Περί Ψυχής

Part 10

Chapter 10 145 words Public domain Markdown

12. Τούτο {264} δε συμβαίνει διά τους εξής λόγους. Το αίσθημα των πραγμάτων, τα οποία ιδιάζουσιν εις εκάστην των αισθήσεων, είναι αληθές ή έχει ολίγιστον το ψεύδος. Δεύτερον το αίσθημα δύναται να αναφέρηται εις το συμβεβηκός, και τότε δύναται να ψεύδηται (να πλανάται). Ότι π.χ. πράγμα τι είναι λευκόν αληθεύει, αν όμως προστεθή, ότι το λευκόν αντικείμενον είναι τούτο ή άλλο τι πράγμα, γεννάται απάτη. Τρίτον πλάνη γεννάται επί των κοινών ιδιοτήτων εις πάσας τας αισθήσεις και επί εκείνων τα οποία επακολουθούσιν εις τα συμβεβηκότα, εν οις περιέρχονται ιδιαίτεραι ιδιότητες, εννοώ π.χ. κίνησιν και μέγεθος, τα οποία είναι συμβεβηκότα των αισθητών αντικειμένων, και ως προς τα οποία προ πάντων είναι δυνατόν να απατηθή τις υπό της αισθήσεως.

13. Αλλ' η κίνησις η γινομένη υπό της ενεργείας της αισθήσεως θα διαφέρη κατά τα τρία ταύτα είδη αισθήσεως (τα εξής). Η μεν πρώτη κίνησις η προερχομένη εκ της αισθήσεως {265} παρούσης είναι αληθής• αι δε άλλαι δύο, είτε παρόν είναι το αισθητόν είτε όχι, δύνανται να είναι ψευδείς, αλλά μάλιστα όταν το αισθητόν είναι μακράν. Εάν λοιπόν η φαντασία ουδέν άλλο περιέχη παρά τα ειρημένα, και αν είναι αύτη ό,τι ελέχθη, δύναται να ορισθή, ότι η φαντασία είναι κίνησις γινομένη (εν τη ψυχή) υπό της ενεργεία αισθήσεως.

14. Επειδή δε η όψις είναι η κατ' εξοχήν αίσθησις, διό η φαντασία έλαβε το όνομά της εκ του φάους (φωτός), διότι είναι αδύνατον να ίδωμεν άνευ φωτός.

15. Και επειδή αι εικόνες της φαντασίας εμμένουσιν (εν τη ψυχή) και είναι όμοιαι με τα αισθήματα, πολλά ένεκεν αυτών πράττουσι τα ζώα, άλλα μεν διότι δεν έχουσι νουν, π.χ. τα κατώτερα ζώα, άλλα δε, ως οι άνθρωποι, διότι ενίοτε επισκοτίζεται ο νους αυτών υπό του πάθους, ή των νόσων ή του ύπνου. Περί της φαντασίας λοιπόν τι είναι και διά τι είναι αύτη ας αρκέσωσι τα ειρημένα.{266}

*** {252} Ώφειλον να μη είπωσι μόνον πως η ψυχή γινώσκει, θίγουσα το όμοιον, αλλά και πως εξαπατάται.

{253} Επειδή τα εναντία είναι αχώριστα, ο γινώσκων το έν αυτών γινώσκει και το άλλο, και ο απατώμενος περί του ενός απατάται και περί του άλλου.

{254} Οι άνθρωποι μόνοι και εκ τούτων ουχί πάντες έχουσι νόησιν.

{255} Του νοείν είδη είναι α') φρόνησις, όταν έχη αντικείμενον πρακτικόν σκοπόν• β') επιστήμη, όταν η νόησις είναι θεωρητική και το συμπέρασμα αποδεικτόν• γ') δόξα αληθής, όταν το συμπέρασμα (η κρίσις) είναι αληθές, αλλά δεν προκύπτει δι' επιστημονικής πορείας ή δεν είναι αποδεικτόν.

{256} Υπόληψιν λέγει ο Αριστοτέλης. Είδη της υπολήψεως είναι επιστήμη, δόξα, φρόνησις και τα εναντία αυτών.

{257} Να φέρωμεν κρίσιν επί αντιλήψεως.

{258} Η φαντασία είναι ελευθέρα εις την μόρφωσιν εικόνων, η κρίσις όμως δεν είναι αυθαίρετος. Δι' ο η κρίσις είναι αναγκαίως αληθής ή ψευδής, οφείλει δε να είναι αληθής.

{259} Δεν υπάρχει δύναμις, διότι βλέπομεν υπνώττοντες την εικόνα, αλλ' ούτε και ενεργεία όψις υπάρχει, διότι κοιμώμεθα.

