αχ ωραία Κατηγέ, την αντέκοψεν ο γέρων· είνε ετούτη όλη η χαρά που δίνεις; αυτή πληγώνει περισσότερον την δυστυχίαν μου, παρά να την ελαφρύνη. Τι ημπορώ να κάμω, απεκρίθη η Κατηγέ, που δεν ημπορώ να υπερβώ το μίσος της καρδίας μου, που εσυνέλαβα δι' αυτήν την μορφήν που έχεις; Ημπορείς του λόγου σου να παραπονεθής εις εμέ, εξαναείπεν ο Δαλήν, αναστενάζοντας μεγάλως· αυτή η μορφή μου έγινε φυσική, διατί δεν ελπίζω σαν είνε έτσι να λάβω ποτέ την πρώτην μου. Η Κατηγέ εσυνθλίβονταν εις την δυστυχίαν του γέροντος, μην ημπορώντας να κάμη άλλο περισσότερον εις ελάφρωσίν του.

Εις αυτό το διάστημα το καράβι εταξίδευε με τα πανιά φουσκωμένα, και εις δέκα πέντε ημέρες έκαμαν περισσότερον από δύο χιλιάδες μίλια. Ο αέρας τέλος πάντων αλλάσσοντας τους ήλθε μία φουρτούνα τόσον φοβερά και κινδυνώδης, που έχασαν την στράταν τους, και δεν ήξευραν πλέον που να βάλουν το τιμόνι και τα πανιά, εκινδύνευαν να χαθούν, αν ο καιρός ύστερα από μερικές ημέρες δεν ήθελε τους ρίξει εις ένα νησί αγνώριστον, εις το οποίον αράζοντας, είδαν ευθύς πολλές φελούκες που τους επερικύκλωσαν από όλα τα μέρη από τες οποίες εβγαίνοντας πλήθος ανθρώπων ανέβαιναν με μεγάλην βίαν εις το καράβι τους. Αυτοί είχαν κορμί ωσάν ημάς· μα το πρόσωπόν τους και τα μάγουλά τους, τα καμώματά τους και το φέρσιμόν τους εφαίνονταν πολλά παράξενα· τα φορέματά τους δεν ήτον ολιγώτερον παράξενα· εφορούσαν αυτοί μακρυάν φορεσιάν από πανί άσπρον εις την οποίαν εφαίνονταν ζωγραφισμένοι εις διάφορα χρώματα δαίμονες και δράκοντες, και άλλα φοβερά θηρία εις διάφορες μορφές· και εις το κεφάλι τους εφορούσαν κάποιες σκούφιες μυτερές καμωμένες από χαρτί, και ζωγραφισμένες με διάφορα χρώματα.

Το πρώτον πράγμα που αυτοί έκαμαν, οπόταν εμβήκαν εις το καράβι εστάθη που να αραδειάσουν όλους τους ταξειδιαρέους, που ευρίσκονταν εις το καράβι και να τους ψηλαφήσουν με μεγάλην επιμέλειαν, τους εγύριζαν και τους εξαναγύριζαν καθώς ήθελαν· και έκαναν καθώς εκείνοι που ψηλαφούν τους σκλάβους που θέλουν να τους αγοράσουν· έστεκαν ξεχωριστά να εξετάζουν τα δόντια τους και τα μαλλιά, και είχαν μεγάλην επιμέλειαν εις το να μετρούν τες ζαρωματιές του προσώπου. Οι πτωχοί ταξειδιαρέοι έστεκαν με φόβον μη ηξεύροντας που έχει να τελειώση μία εξέτασις τόσον ξεχωριστή· το τέλος εστάθη διαφορετικόν από εκείνο που εστοχάζονταν. Οι εξεταχτάδες έβαλαν ξεχωριστά εκείνους, που ήτον γεροντοποιοί, και εφαίνονταν πως θα τους έδειχναν κάποιαν επιμέλειαν και ευγένειαν. Με οπόταν αυτοί είδον τον Δαλήκ, την Κατηγέ, και την γερόντισσαν σκλάβαν, που είχαν μαζή τους έμειναν εκστατικοί εις την χαράν τους· και μάλιστα ο αρχιστράτηγος του βασιλέως εκείνου του νησιού, ο οποίος ρίχνοντας τους οφθαλμούς του επάνω εις την γριάν σκλάβαν, και στοχάζοντάς την που ήτον αρκετή και άξια της τιμής του θαλάμου του επήγε και έπεσεν εις τα ποδάρια της, και της εφανέρωσε το πάθος, και την κλίσιν που εις αυτήν εγροικούσε· και αποφάσισε διά να την βάλη εις το σαλόνι του, και να την έχη ως αγαπητικήν του, διά το οποίον αυτή έκλινε μετά πάσης χαράς.

