Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 5

Chapter 520 wordsPublic domain

Ε. Εν ώ δ' ήδη μεγάλην είχε δόξαν και δύναμιν εις την πόλιν διά την ανδρείαν του, η βουλή, τους πλουσίους υπερασπίζουσα, διεφώνησε προς τον δήμον, όστις φαίνεται ότι πολλά έπασχε και δεινά υπό των πλουσίων. Διότι τους μεν μετρίαν περιουσίαν έχοντας, τους εστέρουν πάντων των κτημάτων των, εις ενέχυρα λαμβάνοντες και πωλούντες αυτά· τους δ' όλως απόρους τους συνελάμβανον και τους εφυλάκιζον, ει και είχον τα σώματα κεκαλυμμένα υπό πληγών και καταβεβλημένα υπό των κοπών ούς υπέστησαν εις τους υπέρ της πατρίδος πολέμους. Τούτων ο τελευταίος ην ο κατά των Σαβίνων, όν ανεδέχθησαν διότι και οι πλουσιώτατοι είχον υποσχεθή να δειχθώσι μετριώτεροι προς αυτούς, και η βουλή εψήφισεν εγγυητήν τον άρχοντα Μάρκον Ουαλέριον (151). Αλλ' αφ' ού και εις εκείνην την μάχην ηγωνίσθησαν προθύμως και ενίκησαν τους εχθρούς, χωρίς οι δανεισταί ουδεμίαν να δείξωσι προς αυτούς επιείκειαν, και η βουλή προσεποιείτο λήθην των υποσχέσεών της, και ηδιαφόρει βλέπουσα αυτούς συρομένους εις τας φυλακάς, τότε θόρυβος ηγέρθη πολύς εις την πόλιν, και συνωμοσίαι εγίνοντο επικίνδυνοι, και οι εχθροί εννοήσαντες ότι υπήρχον ταραχαί εις τον δήμον, εισώρμησαν και έκαιον την χώραν, και όταν οι άρχοντες εκάλουν εις τα όπλα τους έχοντας την στρατεύσιμον ηλικίαν, ουδείς υπήκουεν. Ούτω διηρέθησαν πάλιν αι γνώμαι των αρχόντων. Και τινές μεν ενόμιζον ότι πρέπει να ενδώσωσι μέχρι τινός εις τους πένητας, και να χαλαρώσωσι την υπερβολικήν της νομιμότητος αυστηρότητα· άλλοι δ' αντέτεινον, και είς αυτών ήτον και ο Μάρκιος, ουχί ότι ενόμιζε μέγιστον το των χρημάτων ζήτημα, αλλά παρακινών τους βουλευτάς, να καταπαύσωσιν, αν σωφρονώσι, και να σβέσωσι την αρχήν και την πρώτην απόπειραν της αυθαδείας του όχλου και της θρασύτητος αυτού, επανισταμένου κατά των νόμων.

ΣΤ. Επειδή δε πολλάκις εις ολίγον καιρόν συνήλθεν η βουλή, αλλ' ουδέν απεφάσιζε, συσσωματωθέντες αίφνης οι πένητες, και παρακινήσαντες αλλήλους, εγκατέλιπον την πόλιν, και καταλαβόντες το όρος το ήδη καλούμενον ιερόν, παρά τον Ανίωνα ποταμόν, αποκατέστησαν εκεί, και στασιαστικόν μεν ή βίαιον ουδέν έπραττον, έκραζον δ' ότι προ πολλού οι πλούσιοι τους εδίωξαν εκ της Ρώμης, πανταχού δ' η Ιταλία ότι θέλει τοις δώσει αέρα και ύδωρ και τόπον όπου να ταφώσι, και ότι ουδέν άλλο κερδίζουσι κατοικούντες την Ρώμην, παρά να πληγώνωνται και να φονεύωνται εκστρατεύοντες υπέρ των πλουσίων. Τότε εφοβήθη η βουλή, και έπεμψε τους μετριοπαθεστέρους και δημοτικωτέρους των πρεσβυτέρων. Μεταξύ δ' αυτών τον λόγον έλαβεν ο Μενήνιος Αγρίππας· και πολλά μεν παρεκάλεσε τον δήμον, πολλά δ' είπε μετά θάρρους υπέρ της βουλής, και εις το τέλος του λόγου του περιήλθεν εις το σχήμα του μύθου το περίφημον έκτοτε γενόμενον «Εστασίασαν, είπε, του ανθρώπου τα μέλη πάντα προς την γαστέρα, και την κατηγόρουν ότι μόνη αυτή εκάθητο αργή εις το σώμα, και ουδέν συνεισέφερε, τα δ' άλλα διά τας ορέξεις εκείνης υπέμενον κόπους πολλούς και υπηρεσίας· η δε γαστήρ ότι εγέλα διά την ανοησίαν των, διότι ηγνόουν ότι δέχεται μεν αυτή την τροφήν πάσαν, αλλ' αυτή την αναπέμπει πάλιν εξ εαυτής, και την διανέμει εις τα λοιπά. Τοιαύτη, είπεν, είναι και της συγκλήτου η σχέσις προς σας, ω πολίται· διότι όσα εκείνη βουλεύεται και πράττει υπέρ της προσηκούσης οικονομίας, επιφέρουσι και διανέμουσιν εις σας παν το χρήσιμον και ωφέλιμον».