{260} Αναιρεί την διδασκαλίαν του Πλάτωνος, λέγοντος ότι, όταν αισθανώμεθά τι και προσέτι έχωμεν την δόξαν ότι τούτο ούτως έχει, τότε αυτό είναι η φαντασία.

{261} Πρέπει άρα η αίσθησις και η δόξα να συμφωνώσι και να μη αντιμάχωνται, ίνα ενωθώσι και αποτελέσωσι την φαντασίαν, αλλ' αν η μία αληθεύη και η άλλη ψεύδηται, ως εν τω παρατιθεμένω παραδείγματι του ηλίου, αδύνατον να συμπλακώσιν εις μίαν φαντασίαν.

{262} Όπερ αδύνατον.

{263} Ανάγκη ή να αποβάλη τις την αληθινήν δόξαν περί ηλίου, ή φυλάττων αυτήν να αμελή της αισθήσεως. Αλλά είναι αδύνατον να αποβάλη την δόξαν, ενώ και το πράγμα δεν μετεβλήθη, αλλά διατηρείται και αυτό ομοίως, ως και ο δοξάζων• ούτε πάλιν φυλάττων την δόξαν δύναται να πιστεύη εις την φαντασίαν, ότι είναι ποδιαίος ο ήλιος.

{264} Το να είναι αληθής ή ψευδής η φαντασία.

{265} Της αντιλήψεως των ιδιαζόντων εις έκαστον, ως λ.χ. το φως είναι ίδιον της όψεως.

{266} Τα στάδια της γνώσεως είναι τρία: Πρώτον είναι η αίσθησις, δεύτερον η φαντασία, η δύναμις της χρήσεως εικόνων απόντων αντικειμένων, και τρίτον ο νους. Η φαντασία προϋποθέτει αναγκαίως την αίσθησιν και ο νους την φαντασίαν. Η αίσθησις χορηγεί εις την ψυχήν πληθύν εντυπώσεων και εικόνων του εξωτερικού κόσμου, και αναφέρεται εις παρόν αντικείμενον. Η φαντασία είναι η δύναμις του φυλάττειν και αναπλάττειν τας εντυπώσεις και τας εικόνας, όταν τα αντικείμενα δεν είναι παρόντα. Είναι δε φανερόν, ότι άνευ της φαντασίας ούτε μνήμη ούτε νόησις δύνανται να λειτουργήσωσιν. Η λέξις φαντασία δηλοί και την δύναμιν και το φάντασμα, ήτοι την εσωτερικήν εικόνα απόντος αισθητού αντικειμένου. Προσέτι δηλοί και την εμφάνειαν και το ψευδές φάσμα. Η πιστή εικών του πραγματικού είναι τόσον αληθής, όσον και το αίσθημα. Ούτως η φαντασία παρέχει εικόνα και φως εντός της ψυχής. Είναι δε διττή, φαντασία αισθητική, ήτοι αναπλαστική των εικόνων του πραγματικού κόσμου, και φαντασία λογιστική, ήτοι πλαστική ή δημιουργική, ήτις ανήκει μόνον εις τον άνθρωπον, ενώ την πρώτην έχουσι και τα κτήνη.

Η φαντασία, ως δύναμις δεχόμενη ή τηρούσα τας εικόνας, είναι η πηγή της μνήμης και της αναμνήσεως. —Φαντασία και μνήμη διαφέρουσι κατά δύο τινά• α') η μνήμη θεωρεί το φάντασμα ως εικόνα, ως αντίτυπον πράγματίς τινος, ενώ η φαντασία θεωρεί αυτό απλώς ως εικόνα, β') η μνήμη θεωρεί ότι το πράγμα, ου αντίτυπον είναι το φάντασμα, έχομεν ίδει ή μάθει, αναγνωρίζομεν αυτό ως μέρος παρελθούσης εμπειρίας.— Ανάμνησις είναι η βεβουλευμένη και συνειδητή αναπόλησις της εικόνος, εξαρτάται δε εκ του αρχικού συνειρμού των κινήσεων ή των στοιχείων. Δυνάμει του συνειρμού τούτου μία εικών αναπλάττεται υπ' άλλης πρότερον συνδεθείσης μετ' αυτής. Οι νόμοι αυτού είναι 1) ο του ομοίου, 2) ο του εναντίου, 3) ο του σύνεγγυς ή συνεχομένου. Η δημιουργική φαντασία πλάττει εικόνας, αίτινες δεν αντιστοιχούσι προς παρελθούσας εμπειρίας ή αισθήσεις, αλλ' έχουσι μόνον ιδανικήν ή υποκειμενικήν ύπαρξιν. Τοιαύται εικόνες είναι και αι φαντασίαι καθ' ύπνους και εν παραφροσύνη, αλλά και αι της καλλιτεχνίας κλπ. Η φαντασία αύτη χορηγεί εις τον νουν γενικάς εικόνας προς σχηματισμόν γενικών εννοιών. ***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'