Ο φρόνιμος γέροντας θαυμάζοντας μίαν τέτοιαν παράξενην κλίσιν, ανάμεσόν του έλεγε· κάνει χρεία, δα εις ετούτον τον τόπον δεν είναι γυναίκες, οπόταν μία γραία είναι αρκετή, που να ελκύση προς αγάπην τον αρχιστράτηγον, και να την εκλέξη εις αγαπητικήν του. Τέτοιος στοχασμός πολλά τον εφόβιζε επάνω εις την Κατηγέ, της οποίας η ευμορφιά ελόγιαζεν ότι θα ήθελε κάμει φοβερώτατα αποτελέσματα· αλλά ο φόβος του ηφανίσθη ογλήγορα καθώς εγνώρισε και είδε μετά την πράξιν. Η νέα του αγαπητική δεν είχε πράγμα που να παρακινήση την όρεξιν και την κλίσιν εκείνου του γένους. Ο αρχιστράτηγος κατά τύχην έρριξε τους οφθαλμούς του επάνω εις αυτήν την νέαν, την οποίαν βλέποντάς την τόσον πλουσίως ενδεδυμένην εξέστη· και άρχισε να της λέγη· πως εσύ όντας τόσον άσχημον πλάσμα είσαι έτσι πλουσίως ενδεδυμένη; επάρετέ την, επρόσταξε τους δούλους του, και φέρετέ την εις το παλάτι μου, και βάλετέ την εις τας αισχρότερες δούλευσες διά να κάνη εκεί τες πλέον αχρείες υπηρεσίες.

Εις τούτο το σκληρόν πρόσταγμα η κόρη ετρόμαξεν όλη· ο πόνος της υπερέβαινε κάθε λογής φόβον, βλέποντας πως την εκαταφρόνεσαν με αυτόν τον τρόπον· εθεωρούσε τον Δαλήκ, με τα μάτια λιγωμένα, ωσάν να του εζητούσε βοήθειαν εις εκείνην την φοβεράν της κατάστασιν· και έχυνε πολλά δάκρυα διά να παρακινήση εις έλεος εκείνους τους βαρβάρους να την αφήσουν μα αυτοί ως άσπλαγχνοι την έσερναν με σκληρότητα την πτωχήν Κατηγέ, χωρίς να λυπηθούν τα δάκρυά της, και τα παράπονά της. Εις τέτοιον θέαμα ο Εξωτικός δεν ημπορούσε να υπομείνη τους πόνους του, εγέμισε τον αέρα, παράπονα, φωνές και αναστεναγμούς. Και εις το αναμεταξύ που αυτός εθρηνούσε την υστέρησιν της αγαπητικής του, εκείνοι οι βάρβαροι εθαύμαζαν, και τον εθεωρούσαν με πολλήν επιμέλειαν, τες νοστιμάδες που αυτοί εις αυτόν έβλεπαν, τες ζαρωματιές εις το πρόσωπόν του, την κλουβήν ράχιν του, τα ποδάρια του τα στραβά και πρισμένα, το μελαψόν πρόσωπον και γεμάτον από πρίσματα και κοντολογής όλον εκείνο, που εδούλευσεν εις συχασίαν και δυσαρέσκειαν της Κατηγές έγινεν εις αυτούς το αίτιον της εκπλήξεώς τους· εκείνος ο θαυμασμός τους εκράτησεν αρκετήν ώραν εις μεγάλην σιωπήν· η άκρα τους έκστασις δεν τους αφήκεν ευθύς να φανερώσουν την χαράν τους, μα αιφνιδίως έλυσαν την σιωπήν και άρχισεν να φωνάζουν με αλαλαγμούς και χαρές, και να τον επαινούν και να τον εγκωμιάζουν.