Ζ. Έκτοτε διηλλάγησαν, ζητήσαντες παρά της βουλής και επιτυχόντες να εκλέγωσι πέντε άνδρας, προστάτας των χρηζόντων βοηθείας, τους νυν δημάρχους καλουμένους. Εξελέξαντο δε πρώτους αυτούς εκείνους ούς είχον λάβει και ως αρχηγούς της αποστασίας των, τον Ιούνιον Βρούτον και τον Σικίννιον Βέλλουτον. Αφ' ού δ' η πόλις ηνώθη, ευθύς ωπλίσθη ο λαός, και προσεφέρετο προθύμως εις τους άρχοντας διά να εκστρατεύσωσιν. Ο δε Μάρκιος, καίτοι ουδόλως ευχαριστούμενος ότι ο δήμος υπερίσχυσε και ενέδωκεν η αριστοκρατία, και εκ των άλλων πατρικίων πολλούς βλέπων ότι το αυτό ησθάνοντο, τους παρεκάλει όμως να μη μείνωσι κατώτεροι των δημοτών εις τους υπέρ πατρίδος αγώνας, αλλά να φανώσιν ότι υπερέχουσιν αυτών κατά την αρετήν μάλλον παρά κατά την δύναμιν.

Η. Εις δε το έθνος των Ουολούσκων, προς ούς επολέμουν, επισημοτάτη ήτον η πόλις των Κοριολάνων. Περί αυτήν εστρατοπέδευσεν ο ύπατος Κομίνιος· οι δ' άλλοι Ουολούσκοι, φοβηθέντες, συνέρρεον πανταχόθεν κατά των Ρωμαίων, διά να πολεμήσωσι πλησίον της πόλεως και να επιπέσωσι κατ' αυτών εκ δύο μερών. Επειδή δ' ο Κομίνιος διήρεσε την δύναμιν, και αυτός μεν κατετάχθη κατά των έξωθεν επερχομένων Ουολούσκων, τον δε Τίτον Λάρκιον, ένα των ανδρειοτάτων Ρωμαίων, αφήκε να διευθύνη την πολιορκίαν, καταφρονήσαντες οι Κοριολάνοι τους μείναντας, εξήλθαν, και προσβαλόντες τους Ρωμαίους, τους εδίωξαν μέχρι του χάρακος. Αλλ' εκεί εκδραμών μετ' ολίγων ο Μάρκιος, και νικήσας τους συμπλακέντας κατ' αρχάς μετ' αυτού, αναχαιτίσας δε τους άλλους όσοι εφώρμων, εκάλει τους Ρωμαίους μεγαλοφώνως. Διότι ήτον, ως απήτει παρά του στρατιώτου ο Κάτων, ου μόνον η χειρ αυτού και αι πληγαί άς κατέφερε φοβεραί εις τους εχθρούς όσοι τον απήντων, αλλ' ουδ' εις της φωνής του τον τόνον, ουδ' εις του προσώπου του την όψιν ηδύναντο ευκόλως ν' αντισταθώσι. Τότε πολλοί ηθροίσθησαν περί αυτόν και τον περιεκύκλωσαν, και οι εχθροί φοβηθέντες ανεχώρουν αλλά δεν ευχαριστήθη εκείνος, και τους ηκολούθησε, και τρέψας αυτούς, τους εδίωκε, φεύγοντας μέχρι των πυλών· εκεί δε, βλέπων ότι οι Ρωμαίοι παρητούντο της διώξεως, διότι πολλά εκ του τείχους κατεφέροντο βέλη, ουδείς δ' ετόλμα ουδέ την ιδέαν καν να συλλάβη του να ορμήση ομού μετά των φευγόντων εις πόλιν πλήρη εχθρών ενόπλων, αυτός εμπρός των σταθείς, τους παρεκίνει και τους ενεθάρρυνε, κράζων ότι υπό της τύχης ηνεώχθη η πόλις εις τους διώκοντας μάλλον παρά εις τους φεύγοντας. Επειδή δε πολλοί δεν ήθελον να τον ακολουθήσωσιν, ορμήσας διά μέσου των εχθρών, επήδησεν εις τας πύλας, και εισήλθε μετ' αυτών, διότι κατ' αρχάς ουδείς ετόλμησε να τον αντικρούση ή να τω αντισταθή· έπειτα όμως, όταν είδον ότι πολύ ολίγοι είχον εισέλθει, και πανταχόθεν έτρεχον και εμάχοντο προς αναμεμιγμένους ομού φίλους και εχθρούς, τότε λέγεται ότι και διά της ανδρείας, και διά της ταχύτητος ως και διά της τόλμης του ηγωνίσθη εντός της πόλεως αγώνα απίστευτον, και νικών πάντας καθ ών εφώρμα, άλλους μεν εξεδίωξε προς τ' έσχατα μέρη, άλλους δ' ηνάγκασεν εν απελπισία να ρίψωσι τα όπλα, και ούτως έδωκε καιρόν εις τον Λάρκιον να φέρη έξωθεν μετ' ασφαλείας τους Ρωμαίους.