&Περί του νου. — Αναφοραί νου και αισθήσεως.— O νους είναι προς τα νοητά ό,τι η αίσθησις προς τα αισθητά = δεκτικός ειδών. Αλλ' ο νους είναι απαθής και χωριστός των αισθητών. — Διαφοραί νου και αισθήσεως.— Λίαν σφοδρά αίσθησις δεν είναι αντιληπτή, όσω όμως μάλλον νοητόν το αντικείμενον, τόσω μάλλον καταληπτόν υπό του νου.— O νους δυνάμει είναι τα νοητά.— O νους δύναται να νοή εαυτόν. {267}

1. Περί δε του μέρους της ψυχής, διά του οποίου αύτη γινώσκει και διανοείται, είτε το μέρος τούτο είναι χωριστόν {268} είτε δεν είναι χωριστόν κατά μέγεθος (πραγματικώς) αλλά κατά λόγον (υπό της νοήσεως), ανάγκη να εξετάσωμεν τι έχει ως διακριτικόν {269} γνώρισμα και πώς γίνεται η νόησις.

2. Αν η νόησις είναι καθώς η αίσθησις, ή είναι πάθος τι {270} όπερ ενεργεί το νοητόν αντικείμενον, ή είναι άλλο τι τοιούτον.

3. Πρέπει λοιπόν να είναι απαθής μεν {271}, ικανή όμως να δέχηται το είδος (των ιδίων αντικειμένων) και δυνάμει να είναι όμοια (με το πράγμα) αλλ' ουχί αυτό το πράγμα, και όπως η αίσθησις είναι προς τα αισθητά, τοιαύτην σχέσιν πρέπει και ο νους να έχη προς τα νοητά. Αναγκαίως άρα ο νους, επειδή νοεί πάντα τα όντα, είναι αμιγής (χωριστός από τα όντα), καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, ίνα δεσπόζη, τούτ' έστιν ίνα γνωρίζη αυτά. Διότι ο νους εμποδίζει και αποκλείει παν στοιχείον, όπερ είναι ξένον και συνεμφανίζεται, ώστε η φύσις αυτού ουδεμία άλλη είναι ειμή αύτη, ότι δηλ. είναι δύναμις ή δυνατός (να περιλάβη τας φύσεις και τα είδη πάντων των άλλων). Άρα ο ονομαζόμενος νους της ψυχής (λέγω δε νουν εκείνο δι' ου η ψυχή διανοείται και πλάττει συλλήψεις) δεν είναι ενεργεία ουδέν εκ των όντων, πριν να νοήση αυτό {272}.

4. Διά τούτο δεν είναι εύλογον (να δεχθώμεν) ότι είναι μεμιγμένος με το σώμα {273}, διότι άλλως θα ελάμβανε ποιότητά τινα, θα εγίνετο ψυχρός ή θερμός (ως σώμα) ή θα ήτο όργανόν τι, όμοιον με αισθητήριον. Αλλ' ουδέν τοιούτον είναι ο νους. Και ορθώς λέγουσιν {274} ότι η ψυχή είναι τόπος των ειδών, πλην ούτε ολόκληρος η ψυχή είναι τοιαύτη, αλλά μόνον η νοητική ψυχή, ούτε είναι εντελέχεια τα είδη (αι ιδέαι), αλλά δυνάμει {275}.

5. Είναι δε φανερόν και εκ των αισθητηρίων και εκ της αισθήσεως, ότι δεν είναι όμοιαι η απάθεια του αισθητικού μέρους της ψυχής και η του νοητικού. Διότι η μεν αίσθησις δεν δύναται να αισθάνηται το αισθητόν, όταν τούτο ενεργή σφοδρώς, λ.χ. ούτε ήχον ακούει, όταν ηχώσι μεγάλοι ήχοι, ούτε χρώματα βλέπει, όταν είναι λίαν ζωηρά, ούτε οσμάς αισθάνεται, όταν είναι λίαν δυναταί. Αλλ' ο νους, όταν νοήση τι σφοδρά νοητόν (βαθύ νόημα), ουχί ολιγώτερον, αλλά περισσότερον νοεί τας μικροτέρας λεπτομέρειας. Διότι η μεν αισθητική δύναμις δεν υπάρχει άνευ του σώματος, ο δε νους είναι χωριστός από του σώματος {276}.

