Περί Ψυχής

Part 2

Chapter 2 116 words Public domain Markdown

8. Είναι δε φανερόν, ότι ου μόνον η γνώσις του τι είναι τα πράγματα είναι χρήσιμος εις το να ίδωμεν τας αιτίας των συμβεβηκότων των όντων (ως λ.χ. εις τα μαθηματικά πρέπει να γνωρίζωμεν τι είναι το ευθύ και το καμπύλον, ή τι η γραμμή και το επίπεδον, διά να μάθωμεν με πόσας ορθάς είναι ίσαι αι γωνίαι του τριγώνου). Αλλά και τανάπαλιν η γνώσις των συμβεβηκότων συντελεί μεγάλως εις το να γνωρίσωμεν τι είναι το πράγμα. Διότι, όταν δυνάμεθα κατά τας εικόνας τας οποίας σχηματίζει η φαντασία τας οποίας έχομεν των πραγμάτων {Σημ 6}να εξηγώμεν τα συμβεβηκότα, ή πάντα ή τα πλείστα, τότε θα δυνάμεθα κάλλιστα να δίδωμεν λόγον και περί της ουσίας. Διότι η ουσία, το τι είναι το πράγμα, είναι η αρχή και βάσις πάσης αποδείξεως, και επομένως εκείνοι εκ των ορισμών, όπου συμβαίνει να μένωσιν αγνώριστα τα συμβεβηκότα και να μη είναι εύκολον μήτε εικασίαν τινά να σχηματίση τις περί αυτών, είναι προφανές ότι άπαντες ελέχθησαν αντιλογικώς και κενολογικώς. {Σημ 7}

9. Απορίαν δε γεννώσι και τα πάθη της ψυχής, αν είναι πάντα κοινά και του σώματος του έχοντος αυτήν, ή υπάρχει και τι το οποίον ανήκει αποκλειστικώς εις την ψυχήν. Να μάθωμεν τούτο είναι αναγκαίον, αλλ' όχι εύκολον. Είναι όμως φανερόν, ότι κατά τα πλείστα ουδέν πάσχει, ουδέ ενεργεί η ψυχή άνευ του σώματος, ούτε οργίζεται, ούτε θαρρεί, ούτε επιθυμεί, ούτε όλως αισθάνηται άνευ αυτού. Ίδιον δε αυτής φαίνεται προ πάντων η νόησις• εάν δε και η νόησις είναι φαντασία ή δεν δύναται να υπάρχη άνευ φαντασίας {14}, τότε ουδ' αυτή θα ηδύνατο να υπάρχη άνευ σώματος.{Σημ 8}

10. Εάν λοιπόν υπάρχη τι εκ των παθημάτων ή των ενεργειών της ψυχής, όπερ ανήκει αποκλειστικώς εις αυτήν, τότε αύτη θα ηδύνατο να χωρίζηται από του σώματος. Εάν όμως μηδέν ίδιον υπάρχη, δεν θα ηδύνατο να υπάρξη χωριστή. Αλλά καθώς το ευθύ, καθ' όσον είναι ευθύ (ευθεία γραμμή λ.χ.), δύναται να έχη πολλά συμβεβηκότα, λ.χ. να εφάπτηται της χαλκής σφαίρας εις τι σημείον, αλλ' όμως, εάν χωρισθή το ευθύ (η ευθύτης ως αφηρημένον) από του σώματος, δεν θα εφάπτηται της σφαίρας, διότι το ευθύ δεν υπάρχει χωριστόν, αλλ' είναι πάντοτε μετά τίνος σώματος {15}, ούτω και πάντα τα πάθη της ψυχής είναι ηνωμένα μετά του σώματος, ο θυμός, η πραότης, ο φόβος, ο έλεος, το θάρρος, η χαρά και η φιλία και το μίσος. Διότι συγχρόνως με τα παθήματα ταύτα της ψυχής συμπάσχει κατά τι και το σώμα. Απόδειξις δε τούτου είναι ότι άλλοτε μεν, αν και ισχυρά και σαφή παθήματα συμβαίνουσιν είς τινα, ουδόλως ερεθίζεται ούτε φοβείται, ενίοτε όμως συγκινείται υπό μικρών και σκοτεινών παθημάτων, όταν το σώμα εξερεθίζηται και έχη την διάθεσιν τοιαύτην, οποίαν έχει όταν οργίζηταί τις. Έτι δε μάλλον φανερόν γίνεται τούτο εκ των εξής: ενώ δηλ. ουδέν συμβαίνει το προξενούν φόβον, πολλοί όμως περιπίπτουσιν εις πάθη ανθρώπου όστις φοβείται. Και, αν τούτο είναι αληθές, είναι φανερόν, ότι τα πάθη είναι λόγοι ένυλοι {16}. Και επομένως εκφράσεις τοιαύται{Σημ 9}, ως το οργίζεσθαι, σημαίνουσι κίνησιν του εν τοιαύτη διαθέσει όντος σώματος, ή κίνησιν μέρους τοιούτου ή δυνάμεως τοιαύτης υπό τούτου του πράγματος χάριν τούτου του σκοπού.