Θ. Ούτως εκυριεύθη η πόλις, και οι πλείστοι επεδόθησαν εις αρπαγάς και λεηλασίας· ο δε Μάρκιος εβόα, φοβερόν νομίζων, εν ώ ο ύπατος και οι συν αυτώ είχον βεβαίως συμπλακή που ήδη μετά των εχθρών και εμάχοντο, αυτοί να περιφέρωνται ζητούντες χρήματα να κερδήσωσιν, ή επί προφάσει χρημάτων να δραπετεύσωσιν από του κινδύνου. Επειδή δε πολλοί δεν επείθοντο εις αυτόν, λαβών τους θελήσαντας να τον ακολουθήσωσι, διευθύνθη προς την οδόν καθ' ήν ενόησεν ότι είχε προχωρήσει το στράτευμα. Και πολλάκις μεν παρεκίνει τους μετ' αυτού και τους παρεκάλει να μη ενδώσωσι, πολλάκις δ' ηύχετο εις τους Θεούς να μη καθυστερήση εις την μάχην, αλλά να έλθη εν καιρώ, να συναγωνισθή και συγκινδυνεύση μετά των πολιτών. Ήτον δε τότε και συνήθεια παρά τοις Ρωμαίοις, όταν παρετάττοντο εις μάχην, και πριν ή λάβωσι τας ασπίδας και ζωσθώσι την τήβεννον (152), να κάμνωσι την διαθήκην των προφορικώς, εις επήκοον τριών ή τεσσάρων, ονομάζοντες τον κληρονόμον των. Εύρε λοιπόν ο Μάρκιος τους στρατιώτας εν ώ ταύτα έπραττον, όντες ήδη απέναντι των εχθρών. Και κατ' αρχάς μεν εταράχθησάν τινες, όταν τον είδον ελθόντα μετ' ολίγων, πλήρη αίματος και ιδρώτος. Όταν όμως δραμών προς τον ύπατον περιχαρής, τω έδωσε την δεξιάν, και τω ανήγγειλε την της πόλεως άλωσιν, και ο Κομίνιος τον ενηγκαλίσθη και τον εφίλησε, τινές μεν ακούσαντες, άλλοι δ' εικάσαντες το γενόμενον κατόρθωμα, ενεπλήσθησαν θάρρους, και μετά βοής παρεκάλουν να ορμήσωσι κατά των εχθρών και να συμπλακώσιν. Ο δε Μάρκιος ηρώτησε τον Κομίνιον, πώς εισιν οι εχθροί παρατεταγμένοι, και πού ίστατο το μαχημώτατον μέρος αυτών. Τω είπε δ' εκείνος ότι κατά το μέσον, ως ενόμιζεν, ήσαν τα τάγματα των Αντιατών, ανθρώπων πολεμικωτάτων, και ουδενός κατωτέρων κατά την γενναιότητα. «Σε παρακαλώ λοιπόν, είπεν ο Μάρκιος, και ζητώ επιμόνως, απέναντι τούτων να τάξης ημάς.» Και ο ύπατος ενέδωκε, θαυμάσας την προθυμίαν αυτού. Ότε δ' ήρχισε των δοράτων η συμπλοκή, ώρμησεν εμπρός ο Μάρκιος, και οι κατά μέτωπον τεταγμένοι Ουολούσκοι δεν αντέσχον, αλλά το μέρος της φάλαγγος καθ' ού επέπεσεν, αμέσως διεσπάσθη. Αι δύο πτέρυγες όμως στρεφόμεναι εφ' εαυτάς, περιεκύκλουν διά των οπλών τον άνδρα, και τότε φοβηθείς ο ύπατος, έπεμψεν εις βοήθειάν του τους ανδρειοτάτους των περί αυτόν. Έγινε δ' ισχυρά μάχη περί τον Μάρκιον, εις ήν πολλοί έπεσαν εν ολίγω χρόνω νεκροί, και οι Ρωμαίοι, επιμένοντες βιαίως κατά των εχθρών, τους απέκρουσαν, και όταν έτρεψαν αυτούς εις φυγήν, απήτουν παρά του Μαρκίου, βεβαρυμένου υπό κόπου και υπό πληγών, ν' αναχωρήση εις το στρατόπεδον. Αλλ' εκείνος είπεν ότι δεν απαυδούσιν οι νικηταί, και επετίθετο κατά των φευγόντων. Ηττήθη δε και το επίλοιπον στράτευμα, και πολλοί μεν εφονεύθησαν, πολλοί δ' ηχμαλωτίσθησαν.