6. Όταν δε ο νους νοών γείνη έκαστον των νοητών ούτως, όπως λέγεται επιστήμων ο κατ' ενέργειαν επιστήμων {277}, τούτο δε συμβαίνει, όταν δύναται ούτος να ενεργή {278} δι' εαυτού μόνου, είναι μεν ο νους και τότε κατά τινα τρόπον δυνάμει, αλλ' όχι ομοίως, όπως πριν να μάθη ή εύρη το αντικείμενον {279}, διότι αυτός ούτος τότε δύναται να νοή εαυτόν {280}.

7. Επειδή δε άλλο είναι αισθητόν τι μέγεθος και άλλο το είδος, η ουσία του μεγέθους, άλλο ύδωρ τι αισθητόν και άλλο το είδος (η φύσις) του ύδατος• ομοίως δε και εις πολλά άλλα (αλλ' ουχί εις πάντα, διότι είς τινα είναι τα αυτά), το είδος της σαρκός και την αισθητήν σάρκα η ψυχή κρίνει ή δι' άλλου μέρους έκαστον χωριστά ή διά του αυτού, άλλως όμως έχοντος {281}. Διότι η μεν σαρξ αύτη δεν υπάρχει άνευ της ύλης {282}, αλλά, όπως η σιμότης (της ρινός) {283}, είναι τούτο το μερικόν πράγμα εις τούτο το πράγμα. Διά της αισθήσεως λοιπόν η ψυχή διακρίνει το θερμόν και το ψυχρόν και εκείνας τας ποιότητας, των οποίων αναφορά και ένωσις είναι η σαρξ. Την έννοιαν (φύσιν) όμως της σαρκός κρίνει η δι' άλλης δυνάμεως, ήτις είναι διάφορος και χωριστή {284} ή όπως κεκλασμένη γραμμή {Σημ 29} αναφέρεται προς εαυτήν, όταν εκταθή.

8. Το ευθύ {285} θεωρούμεν εις τα κατ' αφαίρεσιν όντα (τα μαθηματικά), όπως το σιμόν, διότι συνδέονται μετά της υλικής συνεχείας (του σώματος). Αλλ' ως προς την έννοιαν ή το είδός τινος, εάν είναι διάφορα η έννοια του ευθέος και το ευθύ πράγμα (και είναι όντως δύο πράγματα), άλλη δύναμις κρίνει αυτήν. Η ψυχή λοιπόν κρίνει εις τας δύο περιπτώσεις δι' άλλης δυνάμεως ή διά μιας διαφοροτρόπως διακειμένης. Και εν γένει, όπως υπάρχουσι πράγματα χωριστά (αφηρημένα) από της ύλης, ούτως είναι και τα του νου.

9. Δύναταί τις να ερωτήση: αν ο νους είναι απλούς και απαθής και ουδέν κοινόν έχη με οιονδήποτε άλλο πράγμα, καθώς λέγει ο Αναξαγόρας, πώς δύναται να νοή, αν η νόησις (το νοείν) είναι πάθος (πάσχειν) τι; Διότι μόνον καθ' όσον υπάρχει κοινόν τι μεταξύ δύο τινών φαίνονται, ότι το μεν ποιεί, το δ' άλλο πάσχει {286}.

10. Προσέτι ερωτάται, αν ο νους είναι και αυτός νοητός (αντικείμενον νοήσεως). Εάν είναι νοητός, τότε ή θα υπάρχη εις τα άλλα πράγματα {287}, εκτός εάν είναι νοητός κατά τρόπον διάφορον αυτών και το νοητόν αντικείμενον είναι έν μόνον πράγμα κατά το είδος,—ή άλλως ο νους έχει μικτήν τινα σύνθεσιν {288}, η οποία τον καθίστα νοητόν, όπως τα άλλα πράγματα {289}.

11. Αλλά «το μεν πάσχειν κατ' αναφοράν {290} προς κοινόν στοιχείον» έχει ανωτέρω διακριθή και ορισθή, ότι ο νους είναι τρόπον τινά δυνάμει τα νοητά, αλλά πριν να νοήση δεν είναι ουδέν εντελεχώς, και ούτω πρέπει να συμβαίνη, όπως εις πινάκιον, εις το οποίον τίποτε δεν υπάρχει πραγματικώς γεγραμμένον. Και τούτο ακριβώς συμβαίνει εις τον νουν {291}.

12. Και αυτός είναι αντικείμενον νοήσεως (νοητός) καθώς τα άλλα νοητά πράγματα {292}. Διότι εις τα άυλα ταύτα όντα το νουν ον και το νοούμενον είναι το αυτό πράγμα. Η θεωρητική επιστήμη {293} και το ούτως γινωσκόμενον αντικείμενον είναι έν και το αυτό. Ανάγκη όμως να εξετασθή διά τίνα αιτίαν δεν νοεί πάντοτε {294}. Αλλ' εις τα πράγματα τα έχοντα ύλην έκαστον αυτών είναι μόνον δυνάμει νοητόν {295}, ώστε εις ταύτα μεν δεν είναι στοιχείον ο νους {296}, διότι ο νους είναι δύναμις των πραγμάτων τούτων άνευ της ύλης των, ενώ εις αυτόν τον νουν υπάρχει το αντικείμενον της νοήσεως {297}.