11. Διά ταύτα είναι έργον του φυσικού {Σημ 10} να μελετήση την ψυχήν ή όλην ή μερικώς. Άλλως θα ορίση ο φυσικός και άλλως ο διαλεκτικός (φιλόσοφος) έκαστον πάθος της ψυχής, την οργήν λ.χ. Διότι ο μεν θα είπη, ότι η οργή είναι επιθυμία να προξενήση τις λύπην αντί λύπης ή ανάλογον τι, ο δε ότι είναι βρασμός του αίματος ή της θερμότητος πέριξ της καρδίας. Εκ τούτων λοιπόν ο μεν αποδίδει την ύλην, ο δε την μορφήν και την έννοιαν. Διότι η έννοια, ο λόγος είναι η μορφή του πράγματος, και είναι αναγκαίον ούτος να υπάρχη εν ύλη τινί ωρισμένη, εάν μέλλη να υπάρχη το πράγμα. Ούτω λ.χ. η μεν έννοια της οικίας είναι τοιαύτη: οικία είναι σκέπασμα, όπερ εμποδίζει την εκ των ανέμων και βροχών και καυσώνων βλάβην ημών. Αλλ' ο μεν (φυσικός) θα είπη ότι είναι λίθοι και πλίνθοι και ξύλα, ο άλλος όμως θα είπη ότι η μορφή της οικίας είναι τοιαύτη {Σημ 11}και έχει τοιούτον σκοπόν. Τις λοιπόν τούτων είναι ο φυσικός; άρά γε ο ομιλών περί της ύλης, αγνοών δε τον λόγον; ή ο γνωρίζων μόνον τον λόγον (την έννοιαν); ή μάλλον ο συνενών και τα δύο. Αλλά όποιός τις είναι έκαστος εξ αυτών των δύο ; Βεβαίως ουδείς εξετάζει τα πάθη της ύλης τα μη χωριστά απ' αυτής και καθ' όσον δεν είναι χωριστά, αλλά ο φυσικός ασχολείται περί πάντων, όσα είναι πάθη και ενέργειαι του τοιούτου ωρισμένου σώματος και της τοιαύτης ωρισμένης ύλης. Όσα δε δεν είναι τοιαύτα, άλλος παρά τον φυσικόν εξετάζει αυτά. Και διά τινα μεν ο άλλος ούτος είναι είς τεχνίτης {Σημ 12}, καθώς τύχη, τέκτων ή ιατρός. Εκείνα δε τα πάθη, τα οποία δεν είναι χωριστά, ταύτα, καθ' όσον δεν ανήκουσιν εις τούτο το ωρισμένον σώμα και εξετάζονται κατ' αφαίρεσιν, μελετά ο μαθηματικός, καθ' όσον δε θεωρούνται χωρισμένα, μελετά ο πρώτος φιλόσοφος (ο μεταφυσικός). Αλλ' ας επανέλθωμεν εις την αρχήν του λόγου ημών. Ελέγομεν ότι τα πάθη της ψυχής είναι αχώριστα από της φυσικής ύλης των ζώντων, εν τη οποία τα τοιαύτα υπάρχουσι, π.χ. ο θυμός και ο φόβος, και δεν είναι καθώς η γραμμή και το επίπεδον (τα οποία δύνανται να θεωρώνται χωριστά και άσχετα). {17}

*** {1} Πάθη ή συμβεβηκότα τα οποία αποτελούσι την ουσίαν της ψυχής.

{2} Διότι η ψυχή είναι η τελική αιτία του σώματος, του φυτού και του ζώου.

{3} Μέθοδος Αριστοτελική.

{4} Μέθοδος Πλατωνική.

{5} Ότι η ψυχή είναι υπόστασις εδίδασκον οι Πυθαγορικοί και ο Πλάτων.

{6} Ως έλεγον οι ιατροί οι ισχυριζόμενοι, ότι είναι αποτέλεσμα της κράσεως.

{7} Ως έλεγεν ο Ξενοκράτης ορίζων ότι η ψυχή είναι αριθμός.

{8} Διότι πρόκειται να αποδειχθή αν η ψυχή είναι σωματική ή ασώματος, ήτοι καθαρά ενέργεια.

{9} Αν η ψυχή είναι μία εις έκαστον όν, ή δύναται να διαιρήται εις πολλάς άλλας ψυχάς.

{10} O Αριστοτ. διακρίνει 3 ή μάλλον 4 είδη ψυχών, την θρεπτικήν ή φυτικήν, την αισθητικήν (ζωικήν), την κινητικήν και την νοητικήν (λογικήν).

{11} Ήτοι ορισμός της εν πάσι τοις ζώοις ψυχής, όπερ φαίνεται αδύνατον, διότι η ψυχή του κυνός, ή του ανθρώπου και ή του θεού δεν δύνανται να ορισθώσιν ομοίως.