Ο αρχηγός ακούοντας τέτοιους αλαλαγμούς και επαίνους, έτρεξεν εις το πλήθος να ιδή τι ήτον. Μα οπόταν είδε και αυτός την θεωρίαν του Δαλήκ, έπεσεν ευθύς εις τα ποδάριά του ούτω λέγοντας· Ω ωραιότατε άνθρωπε, ημείς είμασθε ανάξιοι συμπαθείας, που δεν σου επροσφέραμεν εξ αρχής το πρεπούμενον σέβας, που σου έπρεπεν. Όσον διά εμένα σου ομολογώ πως ήμουν όλος δοσμένος εις την λάμψιν και ωραιότητα εκείνης της γραίας, που ήτον μαζί σου, την οποίαν έκαμα να την φέρουν εις το παλάτι μου, και με όλον που εκείνη η ωραιότης με έκαμε εκστατικόν δεν ημπορώ να μην ομολογήσω, ότι η δική σου να μη υπερβαίνη κατά πολλά εκείνης την ευμορφίαν.

Ευχαριστήσου το λοιπόν να έλθης μαζί μου εις το παλάτι της βασίλισσας, και δεν αμφιβάλλω πως εκείνη η βασίλισσα να μη μείνη εκστατική εις το να ιδή την ωραιότητά σου, και να μη σου προσφέρη τες τιμές που σου πρέπουν, επειδή και δεν είναι άνθρωπος εις το παλάτι της, που να έχη την ωραιότητά σου, και τες νοστιμάδες σου. Ήθελεν ο αρχιστράτηγος να ακολουθήση να επαινή την ευτυχίαν που τον εκαρτερούσεν, οπόταν ο Δαλήκ θυμωμένος τον αντίκοψε, λέγοντας· αντί να μου κάμης όλες ετούτες τες ανωφελείς υποσχέσεις και τους επαίνους, ημπορείς να μου κάμης την χάριν να μου επιστρέψης εκείνην την κόρην που επήρες. Ποίαν απεκρίθη ο αρχηγός. Εκείνην την βδελυράν και άσχημον; Α εύμορφέ μου γέρων, μη στοχάζεσαι αυτά, αλλά στοχάσου να αρέσης της βασίλισσάς μου έμπροσθεν εις την οποίαν θέλομεν σε φέρει. Έτσι λέγοντας επρόσταξε τους ανθρώπους του, και επήραν τον Δαλάκ και χωρίς το θέλημά του και τον έφεραν εις το παλάτι της βασίλισσας. Ο εξωτικός Δαλήκ βλέποντας αυτό το πράγμα και την δυναστείαν, εστοχάζετο ότι του έκαναν εις περιγέλοιον και διά να περιπαίξουν το γήρας του και την ασχημάδα του· και εις τον εαυτόν του έλεγε· ποίος ήθελε ποτέ το πιστεύση, ότι ένας Εξωτικός θα έλθη εις τέτοιαν κατάστασιν και να γίνη το περίγελο των απογόνων του Αδάμ; Α τούτο μου είνε πλέον σκληρότερον βάσανον από τα όσα έως τώρα επέρασα.

