Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 9

Chapter 922 wordsPublic domain

ΙΒ. Μη προσδοκώντες λοιπόν ότι ο Κορίνθιος θα ήτον κατ' ουδέν αυτών καλήτερος, αλλ' ότι θέλει έλθει τα ίδια σοφίσματα εις αυτούς φέρων και τα ίδια δελεάσματα μετ' ελπίδων χρηστών, όπως τους καταφέρη εις μεταβολήν νέου δεσπότου, υπώπτευον και απέκρουον τας προσκλήσεις των Κορινθίων, εκτός μόνον των Αδρανιτών (229), οίτινες πόλιν μικράν μεν κατοικούντες, αλλ' ιεράν του Αδρανού, Θεού τινος μεγάλως τιμωμένου καθ' όλην την Σικελίαν, εστασίασαν προς αλλήλους, και άλλοι μεν προσεκάλουν τον Ικέτην και τους Καρχηδονίους, άλλοι δ' έστελλον και διεπραγματεύοντο μετά του Τιμολέοντος. Συνέπεσε δ' αυτομάτως πως, ως έσπευδον αμφότεροι, να προφθάσωσι και δύο οι κατά τον ίδιον καιρόν. Αλλ' ο μεν Ικέτης ήλθεν έχων στρατιώτας πεντακισχιλίους, του δε Τιμολέοντος όλοι ομού δεν ήσαν περισσότεροι των χιλίων διακοσίων. Τούτους είχε λάβει εκ του Ταυρομενίου, απέχοντος του Αδρανού σταδίους τριακοσίους τεσσαράκοντα (230)· και την μεν πρώτην ημέραν δεν επροχώρησε πολύ, και κατεσκήνωσε· την δ' επαύριον, ταχέως οδοιπορήσας, και δυσβάτους τόπους διελθών, περί το τέλος ήδη της ημέρας ήκουσεν ότι ο ικέτες είχε φθάσει αρτίως εις την κωμόπολιν, και είχε στρατοπεδεύσει. Και οι μεν λοχαγοί και ταξίαρχοι (231) εσταμάτησαν τους πρώτους διά να φάγωσι και ν' αναπαυθώσιν, ίνα ώσιν ούτω προθυμότεροι εις τον πόλεμον. Αλλ' ο Τιμολέων, περιερχόμενος μεταξύ αυτών, τους παρακάλει να μη πράξωσιν ούτως, αλλά να προχωρήσωσι ταχέως, και να έλθωσιν εις χείρας μετά των εχθρών οίτινες δεν ήσαν παρατεταγμένοι, ως ήτον επόμενον, διότι μόλις έπαυσαν οδοιπορούντες, και ησχολούντο εις τας σκηνάς και το δείπνον. Και λέγων ταύτα, έλαβε συγχρόνως την ασπίδα του, και προηγείτο πρώτος, ως εις νίκην βεβαίαν. Τον ηκολούθουν δ' οι λοιποί, θάρρος αναλαβόντες, και ολιγώτερον των τριάκοντα σταδίων (232) απέχοντες από των εχθρών. Αφ' ού δε διήλθον και την απόστασιν ταύτην, επιπίπτουσι κατ' αυτών, και ταράττονται οι εχθροί, και τρέπονται εις φυγήν άμα τους ενόησαν πλησιάσαντας. Τότε εφονεύθησαν ολίγοι περισσότεροι των τριακοσίων, ηχμαλωτίσθησαν δε δις τόσοι ζώντες, και εκυριεύθη και το στρατόπεδον. Οι δε Αδρανίται, ανοίξαντες τας πύλας, προσετέθησαν εις τον Τιμολέοντα, μετά φρίκης και θαυμασμού κηρύτοντες, ότι εν ώ συνεκροτείτο η μάχη, ανεώχθησαν αυτομάτως οι ιεροί του ναού πυλώνες, και εφάνη του Θεού (233) το μεν δόρυ εκ του άκρου της αιχμής σειόμενον, το δε πρόσωπον υπό πολλού ιδρώτος βρεχόμενον.

