Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι - Τόμος 3 Αλκιβιάδης - Κοριολάνος - Τιμολέων - Αιμίλιος Παύλος - Πελοπίδας - Μάρκελλος

Part 4

Chapter 436 wordsPublic domain

ΛΒ. Ο δ' Αλκιβιάδης, θέλων ήδη να ιδή την πατρίδα του, και έτι μάλλον ποθών να δειχθή εις τους συμπολίτας του, αφού τοσάκις ενίκησε τους εχθρούς, απέπλευσεν, έχων διά πολλών ασπίδων και λαφύρων πέριξ τας Αττικάς τριήρεις κεκοσμημένας, πολλούς δε σύρων αιχμαλώτους, και έτι περισσότερα φέρων στολίσματα των όσων αυτός κατέστρεψεν και εκυρίευσε· διότι ομού δεν ήσαν ολιγώτεραι των διακοσίων. Όσα δε Δούρις ο Σάμιος (116), όστις έλεγεν ότι ήτον απόγονος του Αλκιβιάδου, προστίθησιν εις ταύτα, ότι ηύλει μεν διευθύνων την κωπηλασίαν Χρυσόγονος ο Πυθιονίκης (117), το κέλευσμα δ' έδιδε Καλλιππίδης, ο τραγωδιών υποκριτής, ενδεδυμένοι μακρούς και πολυτελείς χιτώνας και τον άλλον θεατριακόν στολισμόν, ότι δ' η ναυαρχίς εισήρχετο εις τους λιμένας έχουσα πορφυρούν ιστίον, ως αν εκώμαζον μεθύοντες, ταύτα ούτε ο Θεόπομπος (118), ούτε ο Έφορος, ούτε Ξενοφών δεν τα έγραψεν. Ούτε πιθανόν είναι να ενεκαυχάτο ούτω προς τους Αθηναίους, επιστρέφων μετ' εξορίαν και μετά συμφοράς τοσαύτας. Εξ εναντίας ήρχετο πεφοβισμένος, και όταν έφθασε, δεν απέβη της τριήρους, πριν από του καταστρώματος εφ' ού ίστατο να ιδή προσερχόμενον τον εξάδελφον αυτού Ευρυπτόλεμον, και πολλούς άλλους εκ των φίλων και οικείων του, οίτινες τον περιέμενον και τον προσεκάλουν. Όταν δ' απέβη, τους μεν άλλους στρατηγούς απαντώντες οι άνθρωποι, εφαίνοντο ότι ούτε τους έβλεπον, συντρέχοντες δε προς εκείνον, έκραζον, τον εχαιρέτων, τον συνώδευον, ήρχοντο πλησίον και τον εστεφάνουν. Όσοι δε δεν ηδύναντο να τον πλησιάσωσι, τον έβλεπον μακρόθεν, και οι γέροντες τον εδείκνυον εις τους νέους. Μετά δε των χαιρόντων καθ' όλην την πόλιν ήσαν πολλοί και οι δακρύοντες, και απέναντι της παρούσης ευτυχίας διηγείρετο η μνήμη των αρχαιοτέρων ατυχημάτων, και διελογίζοντο ότι ούτε της Σικελίας θα εστερούντο, ούτε κανέν άλλο αφ' όσα είχον ελπίσει θα τους διέφευγεν, αν είχον αφήσει τον Αλκιβιάδην επί των τότε πραγμάτων και επί της δυνάμεως εκείνης, αφ' ού ήδη παραλαβών την πόλιν, ήτις παρ' ολίγον είχεν εξωσθή της θαλάσσης, κατά ξηράν δε μόλις ήτον κυρία των προαστείων της, και εσωτερικώς ήτον εις στάσεις παραδεδομένη, εκ λειψάνων τοσούτων αθλίων και ταπεινών ανέστησεν όμως αυτήν, και ου μόνον τη απέδωκε της θαλάσσης το κράτος, αλλά και επί της στερεάς την ανέδειξε πανταχού τροπαιούχον κατά των εχθρών.

ΛΓ. Και το μεν ψήφισμα της επιστροφής αυτού είχε κυρωθή πρότερον ήδη. Είχε δε προτείνει αυτό Κριτίας ο Καλλαίσχρου (119), και ο ίδιος έγραψεν εις τας ελεγείας του, ενθυμίζων εις τον Αλκιβιάδην την χάριν διά τούτων·

Είπον εγώ εις το πλήθος την γνώμην δι' ής επανήλθες, κ' έγραψα ταύτην, εγώ πράξας το έργον αυτό· αλλ' επί τούτων σφραγίς σιωπής εις την γλώσσαν μας [κείται.