*** {267} Το παρόν κεφάλαιον είναι το σπουδαιότερον της όλης συγγραφής.

{268} Κατά τόπον.

{269} Από των άλλων μερών της ψυχής.

{270} Ουχί κυρίως πάθημα, αλλά προαγωγή εκ δυνάμεως εις ενέργειαν και τελείωσιν.

{271} Ούτε να υφίσταται κυριολεκτικώς πάθος, ούτε να έχη ίδιον είδος, αλλά να είναι δυνάμει πάντα τα είδη.

{272} Ο νους μόνον αφού νοήση γίνεται ως τα πράγματα α νοεί, όπως και η αίσθησις γίνεται ως τα αισθητά, όταν αισθανθή αυτά.

{273} Μόνον σώμα μίγνυται με σώμα.

{274} O Πλάτων και η Ακαδημία.

{275} Μεταφορικώς λέγεται η ψυχή τόπος ειδών, ουχί όλη, αλλά μόνον η αισθητική και η νοητική δύναμις αυτής, και ουχί διότι η ψυχή περιέχει, αλλά διότι γίνεται τα νοητά και τα αισθητά. Ο νους όμως είναι δυνάμει τα νοητά (αι ιδέαι), ενεργεία δε νοών ταύτα νοεί εαυτόν.

{276} Δεν έχει όργανα ειδικά ως η αίσθησις, αλλά λειτουργεί ανεξάρτητος από του σώματος.

{277} O αμαθής είναι δυνάμει επιστήμων, έχει την δύναμιν να γείνη επιστήμων. Όταν όμως μάθη την επιστήμην, κατέχει (έξις) αυτήν, και είναι μεν και τότε δυνάμει, αλλ' όχι όπως πριν να μάθη. Όταν δε ενεργοποιή την επιστήμην ην έχει (λ.χ. ο ιατρός την ιατρικήν), τότε είναι ενεργεία ή εντελέχεια επιστήμων.

{278} Τότε δεν έχει ανάγκην διδασκαλίας, αλλ' εξ ιδίας ενεργείας νοεί τα πράγματα και εαυτόν.

{279} Πρότερον ήτο απλή δύναμις, πριν να νοήση ήτο μηδέν. Πριν να μάθη= διδαχθή. Πριν να εύρη=ανακαλύψη τι εξ ιδίας ενεργείας. {280} Ο νους νοήσας ήδη έγεινεν αυτά τα πράγματα, τα οποία νοεί, και τώρα νοών αυτά νοεί εαυτόν.

{281} Μία δύναμις διαφόρως διατιθεμένη, ήτοι υπό διαφόρους όρους δρώσα, δύναται να γινώσκη ότε μεν το αισθητόν, λ.χ. τούτο το ύδωρ, ότε δε το καθόλου, την ουσίαν και το είδος των πραγμάτων, το ύδωρ εν γένει. Αλλ' εις μεν τα φυσικά πράγματα η ύπαρξις του πράγματος και το είδος ή η έννοια αυτού είναι χωριστά, ενώ εις τα άυλα, τα νοητά, λ. χ. εις το άπειρον, τα δύο στοιχεία, είναι αχώριστα.

{282} Η σαρξ αύτη ην βλέπομεν ή εγγίζομεν, είναι αισθητή, καθ' όσον σύγκειται εξ υλικών στοιχείων.

{283} Η σιμότης δεν είναι άνευ της ρινός, διότι είναι μορφή αυτής.

{284} Λογικώς χωριστή, ο νους.

{285} λ.χ. η ευθεία γραμμή.

{286} Το κοινόν των δύο όρων είναι η αναφορά η ενούσα αυτούς, των οποίων ο πρώτος είναι ικανός να δρα επί του δευτέρου, ούτος δε να δέχηται την ενέργειαν του πρώτου, ων δυνάμει ό,τι είναι ο πρώτος ενεργεία.

{287} Τα νοητά. Ο νους νοών εαυτόν νοεί ή δι' εαυτού ή δι' άλλου. Εάν νοή δι' εαυτού, τότε νοών άλλα νοητά ανευρίσκει εαυτόν εις ταύτα, άτινα τότε γίνονται αυτά νωούντα άμα και νοητά.

{288} Εν η το έν είναι το νοούν και το άλλο είναι το νοούμενον.

{289} Τα οποία δεν είναι ο νους, αλλά νοούνται μόνον υπ' αυτού.