{12} Το αυτόζωον του Πλάτωνος (όρα Τίμαιον).

{13} Η νόησις είναι ενεργεία νους, ούτω και τα άλλα.

{14} Κατά τον Αριστοτ. δεν υπάρχει φαντασία άνευ της αισθήσεως, αύτη δε δεν υπάρχει άνευ του σώματος• άρα και νόησις δεν υπάρχει άνευ του σώματος.

{15} Ούτω και η ψυχή δεν δύναται να είναι χωριστή από του σώματος.

{16} Έννοιαι εν τη ύλη έχουσαι την ύπαρξιν αυτών, εκδηλούμεναι εν τω σώματι.

{17} Η γραμμή και η επιφάνεια δύνανται να θεωρώνται χωριστά, κατά τρόπον αφηρημένον, και ούτως εξετάζονται υπό των μαθηματικών. Αλλά τα πάθη της ψυχής πρέπει να θεωρώνται εν ταις αναφοραίς των προς το σώμα, από του οποίου αυτή ουδέποτε χωρίζεται. ***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

&ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ. —Αι περί ψυχής υπό των άλλων παραδεδομέναι δοξασίαι και διά ποίας αιτίας• διά την κίνησιν— δοξασίαι Δημοκρίτου, Λευκίππου, Πυθαγορείων και Αναξαγόρα. Διά την αισθητικότητα και την γνώσιν—δόξαι Δημοκρίτου, Θαλή κ.λ. Εξαίρεσις Αναξαγόρα. Διαφορά θεωριών περί του είδους και του αριθμού των αρχών των πραγμάτων.&

1. Επειδή σκοπούμεν να εξετάσωμεν την ψυχήν, είναι αναγκαίον, ενώ συγχρόνως εκθέτομεν τας απορίας, τας οποίας πρέπει να έχωμεν λύσει, πριν ή προχωρήσωμεν, να συμπαραλάβωμεν τας δοξασίας των προγενεστέρων, όσοι είπον τι περί αυτής, όπως αποδεχθώμεν όσα είπον καλώς, αποφύγωμεν δε ό,τι δεν είπον καλώς.

2. Η αρχή δε της μελέτης ημών είναι να προτάξωμεν τας ιδιότητας, αίτινες σαφέστατα φαίνονται ότι ανήκουν εις την φύσιν της ψυχής. Το έμψυχον βεβαίως φαίνεται ότι διαφέρει του αψύχου κατά δύο προ πάντων, κατά την κίνησιν και την αίσθησιν. Παρελάβομεν δε και παρά των προγενεστέρων μόνα σχεδόν τα δύο ταύτα διακριτικά περί ψυχής. Τω όντι λέγουσί τινες, ότι η ψυχή είναι το κατ' εξοχήν και το πρώτον παράγον την κίνησιν νομίσαντες δε ότι το μη κινούμενον αυτό δεν δύναται να κινή άλλο, υπέλαβον ότι η ψυχή είναι εκ των κινουμένων. Όθεν ο Δημόκριτος λέγει ότι η ψυχή είναι πυρ και θερμόν τι• διότι, ενώ υπάρχουσιν άπειρα σχήματα και άτομα, καλεί πυρ και ψυχήν, τα σφαιροειδή άτομα ομοιάζοντα με τα εν τω αέρι σωμάτια τα καλούμενα ξύσματα, τα οποία φαίνονται εις τας διά των θυρίδων εισερχομένας ηλιακάς ακτίνας. Τα άτομα δε ταύτα διεσπαρμένα πανταχού λέγει ότι είναι στοιχεία της φύσεως. Όμοια εδόξαζε και ο Λεύκιππος. Εκ των ατόμων μόνα τα σφαιροειδή έλεγον ούτοι ότι συνιστώσι την ψυχήν, διότι τα τοιαύτα σωματίδια δύνανται ευχερέστατα να εισδύωσι πανταχού και αυτά κινούμενα να κινώσι τα λοιπά. Διότι επίστευον ότι η ζωή είναι η δίδουσα την κίνησιν εις τα ζώα. Διά τούτο είπον και ότι όρος της ζωής είναι η αναπνοή. Διότι το περιέχον (ο αήρ) συνάγει τα σώματα και ούτως εκθλίβει τα σφαιροειδή κατά το σχήμα άτομα τα δίδοντα την κίνησιν, διότι ουδέποτε ουδ' αυτά ηρεμούσιν εκ τούτου δε επέρχεται μεγάλη βοήθεια εις τα ζώα, διότι έξωθεν επεισέρχονται άλλα όμοια άτομα κατά την αναπνοήν, ταύτα δε εμποδίζουσι τα εν τοις ζώοις υπάρχοντα άτομα από του να εξέρχωνται, διότι βοηθούσι να απωθήται εκείνο όπερ τα συνάγει και πηγνύει. Λέγουσι δε και ότι τα έμψυχα ζώσιν, εφ’ όσον χρόνον δύνανται να εκτελώσι τούτο.

