Part 8
Γ. Χρήματα δε ο μεν Αλκιβιάδης ότι και έλαβε πολλάκις ουχί πρεπόντως εκ δωροδοκιών λέγεται, και ότι εδαπάνησε κακώς εις τρυφήν και ακολασίαν. Εις δε τον Μάρκιον έδωκαν οι στρατηγοί προς τιμήν, αλλά δεν τον έπεισαν να τα δεχθή. Διά τούτο και προ πάντων δυσηρέστει το πλήθος εις τας περί χρεών του δήμου διαφοράς του, διότι επίστευον ότι έβλαπτε τους πένητας ουχί προς κέρδος, αλλά προς ύβριν και περιφρόνησιν. Ο Αντίπατρος (205) έν τινι επιστολή του, γράφων περί του θανάτου του φιλοσόφου Αριστοτέλους, προς τοις άλλοις λέγει ότι ο ανήρ εκείνος είχε και του πείθειν την δύναμιν. Εκ των πράξεων όμως και των αρετών του Μαρκίου ελλείπον το προσόν τούτο, καθίστα αυτάς επαχθείς και εις αυτούς τους υπ' αυτού ευεργετουμένους, διότι δεν υπέφερον την υπερηφάνειαν αυτού, και την αυθάδειαν, της ερημίας σύνοικον, ως λέγει ο Πλάτων (206). Ο δ' Αλκιβιάδης εξ εναντίας ήξευρε να μεταχειρίζηται οικείως τους υποθέσεις έχοντας μετ' αυτού, ώστε θαυμαστόν δεν είναι ότι εις όσα κατώρθου ήνθει η δόξα του ενισχυομένη υπό της αγάπης και της τιμής των ανθρώπων· διότι και αυτών των σφαλμάτων του τινά ευχαρίστουν πολλάκις και ήρεσκον. Όθεν ούτος μεν, εν ώ ου μικράς ουδ' ολίγας βλάβας επέφερεν εις την πόλιν, εξελέγετο όμως πολλάκις αρχηγός και στρατηγός· Εκείνος δ' εν ώ διά πολλών κατορθωμάτων και ανδραγαθιών απέκτησεν αρχήν ήτις τω ανήκεν, απεβλήθη όμως αυτής. Ούτω τον μεν, ουδέ κακοποιούμενοι υπ' αυτού εδύναντο να μισώσιν οι πολίται, ο δε συνέβαινε να μισήται καίτοι θαυμαζόμενος.
Δ. Προσέτι δε, ο μεν Μάρκιος ουδέν έπραξε μέγα όταν ήτον της πόλεως στρατηγός, αλλ' όταν εστρατήγει των εχθρών κατά της πατρίδος του. Ο δ' Αλκιβιάδης και ως στρατιώτης και ως στρατηγός ωφέλησε τους Αθηναίους, και παρών εν Αθήναις υπερίσχυσε πάντοτε των εχθρών του όσον ήθελεν, και αι κατ' αυτού διαβολαί ίσχυον μόνον επί της απουσίας του. Ο Μάρκιος όμως παρών κατεδικάσθη υπό των Ρωμαίων, και παρόντα τον εφόνευσαν οι Ουολούσκοι, ανοσίως, ει και δικαίως. Αιτίαν δ' ευλογοφανή έδωκεν ο ίδιος, ότι μη δεχθείς δημοσίως τας συνθηκολογίας, επείσθη ιδίως υπό των γυναικών, και δεν διήλλαξε μεν την έχθραν, αλλ' εν ώ εξηκολούθει ο πόλεμος, απώλεσε τον καιρόν και τον κατεδαπάνησε. Διότι έπρεπε να καταπείση τους εις αυτόν εμπιστευθέντας, και ούτω ν' απέλθη, αν λόγου άξιον εθεώρει να τηρήση δικαίαν διαγωγήν προς αυτούς. Αν δ' ολίγον περί των Ουολούσκων εφρόντιζε, και εκίνησε τον πόλεμον όπως κορέση την ιδίαν οργήν του, και μετά ταύτα τον έπαυσε, δεν ήτον καλόν να φεισθή της πατρίδος του ένεκα της μητρός του, αλλ' έπρεπε να φεισθή της μητρός του ομού μετά της πατρίδος του· διότι και η μήτηρ και η γυνή του ήσαν μέρος της πατρίδος ήν επολιόρκει. Το δε, απηνώς μεν ν' αποκρούση τας δημοσίας ικεσίας και την δέησιν των πρέσβεων και τας παρακλήσεις των ιερέων, έπειτα δε να χαρισθή εις την μητέρα του και ν' αναχωρήση, δεν ήτον τιμή της μητρός του, αλλά της πατρίδος του ατιμία, ήτις εσώζετο εξ οίκτου και εκ παρακλήσεων, ένεκα μιας γυναικός, ως αν δεν ήτον αξία να σωθή ένεκα εαυτής. Η χάρις αύτη φθόνον διήγειρε, και ήτον ωμή και άχαρις, και προς ουδέν των δύο μερών εύνοιαν μαρτυρούσα· διότι αναχώρησεν ούτε πεισθείς υπό των πολεμουμένων, ούτε πείσας τους συμπολίτας του. Τούτων δε πάντων αίτιον ήτον του τρόπου του το ακοινώτητον, το