ΙΓ. Ταύτα δε, ως φαίνεται, εσήμαινον όχι την τότε νίκην μόνον, αλλά και τας μετά ταύτα πράξεις, ών ο αγών εκείνος εγένετο αρχή ευτυχής. Διότι πόλεις ευθύς πρεσβείας στέλλουσαι, προσετίθεντο εις τον Τιμολέοντα, και Μάμερκος (234), ο τύραννος της Κατάνης, ανήρ πολεμικός, και διά του πλούτου του ισχυρός, προσέφερε την συμμαχίαν του. Το δε μέγιστον, αυτός ο Διονύσιος, απελπιζόμενος ήδη, και κινδυνεύων να παραδοθή πολιορκούμενος, τον μεν Ικέτην κατεφρόνησε διότι αισχρώς ενικήθη, θαυμάζων δε τον Τιμολέοντα, έπεμψε να παραδώση εις εκείνον και εις τους Κορινθίους εαυτόν και την ακρόπολιν (235). Δεχθείς δ' ο Τιμολέων την ανέλπιστον ευτυχίαν, αποστέλλει τον Ευκλείδην και τον Τηλέμαχον, άνδρας Κορινθίους, εις την ακρόπολιν, και στρατιώτας τετρακοσίους, όχι όλους ομού, ουδέ φανερώς· τούτο ήτον αδύνατον, διότι οι εχθροί ήσαν έτοιμοι να ορμήσωσι κατ' αυτών αλλά κρυφίως, και κατ' ολίγους ριπτομένους εις το φρούριον. Και οι μεν στρατιώται παρέλαβον λοιπόν την ακρόπολιν και του τυράννου την κατοικίαν μεθ' όλης της αποσκευής αυτής, και μεθ' όλων των εις πόλεμον χρησίμων· διότι και ίπποι ήσαν εις την ακρόπολιν ουκ ολίγοι, και παν μηχανών είδος, και βελών πλήθος· όπλων δ' έκειντο αυτόθι επτά μυριάδες εκ παλαιού χρόνου τεθησαυρισμένοι. Στρατιώτας δ' είχε δισχιλίους ο Διονύσιος, ούς παρέδωκεν, ως όλα τα λοιπά, εις τον Τιμολέοντα. Αυτός δ' ο Διονύσιος, χρήματα λαβών και ολίγους των φίλων του, εξέπλευσε χωρίς ο Ικέτης να τον εννοήση, και ελθών εις του Τιμολέοντος το στρατόπεδον, και κατά πρώτον τότε ιδιώτης και ταπεινός φανείς, επί πλοίου ενός και μετ' ολίγων χρημάτων εστάλη εις Κόρινθον, γεννηθείς μεν και τραφείς εις την τυραννικήν αξίαν, την πασών ενδοξοτάτην και μεγίστην, κατασχών δ' αυτήν έτη δέκα, άλλα δε δώδεκα μετά την εκστρατείαν του Δίωνος εις αγώνας και εις πολέμους κακοπαθήσας, και παθών δεινότερα αφ' όσα τυράννων έπραξε. Διότι είδε και τους ενήλικας υιούς του θανατωθέντας, και τας παρθένους θυγατέρας του ατιμασθείσας, και την αδελφήν του, ήτις ήτον και γυνή του συγχρόνως, επί ζωής της μεν εις ασελγεστάτας των εχθρών ηδονάς παρανόμως παραδοθείσαν, βίαιον δε θάνατον αποθανούσαν μετά των τέκνων της, και εις το πέλαγος καταποντισθείσαν (236). Αλλά ταύτα εγράφησαν ακριβώς εις τον βίον του Δίωνος.

ΙΔ. Όταν δ' ο Διονύσιος έφθασεν εις την Κόρινθον, ουδείς υπήρχε των Ελλήνων όστις δεν επεθύμει να τον ιδή και να τον ομιλήση. Και άλλοι μεν, χαίροντες διά τας συμφοράς του, εκ μίσους μετ' ευχαριστήσεως συνήλθον διά να τον πατήσωσιν ως ερριμμένον υπό της τύχης· οι δε διά την μεταβολήν συγκινούμενοι και συμπαθούντες, έβλεπον επί των ασθενών και προδήλων ανθρωπίνων πραγμάτων μεγάλην των αδήλων και θείων αιτιών την δύναμιν. Διότι οι τότε καιροί ουδέν είχον να επιδείξωσιν ούτε φύσεως προϊόν ούτε τέχνης τοσούτον περίεργον, όσον το έργον της τύχης, εκείνον, τον της Σικελίας ολίγον πρότερον τύραννον, τότε εν Κορίνθω διατρίβοντα παρά την οψόπωλιν, ή καθήμενον εις το μυροπώλιον, πίνοντα κρασίον εκ των καπηλείων, και εν τω μεταξύ διαπληκτιζόμενον μετά δημοσίων γυναίων, και τας τραγωδιστρίας εις τας ωδάς διδάσκοντα, και φιλονεικούντα μετά σπουδής προς εκείνας περί θεατρικών ασμάτων και περί αρμονίας του μέλους. Ταύτα δέ τινες μεν ενόμιζον ότι εποίει ο Διονύσιος διότι ήτον οκνηρός την φύσιν και αμελής και ακόλαστος· άλλοι δε, ότι θέλων να καταφρονήται, και να μη ήναι φοβερός εις τους Κορινθίους, ουδ' ύποπτος ότι βαρέως έφερε του βίου την μεταβολήν και ότι επεθύμει τα δημόσια πράγματα, επετηδεύετο ταύτα, και υπεκρίνετο παρά φύσιν, και πάσαν επεδείκνυε φιλοτιμίας έλλειψιν εις την τοιαύτην αργίαν παραδιδόμενος.