Φθάνοντας λοιπόν έμπροσθεν εις την βασίλισσαν, τον οποίον βλέποντάς τον δεν ημπόρεσε να τον θεωρήση χωρίς θαυμασμόν, και χωρίς να γροικηθή τετρωμένη από τον έρωτα εις αυτόν. Ω θαυμασιώτατε γέρων, εφώναξε αυτή, ποία θεότης σε εξαπέστειλεν εις ετούτο το νησί μου και τι τόπος σε ανέθρεψε και σε έκαμε τόσον ωραίον, δεν το εστοχαζόμεθα ποτέ να μας έλθη μία τέτοια ευτυχία, και να μας παρουσιασθή εις τους οφθαλμούς ένας παρόμοιος γέρων, που λάμπει ωσάν ήλιος οπόταν ανατέλλη. Και ούτω λέγοντας επρόσταξε τους ηγεμόνας της διά να πέσουν κατά γης, και να τον προσκυνήσουν με μεγάλον σέβας. Μετ' αυτήν την δεξίωσιν, η οποία δεν άρεσε καθόλου του γέροντος, η βασίλισσα έκαμε να τον φέρη ο πρώτος ευνούχος της εις τον ωραιότερον χοντζερέ του παλατιού της, ο οποίος ήτον στολισμένος με πολύτιμα πράγματα. Ω, τόσον ο Δαλήκ πλέον συγχισμένος, παρά ευχαριστημένος εις αυτές τες δεξίωσες, ήτον όλος έξω από τον εαυτόν του, στοχαζόμενος τον χωρισμόν του από την αγαπημένην του Κατηγέ. Και εις το αναμεταξύ που ούτος εθλίβονταν εις την σκληρότητα του ριζικού του, η βασίλισσα ήλθε προς αυτόν χωρίς συντροφιάν, και πλησιάζοντας είπε:

Συμπάθησόν με, ω αγηπημένε μου, που σε έκαμα να με καρτερήσης καμπόσον. Και απεκρίθη ο γέρων με θυμόν, ηγάπων καλύτερα, να μην ήθελες φανή ποτέ έμπροσθέν μου. Αχ αχάριστε, έτσι ανταποκρίνεσαι του λέγει η βασίλισσα, εις μιαν που σε λατρεύει, και σε έχει διά πάντα : αχ, μην είσαι τόσον σκληρός σε περικαλώ, αλλά ανταποκρίσου εις την αγάπην μου, και μη με κάνεις να βασανίζωμαι περισσότερον. Τα γλυκά λόγια, που του έλεγεν η βασίλισσα, άναψαν περισσότερον τον θυμόν του Δαλήκ, και με οργήν της απεκρίθη. Μη φαντάζεσαι ότι ποτέ θα συγκλίνω εις την παράξενην θέλησίν σου· κάμε να μου δώσουν την αγαπημένην μου Κατηγέ, και άφησέ μας να πηγαίνωμεν εις το ταξείδι μας· ημείς δεν είμεθα υποκείμενοί σου διά να μας βιάσης, και να μας εμποδίσης από την στράταν μας.

Αχ βάρβαρε, εφώναξεν η βασίλισσα, έχεις τόσην καρδίαν να με αφήσης; ετούτες οι τιμές και η αγάπη που σου δείχνω σε κάνουν τόσον αναίσθητον να μην καταλάβης το καλόν σου και να μη είναι αρκετές να σε παρακινήσουν εις σπλάγχνος διά την κλίσιν που εις εσένα έχω; Αυτά και άλλα περισσότερα, που διά συντομίαν τα αφίνω, λέγοντάς του η βασίλισσα, δεν εστάθη τρόπος που να αλλάξουν την γνώμην του Δαλήκ, και να τον καταπείσουν που να συγκλίνη· διά το οποίον η βασίλισσα βλέποντας την ισχυρογνωμίαν του, εθυμώθη υπερβολικώς εναντίον του, και ευθύς έκραξε τους φύλακάς της και τους είπεν. Επάρετε τούτον τον σκληρογνώμονα γέροντα εις τον σκοτεινόν εκείνον θάλαμον και ρίξετε τον μέσα, διά να κάμη συντροφίαν εκείνου του άλλου γέροντος, που είνε εκεί, και που του ομοιάζει εις την ισχυρογνωμίαν του, καταφρονώντας και ούτος την αγάπην μου, ωσάν και εκείνος· εκεί θέλουν το μετανοήσει και οι δύο, και θέλουν πληρώσει τον κανόνα της ανυποταγής των. Και έτσι λέγοντας επήραν τον Δαλήκ και τον έφεραν διά να τον ρίξουν εις τον σκοτεινόν πύργον κατά το πρόσταγμά της.