λίαν υπερήφανον και αύθαδες· διότι αυτό καθ' εαυτό δυσάρεστον όν εις το πλήθος, όταν συνδυάζηται και μετά της φιλοδοξίας, γίνεται εντελώς άγριον και ανυπόφορον. Οι έχοντες αυτό, εν ώ δεν περιποιούνται το πλήθος, ως αν δεν είχον ανάγκην τιμής, οργίζονται όμως ότι τιμή δεν τοις αποδίδεται. Και το να μη είναι μέν τις κολακευτικός και περιποιητικός των όχλων, τούτο το είχε και ο Μέτελλος, και ο Αριστείδης, και ο Επαμινώνδας· αλλ' ούτοι, καταφρονούντες αληθώς όσα ο δήμος είναι κύριος να δίδη και ν' αφαιρή, και εξοστρακιζόμενοι πολλάκις, και εις τας χειροτονίας αποτυγχάνοντες, και καταδικαζόμενοι, δεν ωργίζοντο κατά των πολιτών ότι δυσμενώς διέκειντο προς αυτούς, αλλ' ηγάπων αυτούς άμα μετενόουν, και εφιλιούντο προς αυτούς όταν τους παρεκάλουν. Όστις δεν περιποιείται το πλήθος πολύ, ούτος δεν αρμόζει ουδέ πολύ να το τιμωρή· διότι η αγανάκτησις δι' αποτυχίαν τιμής προέρχεται μάλιστα εκ της μεγάλης επιθυμίας προς επιτυχίαν αυτής.
Ε. Και ο μεν Αλκιβιάδης δεν ηρνείτο ότι τιμώμενος έχαιρε, και ότι παραβλεπόμενος ελυπείτο· όθεν επροσπάθει ν' αγαπάται υπό των περί αυτόν και να τους ευχαριστή. Τον δε Μάρκιον δεν άφηνεν η υπερηφάνειά του να περιποιήται τους δυναμένους να τιμήσωσιν αυτόν και να τον προαγάγωσι, και όμως η φιλοδοξία του τω ενέπνεεν οργήν και λύπην όταν παρημελείτο. Ταύτα είναι όσα δύναταί τις να εύρη ψεκτά εις τον άνδρα· τα δ' άλλα όλα εισί λαμπρά. Ως προς την σωφροσύνην δε και την περί τα χρήματα εγκράτειαν άξιος είναι να παραβληθή προς τους αρίστους και καθαρωτάτους των Ελλήνων, ουχί δε τω όντι προς τον Αλκιβιάδην, όστις ως προς ταύτα υπήρξε πάντων θρασύτατος, και υπέρ πάντας προς το καλόν αδιαφορώτατος.
ΤΙΜΟΛΕΩΝ
Α. Η κατάστασις των πραγμάτων των Συρακουσών ήτον προ της αποστολής του Τιμολέοντος εις Σικελίαν τοιαύτη. Ο Δίων, αποδιώξας Διονύσιον τον τύραννον (207), ευθύς εφονεύθη δολίως, και διηρέθησαν οι μετά του Δίωνος τους Συρακουσίους ελευθερώσαντες. Η δε πόλις άλλον μετ' άλλον μεταβαλούσα συνεχώς τύραννον, υπό πλήθους κακών παρ' ολίγον να μείνη εντελώς έρημος. Της δε λοιπής Σικελίας μέρος μεν ήτον εντελώς ανεστατωμένον και εστερημένον πόλεων εξ αιτίας των πολέμων, αι δε πλείσται πόλεις κατείχοντο υπό βαρβάρων μιγάδων και στρατιωτών αμίσθων, οίτινες πρόθυμοι ήσαν εις τας μεταβολάς των δυναστειών. Τότε, δέκα έτη μετά την αποδίωξίν του, ο Διονύσιος, ξένους συλλέξας, και εκδιώξας τον Νυσαίον (208), όστις τότε εκυρίευε των Συρακουσών, ανέλαβε τα πράγματα πάλιν, και εγκατέστη εκ νέου τύραννος, ανελπίστως μεν διά μικράς δυνάμεως την μεγίστην των τυραννίδων αίτινες ποτέ υπήρξαν απολέσας, έτι δ' ανελπιστότερον από φυγάδος και ταπεινού γενόμενος πάλιν κύριος εκείνων οίτινες τον εδίωξαν. Όσοι λοιπόν Συρακούσιοι έμεινον εις την πόλιν, εδούλευον τον τύραννον όστις ούτε άλλως ήτον ήπιος, τότε δ' είχεν εντελώς εξαγριωθή την ψυχήν υπό των συμφορών του. Οι δ' άριστοι και οι επισημότατοι, απευθυνθέντες προς τον Ικέτην, όστις ήτον των Λεοντίων δυνάστης, παρεδόθησαν εις εκείνον, και τον ανηγόρευσαν στρατηγόν εις τον πόλεμον, αν και δεν ήτον καλήτερος ουδενός των ομολογουμένως τυράννων, αλλά διότι δεν είχον πού αλλαχού να στραφώσι, και ενεπιστεύθησαν εις αυτόν, ως όντα εκ γενετής Συρακούσιον, και έχοντα δύναμιν αξίαν ν' αντιταχθή εις την του τυράννου.