ΙΕ. Αναφέρονται δε και λόγοι τινες αυτού, οίτινες φαίνονται αποδεικνύοντες ότι υπέφερεν ουχί αγεννώς τας παρούσας αυτού καταστροφάς. Καταπλεύσας εις την Λευκάδα, πόλιν άποικον των Κορινθίων, ως ήτον και η των Συρακουσών, είπεν ότι τω συμβαίνει το αυτό ό,τι και εις τους σφάλλοντας νεανίσκους· διότι καθώς εκείνοι μετά μεν των αδελφών των φαιδρώς συγκατοικούσι, τους δε πατέρας των αισχυνόμενοι αποφεύγουσιν, ούτω και αυτός, εντρεπόμενος την μητρόπολιν, ευχαρίστως θα κατώκει μεταξύ αυτών. Εις δε την Κόρινθον, προς ξένον τινα αγροίκως πως χλευάζοντα αυτόν διά τας μετά των φιλοσόφων συναναστροφάς του, αίτινες τον ευχαρίστουν όταν ήτον τύραννος, και τέλος ερωτήσαντα, τι άρα απήλαυσεν εκ της σοφίας του Πλάτωνος, «Και σοι φαίνεται, τω είπεν, ότι ουδέν ωφελήθημεν εκ του Πλάτωνος, όταν ούτως υποφέρωμεν της τύχης την μεταβολήν;» Προς δε τον μουσικόν Αριστόξενον (237) καί τινας άλλους, οίτινες τον ηρώτησαν πόθεν προήλθε και τις ήτον η κατά του Πλάτωνος δυσαρέσκειά του, είπεν αυτός ότι, κακών μεν πολλών μεστή είναι η τυραννίς, αλλά κανέν αυτών δεν είναι τόσον μέγα, όσον το ότι κανείς των λεγομένων φίλων δεν ομιλεί προς αυτήν μετά παρρησίας· ότι δε και αυτός υπ' εκείνων εστερήθη της ευνοίας του Πλάτωνος. Όταν δε τις των θελόντων ευφυίαν να δείξη, περιπαίζων τον Διονύσιον, ετίνασσε το ιμάτιόν του εισερχόμενος προς αυτόν, ως εισερχόμενος δήθεν προς τύραννον (238), τω είπεν ο Διονύσιος, αντισκώπτων αυτόν, να πράττη τούτο όταν εξέρχηται, διά να δείξη ότι δεν απέρχεται κλέψας τι εκ του δωματίου. Φίλιππος δ' ο Μακεδών, εις συμπόσιον καθήμενος (239), έρριψεν ειρωνικόν τινα λόγον περί των μελών και των τραγωδιών άς κατέλιπεν ο πρεσβύτερος Διονύσιος, και επροσποιήθη ότι ηπόρει πότε εύρισκεν εκείνος καιρόν να συνθέτη ταύτα· Τω απήντησε δ' ο Διονύσιος ουχί αστόχως· «Όταν συ και εγώ, και όλοι οι μακάριοι νομιζόμενοι, διετρίβομεν περί το ποτήριον.» Και ο μεν Πλάτων δεν είδεν εν Κορίνθω τον Διονύσιον, αλλ' είχεν ήδη αποθάνει· ο δε Σινωπεύς Διογένης (240), όταν απήντησεν αυτόν κατά πρώτον, «Ποσόν αναξίως, τω είπεν, ω Διονύσιε ζης!». Τότε δ' εστάθη εκείνος, και τω απεκρίθη· «Καλά κάμνεις, ω Διόγενες, λυπούμενος μετ' εμού διά τα δυστυχήματά μου.» «Και πώς; είπεν ο Διογένης· Νομίζεις ότι συμπάσχω μετά σου, και ότι πολύ μάλλον δεν αγανακτώ διότι τοιούτον ανδράποδον ων, και άξιος να γηράσης, ως ο πατήρ σου, και ν' αποθάνης εις τα καταγώγια των τυράννων, συ διατρίβεις ενταύθα, παίζων και τρυφών μεθ' ημών;» Ώστε όταν παραβάλλω προς ταύτα τας φωνάς του Φιλίστου, άς εκπέμπει περί των Θυγατέρων του Λεπτίνου ολοφυρόμενος (241), ότι εκ μεγάλων αγαθών, των της τυραννίδος, εις βίον κατέπεσαν ταπεινόν, μοι φαίνονται εκείναι ως θρήνοι γυναικός αλαβάστρους (242) ποθούσης και πορφύρας και χρυσά κοσμήματα. Ταύτα δεν νομίζομεν ξένα εις βιογραφίας, και ελπίζομεν να μη φανώσιν άχρηστα εις ακροατάς μη σπεύδοντας ή μη πολυασχόλους.