/3./

4. Φαίνεται δε ότι και το υπό των Πυθαγορείων λεγόμενον έχει την αυτήν έννοιαν. Τινές δηλαδή αυτών έλεγον, ότι ψυχή είναι τα εν τω αέρι σμικρά σώματα, άλλοι δε ότι ψυχή είναι η αιτία η κινούσα αυτά. Είπον δε ούτω περί αυτών, διότι ταύτα φαίνονται πάντοτε κινούμενα, και αν έτι υπάρχη τελεία, νηνεμία. Εις το αυτό καταντώσι και όσοι λέγουσιν ότι η ψυχή είναι το κινούν εαυτό. Διότι πάντες ούτοι φαίνονται φρονούντες, ότι η κίνησις είναι οικειότατον χαρακτηριστικόν της ψυχής και ότι τα μεν άλλα πάντα κινούνται υπ’ αυτής, αυτή δε κινείται υφ' εαυτής, διότι ουδέν βλέπουσι κινούν, όπερ δεν κινείται και αυτό.

5. Ομοίως δε και ο Αναξαγόρας {Σημ 13}λέγει, ότι η ψυχή είναι η αιτία της κινήσεως, και ει τις άλλος είπεν ότι το παν ο νους κινεί. Αλλ' όμως η δόξα τούτων δεν είναι εντελώς ομοία με την του Δημοκρίτου. Διότι ούτος λέγει, ότι απολύτως η ψυχή και ο νους είναι το αυτό πράγμα• και ότι το μέτρον του αληθούς είναι το αισθητόν φαινόμενον {18} και δια ταύτα καλώς ο Όμηρος παρέστησε τον Έκτορα ότι κατέκειτο αλλοφρονών {Σημ 14}, ότε κατέκειτο αναίσθητος {19} Τον νουν δεν θεωρεί ως δύναμίν τινα προς γνώσιν της αληθείας, αλλά λέγει ότι ψυχή και νους είναι το αυτό. O Αναξαγόρας όμως είναι ολιγώτερον σαφής περί αυτών {20}, διότι εις πολλά μέρη λέγει ότι ο νους είναι το αίτιον του καλού και του ορθού, αλλαχού όμως λέγει ότι ο νους είναι η ψυχή• διό ο νους υπάρχει εις όλα τα ζώα, μεγάλα και μικρά, ανώτερα και κατώτερα. Φαίνεται όμως ότι ο λεγόμενος υπ' αυτού νους κατά την νόησιν δεν υπάρχει ομοίως εις πάντα τα ζώα, ουδέ εις πάντας τους ανθρώπους.

6. Όσοι λοιπόν απέβλεψαν εις το ότι το έμψυχον κινείται αφ' εαυτού, ούτοι υπέλαβον ότι η ψυχή είναι το κινητικώτατον ον, όσοι όμως απέβλεψαν εις το ότι η ψυχή γινώσκει και αισθάνεται τα όντα, ούτοι λέγουσιν ότι η ψυχή είναι αυταί αι αρχαί των πραγμάτων, τας οποίας άλλοι μεν παραδέχονται ότι είναι περισσότεραι, άλλοι δε ότι είναι μία μόνη αρχή. O μεν Εμπεδοκλής δοξάζων ότι η ψυχή αποτελείται εκ πάντων των στοιχείων, και ότι και έκαστον τούτων είναι ψυχή λέγει: «Διά της γης βλέπομεν την γην, διά του ύδατος το ύδωρ, διά του αιθέρος τον θείον αιθέρα, διά του πυρός το καταστρεπτικόν πυρ, διά της στοργής την στοργήν, διά της έριδος την ολεθρίαν έριδα».

7. Κατά τον αυτόν τρόπον και ο Πλάτων εν τω Τιμαίω την ψυχήν συνιστά εκ των στοιχείων {21}, Διότι έλεγεν ότι διά του ομοίου γινώσκεται το όμοιον, και ότι τα πράγματα αποτελούνται εκ των αρχών. Τα αυτά εξετέθησαν εν τω συγγράμματι «Περί Φιλοσοφίας» επιγραφόμενον {22}, όπου ορίζει, ότι το ζώον αυτό καθ' εαυτό γεννάται εκ της ιδέας του ενός και εκ του πρώτου μήκους και πλάτους και βάθους {23}, τα δ' άλλα όντα κατά τον όμοιον τρόπον. Προσέτι δε λέγει κατ' άλλην έποψιν, ότι ο νους μεν είναι το έν επιστήμη δε τα δύο, διότι αφ' ενός τινος κινουμένη φθάνει εις την ενότητα• δόξα δε είναι ο αριθμός του επιπέδου, και αίσθησις ο αριθμός του στερεού. Διότι έλεγεν, ότι οι αριθμοί είναι αυταί αι ιδέαι και αι αρχαί των πραγμάτων, και ότι αποτελούνται εκ των στοιχείων. Γινώσκονται δε τα πράγματα, άλλα μεν διά του νου, άλλα δε διά της επιστήμης, άλλα διά της δόξης και άλλα διά της αισθήσεως, ιδέαι δε των πραγμάτων είναι οι αριθμοί ούτοι.