Β. Εν τω μεταξύ δ' ήλθον Καρχηδόνιοι μετά στόλου μεγάλου, και εγένοντο απειλητικοί· ώστε φοβηθέντες οι Σικελιώται, ήθελον να στείλωσι πρεσβείαν εις την Ελλάδα, και να ζητήσωσι παρά των Κορινθίων βοήθειαν, ου μόνον διά την συγγένειαν, ουδέ διότι πολλάκις εμπιστευθέντες εις εκείνους ευηργετήθησαν, αλλά προ πάντων διότι έβλεπον την πόλιν φιλελεύθερον και μισοτύραννον, και πολεμήσασαν τους πλείστους και μεγίστους πολέμους ουχί διά πλεονεξίαν και υπέρ εκτάσεως της εξουσίας της, αλλ' υπέρ της των Ελλήνων ελευθερίας. Ο δ' Ικέτης, της στρατηγίας σκοπόν έχων την τυραννίδα, ουχί δε την ελευθερίαν των Συρακουσίων, είχε μεν ήδη συνεννοηθή κρυφίως προς τους Καρχηδονίους, φανερώς δ' επήνει τους Συρακουσίους, και έπεμψεν ομού μετ' αυτών τους πρέσβεις εις την Πελοπόννησον, ουχί διότι ήθελε να έλθη συμμαχία εκείθεν, αλλ' αν, ως ήτον επόμενον, οι Κορίνθιοι, διά τας ελληνικάς ταραχάς και ασχολίας ηρνούντο την βοήθειαν, ήλπιζεν ότι ευκολώτερον θα παρέδιδε τα πράγματα εις τους Καρχηδονίους, όπως έχη αυτούς συμμάχους και συναγωνιστάς κατά των Συρακουσίων μάλλον παρά κατά του τυράννου. Αλλά ταύτα ολίγον μετέπειτα απεδείχθησαν.
Γ. Όταν δ' έφθασαν οι πρέσβεις, οι Κορίνθιοι, συνήθειαν έχοντες να φροντίζωσι πάντοτε υπέρ των αποίκων αυτών, προ πάντων δ' υπέρ της πόλεως των Συρακουσίων (209), επειδή συνέπεσε και τότε κατά τύχην ουδεμία των ελληνικών υποθέσεων να τους ενασχολή, αλλ' έζων εν ειρήνη και εν αργία, εψήφισαν προθύμως να τους βοηθήσωσιν. Εζητείτο δε στρατηγός, και εν ώ οι άρχοντες έγραφον και επρόβαλλον τους σπουδαρχούντας των πολιτών, είς εκ του πλήθους αναστάς ωνόμασε τον Τιμολέοντα, υιόν του Τιμοδήμου, όστις ούτε είχεν εισέτι αρχίσει να πράττη τα κοινά, ούτ' ελπίδα ή προαίρεσιν είχε τοιαύτην· αλλά Θεός τις, ως φαίνεται, ενέβαλε την πρότασιν εις του ανθρώπου τον νουν τοσαύτη και περί την εκλογήν αυτού έλαμψεν ευθύς εξ αρχής ευμένεια τύχης, και τοσαύτη όλας τας πράξεις του επηκολούθησε χάρις, επικοσμούσα του ανδρός την ανδρείαν. Και ήτον μεν υιός γονέων εις την πόλιν ενδόξων, του Τιμοδήμου και της Δημαρίστης, φιλόπατρις δ' εις άκρον και πράος, αλλ' ενταυτώ σφόδρα μισοτύραννος και μισοπόνηρος. Προς δε τους πολέμους είχε φύσιν τοσούτον καλώς και ομαλώς συγκεκερασμένην, ώστε πολλήν μεν, νέος ων, εδείκνυεν εις τας πράξεις του σύνεσιν, ουχί ολιγωτέραν δ' ανδρείαν αφ' ού εγήρασεν. Αδελφόν δ' είχε τον Τιμοφάνην, πρεσβύτερον, κατ' ουδέν αυτόν ομοιάζοντα, αλλά παράφορον και εκ πόθου της μοναρχίας διεφθαρέντα υπό φίλων φαύλων και υπό ξένων στρατιωτικών, ούς είχε πάντοτε περί εαυτόν, φαινόμενον όμως ορμητικόν κατά τι εις τας εκστρατείας και φιλοκίνδυνον. Διά τούτο και κερδίζων την εύνοιαν των πολιτών, ως ανήρ πολεμικός και δραστήριος, εξελέγετο αρχηγός πολλάκις. Εις ταύτα δε συνείργει μετ' αυτού και ο Τιμολέων, κρύπτων μεν αυτού τα ελαττώματα εντελώς, ή κατορθών να φαίνωνται μικρά, όσα δ' η φύσις τω έδωκε προτερήματα, ταύτα ως ωραιότερα και ανώτερα παριστών.