Ο Δαλήκ πλέον ευχαριστημένος εις αυτήν την απόφασιν, παρά εις τες ευεργεσίες της, επήγαινε χαρούμενος, στοχαζόμενος πως εις την φυλακήν του ήθελεν έχει συντροφιά εκείνον τον άλλον δυστυχή γέροντα διά να παρηγορούνται. Μα στοχασθήτε την έκστασίν του, οπόταν τον έκλεισαν εκεί, να γνωρίση τον αδελφόν του τον Αδήλ διά σύντροφον της δυστυχίας του. Αφού εγνωρίσθησαν το λοιπόν αυτοί οι δυο αδελφοί αγκαλιάσθησαν, και διά πολλήν ώραν έκλαιον από την χαράν τους, που ανταμώθηκαν ανελπίστως. Ύστερον ο Δαλήκ άρχισε να του διηγηθή τα βάσανά του, και τους τόσους πόνους που απέρασε και την αιτίαν που ήλθεν εις αυτό το νησί, και τα όσα η βασίλισσα έκαμε διά να την αγαπήση. Ομοίως και ο Αδήλ από το άλλο μέρος εδιηγήθη τα εδικά του, πως του έτυχαν τα όμοια εκεί· και πως επροσθήτερα είδεν εις τον ύπνον του μίαν κόρην πολλά ωραίαν, που του είπε πως εις μάτην κοπιάζεις διά να εύρης καμμίαν να σε αγαπήση, αν δεν ήθελες πηγαίνης εις το νησί της Σουμάτρας, εις το οποίον θέλεις με ιδεί εκεί, και θέλουν τελειώσει τα βάσανά σου· και δι' αυτήν την αιτίαν εμίσευσα διά να πηγαίνω εκεί· και εις την στράταν μας έπιασε φουρτούνα παρόμοια ωσάν την εδικήν σου, και μας έρριξεν εις τούτο το νησί, και μου εσυνέβηκαν με την βασίλισσαν τα ίδια, που εσυνέβησαν και σ' εσένα. Έπειτα από αυτήν την διήγησιν, του είπεν ο αυτός Αδήλ, ας έχω ελπίδες πως ογλήγωρα θα λάβουν τέλος οι δυστυχίες μας, επειδή και η παράξενες κλίσις ετούτου του λαού μου δίδει μίαν μεγάλην ελπίδα πως θα λάβωμεν την πρώτην μας μορφήν. Και ούτω με αυτές τες παρηγορίες έστεκαν ήσυχοι εις εκείνον τον πύργο, και με καλές ελπίδες.

Δεν απέρασαν πολλές ημέρες αφού αυτοί εκεί ανταμώθηκαν, και ιδού που ήλθε προς αυτούς ο αρχηγός της βασίλισσας και τους είπε. Γέροντες αχάριστοι, στοχασθήτε αμφότεροι τες χάρες της γενναίας και ωραίας βασίλισσας· αντίς να προστάξη να σας παιδεύσουν διά την αχαριστίαν σας και σκληρότητά σας, που εις αυτήν εδείξατε και που δεν υπακούσατε, σας συμπαθεί, και θέλει όχι μόνον να σας συμπαθήση, αλλά και αποφάσισε να σας προσφέρη τιμές θεϊκές. Και ούτω λέγοντας αυτός τους έβγαλεν από τον πύργον, διά να τους φέρη εις ναόν· οι οποίοι πολλά ξώκαρδα επήγαιναν, επειδή και καμμίαν ευχαρίστησιν δεν τους έδιναν αυτές αι τιμές.