8. Επειδή δε η ψυχή εθεωρείτο ότι είναι τι το οποίον και κινεί και γινώσκει, τινές {24} συνεδύασαν και τα δύο ταύτα χαρακτηριστικά και ώρισαν ότι η ψυχή είναι αριθμός κινών εαυτόν.

9. Διαφωνούσιν όμως οι φιλόσοφοι ούτοι περί των αρχών ποίαι και πόσαι είναι αυταί. Μάλιστα οι θεωρούντες αυτάς σωματικάς διαφωνούσι προς τους θεωρούντας αυτάς ασωμάτους• προς τούτους δε διαφωνούσιν εκείνοι, οίτινες συνεδύασαν ταύτα και είπον ότι αι αρχαί είναι εξ αμφοτέρων (σωματικαί και ασώματοι).

10. Διαφωνούσι δε και περί του πλήθους των αρχών (στοιχείων)• οι μεν λέγουσιν ότι είναι μία αρχή, οι δε ότι είναι περισσότεραι, συμφώνως δε με ταύτα εξηγούσι την ψυχήν. Προσέτι δε παρεδέχθησαν, ουχί άνευ λόγου, ότι το να παράγωσι κίνησιν είναι αυτή η φύσις των πρώτων αιτιών.

11. Όθεν τινές εδόξασαν ότι πυρ είναι η ψυχή• διότι το πυρ και μικρότατα έχει τα μέρη και είναι εκ πάντων των στοιχείων το μάλλον ασώματον, προσέτι δε είναι αυτοκίνητον και κινεί τα άλλα πρώτον αυτό.

12. O Δημόκριτος δε σαφέστερον εξηγήθη ειπών την αιτίαν εκάστου των δύο τούτων χαρακτηριστικών {25}. Είπε δηλ. ότι ψυχή και νους είναι το αυτό, διότι η ψυχή είναι εν εκ των πρώτων και αδιαιρέτων σωμάτων, και κινεί ένεκα της σμικρότητος των μερών αυτής και ένεκα του σχήματός της• ευκινητότατον δε εκ των σχημάτων έλεγεν ότι είναι το σφαιροειδές, και ότι τοιούτον έχει το σχήμα ο νους και το πυρ.

13. O Αναξαγόρας μεν φαίνεται ότι άλλο θεωρεί την ψυχήν και άλλο το σώμα, ως είπομεν και πρότερον μεταχειρίζεται όμως και τα δύο ως μίαν μόνην φύσιν, πλην ότι τον νουν θέτει προ παντός άλλου ως αρχήν πάντων των πραγμάτων. Ούτω λέγει ότι εκ των όντων μόνος ο νους είναι απλούς και αμιγής και καθαρός• αποδίδει όμως εις μίαν και την αυτήν αρχήν αμφότερα, και το γινώσκειν και το κινείν, διότι λέγει ότι ο νους εκίνησε το παν.

14. Φαίνεται δε ότι και ο Θαλής, εξ όσων αναφέρουσι περί αυτού, υπέλαβεν ότι η ψυχή είναι κινητικόν τι, εάν αληθώς έλεγεν ότι η μαγνήτις λίθος έχει ψυχήν, διότι κινεί τον σίδηρον.

15. Διογένης δε ο Απολλωνιάτης έλεγε, καθώς και άλλοι τινές, ότι η ψυχή είναι αήρ, διότι επίστευσεν ότι εκ πάντων των σωμάτων ο αήρ έχει τα σμικρότατα μέρη και είναι η αρχή πάντων. Και διά τούτο η ψυχή και γινώσκει και κινεί, και καθ' όσον μεν είναι αιτία πρώτη και εκ ταύτης προέρχονται τα λοιπά, γινώσκει τα πράγματα, καθ' όσον δε έχει τα μέρη σμικρότατα, είναι κινητική.

16. Και ο Ηράκλειτος δε έλεγεν, ότι η ψυχή είναι η πρώτη αρχή, διότι παρεδέχετο ότι η ψυχή είναι η αναθυμίασις, εκ της οποίας ούτος συνιστά τα άλλα, και προσέτι ότι η ψυχή είναι το μάλλον ασώματον ον και εν αδιαλείπτω ροή, και ότι το κινούμενον γινώσκεται υπό του κινουμένου. Εφρόνει δε και εκείνος όπως και άλλοι πολλοί, ότι τα όντα είναι εν κινήσει.

17. Ομοίως δε προς τούτους φαίνεται ότι και ο Αλκμαίων εδόξαζε περί ψυχής• λέγει δηλ. ότι αυτή είναι αθάνατος, διότι ομοιάζει με τους αθανάτους• έχει δε το χαρακτηριστικόν τούτο, διότι πάντοτε κινείται• κινούνται δε και πάντα τα θεία αιωνίως, η σελήνη, ο ήλιος, οι αστέρες και ο ουρανός όλος.