Δ. Όταν δε μάχη συνεκροτήθη των Κορινθίων κατά των Αργείων και Κλεωναίων (210), ο μεν Τιμολέων έτυχεν εις τους οπλίτας τεταγμένος, ο δε Τιμοφάνης, όστις ωδήγει τους ιππείς, περιέπεσεν εις δεινόν κίνδυνον· διότι ο ίππος του πληγωθείς, τον έρριψεν εις τους πολεμίους, και εκ των συντρόφων του οι μεν ευθύς εκορπίσθησαν φοβηθέντες, οι δε παραμείναντες, ολίγοι προς πολλούς μαχόμενοι, δυσκόλως αντείχον. Ως λοιπόν ο Τιμολέων είδε το συμβεβηκός, ορμήσας εις βοήθειαν, και προτείνας την ασπίδα του εμπρός του Τιμοφάνους, όστις έκειτο κατά γης, και πολλά μεν ακοντίσματα, πολλάς δ' εκ του πλησίον πληγάς λαβών εις το σώμα και εις τα όπλα, μόλις απέκρουσε τους εχθρούς και διέσωσε τον αδελφόν του. Εν τούτοις οι Κορίνθιοι φοβηθέντες μη πάθωσιν ό,τι και πριν είχον πάθει, στερηθέντες, εξ αιτίας των συμμάχων, της πόλεως των, εψήφισαν να μισθώσωσι τετρακοσίους ξένους, και κατέστησαν αρχηγόν αυτών τον Τιμοφάνην. Ούτος δε, παν καλόν και δίκαιον παραβλέψας, ευθύς ήρξατο έργων δι' ών εμελέτα να υποτάξη την πόλιν, και πολλούς φονεύσας ακρίτους εκ των πρώτων πολιτών, ανεδείχθη τύραννος. Βαθέως δε διά τούτο λυπούμενος ο Τιμολέων, και συμφοράν εαυτού θεωρών την εκείνου κακίαν, επεχείρησε μεν να ομιλήση μετ' αυτού, και να τον παρακαλέση ν' αφήση την μανίαν και την δυστυχίαν της επιθυμίας εκείνης, και να ζητήση να επανορθώση διά τινος τρόπου το κατά των πολιτών έγκλημά του. Επειδή δ' εκείνος τον απέκρουσε και τον κατεφρόνησε, παραλαβών αυτός εκ μεν των οικείων του τον Αισχύλον, αδελφόν της γυναικός του Τιμοφάνους, εκ δε των φίλων του τον μάντιν όν Σάτυρον μεν ο Θεόπομπος (211), Ορθαγόραν δ' ο Έφορος και ο Τίμαιος (212) ονομάζουσι, και αφείς να παρέλθωσιν ολίγαι ημέραι, ανέβη προς τον αδελφόν του, και στάντες περί αυτόν οι τρεις, τον καθικέτευον, ήδη καν συνελθών και σωφρονήσας, να μεταβάλη την διαγωγήν του. Αλλ' ο Τιμοφάνης πρώτον μεν τους κατεγέλα· έπειτα δ' εξετράπη παραφερόμενος εις οργήν. Τότε ο Τιμολέων εμακρύνθη ολίγον αυτού, και καλύψας το πρόσωπόν του, εστάθη δακρύων· οι δ' άλλοι, τα ξίφη σύραντες, ταχέως τον εθανάτωσαν (213).