I. Την δ' επαύριον, αφ' ού ήλθε και ο Λάρκιος (153) και οι άλλοι συνηθροίζοντο προς τον ύπατον, αναβάς ούτος το βήμα, και εις τους Θεούς αποδούς την πρέπουσαν ευλογίαν διά τα τοιαύτα κατορθώματα, εστράφη και προς τον Μάρκιον. Και πρώτον μεν είπε θαυμαστόν αυτού έπαινον, διά τα κατορθώματα αυτού, ών τα μεν είδεν ο ίδιος εν τη μάχη, τα δε εμαρτύρει ο Λάρκιος. Έπειτα δε, εκ των πολλών αιχμαλωτισθέντων χρημάτων και ίππων και ανθρώπων, τον προσεκάλεσε να εκλέξη ανά δέκα εξ όλων, πριν ή γίνη η διανομή εις τους άλλους, εκτός δε τούτων τω προσέφερε και ως αριστείον, ίππον κεκοσμημένον. Ταύτα επήνεσαν οι Ρωμαίοι· αλλ' ο Μάρκιος, ελθών εις το μέσον, τον μεν ίππον είπεν ότι δέχεται, και χαίρει διά τους επαίνους του άρχοντος· τα δ' άλλα θεωρών ως μισθόν και ουχί ως τιμήν, τα εγκαταλείπει, και θα ευχαριστηθή εις την διανομήν οία θέλει γίνη εις ένα έκαστον. «Κατ' εξαίρεσιν όμως, είπε, μίαν χάριν ζητώ, και παρακαλώ να την λάβω. Είχον φίλον μεταξύ των Ουολούσκων, μετ' εμού διά φιλοξενίας συνδεδεμένον, άνδρα αγαθόν και μετριοπαθή. Ούτος ηχμαλωτίσθη, και εκ πλουσίου και μακαρίου έγινε δούλος. Μεταξύ των πολλών κακών υφ' ών περιστοιχίζεται, αρκεί έν να τω αφαιρέσω, την πώλησιν.» Ως δ' είπε ταύτα, έτι μείζων βοή απήντησεν εις τον Μάρκιον, και περισσότερον τον εθαύμαζον ότι δεν ενικάτο υπό των χρημάτων, παρ' ότι ηνδραγάθει εις τους πολέμους. Διότι και όσοι όπως δήποτε τον εφθόνουν και εζηλοτύπουν διότι έτυχεν εξαισίων τιμών, και εκείνοι, ως ουδέν λαβόντα, τον εθεώρουν άξιον μεγάλα να λάβη· και μάλλον εθαύμαζον την αρετήν αυτού δι' ής κατεφρόνει τοιούτων αμοιβών, παρ' εκείνην δι' ής ηξιούτο αυτών. Διότι καλλήτερον είναι καλώς να μεταχειριζώμεθα τα χρήματα μάλλον παρά τα όπλα· ευγενέστερον δ' είναι να μη χρειαζώμεθα τα χρήματα, παρά να τα μεταχειριζώμεθα.

ΙΑ. Αφ' ού δ' έπαυσε βοών και θορυβούν το πλήθος, αναλαβών τον λόγον ο Κομίνιος, «Εκείνας μεν, είπεν, ω συστρατιώται, τας δωρεάς δεν ημπορείτε να βιάσητε τον άνδρα να τας λάβη, όταν δεν τας δέχηται ουδέ τας θέλη. Ας τω δώσωμεν όμως δωρεάν ήν δεν δύναται ν' αποποιηθή, αν ψηφίσωμεν να καλήται Κοριολάνος, αν προ ημών ήδη αύτη η πράξις του δεν τω έδωκε τούτο.» Εκ τούτου έλαβε τρίτον όνομα το Κοριολάνος. Διό και προφανές είναι ότι εκ των ονομάτων του το κύριον μεν ήτον Γάιος· το δε δεύτερον, Μάρκιος, ήτον το κοινόν της οικίας ή του γένους αυτού· το δε τρίτον προσέλαβεν έπειτα ως επίθετον εκ πράξεως τίνος, ή συμβάντος, ή χαρακτήρος της μορφής ή αρετής τινος· ως οι Έλληνες εκ πράξεως μεν έδιδον επίθετα Σωτήρα και Καλλίνικον· της δε μορφής Φύσκωνα και Γρυπόν, της δ' αρετής Ευεργέτην και Φιλάδελφον· της τύχης δ' Ευδαίμονα, ως εκαλείτο ο δεύτερος των Βάττων. Είς τινας δε βασιλείς και τα σκώμματα έδωκαν