18. Άλλοι δε, παχυλωτέρας έχοντες δοξασίας, είπον ότι και ύδωρ είναι η ψυχή, καθώς ο Ίππων. Φαίνονται δε ότι επείσθησαν περί τούτου εκ του ζωικού σπέρματος, διότι εις πάντα τα όντα το σπέρμα είναι υγρόν• διό και μέμφεται τους λέγοντας ότι αίμα είναι η ψυχή, διότι η γονή δεν είναι αίμα, αυτή δε (το σπέρμα) είναι η πρώτη (η στοιχειώδης) ψυχή.

19. Άλλοι όμως, καθώς ο Κριτίας, λέγουσιν ότι η ψυχή είναι το αίμα, διότι παραδέχονται ότι το οικειότατον χαρακτηριστικόν της ψυχής είναι η αίσθησις, ήτις υπάρχει εις την ψυχήν εξ αιτίας της φύσεως του αίματος. Ούτω πάντα τα στοιχεία έλαβον κριτάς (ψήφους) πλην της γης, την οποίαν ουδείς ανεκήρυξεν ως αρχήν της ψυχής, εκτός εάν τις είπεν ότι η ψυχή συνίσταται εκ πάντων των στοιχείων {26} ή ότι είναι πάντα τα στοιχεία.

20. Ορίζουσιν ούτοι πάντες την ψυχήν ούτως ειπείν διά τριών γνωρισμάτων, ήτοι της κινήσεως, της αισθήσεως και της αϋλότητος {27}, έκαστον δε εκ τούτων αναφέρεται πάλιν εις τας στοιχειώδεις αρχάς. Διά τούτο και οι ορίζοντες την ψυχήν διά του γνωστικού υπολαμβάνουσιν, ότι αυτή είναι ή στοιχείον ή αποτελείται εκ των στοιχείων, και πάντες λέγουσιν όμοια προς αλλήλους πλην ενός {28}, διότι ισχυρίζονται ότι το όμοιον γνωρίζεται διά του ομοίου• και επειδή η ψυχή γινώσκει πάντα, διά τούτο συνιστώσιν αυτήν εκ πασών των αρχών (των στοιχείων).

21. Όσοι λοιπόν {29} λέγουσιν ότι μία μόνη υπάρχει αίτια και έν στοιχείον, ούτοι ισχυρίζονται, ότι και η ψυχή είναι έν στοιχείον, λ. χ. πυρ ή αήρ. Οι δε παραδεχόμενοι περισσοτέρας αρχάς, ούτοι λέγουσιν, ότι η ψυχή είναι πολλαπλή.

22. Μόνος δε ο Αναξαγόρας λέγει, ότι ο νους είναι απαθής και ουδέν κοινόν έχει με τα άλλα πάντα. Αλλά, εάν τοιούτος είναι ο νους, πώς δύναται να γνωρίζη και διά ποίαν αιτίαν, ούτε ο Αναξαγόρας είπεν ούτε εξ όσων έγραψεν είναι φανερόν. Όσοι δε παραδέχονται {30} αντιθέσεις μεταξύ των αρχών, ούτοι και την ψυχήν συνιστώσιν εκ των αντιθέτων• οι δε παραδεχόμενοι {31} το έν εκ των εναντίων, λ.χ. ή θερμόν ή ψυχρόν ή τοιούτον τι άλλο, ούτοι ισχυρίζονται ότι και η ψυχή είναι ομοίως έν εκ τούτων. Διά τούτο τινές παρακολουθούσι και την παραγωγήν των λέξεων και οι μεν λέγοντες ότι η ψυχή είναι το θερμόν, ισχυρίζονται ότι διά τούτο (διά το ζέειν) ωνομάσθη ζωή, οι δε λέγοντες ότι είναι το ψυχρόν, ισχυρίζονται ότι διά την αναπνοήν και την εκ ταύτης ψύξιν εκλήθη ψυχή.

Ταύτα είναι λοιπόν τα περί της ψυχής παραδοθέντα υπό των προγενεστέρων, και ούτοι οι λόγοι δι' ους τοιαύτα είπον.

*** {18} Αύτη είναι η αρχή των σοφιστών και ιδία του Πρωταγόρα.

{19} O Όμηρος δήλα δη υπελάμβανεν ως ταυτόν τον νουν και την ψυχήν.

{20} Διότι άλλοτε διακρίνει και άλλοτε συγχέει νουν και ψυχήν.

{21} Ουχί εκ των τεσσάρων στοιχείων, αλλ' «εκ της αμερίστου φύσεως και αΰλου και ασωμάτου και εκ της σωματικής και μεριστής μέση μεταξύ αυτών συνεκράθη η ψυχή» λέγει ο Πλάτων εν τω Τιμαίω.

{22} Άγνωστον είναι τοιούτον σύγγραμμα• ίσως εννοεί την προφορικήν διδασκαλίαν του Πλάτωνος.