Τότε δε, συνήλθεν ο δήμος εις εκκλησίαν, και προσελθών ο Αλκιβιάδης, και κλαίων μεν και ολοφυρόμενος εξέθηκε τα πάθη αυτού, απηύθυνε δε και παράπονα ολίγα και μέτρια κατά του δήμου, εν γένει δ' απέδωκεν όσα τω συνέβησαν εις τύχην τινα πικράν και εις φθονερόν δαίμονα, πολλά δ' είπε και περί των ελπίδων των πολιτών, και παρώτρυνεν αυτούς εις θάρρος· ο δε δήμος τον εστεφάνωσε διά στεφάνων χρυσών, και τον εχειροτόνησε και κατά γην και κατά θάλασσαν, στρατηγόν αυτοκράτορα. Εψήφισε δε να τω αποδώσωσι και την περιουσίαν του, και ν' αναιρέσωσι πάλιν τας κατάρας οι Ευμολπίδαι και οι Κήρυκες (120), άς είχον προφέρει κατά προσταγήν του δήμου. Όταν δ' οι άλλοι τας ανήρουν, ο ιεροφάντης Θεόδωρος, «αλλ' εγώ, είπεν, ούτε τω κατηράσθην κακόν ουδέν, αν δεν αδική την πόλιν».

ΛΔ. Αλλ' αν και η ευτυχία του Αλκιβιάδου ήτον τότε τοσούτον λαμπρά, ανησύχει όμως τινάς ο καιρός της επιστροφής του. Διότι καθ' ήν ημέραν κατέπλευσεν, ετελούντο τα Πλυντήρια της Θεάς (121). Εορτάζουσι δε τας τελετάς αυτών μυστικάς οι Πραξιεργίδαι (122), κατά την εικοστήν τετάρτην ημέραν του Θαργιλιώνος (123), και αφαιρούσιν από του αγάλματος την στολήν αυτού, και καλύπτουσιν αυτό το άγαλμα (124). Δια τούτο την ημέραν ταύτην θεωρούσιν οι Αθηναίοι ως μίαν των μάλλον αποφράδων, και ουδεμίαν πράξιν επιτελούσιν επ' αυτής. Εφαίνετο λοιπόν ότι η Θεά δεν εδέχθη τον Αλκιβιάδην φιλοφρόνως και ευμενώς, αλλ' ότι συνεκαλύφθη, και τον απεδίωκεν αφ' εαυτής. Ουχ ήττον όμως, αφ' ού όλα επέτυχον κατά γνώμην του Αλκιβιάδου, και εκατόν τριήρεις ωπλίσθησαν και έμελλον να εκπλεύσωσι πάλιν, ευγενής τις φιλοτιμία καταλαβούσα αυτόν, τον απέτρεψε ν' αποπλεύση μέχρι των μυστηρίων (125). Αφ' ού καιρού απεκλείσθη διά τείχους η Δεκέλεια (126), και οι εχθροί εκεί στρατοπεδεύοντες είχον εις την εξουσίαν των τας οδούς προς την Ελευσίνα, ουδεμίαν ευπρέπειαν είχε πλέον η τελετή, διότι εστέλλετο κατά θάλασσαν, και εξ ανάγκης παρελείποντο και θυσίαι, και χοροί, και πολλά εκ των ιερών όσα εγίνοντο όταν φέρωσι διά ξηράς τον Ίακχον (127). Καλόν λοιπόν εφαίνετο εις τον Αλκιβιάδην, και προς τους Θεούς όσιον και προς τους ανθρώπους ένδοξον, ν' αποδώση το πάτριον σχήμα εις τα ιερά, και να συνοδεύση πεζή την τελετήν, και να δορυφορήση αυτήν κατά των εχθρών. Διότι ή, αν έμενεν ήσυχος ο Άγις (128), θα κατεβίβαζεν εντελώς την οφρύν του και θα τον εταπείνου, ή θα εμάχετο μάχην ιεράν και θεοφιλή υπέρ των αγιωτάτων και μεγίστων, εν όψει της πατρίδος, και θα είχε πάντας τους πολίτας μάρτυρας της ανδραγαθίας του. Άμα δ' απεφάσισε ταύτα, και ειδοποίησε τους Ευμολπίδας και τους Κήρυκας, έθηκε σκοπούς εις τας κορυφάς, και άμα εξημέρωσεν έπεμψεν εμπρός προδρόμους τινάς. Λαβών δε μεθ' εαυτού τους ιερείς και μύστας και μυσταγωγούς (129), και καλύψας αυτούς πέριξ διά των στρατιωτών, προυχώρει εν τάξει και μετά σιωπής, θέαμα επιδεικνύων σεβάσμιον και θεοπρεπές την στρατηγίαν εκείνην, ήν άπαντες οι μη φθονούντες αυτόν ιεροφαντίαν ωνόμαζον και μυσταγωγίαν. Ουδείς δε των εχθρών ετόλμησε να τον προσβάλη, και ασφαλώς επαναγαγών την πομπήν εις την πόλιν, επήρθη μεν αυτός κατά το φρόνημα, ενέπλησε δ' υπερηφανείας και τον στρατόν, θεωρούντα εαυτόν ακαταμάχητον και αήττητον, όταν εστρατήγει εκείνος· τον δ' όχλον και τους πένητας ούτω διά τούτων των δημαγωγιών εκέρδησεν υπέρ εαυτού, ώστε είχον ισχυράν επιθυμίαν να τυραννώνται υπ' εκείνου, καί τινες έλεγον, και ερχόμενον προς αυτούς τον προέτρεπον, να υπερισχύση του φθόνου, και ρίπτων κάτω ψηφίσματα, και νόμους, και τους φλυάρους οίτινες κατέστρεψαν την πόλιν, ν' αναλάβη και διευθύνη τα πράγματα, μη φοβούμενος τους συκοφάντας.