ΙΣΤ. Και η μεν δυστυχία του Διονυσίου εφάνη παράδοξος· θαυμαστόν δε ότι είχεν η επιτυχία του Τιμολέοντος. Διότι, αφ' ού επάτησε την Σικελίαν, εντός πεντήκοντα ημερών και την ακρόπολιν των Συρακουσών παρέλαβε, και τον Διονύσιον εις την Πελοπόννησον απέπεμψεν. Εκ τούτων εμψυχωθέντες οι Κορίνθιοι, τω έπεμψαν δισχιλίους οπλίτας και διακοσίους ιππείς, οίτινες φθάσαντες μέχρι Θουρίων (243), επειδή αδύνατον έβλεπον να περάσωσιν εκείθεν, διότι οι Καρχηδόνιοι μετά πολλών πλοίων κατείχον την θάλασσαν, αναγκαζόμενοι να μείνωσιν αυτόθι αργοί και να περιμείνωσιν εύθετον καιρόν, μετεχειρίσθησαν εις κάλλιστον έργον της απραξίας των τον καιρόν. Οι Θούριοι εξεστράτευον τότε κατά των Βρεττίων (244)· παραλαβόντες δ' αυτοί την πόλιν αυτών, την διεφύλαξαν ως ιδίαν αυτών πατρίδα, καθαρώς και πιστώς. Ο δ' Ικέτης την μεν ακρόπολιν των Συρακουσών επολιόρκει, και εμπόδιζε να εισπλεύση σίτος διά τους Κορινθίους. Παρασκευάσας δε δύο ξένους, έπεμψεν αυτούς κρυφίως εις Αδρανόν, διά να δολοφονήσωσι τον Τιμολέοντα, όστις ούτε άλλως είχεν ωργανισμένην σωματοφυλακήν, και τότε, ένεκα της θείας προστασίας, όλως ελευθέρως και ανυπόπτως συνέζη μετά των Αδρανιτών. Οι δε σταλέντες, κατά τύχην ακούσαντες ότι έμελλεν αυτός να προσφέρη θυσίαν, ήλθον εις το ιερόν, εγχειρίδια υπό τα ιμάτια έχοντες, και συναναμιχθέντες μετά των ισταμένων πέριξ του βωμού, επλησίαζον κατά μικρόν επί μάλλον και μάλλον. Ήδη δε προέτρεπον αλλήλους ν' αρχήσωσιν όσον ούπω, όταν τον ένα αυτών εκτύπησέ τις διά ξίφους κατά της κεφαλής, και άμα ούτος έπεσεν, ούτ' εκείνος έμεινεν, όστις τον εκτύπησεν, ούτε ο ελθών μετά του πληγωθέντος· αλλ' εκείνος μεν το ξίφος κρατών και φεύγων, εις πέτραν υψηλήν ανεπήδησεν· ο δ' άλλος, τον βωμόν εναγκαλισθείς, εζήτει χάριν παρά του Τιμολέοντος, υποσχόμενος τα πάντα να τω καταμηνύση. Λαβών δ' αυτήν, εμαρτύρησε καθ' εαυτού και κατά του αποθανόντος, ότι εστάλησαν διά να τον φονεύσωσιν. Εν τούτοις δε και τον εις την πέτραν καταφυγόντα κατεβίβασαν άλλοι, βοώντα άτι ουδέν κακόν έπραξεν, αλλ' ότι δικαίως εφόνευσε τον άνθρωπον, εκδικών τον αποθανόντα πατέρα του, όν εκείνος πριν είχε θανατώσει εν Λεοντίνοις (245). Και εμαρτύρουν υπέρ αυτού τινες των παρόντων, θαυμάζοντες συγχρόνως της τύχης το μηχάνημα, ήτις άλλα δι' άλλων ενεργούσα, και συνάγουσα πάντα μακρόθεν και συγκαταπλέκουσα τα φαινόμενα όλως διάφορα και ουδέν προς άλληλα κοινόν έχοντα, μεταχειρίζεται των μεν τα τέλη εις άλλων αρχάς. Και τον μεν άνθρωπον τούτον εστεφάνωσαν οι Κορίνθιοι διά στεφάνου αξίας δέκα μνων (246), διότι εδάνεισε πάθος δίκαιον εις τον δαίμονα τον φύλακα του Τιμολέοντος, και δεν κατηνάλωσε πρότερον τον θυμόν όν έτρεφε προ πολλού, αλλ' εξ ιδίων αιτιών, και συνάρσει της τύχης, διετήρησεν αυτόν προς σωτηρίαν εκείνου. Η δε του παρόντος καιρού ευτυχία, και προς τα μέλλοντα ανεπτέρωσε τας ελπίδας αυτών, και έβλεπον ως ιερόν άνδρα τον Τιμολέοντα, όν ως εκ Θεού πεμφθέντα βοηθόν εις την Σικελίαν, ώφειλον να σέβωνται και να προφυλάττωσιν.