{290} Καθ' ην ο νους είναι δυνάμει ό,τι τα νοητά είναι ενεργεία.

{291} Αι τοιαύται μεταφοραί υλικών σχέσεων εις τα όλως νοητά δεν πρέπει να λαμβάνονται κατά γράμμα, άλλως γίνονται παραίτιαι παρεξηγήσεων. Ο νους είναι δύναμις άμα και ενέργεια, είναι μορφή άμα και περιεχόμενον.

{292} Αι έννοιαι του νου, τα καθ' όλου, και αι μαθηματικαί αφαιρέσεις.

{293} Ήτοι η νόησις, ήτις θεωρεί τα όλως νοητά και απηλλαγμένα παντός υλικού στοιχείου.

{294} Δεν νοεί συνεχώς (πάντοτε) ως ων απλή δύναμις.

{295} Το νοητόν υπάρχει μόνον δυνάμει εις τα υλικά όντα, ενεργεία δε υπάρχει μόνον εν τω νω.

{296} Δεν είναι υλικός ο νους.

{297} Η διάνοια λοιπόν είναι δυνάμει το περιεχόμενον του νοητού αντικειμένου, και ενεργούσα ταυτίζεται προς εαυτήν• αλλ' ο αυτοσυνειδώς νους είναι ουσιωδώς ενεργεία τοιούτος, αφού είναι πάντα εν εαυτώ. Ούτως ο Αριστοτέλης είναι καθαρός ιδεοκρατικός και ουχί εμπειρικός. Κακώς δε ενοήθη η παρομοίωσις του νου προς βιβλίον, εις το οποίον ουδέν ακόμη έχει γραφή. Η παθητικότης του νου σημαίνει μόνον την δύναμιν προ της ενεργείας. Ο νους δεν είναι βέβαια πράγμα τι αισθητόν, δεν έχει την παθητικότητα γραμματείου ή χάρτου αγράφου. Ο νους είναι α υ τ ή η ε ν έ ρ γ ε ι α, ήτις άρα δεν είναι εξωτερική προς αυτόν, ως συμβαίνει προς τον χάρτην. Η παρομοίωσις λοιπόν περιορίζεται μόνον εις τούτο: ότι η ψυχή περιεχόμενον έχει μόνον καθ' όσον πραγματικώς ενεργεί η νόησις. Η ψυχή είναι το άγραφον τούτο βιβλίον• τ. έ. Η ψυχή είναι δυνάμει πάντα, αλλά δεν είναι εν εαυτή η ολότης αύτη• είναι ως βιβλίον, όπερ περιέχει δυνάμει πάντα, αλλ' ουδέν ακόμη ενεργεία πριν ή ενεργηθή γραφή επ' αυτού. Προ της πραγματικής ενεργείας ουδέν αληθώς υπάρχει• αλλ' αυτός ο νους είναι νοητός, όπως τα νοητά εν γένει αντικείμενα, διότι εις το μη έχον ύλην (εις τον νουν) το νοούν (υποκείμενον) και το νοούμενον (αντικείμενον) είναι το αυτό. Η θεωρητική επιστήμη και το αντικείμενον αυτής, το επιστητόν, είναι το αυτό. Αλλ' εις το έχον ύλην η νόησις είναι μόνον δυνάμει, ούτως ώστε ο νους δεν ανήκει εις αυτό, διότι ο νους είναι δύναμις άνευ ύλης, αλλά το νοητόν υπάρχει εν αυτώ. Ο νους είναι πάντα τα νοητά εν εαυτώ• εν ω η φύσις περιέχει μεν την ιδέαν, είναι ν ο υ ς, αλλά μόνον εν δυνάμει, εν αυτή ο νους δεν γίνεται προς εαυτόν, δεν γινώσκει εαυτόν. O νους όμως δεν είναι υλικόν, αλλά το καθολικόν, η καθολική δύναμις άνευ ύλης και είναι ενεργεία μόνον όταν νοή. Εκ τούτων είναι φανερόν, ότι η παρομοίωση εξηγήθη όλως αντιθέτως προς τον νουν του Αριστοτέλους. (Έγελος Ιστορ. Φιλοσοφ. σελ. 387). ***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'

&Ο νους είναι διττός, ο μεν ως ύλη, ο δε το αίτιον. — O ποιητικός νους είναι απαθής και αθάνατος.— O παθητικός είναι φθαρτός, αναγκαίος όμως προς νόησιν.&