ΑΕ. Και ποίαν μεν ο ίδιος είχε περί της τυραννίδος γνώμην, είναι άγνωστον· οι δε δυνατώτατοι των πολιτών, φοβηθέντες, επετάχυνον τον έκπλουν αυτού, και τ' άλλα όλα ψηφίσαντες, και συνάρχοντας ούς εκείνος ηθέλησεν· Εκπεύσας λοιπόν μετά των εκατόν πλοίων, και προσβαλών την Άνδρον, ενίκησε μεν εις μάχην τους Λακεδαιμονίους όσοι ήσαν εκεί, την πόλιν όμως δεν εκυρίευσε. Και τούτο υπήρξεν η πρώτη κατ' αυτού δημοσία των εχθρών του κατηγορία. Φαίνεται δ' ότι υπέρ τινα και άλλον ο Αλκιβιάδης μάλιστα κατεστράφη υπό της ιδίας αυτού δόξης, ήτις μεγάλη ούσα και πλήρης τόλμης και συνέσεως, καθίστα ως εξ ών κατώρθωσεν, ύποπτον πάσαν έλλειψιν αυτού, διότι υπετίθετο ότι δεν ήθελε, καθόσον ουδείς επίστευσεν ότι δεν εδύνατο. Ήλπιζον δ' ότι και περί των Χίων θ' ακούσωσιν ότι κατετροπώθησαν, και περί της λοιπής Ιωνίας. Όθεν ηγανάκτουν όταν δεν επληροφορούντο ότι όλα κατωρθούντο ταχέως και ευθύς, καθώς ήθελον· ουδ' ανελογίζοντο την αχρηματίαν, υφ' ής περιοριζόμενος, επολέμει προς ανθρώπους έχοντας μέγαν πόρον το ταμείον του Βασιλέως, και ηναγκάζετο πολλάκις να εκπλέη και να εγκαταλείπη το στρατόπεδον, όπως προμηθευθή μισθούς και τροφάς. Και η τελευταία δε κατ' αυτού κατηγορία τοιαύτην έλαβε την αιτίαν. Ο Λύσανδρος είχε σταλή υπό των Λακεδαιμονίων ναύαρχος, και εκ των χρημάτων όσα έλαβε παρά του Κύρου έδιδε τετρώβολον (130) αντί τριωβόλου εις έκαστον ναύτην. Ο δ' Αλκιβιάδης μετά δυσκολίας δίδων και το τριώβολον, απήλθεν εις την Καρίαν διά ν' αργυρολογήση. Ο δ' επιμελητής, όστις έμεινεν εις τα πλοία, ο Αντίοχος (131), ήτον μεν καλός κυβερνήτης, αλλά κατά τ' άλλα ήτον ανόητος και υπεροπτικός· έχων δε παραγγελίαν παρά του Αλκιβιάδου, ουδ' αν επιπλεύσωσι κατ' αυτού οι εχθροί να ναυμαχήση, τοσούτον εθρασύνθη και περιεφρόνησε την διαταγήν, ώστε πληρώσας την ιδίαν αυτού τριήρη και μίαν άλλην, έπλευσεν εις την Έφεσον, και παραπλέων προς τας πρώρας των εχθρικών πλοίων, πολλά έλεγε και έπραττεν ακόλαστα και βωμολόχα. Και κατ' αρχάς μεν ο Λύσανδρος μετ' ολίγων πλοίων εξορμήσας κατ' αυτού τον εδίωκεν· επειδή όμως και οι Αθηναίοι ήλθον εις βοήθειαν, κινηθείς ο Λύσανδρος μεθ' όλων των πλοίων του, και τον Αντίοχον εφόνευσε, και πλοία πολλά και ανθρώπους συνέλαβε, και τρόπαιον έστησεν. Όταν δ' ήκουσεν αυτά ο Αλκιβιάδης, επιστρέψας εις την Σάμον, εκινήθη μεθ' όλου του στόλου και επροκάλει τον Λύσανδρον. Εκείνος όμως ηρκείτο εις το ότι ενίκησε, και δεν εκινείτο κατ' αυτού.