Ε. Ως δ' η πράξις διεβοήθη, οι μεν επισημότατοι των Κορινθίων επήνουν την μισοπονηρίαν και μεγαλοψυχίαν του Τιμολέοντος, διότι εν ώ ήτον ανήρ χρηστός και αγαπών τους οικείους του, προυτίμησεν όμως την πατρίδα της οικίας, και το καλόν και το δίκαιον του συμφέροντος, σώσας μεν τον αδελφόν του όταν ηνδραγάθει υπέρ της πατρίδος του, φονεύσας δ' αυτόν όταν την επεβουλεύθη και την υπεδούλωσεν. Όσοι δε δεν εδύναντο να ζώσιν εις δημοκρατίαν, και ήσαν συνειθισμένοι ν' αποβλέπωσι προς δυνάστας, προσεποιούντο μεν ότι χαίρουσι διά τον θάνατον του τυράννου, ύβριζον όμως τον Τιμολέοντα, ως πράξαντα έργον ασεβές και μυσαρόν, και τον έρριψαν εις λύπην βαθείαν. Ακούσας δ' ότι και η μήτηρ του ηγανάκτει, και ότι φοβεράς φωνάς και κατάρας φρικώδεις εξέπεμπε κατ' αυτού, επορεύθη προς αυτήν να την παρηγορήση· Εκείνη όμως δεν υπέφερε να τον ιδή κατά πρόσωπον, αλλά τω έκλεισε την οικίαν, και τότε, όλως περίλυπος γενόμενος, και συνταραχθείς την διάνοιαν, απεφάσισε ν' αποθάνη εξ ασιτίας. Οι φίλοι του όμως δεν τον αφήκαν, αλλά μετεχειρίσθησαν πάσαν δέησιν προς αυτόν και πάσαν βίαν, και ούτως απεφάσισε μεν να ζήση, αλλά μόνος και μεμακρυσμένος· και αφήκε πάσαν ανάμιξιν εις την πολιτικήν, τους δε πρώτους χρόνους ουδέ κατήλθε παντάπασιν εις την πόλιν, αλλ' αδημονών και πλανώμενος, διέτριβεν εις των αγρών τους ερημοτάτους.
ΣΤ. Ούτως αι κρίσεις ημών, αν μη λάβωσι στερεότητα και δύναμιν εκ της λογικής και της φιλοσοφίας, όταν εις πράξεις καθοδηγώσι, σείονται και παραφέρονται ευκόλως υπό των τυχόντων επαίνων ή κατηγοριών, από των ιδίων αυτών λογισμών μακρυνόμεναι. Διότι πρέπει, ως φαίνεται, όχι μόνον η πράξις να ήναι καλή και δικαία, αλλά και η γνώμη δ' ήν πράττεται να είναι μόνιμος και αμετάτρεπτος, και να πράττωμεν αφ' ού σκεπτόμεθα, ουδέ, καθώς οι λαίμαργοι επιζητούσι μετά σφοδράς επιθυμίας τα φαγητά όσα φέρουσι κόρον, και ταχέως εμπλησθέντες τα αποστρέφονται, ούτω και ημείς να λυπώμεθα εξ ασθενείας διά τας πράξεις αίτινες ετελέσθησαν, διότι μαραίνεται του καλού η ιδέα. Η μετάνοια αισχρόν καθιστά και το καλώς πεπραγμένον· απόφασις δ' εκ γνώσεως και εκ σκέψεως ορμωμένη, ουδ' αν αποτύχωσιν αι πράξεις, μεταβάλλεται. Ούτω Φωκίων ο Αθηναίος, εναντιωθείς εις όσα ο Λεωσθένης (214) έπραττεν, όταν εκείνος εφαίνετο επιτυγχάνων, βλέπων τους Αθηναίους θύοντας και μεγαλαυχούντας διά την νίκην, είπεν ότι «ήθελε να είχε μεν πράξει ταύτα, να είχε δε σκεφθή εκείνα.» Σφοδρότερον δ' απεκρίθη ο Λοκρός (215) Αριστείδης, είς των εταίρων του Πλάτωνος, όταν Διονύσιος ο πρεσβύτερος τω εζήτει εις γυναίκα μίαν των θυγατέρων του, και εκείνος είπεν ότι προτιμά να την ιδή νεκράν, παρά σύζυγον του τυράννου. Μετ' ολίγον δε χρόνον ο Διονύσιος εφόνευσε τους υιούς του, και προς ύβριν ηρώτησεν αν έχη πάντοτε την ιδίαν γνώμην περί του γάμου των θυγατέρων του· ο δ' Αριστείδης απεκρίθη ότι λυπείται μεν διά τα γενόμενα, δεν μετανοεί δε διά τα ρηθέντα. Αλλά ταύτα ίσως εισίν συμπτώματα αρετής μείζονος και τελειοτέρας.