ΙΖ. Ως δ' απέτυχεν εις την απόπειραν ταύτην ο Ικέτης, και έβλεπε πολλούς περί τον Τιμολέοντα συνασπιζομένους, μεμφθείς εαυτόν, ότι εν ώ τοσαύτην είχε δύναμιν των Καρχηδονίων, μετεχειρίζετο αυτήν ως αισχυνόμενος, κατά μικρά σώματα και λαθραίως υποκλέπτων και παρέργως δεχόμενος την συμμαχίαν αυτών, εμήνυσε τον στρατηγόν αυτών Μάγωνα να έλθη μεθ' όλου του στόλου του. Εισέπλευσε δ' αυτός τότε φοβερός, δι' εκατόν πεντήκοντα πλοίων καταλαμβάνων τον λιμένα, πεζών δ' έξ μυριάδας αποβιβάζων, και στρατοπεδεύων εις την πόλιν των Συρακουσίων· ώστε η έκπαλαι λεγομένη και περιμενομένη εκβαρβάρωσις ήλθεν εις την Σικελίαν. Διότι ποτέ πρότερον δεν είχον κατορθώσει οι Καρχηδόνιοι, αν και μυρίους επολέμησαν πολέμους εις την Σικελίαν, να λάβωσι τας Συρακούσας· τότε δε, όταν τους εδέχθη ο Ικέτης και τοις παρέδωκε την πόλιν, εφαίνετο αύτη εις βαρβάρων μεταβληθείσα στρατόπεδον. Οι δε Κορίνθιοι όσοι είχον την ακρόπολιν, δεινώς διέκειντο και επικινδύνως, τροφήν ικανήν μη έχοντες πλέον, και ένδειαν πάσχοντες, διότι εφρουρούντο οι λιμένες, κατεμερίζοντο δε πάντοτε εις αγώνας και μάχας περί τα τείχη, και εις παν μηχάνημα και εις πάσαν επίνοιαν πολιορκητικήν.

ΙΗ. Ουχ ήττον όμως ο Τιμολέων τους εβοήθει, στέλλων εις αυτούς σίτον εκ Κατάνης διά μικρών αλιευτικών πλοιαρίων και δι' ακατίων λεπτών, άτινα κατώρθουν εν καιρώ τρικυμίας μάλιστα να εισπλέωσι διά των βαρβαρικών τριηρών, περώντα κάτωθεν αυτών, όταν τας εχώριζεν ο κυματισμός και ο σάλος. Ταύτα βλέποντες οι περί τον Μάγωνα και Ικέτην, ηθέλησαν να κυριεύσωσι την Κατάνην εξ ής ήρχοντο διά θαλάσσης αι τροφαί εις τους πολιορκουμένους, και λαβόντες της δυνάμεως αυτών το μαχιμώτατον, εξέπλευσαν εκ των Συρακουσών. Ο δε Κορίνθιος Νέων, (ήτον δ' ούτος ο αρχηγός των πολιορκουμένων), ιδών από της κορυφής τους εχθρούς όσοι έμειναν, ότι απροσέκτως και αμελώς εφύλαττον, επέπεσεν εξαίφνης επ' αυτούς εν ώ ήσαν διεσπαρμένοι, και άλλους μεν φονεύσας άλλους δε τρέψας εις φυγήν, εκυρίευσε και κατέλαβε την θέσιν την λεγομένην Αχραδινήν, ήτις εφαίνετο ότι ήτον το ισχυρότατον και μάλλον απρόσβλητον μέρος της πόλεως των Συρακουσών, συγκειμένης τρόπον τινα εκ πολλών πόλεων. Κυριεύσας δε πολύν σίτον και πολλά χρήματα, δεν αφήκε τον τόπον, ουδ' ανεχώρησε πάλιν εις την άκραν, αλλά περιφράξας τον περίβολον της Αχραδινής, και συνάψας αυτήν διά των περιτειχισμάτων μετά της ακροπόλεως, την εφύλαττε. Τους δε μετά του Μάγωνος και του Ικέτου, όντας ήδη πλησίον της Κατάνης, προφθάσας ιππεύς εκ Συρακουσών, τοις ανήγγειλε την άλωσιν της Αχραδινής. Ταραχθέντες δ' αυτοί, ανεχώρησαν διά τάχους, ούτε την πόλιν κυριεύσαντες καθ' ής εξήλθον, ούτε φυλάξαντες εκείνην ήν είχον.