Και προτού να φθάσσουν εις εκείνον τον ναόν, εβγήκαν οι ιερείς εις την πόρταν του ναού διά να τους προϋπαντήσουν, οι οποίοι εφορούσαν μακριά φορέματα ψάθινα, που εσέρνοντο κατά γης, και επάνω εις το κεφάλι τους αντί διά μαλλιά είχαν άχυρα βαλμένα από διάφορα χρώματα, ψάλλοντες ύμνους εις τιμήν των δύο νέων θεών· και εις κάθε ύμνον που έκαναν διά τους εξωτικούς, έκυπταν τας κεφαλάς των και επροσκυνούσαν. Και ύστερον από ετούτες τες πρώτες τιμές, τους έκαμαν διά να ανέβουν συντροφευμένος από βοές και αλαλαγμούς όλου του λαού επάνω εις ένα κρεββάτι υψηλόν έξη πήχες, στημένον μέσα εις αυτόν τον ναόν εις τον οποίον ήσαν δύο θρονία στημένα δι' αυτούς· και υποκάτω εις αυτό το κρεββάτι ήτον ένα θυσιαστήριον, που επάνω εις αυτό έμελλε να θυσιάσουν ένα τράγον και ένα γουρούνι.

Ο Αδήλ και Δαλήκ υπόφερναν με υπομονήν τα όσα τους έκαναν, επειδή και δεν ημπορούσαν να αντισταθούν, και δεν ωμιλούσαν καθόλου εις τες παραξενάδες εκείνου του λαού. Αυτοί ωσάν εκάθισαν εις εκείνα τα θρονία, άρχισαν να θεωρούν εκείνο το πλήθος του λαού, και μάλιστα την βασίλισσαν που εστέκονταν εις ένα ξεχωριστόν μέρος με όλους του παλατιού της, που ήσαν όλοι γεμάτοι από χαρές και αλαλαγμούς, διά την θυσίαν που είχαν να κάμουν. Τέλος πάντων, εθυσίασαν τα δύο ζώα, και τα έβαλαν διά να καούν με πλήθος θυμιαμάτων, με αρωματικά και με φτερά των πουλιών, τα οποία όλα έκαμαν ένα τόσον πυκνόν καπνόν, που ήθελε πνίξη αυτός τους δύο θεούς, αν δεν ήσαν αθάνατοι. Ακολουθώντας αυτούς ο καπνός δεν έλειψε που να κάμη να τρέξουν άπειρα δάκρυα από τους οφθαλμούς των και να φτερνίζωνται κάθε ολίγον. Και όσην ώρα διήρκεσε τούτο οι γυναίκες και τα κορίτσια εσυνάχθησαν ολόγυρα εις το θυσιαστήριον και άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδούν. Μα αιφνιδίως έπαυσαν οι χοροί τους και τα τραγούδια δι' ένα συμβεβηκός που επροξένησε μεγάλην έκστασιν εις τους θεατάς.

Ο Δαλήκ και Αδήλ, εις μίαν ταραχήν και σεισμόν που έγινεν αιφνιδίως, έχασαν την γεροντικήν θεωρίαν τους και εξανέλαβαν την φυσικήν τους, που πρότερον είχαν, ομοίως τα κάλλη τους και την ωραιότητά τους· ω κα τι φοβερά μεταβολή έγεινεν εκείνην την ώραν. Οι ιερείς εκείνου του ναού φοβισμένοι από μίαν τέτοιαν μεταμόρφωσιν έφυγαν κακώς έχοντες, οι γυναίκες που εχόρευαν, εκατατσακίζονταν ποία να πρωτοφύγη· η βασίλισσα γροικώντας τούτο, η χαρά της εστράφη εις φόβον, έτρεξεν εις το παλάτι της όλη έντρομος· και εις μίαν στιγμήν ο ναός έμεινεν έρημος, και δεν έμειναν άλλοι, παρά οι δύο εξωτικοί οι οποίοι βλέποντες που εξανάλαβαν την πρώτην τους μορφήν, ήσαν πολλά εκστατικοί εις την χαράν τους, και εστοχάζοντο ότι αυτό θα εσυνέβη δια κάποια τινά κορίτσια τα οποία βλέποντας αυτούς τόσον γέροντας, θα έκλιναν προς αυτούς και θα τους ηγάπησαν και εις το αναμεταξύ που αυτοί ούτως εστοχάζοντο, είδαν αιφνιδίως να φανερωθή εις τον ναόν ο Μπρακμάνος, ο οποίος ήτο συντροφευμένος με μίαν ωραίαν κόρην, που ο Δαλήκ την ανεγνώρισε πως ήτον η Φατμέ, και ο Αδήλ την εστοχάσθη πως αυτή ήτον εκείνη, που είδεν εις τον ύπνον του, και βλέποντάς την εφώναξε. Α ιδού εκείνη η εύμορφη χωριατοπούλα, την οποίαν τόσο ακριβά φυλάγω εις την ενθύμησίν μου. Ναι, ω Αδήλ, αυτή είναι εκείνη και εδώ σου την έφερα διά να τελειώσω την ευτυχίαν σου. Τέλος πάντων, παιδιά μου ακολούθησε να λέγη θεωρώντας τους δύο εξωτικούς είστε έξω από την δυστυχισμένην σας κατάστασιν, εις την οποίαν σας έφερε ο θυμός μου· ελυπήθηκα εις το να σας βλέπω έτσι τόσον καιρόν, μα δεν ημπορούσα ογληγορώτερα να σας ελευθερώσω· εγώ εστάθηκα εκείνος, που σας έκαμε να ιδήτε τα ονείρατα διά να υπάγετε εις την Σουμάτραν· και έκαμα να σηκωθή εκείνη η φουρτούνα διά να σας ρίξη εδώ εις τούτο το νησί, επειδή και ήξευρα εκείνο, που ήθελε συμβή· Δαλήκ, ηκολούθησεν να λέγη, πήγαινε να εύρης την Κατηγέ, να την ευχαριστήσης να ιδή την αδελφήν της.