{23} Το μήκος έχει μίαν διεύθυνσιν, το πλάτος δύο, και το βάθος τρεις διευθύνσεις.

{24} O Ξενοκράτης, ο οποίος διεδέχθη τον Σπεύσιππον ως σχολάρχης της Ακαδημίας.

{25} Ότι κινεί εαυτήν και κινεί τα άλλα.

{26} Επομένως και εκ της γης.

{27} Προηγουμένως είπε μόνα τα δύο πρώτα, τώρα προσθέτει και το ασώματον.

{28} Πιθανώς πλην του Αναξαγόρα.

{29} Ως οι Ίωνες φιλόσοφοι.

{30} Οι Πυθαγορικοί, οίτινες έλεγον, ότι η ψυχή είναι αρμονία εναντίων.

{31} O Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, ο Ίππων, και ίσως ο πυθαγορίζων Αλκμαίων. ***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

&Αναίρεσις των λεγόντων ότι η κίνησις είναι η ουσία της ψυχής.— Διαίρεσις της κινήσεως εις αυτοκινησίαν και ετεροκινησίαν. — Αναίρεσις δόξης Δημοκρίτου—και των θεωριών του Τιμαίου. —Πάσαι αι θεωρίαι περί ψυχής έχουσι το ελάττωμα ότι δεν εξετάζουσιν και το σώμα.&

1. Πρέπει νυν να εξετάσωμεν πρώτον τα περί της κινήσεως λεχθέντα. Διότι ίσως όχι μόνον είναι ψεύδος το ότι η ουσία της ψυχής είναι τοιαύτη, όπως ισχυρίζονται {32} οι λέγοντες, ότι η ψυχή είναι το κινούν εαυτό ή το δυνάμενον να κινή εαυτό, αλλ' είναι των αδυνάτων να έχη κίνησιν {33}

2. Ότι λοιπόν δεν είναι αναγκαίον το κινούν να κινήται και αυτό, απεδείχθη πρότερον {34}. Επειδή δε κατά δύο τρόπους δύναται παν πράγμα να κινήται, δηλαδή ή υπ' άλλου (καθ' έτερον), ή υφ' εαυτού (καθ' εαυτό), καθ' έτερον λέγοντες εννοούμεν ότι πράγμα τι κινείται, διότι ευρίσκεται εντός άλλου κινουμένου, ως π.χ. οι επιβάται του πλοίου, οίτινες βεβαίως δεν κινούνται ομοίως, όπως κινείται το πλοίον διότι τούτο μεν κινείται καθ' εαυτό, οι δε πλέοντες κινούνται μόνον διότι είναι εντός του κινουμένου. Τούτο δ' είναι φανερόν και εις τα μέλη του σώματος• η βάδισις δηλ. είναι οικεία κίνησις των ποδών, αυτή δε είναι συνάμα και κίνησις του ανθρώπου, αλλ' όμως τώρα δεν είναι οικεία κίνησις των επιβατών. Επειδή λοιπόν κατά δύο τρόπους λέγεται η κίνησις, τώρα ας εξετάσωμεν αν η ψυχή κινείται καθ' εαυτήν ή μόνον μετέχει της κινήσεως {Σημ 15}.

3. Επειδή δε τέσσαρες είναι αι κινήσεις, τοπική κίνησις, μεταβολή, ελάττωσις και αύξησις {35}, η ψυχή δυνατόν να κινήται ή κατά μίαν τούτων των κινήσεων ή κατά περισσοτέρας ή κατά πάσας. Και αν κινήται ουχί κατά συμβεβηκός (καθ' έτερον), η κίνησις θα υπάρχη εκ φύσεως εις αυτήν• και αν η κίνησις είναι φυσική εις αυτήν, έχει και οικείον τόπον, διότι πάσαι αι ειρημέναι κινήσεις γίνονται εν τόπω. Εάν δε η ουσία της ψυχής είναι το να κινή εαυτήν, η κίνησις θα υπάρχη εις αυτήν ουχί κατά συμβεβηκός, καθώς υπάρχει λ.χ. εις την λευκότητα ή εις μήκος τριών πήχεων• διότι και ταύτα κινούνται, αλλά κατά συμβεβηκός, ήτοι το σώμα, εν τω οποίω υπάρχουσιν, αυτό κινείται. Διά τούτο και δεν υπάρχει τόπος τούτων (των συμβεβηκότων), της ψυχής όμως θα υπάρχη τόπος, εάν εκ φύσεως κινήται {36}.

4. Προσέτι δε εάν φύσει κινήται, δύναται και διά της βίας να κινήται• και αν διά της βίας τότε και εκ φύσεως {37}. Ταύτα λέγομεν και περί ηρεμίας. Διότι εις ταύτην την κατάστασιν, εις την οποίαν κινείται τι εκ φύσεως, εις ταύτην φθάνον ομοίως ηρεμεί εκ φύσεως, ομοίως δε και εις ην θέσιν κινείται διά βίας, εκεί και ηρεμεί διά της βίας. Ποίαι δε είναι αι βεβιασμέναι της ψυχής κινήσεις και ηρεμίαι, δεν είναι εύκολον να είπωμεν ουδέ κατ' εικασίαν, εάν θέλωμεν {38}.