επικλήσεις, ως ο Αντίγονος επεκλήθη Δώσων, και ο Πτολεμαίος Λάθυρος (154). Έτι δε μάλλον ποιούνται χρήσιν του τοιούτου γένους των ονομάτων οι Ρωμαίοι, Διαδήματον (155) καλέσαντές τινα των Μετέλλων, διότι πολύν καιρόν, πληγήν έχων, περιεπάτει περιδεδεμένος το μέτωπον· άλλον δε Κέλερα (156), διότι έσπευσεν ολίγας ημέρας μετά τον θάνατον του πατρός του να τελέση επιταφίους μονομάχων αγώνας, και εθαυμάσθη αυτού η ταχύτης και η δραστηριότης των προπαρασκευών. Τινάς δε μέχρι τούδε καλούσιν, ως εκ της συμπτώσεως της γεννήσεως, Πρόκλον μεν αν εγεννήθη απόντος του πατρός του (157) Πόστουμον δε, αν αφ' ού ο πατήρ απέθανεν (158), Ουοπίσκον δε, αν εκ διδύμων ο είς επιζήση (159). Εκ δε σωματικών αιτιών ονομάζουσιν όχι μόνον Σύλλας, ουδέ Νίγρους, ουδέ Ρούφους, αλλά και Καίκους, και Κλωδίους (160), καλώς συνηθίζοντες μήτε την τυφλότητα, μήτ' άλλην τινά σωματικήν ατυχίαν να θεωρώσιν ως όνειδος ουδ' ως λοιδορίαν, αλλά να τ' ακούωσιν ως ίδια εαυτών ονόματα. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις άλλο είδος συγγραφής.

ΙΒ. Αφ' ού δ' ο πόλεμος έπαυσε, διήγειρον πάλιν στάσιν οι δημαγωγοί, νέαν μεν ουδεμίαν έχοντες αιτίαν, ουδέ δικαίαν κατηγορίαν, αλλ' ως πρόφασιν επρότεινον κατά των πατρικίων αυτά εκείνα τα κακά, όσα ήσαν αναγκαίαι συνέπειαι των προτέρων αυτών ταραχών και ερίδων. Διότι το πλείστον μέρος της χώρας είχε μείνει άσπαρτον και αγεώργητον· εξ αιτίας δε του πολέμου ο καιρός δεν επέτρεψε να ετοιμασθή αγορά επεισάκτων καρπών. Επήλθεν επομένως μεγάλη ένδεια, και οι δημαγωγοί, βλέποντες ότι ο δήμος ούτε αγοράν είχε, ούτε, αν αγορά υπήρχεν, είχε χρήματα διά ν' αγοράση, διέδιδον λόγους και κατηγορίας κατά των πλουσίων, ότι εκείνοι επέφερον την πείναν εις τον λαόν εκ μνησικακίας. Ήλθε δ' εν τούτοις πρεσβεία των Οθελιτράνων (161), να παραδώση την πόλιν εκ μέρους αυτών, και να παρακαλέση να τοις στείλωσιν οι Ρωμαίοι αποίκους· διότι νόσος επελθούσα λοιμώδης, τόσην φθοράν επέφερε των ανθρώπων, ώστε μόλις έμεινεν αυτών το δέκατον. Εφάνη λοιπόν εις τους νουν έχοντας ότι καταλλήλως και εν καιρώ επήλθεν η ανάγκη αύτη των Ουελιτράνων, ότε και αυτοί εχρειάζοντο ανακούφισιν της αμηχανίας των· και ήλπιζον να διασκεδάσωσι την στάσιν, αν το θορυβούν και εξημμένον μέρος μετά των δημαγωγών εκαθαρίζετο ως περίττωμα νοσερόν και ταραχώδες της πόλεως. Τούτους λοιπόν καταγράφοντες έπεμψαν εις την αποικίαν οι ύπατοι, και επιχείρησαν δι' άλλων εκστρατείαν κατά των Ουολούσκων, προσπαθούντες να δώσωσιν εις αυτούς άλλην ασχολίαν από των εμφυλίων θορύβων, και νομίζοντες ότι αν πλούσιοι ομού και πένητες, και δημοτικοί και πατρίκιοι συνήρχοντο πάλιν εις τα όπλα και το στρατόπεδον και εις αγώνας κοινούς, ημερώτερον και φιλικώτερον θα διετίθεντο προς αλλήλους.