ΛΣΤ. Εκ δε των κατά το στρατόπεδον μισούντων τον Αλκιβιάδην, Θρασύβουλος ο υιός του Θράσωνος (132), εχθρός ων αυτού, απήλθεν εις Αθήνας διά να τον κατηγορήση. Και παροξύνας τους εκεί, έλεγε προς τον δήμον, ότι ο Αλκιβιάδης κατέστρεψε τα πράγματα, και απώλεσε τα πλοία, εντρυφών εις την εξουσίαν, και παραδίδων την στρατηγίαν εις ανθρώπους οίτινες ήσαν παντοδύναμοι παρ' αυτώ διά τα φαγοπότια και τας βωμολοχίας, όπως συλλέγη αυτός χρήματα περιπλέων, και ν' ακολασταίνη μεθύων, και συνοικών μεθ' εταίρων εξ Αβύδου και Ιωνίας, εν ώ οι εχθροί εισίν εις μικράν απόστασιν ηγκυροβολημένοι. Τω προσήπτον δε και την κατασκευήν των τειχών, ά κατεσκεύασεν εις την Θράκην, περί την Βισάνθην (133), όπως έχη αυτά καταφύγιον, διότι δεν εδύνατο ή δεν ήθελε να ζήση εις την πατρίδα του. Πεισθέντες λοιπόν οι Αθηναίοι, εξελέξαντο άλλους στρατηγούς, οργήν, και κακήν προς εκείνον δεικνύντες διάθεσιν. Ταύτα μαθών ο Αλκιβιάδης, και φοβηθείς, απήλθεν εντελώς εκ του στρατοπέδου· και συναγαγών ξένους, επολέμει ιδιαιτέρως κατά των αβασιλεύτων Θαρκών (134), και πολλά συνέλεξε χρήματα εκ των λαφύρων, και εξησφάλισε συγχρόνως κατά των βαρβάρων τους περιοικούντας Έλληνας. Επειδή δ' οι στρατηγοί Τυδεύς, Μένανδρος και Αδείμαντος, έχοντες εις τους Αιγός Ποταμούς (135) πάντα ομού τα πλοία όσα εκέκτηντο τότε αι Αθήναι, συνείθιζον να επιπλέωσι πάσαν αυγήν κατά του Λυσάνδρου, όστις ήτον προσωρμισμένος περί την Λάμψακον, και να τον προκαλώσι, και πάλιν να επιστρέφωσιν οπίσω, και να διημερεύωσιν ατάκτως και αμελώς, ως περιφρονούντες αυτόν, πλησίον ών ο Αλκιβιάδης, δεν παρέβλεψε τούτο ουδέ το παρημέλησεν, αλλ' έφιππος ελθών, εδίδασκε τους στρατηγούς ότι κακώς ηγκυροβόλουν εις μέρη αλίμενα και πόλιν μη έχοντα, λαμβάνοντες μακρόθεν εκ Σηστού τας ζωοτροφίας των, και αφήνοντες τους ναύτας, όταν εξέρχωνται εις την γην, να πλανώνται όπου έκαστος θέλει, και να διασπείρωνται, εν ώ άντικρυς αυτών ίστατο στόλος ειθισμένος να πράττη τα πάντα εν σιωπή, εις μοναρχικόν πειθόμενος πρόσταγμα.