Ο Δαλήκ εμίσευσεν ευθύς ωσάν μία αστραπή, και επήγεν εις το μαγειρείον του αρχιστρατήγου, και παίρνοντάς την, την έφερεν εις τον ναόν. Οι δύο αδελφές αγκαλιάσθηκαν με πολλήν χαράν και αγάπην. Η Φατμέ παρεδόθη εις την εξουσίαν του Αδήλ χωρίς αντίστασιν, και η Κατηγέ εκστατική εις το να ιδή τον Δαλήκ με τόσην ωραιότητα και νοστιμάδες εστοχάσθη πως αυτός θα ήτον εκείνος, που είδεν εις το όνειρόν της· όθεν έστερξε μετά χαράς εις το να τελειώση την ευτυχίαν του. Μετά τούτο είπεν ο Μπρακμάνος εις τους Εξωτικούς· ιδού που σας αφήνω, εσείς πλέον δεν είστε υποκείμενοι εις την εξουσίαν μου· σας δίνω και των δύο την ελευθερίαν, φέρετε αυτές τες δύο νέες όπου σας αρέσει, και ζήσετε οι τέσσερες αντάμα με καλήν ομόνοιαν. Και ούτω λέγοντας έγεινεν άφαντος. Και οι δύο αδελφοί επήγαν με τες αγαπητικές τους διά να κατοικήσουν εις ένα νησί, που εκατοικούσαν εξωτικοί, και εκεί έμειναν ευφραινόμενοι.

Τελειώνοντας και αυτήν την Ιστορίαν η Χαλιμά, ο βασιλεύς Αϊδήν αφού εγέλασε μεγάλως εις όσα συνέβησαν των δύο αδελφών Εξωτικών, είπε προς την Χαλιμά· Εσύ αγαπημένη μου, με αυτές τες ιστορίες με υποχρεώνεις πάντα περισσότερον διά να σου μακρύνω την ζωήν, και να μου γίνεσαι ποθεινότερη, διατί πολλά μου ενίκησες την γνώμην, και την απόφασίν μου με αυτά τα εύμορφα διηγήματα, που ποτέ εις την ζωήν μου δεν ήκουσα παρόμοια· μάλιστα και τα συμβεβηκότα των δύο Εξωτικών μου έφραναν περισσότερον την καρδίαν ακούοντάς τα. Αν τα συμβεβηκότα απεκρίθη η Χαλιμά, των δύο εξωτικών σε εύφραναν τόσον που τα ήκουσες, τόσον περισσότερον θέλουν σε ευφραίνει τα ανεκδιήγητα συμβάντα της ωραίας Ρεσπίνας που αν είναι με το θέλημά σου θέλω σου διηγηθή ελπίζοντας πως έχουν να σε ευφραίνουν, και θέλουν σε κάμνει ακόμη να θαυμάσης μεγάλως. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν και της λέγει· θέλω τα ακούση και αυτά μετά πάσης χαράς, και ωσάν τελειώσης και αυτήν την ιστορίαν, ελπίζω ότι μία απόφασις, την οποίαν εγώ μελετώ να κάμω, θα σου αρέση· όθεν την αύριον ας είσαι έτοιμη διά να μου την διηγηθής, και εις το τέλος της θέλεις γνωρίσει την γενναιότητά μου· Και ούτω λέγοντας αναμέρισαν κατά την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά εξυπνισμένη από την αδελφήν της Μεδινά εσηκώθη, και άρχισε να ομιλή με τούτον τον τρόπον.