ΙΓ. Αλλ' οι περί τον Σικίννιον Βρούτον δημαγωγοί ανθίσταντο, βοώντες ότι το σκληρότατον των έργων ωνόμασαν διά του πραοτάτου ονόματος, αποικίαν, και ωθούσιν ανθρώπους πτωχούς ως εις βάραθρον, στέλνοντες αυτούς εις πόλιν αέρος νοσερού και νεκρών ατάφων γέμουσαν, να συγκατοικήσωσι μετά δαίμονος ξένου και εξολοθρευτού (162). Και έπειτα, ως να μη ηρκούντο εις το να εξολοθρεύσωσιν άλλους των πολιτών διά της πείνης, και άλλους να παραδίδωσιν εις την πανώλην, επιφέρουσι προσέτι και αυθαίρετον πόλεμον, όπως ουδενός κακού μείνη η πόλις απηλλαγμένη, διότι είχεν αρνηθή να δουλεύη τους πλουσίους. Τοιούτους λόγους πανταχόθεν ακούων ο δήμος, ούτε εις τον κατάλογον ενεγράφετο των υπάτων (163), και κατά της αποικίας ήτον προκατειλημμένος. Και η μεν βουλή ήτον εις απορίαν ο δε Μάρκιος, πλήρης όγκου ήδη ων και υψηλοφρονών, και θαυμαζόμενος υπό των ισχυροτάτων, ανθίστατο απαρακαλύπτως εις τους δημαγωγούς. Και την μεν αποικίαν απέστειλαν, αναγκάσαντες διά μεγάλων ποινών τους διά κλήρου τυχόντας ν' απέλθωσιν εις αυτήν. Επειδή δ' εντελώς απεποιούντο την εκστρατείαν, ο Μάρκιος, λαβών τους πελάτας αυτού (164), και όσους άλλους έπεισεν, επέδραμε την χώραν των Αντιατών, και πολύν σίτον εύρε, πολλά δ' επέτυχε λάφυρα ποιμνίων και αιχμαλώτων, αλλά δι' εαυτόν ουδέν εκράτησεν, επανήλθεν όμως εις την Ρώμην μετά των στρατιωτών του, οίτινες πολλά και ποικίλα πράγματα έφερον μεθ' εαυτών εκ της λεηλασίας, ώστε μετενόουν οι άλλοι, και εφθόνουν τους πλουτήσαντας, και ηγανάκτουν κατά του Μαρκίου, και δυσηρεστούντο διά την δόξαν αυτού και την δύναμιν, ής την αύξησιν εθεώρουν ως επιβλαβή εις τον δήμον.

ΙΔ. Μετ' ολίγον δε καιρόν (165) επεζήτησε την υπατείαν ο Μάρκιος, και οι πλείστοι έκλινον προς αυτόν, και αιδώς τις εκυρίευσε τον δήμον, ν' ατιμάση και να ταπεινώση άνδρα και κατά το γένος πρώτον και κατά την αρετήν, μετά τοσαύτα και τοιαύτα ευεργετήματα. Διότι συνήθεια ήτον, οι επιζητούντες την αρχήν να παρακαλώσι, την δεξιάν δίδοντες εις τους πολίτας, και να κατέρχωνται εις την αγοράν το ιμάτιον μόνον ενδεδυμένοι, άνευ χιτώνος (166), είτε όπως διά του σχήματος τούτου ταπεινώσωσιν αυτούς έτι μάλλον κατά την δέησιν, είτε όπως, όσοι είχον πληγάς, δεικνύωσι προφανή τα σύμβολα της ανδρείας των. Ο λόγος καν δι' όν ήθελον, ο παρακαλών τους πολίτας να προσέρχηται εις αυτούς αχίτων και άζωστος, δεν ήτον η υποψία διανομής χρημάτων δήθεν και δεκασμού· διότι πολύν καιρόν μετά ταύτα εισήχθη η αγορά και η πώλησις, και συνανεμίγη αργύριον εις τας ψήφους της εκκλησίας· και έκτοτε και εις τους δικαστάς εκταθείσα και εις τα στρατόπεδα η δωροδοκία, έρριψεν εις μοναρχίαν την πόλιν, εξανδραποδίσασα διά των χρημάτων τα όπλα. Και φαίνεται τω όντι ότι κακώς δεν είπεν ο ειπών ότι την δημοκρατίαν κατέλυσεν όστις πρώτος έδωκε συμπόσια και εδωροδόκησε. Φαίνεται δ' ότι κρυφίως και κατ' ολίγον ογκούμενον, δεν εφανερώθη ευθύς το κακόν εις την Ρώμην· διότι δεν είναι γνωστόν τις είναι εις την Ρώμην όστις πρώτος εδωροδόκησε τον δήμον ή το δικαστήριον. Εις τας Αθήνας δε λέγεται ότι πρώτος έδωκεν αργύριον εις τους δικαστάς Άνυτος ο Ανθεμίωνος (167), κρινόμενος επί προδοσία κατά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, καθ' ήν εποχήν ο χρυσούς και ακηλίδωτος αιών επεκράτει εισέτι εις της Ρώμης την αγοράν.