Ζ. Το δε πάθος του Τιμολέοντος διά την πράξιν αυτού, είτε λύπη ήτον διά τον αποθανόντα, είτε συστολή διά την μητέρα του, τοσούτον κατέβαλε και συνέτριψεν αυτού την διάνοιαν, ώστε εις είκοσι σχεδόν ετών διάστημα ουδεμίαν επεχείρησε πράξιν επίσημον ή πολιτικήν. Ως λοιπόν τότε ανηγορεύθη, και ο δήμος προθύμως τον εδέχθη και τον εχειροτόνησεν, αναστάς ο Τηλεκλείδης, ο τότε και κατά δύναμιν και κατά δόξαν πρωτεύων εις την πόλιν, παρεκάλει τον Τιμολέοντα να δειχθή εις τας πράξεις ανήρ αγαθός και γενναίος. «Διότι αν, είπε, καλώς αγωνισθής, θα νομίσωμεν ότι εφόνευσας τύραννον, αν δε κακώς, αδελφόν». Ενώ δ' ητοίμαζεν ο Τιμολέων τον πλουν, και συνέλεγε στρατιώτας, ήλθον γράμματα του Ικέτου προς τους Κορινθίους, μηνύοντα την μεταβολήν αυτού και την προδοσίαν· Διότι, άμα εξέπεμψε τους πρέσβεις, ηνώθη αναφανδόν μετά των Καρχηδονίων, και συνέπραττε μετ' εκείνων, επί σκοπώ του ν' αποβάλη τον Διονύσιον εκ των Συρακουσών, και αυτός να γίνη τύραννος. Φοβούμενος όμως μη έλθη πρότερον δύναμις και στρατηγός εκ Κορίνθου, και επιφέρη των σκοπών του την αποτυχίαν, έπεμψεν επιστολήν προς τους Κορινθίους, λέγουσαν ότι δεν είναι ανάγκη να εκτεθώσιν εις φροντίδας και εις δαπάνας, εκπλέοντες εις την Σικελίαν και κινδυνεύοντες, αφ' ού μάλιστα και οι Καρχηδόνιοι δεν επέτρεπον τούτο, και πολλά πλοία έχοντες παρεμόνευον τον στόλον, αυτός δε, διότι εκείνοι εβράδυνον, ηναγκάσθη να δεχθή αυτούς ως συμμάχους κατά του τυράννου. Ως δ' ανεγνώσθησαν ταύτα τα γράμματα, αν καί τις ήτον αμφιταλαντευόμενος προς την εκστρατείαν, τότε παρώξυνε πάντας η κατά του Ικέτου οργή, ώστε προθύμως εχορήγησαν εις τον Τιμολέοντα και συμπαρεσκεύασαν όλα τα εις τον έκπλουν χρήσιμα.
Η. Ως δ' έγινον τα πλοία έτοιμα, και επρομηθεύθησαν όλα τ' αναγκαία εις τους στρατιώτας, εις τας ιερείας της Κόρης (216) εφάνη ότι είδαν κατ' όναρ τας Θεάς ετοιμαζομένας ως δι' αποδημίαν τινά, και λεγούσας ότι μέλλουσι να συμπλεύσωσι μετά του Τιμολέοντος εις την Σικελίαν δι' ό και κατασκευάσαντες τριήρη ιεράν οι Κορίνθιοι, την επωνόμασαν «Των δύο Θεών (217).» Ο ίδιος δε, μεταβάς εις Δελφούς, προσέφερε θυσίαν εις τον Θεόν (218), και όταν κατέβαινεν εις τον χρησμόν (219), έγινε σημείον, ότι εκ των κρεμαμένων αναθημάτων ελύθη ταινία τις, έχουσα και κεντήματα παριστώντα στεφάνους και νίκας, και ελθούσα έπεσεν εις την κεφαλήν του Τιμολέοντος, ώστε εφάνη ως αν αυτός εστέλλετο εις τας μελλούσας του πράξεις υπό του Θεού στεφανούμενος. Ανεχώρησε δε, έχων πλοία Κορίνθια μεν επτά, Κερκυραία δε δύο, και έν δέκατον, ό έδωκαν οι Λευκάδιοι. Εξέπλευσε δε διά νυκτός εις το πέλαγος, και καλόν είχεν άνεμον, όταν αιφνιδίως εφάνη ως αν ανεώχθη ο ουρανός υπέρ το πλοίον αυτού, και έχυσε πυρ πολύ και λαμπρόν. Εξ αυτού δ' υψωθείσα λαμπάς ομοία προς τας των μυστηρίων, και τρέχουσα μετ' αυτών τον ίδιον δρόμον όν ηκολούθουν οι κυβερνώντες προς την Ιταλίαν, έπεσε τέλος κάτω (220). Οι δε μάντεις είπον ότι το φαινόμενον επεκύρου τα όνειρα των ιερειών, και ότι βοηθούσαι αι Θεαί την εκστρατείαν, έστελλον το φως εκ του ουρανού· διότι η Σικελία ήτον ιερά της Κόρης, και εκεί μυθολογούσιν ότι έγινεν η αρπαγή αυτής (221), και ότι η νήσος τη εδόθη εις τους γάμους της ως δώρον ανακαλυπτήριον (222).