1. Όπως εις άπασαν την φύσιν υπάρχει αφ' ενός μεν η ύλη {298} εις έκαστον γένος όντων (και τούτο είναι ό,τι είναι δυνάμει πάντα ταύτα τα όντα), αφ' ετέρου δε το αίτιον και το ποιούν, διότι πάντα ποιεί (η αιτία), οποίαν σχέσιν η τέχνη έχει προς την ύλην ούτω πρέπει αναγκαίως να υπάρχωσιν εν τη ψυχή {299} αι δύο αύται διαφοραί. Και τοιούτος είναι ο νους, διότι αφ' ενός μεν {300} γίνεται πάντα τα πράγματα, αφ' ετέρου δε ποιεί πάντα ως έξις (ικανότης) τοιαύτη, οποία είναι το φως. Διότι και το φως τρόπον τινά τα δυνάμει όντα χρώματα ποιεί ενεργεία χρώματα {301}. Και ούτος ο νους είναι χωριστός {302} και απαθής και αμιγής (με άλλο) και κατά την ουσίαν του είναι ενέργεια.

2. Διότι πάντοτε το ποιούν είναι ανώτερον του πάσχοντος και η αρχή (το αίτιον) είναι ανωτέρα της ύλης. Η εν ενεργεία γνώσις είναι το αυτό με το αντικείμενόν της (το επιστητόν). Αλλ' η κατά δύναμιν επιστήμη είναι μεν χρονικώς προτέρα εν τω ατόμω {303}. Απολύτως όμως θεωρουμένη δεν είναι προτέρα χρονικώς. Δεν είναι όμως τοιούτος ο νους ώστε άλλοτε μεν νοεί, άλλοτε δε δεν νοεί {304}. Μόνον όταν χωρισθή ο νους, τότε μόνον είναι όντως ό,τι είναι, και ούτος μόνος είναι αθάνατος και αιώνιος. Δεν ενθυμούμεθα δε αυτόν, διότι ούτος είναι απαθής {305}. O παθητικός όμως νους είναι φθαρτός {306} και άνευ τούτου ουδεμία υπάρχει νόησις {307}.

*** {298} Δεν εννοεί την αισθητήν και εξωτερικήν ύλην. Παν ον έχει δύο στοιχεία, την ύλην (δύναμιν) και το είδος (ενέργεια), όπερ είναι και το αίτιον (ειδικόν, και ποιητικόν και τελικόν). Και ο νους είναι νους παθητικός ως ύλη, και νους ποιητικός είναι ως αίτιον.

{299} Τη νοητική ψυχή.

{300} O δυνάμει νου γίνεται ενεργεία πάντα, όσα νοεί.

{301} Βλέπε Βιβλίον Δεύτερον 71./δεν βρίσκω την αντιστοιχηση - ίσως παράγραφοι 5 και 6/

{302} Ουχί υλικώς. Αλλά νοητώς.

{303} Ο ποιητικός νους είναι υπέρτερος του παθητικού και λόγω χρονικής προτερότητος. Η ενέργεια είναι προτέρα της δυνάμεως, διότι η δύναμις δεν γίνεται ενεργεία τι ειμή δι' αιτίου ενεργεία υπάρχοντος, οίον είναι η τέχνη ή η φύσις (άνθρωπος γεννά άνθρωπον).

{304} Τούτο συμβαίνει μόνον εις τον παθητικόν νουν.

{305} Η μνήμη είναι μνήμη εικόνων ή άλλων παθημάτων προτεροχρόνων. Αλλ' ο ποιητικός νους είναι απαθής και αΐδιος, δεν έχει λοιπόν πρότερον και ύστερον χρονικώς.

{306} O παθητικός νους διαλύεται και δεν υφίσταται εν τη νέα ζωή, εις ην εισέρχεται η νοούσα ψυχή.

{307} Πάσα γνώσις είναι κατά πρώτον γνώσις άμεσος, δεδομένη, εμπειρική, και ως τοιαύτη είναι ατελεστάτη, ίνα δε μεταβληθή εις επιστημονικήν γνώσιν, απαιτείται η ενέργεια του ποιητικού νου ή του λόγου, όστις τας εποπτείας και παραστάσεις του παθητικού νου μετατρέπει εις καθαρά νοήματα. Ούτω προέρχεται νέος κόσμος, όλως νοερός. O ποιητικός λοιπόν νους είναι προς τον παθητικόν ως είδος προς ύλην. Ο νους, ως παθητικός μεν, γίνεται ή δέχεται πάσαν πραγματικότητα, ως ποιητικός δε δημιουργεί πάσαν πραγματικότητα, παρέχων αυτή είδος λογικόν, νοητόν (διακοσμών την ύλην). Η νόησις και η αισθητική αντίληψις δεν είναι το αυτό, αλλά δεν είναι όλως κεχωρισμέναι. Εν τη νοήσει νοούμεν ό,τι δίδοται δυνάμει εν τη αντιλήψει, αλλά το αντικείμενον τούτο της νοήσεως πρέπει πρώτον να γείνη νοητόν διά δημιουργικής ενεργείας του νου. Ο νους δημιουργεί, τον κόσμον του εις όρους ιδικούς του (τ. έ. νοητόν κόσμον), και επειδή τα υλικά του είναι νοήματα, νοεί εαυτόν, και ούτως υποκείμενον και αντικείμενον είναι ταύτα. O Αριστοτέλης ενιαχού φαίνεται δοξάζων, ότι πάσα η γνώσις ημών είναι εκ των υστέρων. Εν τοις Αναλυτικοίς όμως θεωρεί τας υψίστας αρχάς της γνώσεως ως αμέσους και ως προϋποθέσεις της εμμέσου και παραγωγού γνώσεως. Αι έσχατοι αύται αρχαί είναι προτάσεις, ων τα κατηγορούμενα είναι δεδομένα εν τω υποκειμένω, και είναι αναγκαίως αληθείς. O αποδεικτικός συλλογισμός ως προκειμένας έχει τας εσχάτας ταύτας αρχάς του νου. Της επαγωγής υπερτέρα είναι η εξαγωγή, διότι είναι η ερμηνεία των φαινομένων διά των εσχάτων αρχών της γνώσεως και της υπάρξεως, ήτοι διά καθολικών νόμων και αιτίων.