ΙΕ. Επειδή λοιπόν ο Μάρκιος πολλάς εδείκνυε πληγάς εκ των πολλών αγώνων καθ' ούς επρώτευσεν, επί δεκαοκτώ έτη συνεχώς εκστρατεύων, σέβας ησθάνετο ο λαός προς την ανδρείαν αυτού, και συνενοούντο ήδη προς αλλήλους αυτόν να εκλέξωσιν. Όταν όμως, κατά την ημέραν της ψηφοφορίας ο Μάρκιος εισήλθεν εις την αγοράν, σοβαρώς υπό της βουλής προπεμπόμενος, και πάντες οι πατρίκιοι περί αυτόν φανερώς εδείκνυον ότι ποτέ υπέρ ουδενός τοσούτον είχον ενδιαφέρον, τότε ηλαττώθη πάλιν η προς αυτόν εύνοια του λαού, και ήρχισαν να οργίζωνται κατ' αυτού και να τον φθονώσιν. Εις τα αισθήματα δ' αυτών ταύτα προσετίθετο και ο φόβος, αν γίνη κύριος της αρχής άνθρωπος αριστοκρατικός, και τοσαύτην έχων παρά τοις πατρικίοις επιρροήν, μη αφαιρέση εντελώς την ελευθερίαν του δήμου. Τοιαύτα λοιπόν φρονούντες, ηρνήθησαν την ψήφον εις τον Μάρκιον. Όταν δ' ανηγορεύθησαν άλλοι, βαρέως μεν δυσαρεστήθη η βουλή, ως φρονούσα ότι αυτή μάλλον ή ο Μάρκιος περιεφρονήθη, και αυτός δεν υπέφερε το συμβάν μετριοπαθώς και πράως, διότι εκυβερνάτο μάλλον υπό θυμώδους και φιλονείκου της ψυχής, ως εκλαμβάνων ότι εις τούτο ενέκειτο το μέγεθος και η υψηλοφροσύνη· την εμβρίθειαν δε και την πραότητα, τα συντελεστικώτερα ταύτα στοιχεία της πολιτικής αρετής, δεν τας είχε προσοικειωθή διά του λόγου και της παιδείας, ουδ' ήξευρεν ότι ο επιχειρών ν' αναμιγή εις τα δημόσια και εις την των ανθρώπων διοίκησιν, πρέπει επιμελώς ν' αποφεύγη την υπεροψίαν, ήν ο Πλάτων έλεγε «της ερημίας σύνοικον», και να γίνηται εραστής της υπό τινων πολύ χλευαζομένης ανεξικακίας. Αλλ' απλούς τις πάντοτε και άκαμπτος ων, και πεποιθώς ότι της ανδρείας μόνον έργον είναι το να νικά πάντοτε και αφεύκτως, ουχί δε και της ασθενείας και μαλθακότητος, ανεχώρησε ταραχής πλήρης και πικρίας κατά του δήμου, θυμόν τρέφων όστις ανεδίδετο ως οίδημα εκ του πονούντος μάλιστα και του πάσχοντος μέρους της ψυχής αυτού. Οι δ' ενήλικες των πατρικίων, και ό,τι υπήρχεν εν τη πόλει επιδεικτικώτερον και μάλλον κομπάζον επ' ευγενεία, πάντοτε μεν ήσαν θερμώς εις τον άνδρα αφωσιωμένοι, τότε δ' έτι μάλλον προσηλούμενοι εις αυτόν, και περιστοιχίζοντές τον ουχί επ' αγαθώ, ηρέθιζον περισσότερον τον θυμόν αυτού, συμπάσχοντες και συναγανακτούντες· διότι ήτον οδηγός αυτών και διδάσκαλος ευμενής των πολεμικών εις τας εκστρατείας, και επαίρων διά ζήλου προς την αρετήν, άνευ δε φθόνου προς αλλήλους, το φρόνημα των ικανών να διαπρέψωσι διά κατορθωμάτων.