5. Προσέτι δε, εάν η ψυχή κινήται άνω, είναι πυρ, εάν δε κάτω, είναι γη, διότι των σωμάτων τούτων αυταί είναι αι κινήσεις.

6. O αυτός δε συλλογισμός ισχύει και περί των διαμέσων κινήσεων (εμπρός, οπίσω κ. λ.). Προσέτι, επειδή η ψυχή φαίνεται ότι κινεί το σώμα, εύλογον είναι να δίδη αυτώ τας κινήσεις, τας οποίας και αυτή κάμνει• και αν τούτο είναι αληθές, θα είναι αληθές, και αν είπωμεν αντιστρόφως, ότι τας κινήσεις τας οποίας ποιεί το σώμα, ταύτας κινείται και αυτή. Αλλά το σώμα κινείται κατά τόπον, άρα και η ψυχή μεταβάλλει τόπον ως το σώμα, μετατιθεμένη ή όλη ή κατά μέρη. Και αν τούτο είναι δυνατόν, τότε δύναται και εξελθούσα να εισέλθη πάλιν εις το σώμα. Εκ τούτου δε έπεται το αδύνατον ότι τα αποθανόντα ζώα δύνανται να ανίστανται.

7. Την δε κατά συμβεβηκός κίνησιν {39} η ψυχή θα ηδύνατο και να δεχθή υπ' άλλου• διότι το ζώον δύναται να σπρωχθή διά της βίας. Αλλά δεν είναι ανάγκη εκείνο, όπερ έχει την αυτοκινησίαν εν τη ουσία του, να κινήται υπ' άλλου, ει μη μόνον κατά συμβεβηκός, όπως ουδέ το καθ' αυτό και δι' εαυτό αγαθόν είναι, αγαθόν δι' άλλο και χάριν άλλου. Η δε ψυχή δύναταί τις να είπη ότι, αν κινήται υπό τινος, προ πάντων υπό των αισθητών κινείται.

8. Αλλ' όμως, και αν η ψυχή κινή αυτή εαυτήν, και αυτή πρέπει να κινήται• και αν πάσα κίνησις είναι ως μία μετάστασις του κινουμένου, καθ' όσον κινείται, και η ψυχή πρέπει να μεθίσταται εκ της ουσίας της, εκτός εάν κατά συμβεβηκός κινή εαυτήν, αλλά η αυτοκινησία ανήκει εις αυτήν την ουσίαν της ψυχής.

9. Τινές δε λέγουσι και ότι η ψυχή κινεί ούτω το σώμα, εν τω οποίω είναι, όπως και αυτή κινείται {40}. Ούτως ο Δημόκριτος λέγει όμοια σχεδόν με τον Φίλιππον τον κωμωδοδιδάσκαλον, όστις έλεγεν ότι ο Δαίδαλος κατεσκεύασε ξυλίνην Αφροδίτην κινουμένην, εγχύσας χυτόν άργυρον (υδράργυρον). Και ο Δημόκριτος λέγει ομοίως ότι αι αδιαίρετοι σφαίραι (τα άτομα) κινούμεναι, διότι εκ φύσεως ουδέποτε μένουσιν ακίνητοι, συνεφέλκουσι και κινούσι πάντα τα σώματα. Αλλ' ημείς θα ερωτήσωμεν αυτόν, αν και ηρεμίαν παράγουσιν αυταί. Αλλά πώς θα την παραγάγωσιν, είναι δύσκολον ή μάλλον αδύνατον να ειπή {41}. Ουδόλως λοιπόν φαίνεται ότι η ψυχή κινεί τοιουτοτρόπως (σωματικώς) το ζώον, αλλά διά θελήσεώς τινος και νοήσεως κινεί αυτό.

10. Κατά τον αυτόν δε τρόπον όπως ο Δημόκριτος και ο Τιμαίος φυσικώς εξηγεί, πώς η ψυχή κινεί το σώμα• λέγει δηλ. ότι κινουμένη αυτή κινεί και το σώμα, μεθ' ου είναι συνδεδεμένη. Διότι λέγουν ότι είναι συντεθειμένη εκ των στοιχείων και διηρημένη κατά τους αρμονικούς αριθμούς, ίνα έχη έμφυτον το αίσθημα της αρμονίας και ίνα όλη εκτελή κινήσεις αρμονικάς, την ευθείαν γραμμήν ο Τίμαιος έκαμψεν εις κύκλον, και διαιρέσας τον ένα κύκλον εις δύο κύκλους κατά δύο σημεία ηνωμένους, πάλιν τον ένα διήρεσεν εις επτά κύκλους, διότι ενόμιζεν ότι αι κινήσεις (αι τροχιαί) του ουρανού είναι αυταί της ψυχής αι κινήσεις.