ΑΖ. Και ταύτα μεν έλεγεν ο Αλκιβιάδης, και τοις εσυμβούλευε να μεταθέσωσι τον στόλον εις την Σηστόν. Αλλ' οι στρατηγοί δεν προσείχον εις τας συμβουλάς του. Ο δε Τυδεύς και υβριστικώς τον προσεκάλεσε ν' αναχωρήση, διότι άλλοι στρατηγούσι και ουχί εκείνος. Επομένως ό Αλκιβιάδης, υποπτεύσας και προδοσίαν τινά παρ' αυτοίς, ανεχώρησε, και εις τους επισήμους εκ του στρατοπέδου όσοι τον προέπεμπον έλεγεν, ότι αν δεν είχεν ούτω προπηλακισθή υπό των στρατηγών, εις ολίγας ημέρας θα είχεν αναγκάση τους Λακεδαιμονίους ή να ναυμαχήσωσιν άκοντες, ή ν' αφήσωσι τα πλοία των. Εφαίνετο δ' εις μέν τινας ότι εκαυχάτο ταύτα λέγων, εις άλλους δ' ότι πιθανά λέγει, διότι αν έφερε πολλούς Θράκας ακοντιστάς και ιππείς, εδύνατο να πολεμήση και να ταράξη αυτών το στρατόπεδον. Ότι δε τα σφάλματα των Αθηναίων ορθώς ενόησε, ταχέως εμαρτύρησαν τα έργα αυτά. Διότι αίφνης και απροσδοκήτως επέπεσε κατ' αυτών ο Λύσανδρος, και οκτώ μόνον τριήρεις διέφυγον μετά του Κόνωνος, αι δ' άλλαι, διακόσιαι περίπου απήχθησαν αιχμάλωτοι· ανθρώπους δε τρισχιλίους ζώντας συλλαβών, απέσφαξεν ο Λύσανδρος, εκυρίευσε δε και τας Αθήνας εις ολίγον καιρόν, και έκαυσε τα πλοία των, και εκρήμνισε τα μακρά τείχη. Τότε φοβηθείς ο Αλκιβιάδης τους Λακεδαιμονίους, οίτινες και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εκυρίευον ήδη, μετέβη εις Βιθυνίαν, πολλά μεν χρήματα φέρων μεθ' εαυτού, πολύ δε περισσότερα αφήσας εις τα τείχη όπου κατώκει. Και εις την Βιθυνίαν δε πολλά των κτημάτων του απολέσας, αρπαγέντα υπό των εκεί Θρακών, απεφάσισε ν' αναβή προς τον Αρταξέρξην, νομίζων ότι όταν τον δοκιμάση ο Βασιλεύς, αυτός μεν δεν θέλει φανή χειρότερος του Θεμιστοκλέους, η δε πρόφασις αυτού ότι θέλει φανή καλητέρα· διότι θα ήρχετο, ουχί κατά των συμπολιτών του, ως εκείνος, αλλ' όπως συντελέση υπέρ της πατρίδος του και ζητήση κατά των εχθρών, του Βασιλέως την δύναμιν. Πιστεύων δ' ότι ο Φαρνάβαζος θα τω εχορήγει ευκολίαν και ασφάλειαν όπως πορευθή προς τον Βασιλέα, ήλθε προς αυτόν εις Φρυγίαν, και διέμεινε μετ' αυτού, περιποιούμενος αυτόν και τιμώμενος.

AH. Οι δ' Αθηναίοι ελυπούντο μεν στερηθέντες της ηγεμονίας· αφ' ού δε και της ελευθερίας στερήσας αυτούς ο Λύσανδρος, παρέδωκε την πόλιν εις τριάκοντα άνδρας, τότε ενόουν την σπουδαιότητα των σκέψεων άς είχον αμελήσει όταν εδύναντο εισέτι να σωθώσιν, εις αυτάς επανήρχοντο ήδη όταν τα πράγματα είχον απολεσθή, και ολοφυρόμενοι επανέλεγον τα σφάλματα και τας ανοησίας των, ών μεγίστην εθεώρουν την δευτέραν προς τον Αλκιβιάδην οργήν των διότι τον απέρριψαν, χωρίς εις ουδέν ν' αδικήση· αλλά θυμωθέντες καθ' υπηρέτου όστις ολίγα πλοία αισχρώς απώλεσεν, έτι αισχότερον αυτοί αφήρεσαν από της πόλεως τον άριστον αυτής και πολεμικώτατον στρατηγόν. Και όμως και εις αυτήν έτι την κατάστασιν υπέφωσκεν αμυδρά τις ελπίς, ότι των Αθηναίων τα πράγματα δεν απωλέσθησαν εντελώς, εν όσω ο Αλκιβιάδης εισέτι εσώζετο. «Διότι ούτε άλλοτε ηρκέσθη φεύγων να ζη απραγμόνως και εν ησυχία, ούτε ήδη, αν οπωσούν καλώς διάκεινται τα κατ' αυτόν, θέλει ανεχθή την υπεροψίαν των Λακεδαιμονίων και των τριάκοντα τον εκτραχηλισμόν.» Και δεν ήσαν άτοπα τα τοιαύτα του πλήθους ονειροπολήματα· διότι και οι Τριάκοντα πολύ εφρόντιζον και ηρεύνων, και πολύν εποιούντο λόγον περί του τι έπραττεν εκείνος και τι διενοείτο. Τέλος δ' ο Κριτίας υπέβαλεν εις τον Λύσανδρον ότι, ενόσω οι Αθηναίοι εδημοκρατούντο, δεν εδύναντο οι Λακεδαιμόνιοι ν' άρχωσιν ασφαλώς της Ελλάδος· τους δ' Αθηναίους, και πράως αν διάκεινται και καλώς προς την ολιγαρχίαν, ο Αλκιβιάδης εν όσω ζη, δεν θα τους αφήση ποτέ να εμμείνωσιν ησύχως εις τα καθεστώτα. Αλλ' ο Λύσανδρος δεν επείσθη εις ταύτα πριν παρά των αρχόντων της πατρίδος του έλθη σκυτάλη (136) διατάττουσα αυτόν να εξολοθρεύση τον Αλκιβιάδην είτε διότι και εκείνοι εφοβήθησαν του ανδρός το επιχειρηματικόν και μεγαλοπράγμον, είτε διότι ηθέλησαν εις τον Άγιν να χαρισθώσιν.