ΙΣΤ. Εν τούτοις δ' έφθασε σίτος εις την Ρώμην, πολύς μεν αγορασθείς εξ Ιταλίας, και ουχί ολιγώτερος χαρισθείς εκ Συρακουσών, όν έπεμψεν ο τύραννος Γέλων, ώστε οι πλείστοι συνέλαβον ελπίδας καλάς, πεποιθότες ότι μετά της σιτοδίας θα λείψωσι και αι έριδες εκ της πόλεως. Ευθύς λοιπόν συνήλθεν η βουλή, και σωρευθείς ο δήμος έξωθεν, περιέμενε το τέλος, ελπίζων ότι θέλει τύχει τιμών μετριωτάτων προς αγοράν, ή μάλλον ότι δωρεάν θέλει τοις διανεμηθή ο σταλείς σίτος· διότι υπήρχον εντός της βουλής τινές αναλαβόντες να πείσωσιν αυτήν περί τούτου. Αλλ' ο Μάρκιος αναστάς, σφοδρώς κατηγόρησε τους χαριζομένους εις τον λαόν, δημαγωγούς αποκαλών αυτούς, και προδότας της αριστοκρατίας, και τρέφοντας τα κατ' αυτής εις τον όχλον ερριμμένα πονηρά ύβρεως σπέρματα και θρασύτητος, ά καλόν ήτον αν δεν τα είχον αφήσει εξ αρχής να φυτρώσωσιν, ουδέ να γίνη ισχυρός ο δήμος διά τοιαύτης εξουσίας, και ήδη να είναι επίφοβος, διότι έχουσι παν ό,τι θέλουσι, και εις ουδέν παρά την θέλησίν των βιάζονται, ουδέ πείθονται εις τους υπάτους, αλλ' έχουσιν αναρχίαν, και αναγορεύουσιν ιδίους ηγεμόνας και άρχοντας. Προσέθηκε δε, ότι αν καθήσωσι και ψηφίσωσιν επιδόσεις και διανομάς, καθώς οι μάλλον δημοκρατούμενοι των Ελλήνων, θέλουσι μόνον προς κοινόν όλεθρον υποθάλψει αυτών την απείθειαν· διότι δεν θέλουσιν ειπεί ότι λαμβάνουσιν αυτάς εις αμοιβήν των εκστρατειών ας εγκατέλιπον, και των αποστασιών αυτών δι' ών επρόδοσαν την πατρίδα, και των κατά της βουλής διαβολών άς εδέχθησαν· αλλ' ελπίσαντες ότι ενδίδομεν διά φόβον, και ότι δίδομεν και επιτρέπομεν ταύτα όπως τους κολακεύσωμεν, δεν θέλουσι παύσει βρίζοντες και στασιάζοντες. Ώστε τούτο είναι εντελώς άφρον. Αν δε σωφρονώμεν, θέλομεν αφαιρέσει απ' αυτών την δημαρχίαν, ήτις είναι της υπατείας καταστροφή, και διαίρεσις της πόλεως, μη ούσης πλέον μιας, αλλά λαβούσης τομήν, ήτις ουδέτε πλέον θα μας επιτρέψη να συνεννοηθώμεν, ουδέ να ομοφρονήσωμεν, ουδέ να παύσωμεν νοσούντες και ταραττόμενοι.

ΙΖ. Πολλά δε τοιαύτα λέγων ο Μάρκιος, εξήγειρε μεγάλως υπέρ αυτού ενθουσιώντας τους νέους, και παρ' ολίγον και πάντας τους πλουσίους, οίτινες εβόων ότι η πόλις μόνον εκείνον είχεν άνδρα ακολάκευτον και ανίκητον. Τινές όμως των πρεσβυτέρων αντέλεγον, υποπτεύοντες το αποβησόμενον. Και τω όντι καλόν δεν απέβη· διότι οι δήμαρχοι, παρόντες (168) ως ενόησαν ότι υπερίσχυε του Μαρκίου η γνώμη, έδραμον έξω προς τον όχλον μετά βοής, προοκαλούντες το πλήθος να συνέλθη και βοηθήση αυτούς. Έγινε δ' εκκλησία θορυβώδης, και ως διεδόθησαν εις αυτήν οι λόγοι ούς είπεν ο Μάρκιος, ολίγον έλειψε μετ' οργής ορμών να επιπέση ο δήμος κατά της βουλής· οι δε δήμαρχοι κατηγόρουν τον Μάρκιον και τον εκάλουν ν' απολογηθή. Όταν δ' αυτός υβριστικώς απεδίωξε τους πεμφθέντας υπηρέτας, τότε ήλθον αυτοί μετά των αγορανόμων (169), να τον σύρωσι διά της βίας, και έθηκαν χείρα επί του σώματος αυτού. Συνελθόντες όμως περί αυτόν οι πατρίκιοι, τους μεν δημάρχους απεδίωξαν, τους δ' αγορανόμους ερράβδισαν. Και τότε μεν εσπέρα επελθούσα, διέλυσε την ταραχήν· ως δ' εξημέρωσε, βλέποντες οι ύπατοι εξηγριωμένον τον δήμον, και συντρέχοντα πανταχόθεν εις την αγοράν, εφοβήθησαν διά την πόλιν, και συναθροίσαντες την βουλήν, την παρεκάλουν να σκεφθή ως διά λόγων ηπίων και ευμενών αποφάσεων να πραΰνωσι και ησυχάσωσι το πλήθος· διότι αν ήσαν φρόνιμοι, έπρεπε ν' αναγνωρίσωσιν ότι δεν ήτον πλέον ώρα φιλοτιμίας, ουδ' ανταγωνισμού περί δόξης, αλλά καιρός ακροσφαλής και κατεπείγων, εσκεμμένην και μετριοπαθή πολιτικήν απαιτών. Εις ταύτα υπεχώρησαν οι πλείστοι, και εξελθόντες όσον ηδύναντο, κατεπράυνον τον δήμον ομιλούντες προς αυτόν, τας κατ' αυτών κατηγορίας αναιρούντες μετά πραότητος, και μετρίαν χρήσιν ποιούμενοι της παραινέσεως και της επιπλήξεως ως δε προς την τιμήν και την αγοράν των ωνίων, λέγοντες ότι ουδεμία θέλει υπάρξει φιλονεικία μεταξύ αυτών.