ΙΘ. Και ταύτα μεν η πρόνοια και η ανδρεία δύναται μέχρι τινός να τ' αμφισβητήση προς την τύχην· το δε μετά ταύτα γενόμενον φαίνεται εντελώς ότι εξ ευνοίας της τύχης συνέβη. Οι στρατιώται των Κορινθίων όσοι διέτριβον εν Θουρίοις, φοβούμενοι τας τριήρεις των Καρχηδονίων αίτινες τους παρεφύλαττον μετά του Άννωνος, και επειδή συγχρόνως διά την σφοδρότητα του ανέμου προ πολλών ημερών ήτον εξηγριωμένη η θάλασσα, εκίνησαν να πορευθώσι πεζή διά της χώρας των Βρεττίων (247). Και μέρος μεν πείθοντες τους βαρβάρους, μέρος δε διά της βίας διερχόμενοι, κατέβαινον προς το Ρήγιον, εν ώ το πέλαγος ήτον έτι τρικυμιώδες. Ο δε των Καρχηδονίων ναύαρχος επειδή δεν περιέμενε τους Κορινθίους, και ενόμιζεν ότι ματαίως εκεί εκάθητο, πείσας εαυτόν ότι επενόησε σοφόν ότι και πανούργον προς απάτην, διέταξε τους ναύτας να στεφανωθώσι, και κοσμήσας τας τριήρεις δι' ελληνικών ασπίδων και φοινίκων καλυμμάτων, έπλεε προς τας Συρακούσας· και παρά την ακρόπολιν, ισχυρώς τας κώπας κτυπών, και μετά κρότου και γέλωτος, εβόα ότι έρχεται νικήσας και κατατροπώσας τους Κορινθίους, ούς κατέλαβεν εις την θάλασσαν διαπλέοντας. Ήλπιζε δε διά τούτων να προξενήση δυσθυμίαν εις τους πολιορκουμένους. Αλλ' εν ώ ταύτα εφλυάρει και γελοίαν απάτην μετεχειρίζετο, οι Κορίνθιοι, καταβάντες εκ των Βρεττίων εις το Ρήγιον, επειδή ουδείς εφύλαττε, και είχε πέσει ο άνεμος ανελπίστως, και ο πορθμός εφαίνετο ακύμαντος και λείος, πληρώσαντες ταχέως τα περάματα και τα αλιευτικά πλοιάρια όσα ήσαν εκεί, απέπλευσαν, και διέβησαν εις την Σικελίαν τοσούτον ασφαλώς και μετά τοσαύτης γαλήνης, ώστε έσειρον και τους ίππους εκ των χαλεινών, κολυμπώντας πλησίον των πλοίων.