ΛΘ. Ο Λύσανδρος λοιπόν έστειλε και παρήγγειλε ταύτα εις τον Φαρνάβαζον, εκείνος δε προσέταξε το έργον εις Μαγαίον τον αδελφόν, και εις Σουσαμίθρην τον θείον του. Τότε δ' έτυχε κατοικών ο Αλκιβιάδης εις κώμην τινα της Φρυγίας, έχων μεθ' εαυτού και την εταίραν Τιμάνδραν. Είδε δ' εις τον ύπνον του όνειρον τοιούτον· ότι εφόρει αυτός το ένδυμα της εταίρας, εκείνη δ' ότι είχε την κεφαλήν του εις τας αγκάλας της, και τω εστόλιζε το πρόσωπον ως γυναικός, και τω εζωγράφιζε, και τω έχριε ψιμμίθιον. Αλλοι δε λέγουσιν ότι είδε καθ' ύπνον τους περί τον Μαγαίον κόπτοντας την κεφαλήν του, και το σώμα του καιόμενον. Λέγεται δ' ότι ωνειρεύθη ταύτα ολίγον προ του θανάτου του. Οι δε σταλέντες κατ' αυτού δεν ετόλμησαν ν' εισέλθωσιν, αλλά περικυκλώσαντες την οικίαν ηθέλησαν να την καύσωσιν. Εννοήσας δε τούτο ο Αλκιβιάδης, συνήγαγε τα πλείστα των ιματίων και των στρωμάτων του, και τα έρριψεν εις το πυρ. Περιτυλίξας δε την χλαμύδα του εις την αριστεράν του χείρα, και λαβών γυμνόν το εγχειρίδιον εις την δεξιάν, διήλθε διά του πυρός χωρίς τι να πάθη. Διότι ουδείς υπέμεινεν εμπρός του, ή ήλθε μετ' αυτού εις χείρας, αλλά μακρυνθέντες, τον εκτύπησαν δι' ακοντίων και βελών. Ούτως έπεσεν αυτός, και οι βάρβαροι ανεχώρησαν· η δε Τιμάνδρα έλαβε τον νεκρόν, και τυλίξασα και καλύψασα αυτόν εις τους ιδίους αυτής χιτώνας, εκήδευσεν αυτόν, όσον αι περιστάσεις τη επέτρεπον, λαμπρώς και φιλοτίμως. Ταύτης λέγουσιν ότι ήτον θυγάτηρ η Λαΐς, η επονομασθείσα Κορινθία, αλλ' αιχμαλωτισθείσα εκ των Υκκάρων, μικράς Σικελικής πόλεως (137). Τινές δε, διά μεν τα λοιπά του θανάτου του Αλκιβιάδου συμφωνούσι προς ταύτα· λέγουσι δ' ότι την αιτίαν δεν έδωκεν ούτε ο Φαρνάβαζος, ούτε ο Λύσανδρος, ούτε οι Λακεδαιμόνιοι, αλλ' αυτός ο Αλκιβιάδης, διότι διέφθειρε την γυναίκα ενός των επισήμων, και την είχε μεθ' εαυτού· οι δ' αδελφοί της γυναικός, αγανακτούντες διά την ύβριν, έκαυσαν διά νυκτός την οικίαν ήν κατώκει ο Αλκιβιάδης, και εφόνευσαν αυτόν, ως ευρέθη, εν ώ επήδα διά του πυρός.