Αι αρχαί και τα νοητά είδη είναι και εν τω νω και εν τοις πράγμασιν, ανακαλύπτονται δε υπό του νου εν τω φαινομενικώ κόσμω. Ούτως ο νους ανευρίσκει εαυτόν εν τω κόσμω, και νοών το αντικείμενον νοεί εαυτόν. Όπως δε το φως ποιεί ορατά τα χρώματα, ούτως ο νους ποιεί νοητά τα καθόλου είδη. Το υλικόν αυτού, όπερ διαπλάσσει ως καλλιτέχνης, είναι τα περιεχόμενον της παραστατικής συνειδήσεως. Αντίληψις και νόησις συμπληρούσιν αλλήλας• η μεν νόησις απαιτεί την φαντασίαν, η δε αντίληψις μένει τυφλή, εάν δεν φωτίζηται και δεν ανυψούται εις έννοιαν υπό του νου.

Ο ποιητικός νους είναι το θείον εν τω ανθρώπω, είναι χωριστός από της οργανικής ζωής και τρόπον τινά εισέρχεται εις το σώμα έξωθεν. Μη ανήκων δε εις τον φυσικόν οργανισμόν, δεν απόλλυται μετ' αυτού και δεν είναι ατομικός, αλλ' είναι απαθής και αμιγής, αναλλοίωτος και αθάνατος. ***

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ς'

&Η νόησις πρώτον περί τους απλούς όρους, έπειτα δε περί την σύνθεσιν αυτών.—Εν τη συνθέσει μόνη υπάρχει το αληθές και το ψεύδος. — Αληθής είναι μόνον η νόησις του είδους και της ουσίας, ουχί η των συμβεβηκότων&.

1. Η νόησις των αδιαιρέτων (απλών εννοιών) αντικείμενον έχει ταύτα, εκ των οποίων δεν γεννάται ψεύδος. Διότι εις εκείνα μόνα ευρίσκεται και το ψεύδος και το αληθές, τα οποία είναι σύνθεσις νοημάτων εις μίαν ενότητα {308}. Καθώς είπεν ο Εμπεδοκλής «Ούτω πολλών όντων κεφαλαί εβλάστησαν άνευ αυχένων» και έπειτα ηνώθησαν διά της φιλίας. Ούτω και τα νοήματα, άπερ είναι κεχωρισμένα ενούνται (υπό της διανοίας). λ.χ. η έννοια του ασυμμέτρου και η της διαμέτρου {309}.

2. Αν δε πρόκειται περί πραγμάτων, τα οποία ήσαν ή θα είναι, ο νους υπονοεί προσέτι τον χρόνον και με τας εννοίας συμπλέκει αυτόν. Το ψεύδος δε και ενταύθα μόνον εν τη συνθέσει {310} των εννοιών υπάρχει. Διότι, και ότε τις λέγει, ότι το λευκόν δεν είναι λευκόν, συμπλέκων (διά συμπλοκής) λέγει, ότι δεν είναι λευκόν το λευκόν. Αλλά δυνατόν είναι να εφαρμόσωμεν εις πάντα την διαίρεσιν. Δεν είναι όμως δυνατόν η πρότασις, ο Κλέων (νυν) είναι λευκός, μόνον να ήναι ψεύδος ή αληθές, αλλά δυνατόν τούτο να εφαρμοσθή εις το παρελθόν ή το μέλλον. Εκείνο δε όπερ ταύτα κάμνει έν, τούτο είναι ο νους ο συμπλέκων έκαστον πράγμα.