&Ιστορία των φρικτών συμβεβηκότων της ωραίας Ρεσπίνας.&

Ένας πραγματευτής της Μπάσρας, ονομαζόμενος Δουχίν, ακολούθησεν η Σουλτάν μεμέ, άφησε την τέχνην του, και εδόθη όλος εις τα ψυχικά πράγματα. Αυτός με το να ήτον εξ αρχής ευλαβής, απόκτησεν ολίγα πλούτη, όθεν εζούσεν εις ένα μικρό σπιτάκι εις την άκρην της χώρας με μίαν του μοναχήν θυγατέρα, ονόματι Ρεσπίναν, την οποίαν την ανέθρεψεν εις τον φόβον του Θεού, και εις τα καλά έργα· και οι δύο επερνούσαν το περισσότερον μέρος της ζωής τους εις προσευχές και νηστείες, και την ανάγνωσιν του Αλκοράνου· και ήτον πολλά ευχαριστημένοι εις την κατάστασίν τους. Η Ρεσπίνα θυγατέρα του Δουχάν, με όλον που εφυλαγόνταν, εις το να στέκη μακράν από τους οφθαλμούς των ανθρώπων, και εις το να ζη μακράν από τα πράγματα του κόσμου, την εσύγχισαν πολλά ογλήγορα εις την μοναξίαν. Η φήμη της ζωής της ετραβούσε πολλούς άνδρας διά να την ζητήσουν του πατρός του διά γυναίκα τους· και ήθελεν έχει αυτή περισσοτέρους αγαπητικούς που να την ζητούν, αν ήξευραν την ευμορφιά της που ήτον παρόμοια με την καλήν της ζωήν. Ο πατέρας τής είπε πολλές φορές διά να κλίνη να υπανδρευθή μα αυτή καθόλου δεν ήθελε να τον ακούση, προφασιζομένη, ότι επιθυμούσε να ακολουθήση την αυτήν ζωήν που άρχισε ανύπανδρη. Αλλά τέλος πάντων, αφού και απέθανεν ο πατέρας της, ευρισκομένη μονάχη χωρίς τινά, απεφάσισε και επήρεν άνδρα ένα νέον πραγματευτήν ονόματι Ταμίμ πολλά καλής διαθέσεως. Αφού ετέλεσε τους γάμους ηύρεν αυτή εις τον άνδρα της έξω από τα πλούτη του μίαν αγάπην καθαράν και στερεάν. Ο Ταμίμ ήτο όλος δοσμένος εις την αγάπην της και πάντα προσπαθούσε με κάθε τι να την ευχαριστήση· και ήτο τόσο ευχαριστημένος, εις το να του έτυχε μία τέτοια φρόνιμη και ωραία γυναίκα, που εστοχάζετο να ήτον ο πλέον ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου. Μα αλλοί εις εμέ, η ευτυχία του δεν διήρκεσε διά πολύν καιρόν. Ζήτε με μεγάλον φόβον, ω άνθρωποι, διατί οπόταν στοχάζεστε να είστε εις το άκρον της ευτυχίας σας, τότε αυτή η στιγμή που πρέπει να μεταβληθή εις θλίψιν δεν είνε τόσον μακράν.