ΜΑΡΚΙΟΣ ΓΑΪΟΣ

Α. Ο οίκος των Μαρκίων εν Ρώμη πολλούς έδωκεν ενδόξους άνδρας εις των Πατρικίων την τάξιν, και εξ αυτών είς ην και ο Μάρκιος Άγκος, ο προς θυγατρός εγγονός του Νουμά (138), ο μετά τον Τύλλον Οστίλιον βασιλεύσας. Μάρκιοι δ' ήσαν και ο Πόπλιος, και ο Κόιντος, οίτινες έφερον το πλείστον και κάλλιστον ύδωρ εις την πόλιν της Ρώμης (139), και Κηνσωρίνος (140), όν δις διώρισε τιμητήν (141) ο δήμος των Ρωμαίων και έπειτα, υπ' αυτού του ιδίου πεισθείς, έθετο νόμον και εψήφισεν ουδείς να δύναται δις να περιέλθη εις την αρχήν ταύτην. Γάιος δ' ο Μάρκιος, περί ού ενταύθα ο λόγος, τραφείς υπό χήραν μητέρα, και πατρός ορφανός, απέδειξεν ότι η ορφανία άλλα μεν έχει κακά, αλλά δεν εμποδίζει τινά να γίνη ανήρ σπουδαίος και διακεκριμένος· μόνοι δ' οι φαύλοι προτείνουσιν αυτήν ως τούτου αιτίαν, και την κατηγορούσιν ότι αυτή διαφθείρει δι' αμελείας. Ο ίδιος όμως εδικαιολόγησε και τους φρονούντας ότι αν φύσις γενναία και αγαθή μείνη παιδείας εστερημένη, μετά των καλών γεννά και κακά, καθώς ευγενής χώρα εις την γεωργίαν, μη αρκούσης τυχούσα καλλιεργίας διότι το κατά πάντα ισχυρόν και έντονον της διανοίας αυτού παρήγαγε μεν ορμάς μεγάλας και των καλών λειτουργούς· αλλ' αφ' ετέρου τον καθίστα δύσκολον και δυσσυμβίβαστον μετά των ανθρώπων, όντα και ακρίτως θυμώδη, και αμειλίκτως φιλόνεικον. Αλλά θαυμάζοντες οι άνθρωποι την προς ηδονάς και κόπους και προς χρημάτων απόκτησιν απάθειαν αυτού, και εγκράτειαν αυτήν ονομάζοντες και ανδρείαν και δικαιοσύνην, εις τας πολιτικάς σχέσεις του τον εθεώρουν μετά δυσαρεσκείας βαρύν, και άχαριν και ολιγαρχικόν. Ουδ' ωφελούνται ως προς άλλο τοσούτον οι άνθρωποι εκ της των Μουσών ευμενείας, όσον ότι διά του λογικού και της παιδείας εξημερούται η φύσις των, το ορθόν μέτρον δεχομένη εις το λογικόν, και αποβάλλουσα τας υπερβολάς. Κατ' εκείνους τους καιρούς εν γένει η Ρώμη εκείνο κυρίως το μέρος ετίμα της αρετής, το αφορών τας πολεμικάς και στρατιωτικάς πράξεις· και απόδειξις τούτου είναι ότι δι' ενός και του αυτού ονόματος εκαλούντο παρ' αυτή και η αρετή και η ανδρεία, και το δι' ού ιδίως ονομάζουσι την ανδρείαν έγινεν όνομα γένους διά την αρετήν (142).

Β. Επιρρεπέστερος δε των άλλων υπήρξεν ο Μάρκιος προς τους πολεμικούς αγώνας, και ευθύς εκ παιδικής ηλικίας είχε τα όπλα εις χείρας του. Και φρονών ότι εις ουδέν χρησιμεύουσι τα επίκτητα όπλα εις τους μη έχοντας ηκονισμένον και παρεσκευασμένον όπλον έμφυτον και συγγενές μετ' αυτών, ούτως εξήσκησε το σώμα του προς παν είδος μάχης, ώστε και ελαφρός ήτον τρέχων, και βαρύς εις τας συμπλοκάς, και δυσκατάβλητος εις του πολέμου την πάλην. Δια τούτο οι προς αυτόν έριν έχοντες ανδρείας και γενναιότητος, νικώμενοι επροφασίζοντο του σώματος αυτού την δύναμιν, ήτις δεν ελυγίζετο, και εις ουδένα κόπον ενέδιδεν.