Κ. Αφ' ού δ' όλοι διήλθον, ο Τιμολέων δεχθείς αυτούς, εκυρίευσεν ευθύς την Μεσσήνην (248), και παραταχθείς, εξεστράτευσε κατά των Συρακουσών, πεποιθώς μάλλον εις την καλήν τύχην δι' ής τοσαύτα επετύγχανε και κατώρθου, παρά εις την δύναμίν του· διότι δεν είχε μεθ' εαυτού περισσοτέρους των τετρακισχιλίων. Ως δ' ανηγγέλθη η έφοδος αυτού εις τον Μάγωνα, θορυβούμενος ούτος και φοβηθείς, έτι μάλλον συνέλαβεν υποψίας εξ αιτίας τοιαύτης. Οι περί την πόλιν βάλτοι πολύ μεν δέχονται εκ βρύσεων πότιμον ύδωρ, πολύ δ' εξ ελών και ποταμών, οίτινες καταρρέουσιν εις την θάλασσαν, και εις αυτούς τρέφεται πλήθος εγχέλεων, και υπάρχει πάντοτε άφθονος άγρα αυτών. Ταύτας δ' εθήρευον ομού οι μισθωτοί στρατιώται και των δύο μερών, επειδή ήσαν εις αργίαν και εις ανακωχήν. Ως όντες δ' εκατέρωθεν Έλληνες, και προς αλλήλους μη έχοντες αφορμήν ιδίων απεχθειών, εις μεν τας μάχας εκινδύνευον προς αλλήλους ευρώστως, επί δε της ανακωχής ερχόμενοι προς αλλήλους, συνδιελέγοντο. Και τότε κοινόν έχοντες το έργον της αλιείας, συνωμίλουν, θαυμάζοντες της θαλάσσης εκείνης την ωραιότητα, και την αξιολογότητα των χωρών. Και τις εκ των συνεκστρατευόντων μετά των Κορινθίων, είπε· «Πόλιν τόσον μεγάλην και τόσα καλά έχουσαν, σεις, Έλληνες όντες, θέλετε να την εκβαρβαρώσητε, κατοικίζοντες πλησιέστερον ημών τους κακίστους και φονικωτάτους Καρχηδονίους, εν ώ έπρεπε να εύχεσθε πολλαί Σικελίαι να κείνται μεταξύ αυτών και της Ελλάδος. Ή νομίζετε ότι ούτοι συνήθροισαν στρατόν και ήλθον από των Ηρακλείων στηλών και της Αντλαντικής θαλάσσης διά να κινδυνεύσωσιν υπέρ της δυναστείας του Ικέτου, όστις, αν εσκέπτεπο ως ηγεμών, δεν θ' απέκρουε τους πατέρας (249) ουδέ θα έφερε τους εχθρούς κατά της πατρίδος του, αλλά θ' απελάμβανε και τιμήν και δύναμιν όσην πρέπει, πείσας τους Κορινθίους και τον Τιμολέοντα;» Τούτους τους λόγους οι μισθοφόροι διέδωκαν εις το στρατόπεδον, και ενέπνευσαν υποψίαν εις τον Μάγωνα, ότι προδίδεται. Εζήτει δε και προ πολλού πρόφασιν. Επομένως, ει και τον παρεκάλει ο Ικέτης να παραμείνη, και τω έλεγε πόσον ανώτεροι εισί των εχθρών, αυτός όμως, νομίζων ότι εισί κατά την ανδρείαν μάλλον και κατά την τύχην κατώτεροι του Τιμολέοντος, παρ' ό,τι υπερισχύουσι κατά το πλήθος της δυνάμεως, απέπλευσεν ευθύς εις Λιβύαν, αισχρώς και κατ' ουδεμίαν ανθρωπίνην προσδοκίαν αφείς εκ των χειρών του την Σικελίαν.

ΚΑ. Την δ' επαύριον παρέστη ο Τιμολέων παρατεταγμένος εις μάχην. Ως δ' ήκουσαν την φυγήν, και είδαν την ερημίαν των νεωρίων, τοις ήλθε να γελάσωσι διά την ανανδρίαν του Μάγωνος, και περιερχόμενοι, εκήρυττον εις την πόλιν αμοιβήν εις όν τινα τοις κατήγγελλε πού απέδρα ο στόλος των Καρχηδονίων. Επειδή όμως ο Ικέτης ήθελε μάχην εισέτι, και δεν παρητείτο της εξουσίας επί της πόλεως, αλλ' ενέμενε πεισματωδώς εις τα μέρη όσα κατείχε, διότι ήσαν ισχυρά και δυσάλωτα, διαιρέσας ο Τιμολέων την δύναμίν του, ο ίδιος μεν προσέβαλλε παρά το ρείθρον του Ανάπου ποταμού, όπου ήτον βιαιότερον, τους δ' άλλους διέταξε να επιτεθώσιν εκ της Αχραδινής, και τούτων αρχηγός ήτον