Θ. Υπό των Θεών λοιπόν ούτως ενεθαρρύνετο η εκστρατεία αυτών, και μετά σπουδής το πέλαγος διαπλέοντες, διευθύνοντο προς την Ιταλίαν. Τα δ' από της Σικελίας αγγελλόμενα πολλήν αμηχανίαν έφερον εις τον Τιμολέντα, και πολλήν αθυμίαν εις τους στρατιώτας. Διότι ο Ικέτης ενίκησε πολεμήσας τον Διονύσιον, και κατέλαβε τα πλείστα μέρη των Συρακουσών, και περιορίσας αυτόν εις την ακρόπολιν, την καλουμένην Νήσον (223), τον επολιόρκει εκεί και τον περιετείχιζε. Τους δε Καρχηδονίους προσεκάλει να φροντίσωσι να μη επιβή ο Τιμολέων εις την Σικελίαν, αλλ' αφ' ού εκείνος αποκρουσθή, αυτοί τότε να διανεμηθώσι μεταξύ των την νήσον. Έπεμψαν λοιπόν οι Καρχηδόνιοι είκοσι τριήρεις εις Ρήγιον (224), και μετ' αυτών πρέσβεις του Ικέτου προς τον Τιμολέοντα, φέροντας λόγους ομοίους προς όσα επράττοντο. Ήσαν δ' απάται ομοιαλήθεις και προφάσεις πονηρών βουλευμάτων, και έλεγον να έλθη, αν θέλη, αυτός ο Τιμολέων σύμβουλος εις τον Ικέτην, και συμμέτοχος όλων των μέχρι τούδε ευπραγιών του· τας δε ναυς και τους στρατιώτας να στείλη οπίσω εις την Κόρινθον, διότι ο πόλεμος μετ' ολίγον επερατούτο, οι δε Καρχηδόνιοι ήσαν έτοιμοι να εμποδίσωσι την διάβασιν, και να τον πολεμήσωσιν αν ήθελε να διαβή διά βίας. Όταν λοιπόν, καταπλεύσαντες οι Κορίνθιοι εις το Ρήγιον, απήντησαν τας προτάσεις ταύτας των πρέσβεων, και είδον τους Φοίνικας παραμονεύοντας ου μακράν, ηγανάκτουν μεν ότι υβρίσθησαν, και πάντας κατελάμβανεν οργή κατά του Ικέτου, και φόβος υπέρ των Σικελιωτών, διότι σαφώς έβλεπον ότι κατελείποντο αυτοί ως άθλον και μισθός εις τον Ικέτην της προδοσίας, εις δε τους Καρχηδονίους της τυραννίας ήν ούτοι τω επρομήθευον. Τοις εφαίνετο δ' αδύνατον να νικήσωσι και τα ενταύθα ηγκυροβολημένα πλοία των βαρβάρων, διπλάσια όντα των εδικών των, και του Ικέτου την δύναμιν, ής ήρχοντο να στρατηγήσωσιν.
Ι. Εν τούτοις ο Τιμολέων εις συνέντευξιν ελθών μετά των πρεσβευτών και των αρχόντων των Καρχηδονίων, και πράως μετ' αυτών ομιλήσας, τους είπεν ότι πείθεται μεν εις όσα προτείνουσι, διότι τι θα κατώρθου αν δεν επείθετο; ότι όμως θέλει ν' ακούση και να ειπή ταύτα εμπρός πόλεως Ελληνικής και κοινής φίλης, της των Ρηγίνων, και ούτω ν' αναχωρήση· τούτο καν ότι ενδιαφέρει εις αυτού την ασφάλειαν, και εκείνοι ότι πιστότεροι θέλουσιν εμμείνει εις όσα περί Συρακουσίων υπόσχονται, όταν λάβωσι τον δήμον ως μάρτυρα των υποχρεώσεών των. Αλλά τοις επρότεινε ταύτα απάτην τεχναζόμενος διά την διάβασιν. Συνετεχνάζοντο δε μετ' αυτού και πάντες οι στρατηγοί των Ριγίνων, επιθυμούντες να γίνωσι οι Κορίνθιοι κύριοι των πραγμάτων εν Σικελία, και φοβούμενοι την γειτνίασιν των βαρβάρων. Διά τούτο συνεκάλεσαν εκκλησίαν, και έκλεισαν τας πύλας, επί λόγω δήθεν να μη τραπώσιν οι πολίται εις άλλας ενασχολήσεις· ελθόντες δ' εις το πλήθος, μακρούς έλεγον λόγους, και άλλος εις άλλον παρέδιδε την ιδίαν υπόθεσιν, προς ουδέν τέλος, και μόνον τον καιρόν κατατρίβοντες, έως ού κινήσωσιν αι τριήρεις των