Γ. Εξεστράτευσε δε κατά πρώτον ενώ ήτον μειράκιον έτι, ότε ο Ταρκύνιος, όστις εβασίλευσε της Ρώμης και εξεθρονίσθη, μετά πολλάς μάχας και ήττας έρριπτε τον έσχατον ούτως ειπείν κύβον αυτού (143), και πολλοί μεν Λατίνοι, πολλοί δ' άλλοι Ιταλιώται συνεξεστράτευον, και τον συνώδευον εις την Ρώμην, ουχί τοσούτον θέλοντες εκείνον να ευχαριστήσωσιν, όσον επιθυμούντες εκ φόβου και φθόνου να καταβάλωσι την αυξάνουσαν δύναμιν των Ρωμαίων. Εις την μάχην δε ταύτην, ήτις πολλάκις αμφιβόλως έκλινε προς αμφοτέρους, ευρώστως αγωνιζόμενος ο Μάρκιος υπό τους οφθαλμούς του Δικτάτωρος (144), και ιδών πλησίον πεσόντα άνδρα Ρωμαίον, δεν παρημέλησεν αυτόν, αλλά στας εμπρός, αντετάχθη κατά του επερχομένου εχθρού, και τον εθανάτωσεν. Όταν λοιπόν ενίκησεν ο στρατηγός, πρώτον εκείνον εστεφάνωσε διά στεφάνου δρυός· διότι εις τον όστις ήθελεν υπερασπίσει πολίτην, τούτον αποδίδει ο νόμος τον στέφανον, είτε τιμήσας προ πάντων την δρυν εξ αιτίας των Αρκάδων, διότι ο χρησμός του θεού τους ωνόμασε βαλανηφάγους (145), είτε διότι πανταχού και ταχέως οι εκστρατεύοντες δύνανται να προμηθεύωνται δρυν, είτε διότι ενόμιζον ότι ο της δρυός στέφανος, ιερός ων του Πολιέως Διός, πρεπόντως εδίδετο διά σωτηρίαν πολίτου. Είναι δε η δρυς εκ μεν των αγρίων δένδρων το φέρον τους ωραιοτάτους καρπούς, εκ δε των ημέρων (146) το ευρωστότατον· και έδιδεν όχι μόνον τροφήν το βαλανίδιον, αλλά και ποτόν, το μελίτειον (147). Επρομήθευε δε και παντοία κρέατα ζώων και πτηνών, διότι έδιδε τον ιξόν (148), όργανον κυνηγετικόν. Κατ' εκείνην δε την μάχην λέγουσιν ότι επεφάνησαν και οι Διόσκουροι, και μετά την μάχην ότι εδείχθησαν αμέσως εις την αγοράν επί των ίππων των, ών έρρεεν ο ιδρώς, και ανήγγειλε την νίκην, καθ' ό μέρος σήμερον υπάρχει ναός αυτών ωκοδομημένος περί την κρήνην. Όθεν και την ημέραν καθ' ήν εορτάζεται η νίκη εκείνη, κατά τας ειδούς του Ιουλίου μηνός (149), εις τοις Διοσκούρους την αφιέρωσαν.

Δ. Αλλ' ως φαίνεται, δόξα και τιμή εις τους νέους αποδιδομένη, αποσβέει μεν τας ελαφρώς φιλοτίμους φύσεις, όταν πολύ πρωίμως επέρχεται, και ταχέως ευχαριστεί αυτών την δίψαν και το αψίκορον· τας δ' εμβριθείς και ασφαλείς διανοίας αυξάνουσι και λαμπρύνουσιν αι τιμαί, ως υπό πνεύματος ανέμου προς το φαινόμενον καλόν ωθουμένας· διότι αι τοιαύται, ουχί επί σκοπώ αμοιβής, αλλ' ως ενέχυρον ήδη δούσαι, αισχύνονται να εγκαταλείψωσι την δόξαν αυτών, και να μη υπερβώσιν αυτήν διά νέων έργων. Τούτο συνέβη εις τον Μάρκιον, όστις αυτός εις εαυτόν προέθετο αγώνα ανδραγαθίας, και θέλων να ήναι κατά τας ορέξεις του πάντοτε νέος, προσέθετε κατορθώματα επί κατορθωμάτων και λάφυρα επί λαφύρων, και έβλεπε πάντοτε τους επομένους στρατηγούς, φιλονεικούντας μετά των προηγουμένων περί του τις να τω αποδώση περισσοτέρας τιμάς, και να υπερβή τον έτερον ως προς τας υπέρ αυτού μαρτυρίας. Οι Ρωμαίοι είχον τότε πολλούς αγώνας και πολλούς πολέμους, και ο Μάρκιος εξ ουδενός εξήλθεν αστεφάνωτος και αβράβευτος. Και διά μεν τους άλλους η δόξα ην της αρετής ο σκοπός, δι' εκείνον δε ο σκοπός της δόξης η ευχαρίστησις της μητρός του· διότι ενόμιζεν ότι εντιμώτατον τον καθιστά και μακαριώτατον το να τον ακούη εκείνη επαινούμενον, και να τον ιδή στεφανούμενον, και να τον εναγκαλισθή υπό χαράς δακρύουσα. Λέγουσι δ' ότι και ο Επαμινώνδας ωμολόγησε το ίδιον αίσθημα, ως μεγίστην ευτυχίαν του θεωρών, ότι έζων ο πατήρ και η μήτηρ του, και είδον την εν Λεύκτροις στρατηγίαν και νίκην του. Αλλ' εκείνος μεν είχε και τους δύο γονείς του χαίροντας μετ' αυτού και συνευτυχούντας. Ο δε Μάρκιος, φρονών ότι εις την μητέρα του οφείλει και την προς τον πατέρα ευγνωμοσύνην, ήτον ακόρεστος ευφραίνων και τιμών την Ουολουμνίαν (150), αλλά και κατά θέλησιν και παράκλησιν αυτής ενυμφεύθη, και αφ' ού απέκτησε παίδας, κατώκει την αυτήν οικίαν μετά της μητρός του.