Ισίας ο Κορίνθιος. Τους δε τρίτους έφερον κατά των Επιπολών (250) ο Δείναρχος και ο Δημάρετος, εκείνοι οίτινες έφερον την τελευταίαν βοήθειαν εκ Κορίνθου. Ως επέπεσαν λοιπόν ούτοι πανταχόθεν συνάμα, και οι περί τον Ικέτην τραπέντες έφευγον, η πόλις εκυριεύθη κατά κράτος, και ταχέως έγινεν υποχείριος, και οι εχθροί εδιώχθησαν. Και ταύτα μεν είναι δίκαιον ν' αποδώσωμεν εις την των μαχομένων ανδρείαν και εις του στρατηγού την ικανότητα. Το δ' ότι ουδείς των Κορινθίων ουδ' εφονεύθη ουδ' ετραυματίσθη, εφάνη κατόρθωμα ίδιον αυτής της τύχης του Τιμολέοντος, ήτις διηγωνίζετο τρόπον τινα προς την αρετήν του ανδρός, όπως θαυμάζωοιν οι ακούοντες τα μακαριζόμενα έργα αυτού έτι μάλλον των επαινουμένων. Διότι ου μόνον εις την Σικελίαν πάσαν και εις την Ιταλίαν διεδόθη ευθύς η φήμη, αλλ' εντός ολίγων ημερών αντήχει καθ' όλην την Ελλάδα το μέγεθος του κατορθώματος· ώστε, εν ώ η πόλις των Κορινθίων δεν επίστευεν έτι ότι ο στόλος αυτής διέπλευσεν, ήκουσε συγχρόνως ότι εσώθη και ενίκησεν ο στρατός της. Ούτως άριστα αι πράξεις επέτυχον, και εις το τόσον κάλλος των έργων προσέθηκεν η τύχη και την ταχύτητα.

ΚΒ. Ως δ' έγινε της άκρας κύριος, δεν έπαθε το ίδιον πάθος μετά του Δίωνος, ουδ' εφείσθη του τόπου διά το κάλλος αυτού και την πολυτέλειαν της κατασκευής, αλλά φυλαχθείς από της υποψίας δι' ήν πρώτον διεβλήθη και μετά ταύτα κατεστράφη εκείνος, εκήρυξε να έλθη όστις θέλει των Συρακουσίων μετά σιδήρου, και να βοηθήση εις το να κατασκαφώσι τα τυραννικά οχυρώματα. Όλοι δ' ανέβησαν, αρχήν ελευθερίας ασφαλεστάτην θεωρήσαντες το κήρυγμα και την ημέραν εκείνην, και ου μόνον την άκραν, αλλά και τας οικίας και τα μνήματα των τυράννων ανέτρεψαν και κατέσκαψαν. Ευθύς δ' ομαλύνας τον τόπον, ωκοδόμησε τα δικαστήρια εις αυτόν, να ευχαριστήση ζητών τους πολίτας, και της τυραννίδος ανωτέραν αναδεικνύων την δημοκρατίαν. Αφ' ού, όμως εκυρίευσε την πόλιν, δεν είχε πολίτας, διότι άλλοι μεν εφονεύθησαν εις τας στάσεις και τους πολέμους, άλλοι δ' έφυγον την τυραννίαν και η μεν των Συρακουσών αγορά διά την ερημίαν υπό τόσον βαθέος εκαλύφθη χόρτου, ώστε οι ίπποι έβοσκον εν αυτή, και οι ιπποκόμοι κατέκειντο εις την χλόην, αι δ' άλλαι πόλεις, πλην ολιγίστων, εγένοντο πλήρεις ελάφων και αγριοχοίρων, και εις τα προάστεια και περί τα τείχη πολλάκις οι αργοί εκυνήγουν. Δεν υπήκουε δε κανείς των εις τα οχυρώματα και τα φρούρια κατοικούντων, ουδέ κατέβησαν δις την πόλιν, αλλά φρίκη και μίσος εκυρίευσε πάντας διά τας εκκλησίας του δήμου, και διά την πολιτικήν, και διά των ρητόρων το βήμα, εξ ών προέκυψαν εις αυτούς οι πλείστοι των τυράννων. Διά τούτο απεφάσισεν ο Τιμολέων και οι Συρακούσιοι να γράψη προς τους Κορινθίους, αυτοί να στείλωσι κατοίκους εις τας Συρακούσας εκ της Ελλάδος, διότι άλλως η χώρα έμελλε να μείνη ακαλλιέργητος, και πολύν πόλεμον περιέμενον εκ Λιβύας, ακούσαντες ότι ο Μάγων ηυτοχειριάσθη, και οι Καρχηδόνιοι εσταύρωσαν το σώμα του, οργισθέντες διά την στρατηγίαν του, και συνήγον μεγάλην δύναμιν, προτιθέμενοι την άνοιξιν να διαβώσιν εις Σικελίαν.