Κορινθίων. Είχον δε και τους Καρχηδονίους όλως ανυπόπτως παρόντας εις την εκκλησίαν, διότι και ο Τιμολέων ήτον παρών, και εφαίνετο ότι όσον ούπω έμελλε να εγερθή και να ομιλήση. Ως δ' ανήγγειλε τις εις αυτόν κρυφίως ότι αι άλλαι τριήρεις εκίνησαν, μία δ' ότι έμεινεν οπίσω και περιέμενεν, η εδική του, διασχίσας τον όχλον, εν ώ τον έκρυπτον και οι περί το βήμα Ρηγίνοι, και καταβάς εις την θάλασσαν, απέπλευσε διά τάχους· και προσωρμίσθησαν εις το Ταυρομένιον (225), όπου τους εδέχθη, και προ πολλού προθύμως τους εκάλει ο Ανδρόμαχος, όστις είχε την πόλιν, και ήτον δυνάστης αυτής. Ούτος ήτον πατήρ Τιμαίου του ιστορικού (226) και επισημότατος πολύ γενόμενος όλων των τότε εν Σικελία δυναστευόντων, ου μόνον τους συμπολίτας αυτού διώκει νομίμως και δικαίως, αλλά και προς τους τυράννους προφανής ην αυτού η απέχθεια και το μίσος. Διά τούτο επέτρεψε τότε και εις τον Τιμολέοντα να λάβη την πόλιν εκείνην ως ορμητήριον, και τους πολίτας έπεισε να συναγωνισθώσι μετά των Κορινθίων, και να συντελέσωσι μετ' εκείνων εις την ελευθερίαν της Σικελίας.
ΙΑ. Οι δ' εν Ρηγίω Καρχηδόνιοι, αφ' ού ο Τιμολέων απέπλευσε, και διελύθη η εκκλησία, αγανακτούντες διότι διά του στρατηγήματος τούτου εξηπατήθησαν, αστείοι εφαίνοντο εις τους Ρηγίνους, ότι Φοίνικες όντες δεν ηρέσκοντο εις τα δι' απάτης γινόμενα (227). Έπεμψαν δ' εις Ταυρομένιον τριήρην μετά πρεσβευτού, όστις πολλά ομιλήσας προς τον Ανδρόμαχον, και αυθαδώς και βαρβάρως αυτόν απειλήσας, αν δεν αποδιώξη όσον τάχος τους Κορινθίους, τέλος τω έδειξεν υπτίαν την χείρα του, και έπειτα την ανέστρεψε, λέγων ότι τοιαύτη ήτον η πόλις του, και τοιαύτην θέλουσι την κάμει. Γελάσας δ' ο Ανδρόμαχος, άλλο μεν ουδέν απεκρίθη, αλλά την χείρα του, ως εκείνος, πρώτον μεν υπτίαν, έπειτα δ' ανεστραμμένην προτείνας, τον διέταξε ν' αποπλεύση, αν δεν θέλη το πλοίον του, τοιούτον όν, να γίνη τοιούτον. Ο δ' Ικέτης, ακούσας του Τιμολέοντος την διάβασιν και φοβηθείς, εμήνυσε και τω ήλθον πολλαί των Καρχηδονίων τριήρεις. Τότε οι Συρακούσιοι απώλεσαν πάσαν σωτηρίας ελπίδα, βλέποντες τον μεν λιμένα αυτών εις την εξουσίαν των Καρχηδονίων, την δε πόλιν κατέχοντα τον Ικέτην, την δ' ακρόπολιν εις την εξουσίαν του Διονυσίου, τον δε Τιμολέοντα προσηρτημένον εις την Σικελίαν ως εκ κρασπέδου τινός λεπτού, εκ της κωμοπόλεως των Ταυρομενιτών, μετ' ασθενούς ελπίδος και ολίγης δυνάμεως· διότι είχε χιλίους στρατιώτας και την αναγκαίαν τροφήν δι' αυτούς, άλλο δε τίποτε. Ουδ' ενεπιστεύοντο εις αυτόν αι πόλεις, διότι ήσαν πλήρεις κακών, και απηγριωμέναι προς πάντας τους αρχηγούς των στρατοπέδων, προ πάντων διά την απιστίαν του Καλλίππου και Φάρακος (228), ών ο είς, Αθηναίος ων, ο δ' έτερος Λακεδαιμόνιος, αμφότεροι δε λέγοντες ότι ήλθον υπέρ της ελευθερίας και ίνα καταλύσωσι τους μονάρχας, χρυσούν αιώνα έδειξαν εις την Σικελίαν της τυραννίδος τας συμφοράς, και έκαμον να νομίζωνται μακαριώτεροι οι αποθανόντες εν δουλεία των ιδόντων την αυτονομίαν.