Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής
Part 23
Ο όλεθρος του Πετρωνίου ήτο αποφασισμένος. Κατά την εσπέραν της επιούσης, είς εκατόνταρχος έμελλε να τω μεταβιβάση την διαταγήν να μη καταλίπη την Κύμην, και να περιμένη εκεί τας διαταγάς, τας οποίας ύστερον θα τω διεβίβαζον. Μετά τινας ημέρας νέον άγγελμα θα έφερεν εις αυτόν την απόφασιν του θανάτου. Ο Πετρώνιος ήκουσε την είδησιν απαθής και γαλήνιος. Έπειτα είπε:
— Θα φέρης εις τον κύριόν σου έν πολύτιμα» δοχείον, το οποίον θα σου δοθή κατά την αναχώρησίν σου. Ειπέ εις αυτόν, ότι τον ευχαριστώ ολοψύχως, διότι κατ' αυτόν τον τρόπον θα δυνηθώ να προλάβω την απόφασιν. Και εξερράγη εις γέλωτα. Εγέλασεν ως άνθρωπος, εις ον επήλθεν ιδέα λαμπρά και όστις εκ των προτέρων χαίρει, ότι θα την θέση εις ενέργειαν.
Την αυτήν εσπέραν οι δούλοι του Πετρωνίου διεσπάρησαν ανά την πόλιν, διά να καλέσουν όλους τους αυγουστιανούς και τους συγκλητικούς του διατρίβοντας εν Κύμη, και όλας τας κυρίας, να έλθωσι να μετάσχωσι συμποσίου, το οποίον θα παρετίθετο εις την πολυτελή έπαυλιν του «κριτού της φιλοκαλίας». Εκείνος διήλθε το απόγευμα του γράφων εις την βιβλιοθήκην του. Κατόπιν έλαβε λουτρόν και τον ενέδυσαν οι ιματιοφύλακες.
Μεγαλοπρεπής και γοητευτικός εισήλθεν εις το τρίκλινον διά να ρίψη έν βλέμμα εις τας προετοιμασίας της εορτής και εκείθεν εις τους κήπους, όπου έφηβοι και νεάνιδες των Νήσων έπλεκον στέφανα εκ ρόδων διά την εσπερίδα: Το πρόσωπόν του δεν απεκάλυπτε ουδέ την ελαχίστην μέριμναν. Οι άνθρωποί του ενόησαν ότι το συμπόσιον θα ήτο εξαιρετικής λαμπρότητος, διότι ο Πετρώνιος έδωσεν ασυνήθη φιλοδωρήματα εις όλους εκείνους, οίτινες τον είχον ευχαριστήσει. Συνέστησε να πληρωθούν εκ των προτέρων και πολύ γενναιοδώρως οι κιθαρισταί και οι χοροί των αοιδών. Τέλος, καθίσας υπό τινα οξυάν, της οποίας το φύλλωμα φωτιζόμενον υπό των ακτίνων εσχημάτιζεν εις την γην οφθαλμοειδή σημεία, έστειλε και προσεκάλεσε την Ευνίκην.
Εκείνη εφάνη ενεδεδυμένη λευκά, με κλάδον μύρτου εις την κόμην, ωραία ως Χάρις και εκάθησε πλησίον του.
— Ευνίκη, είπεν εκείνος, από πολλού δεν είσαι πλέον δούλη. Το ειξεύρεις;
Εκείνη ύψωσεν επ' αυτού τους γαλανούς οφθαλμούς της και εκίνησεν ηρέμα την κεφαλήν της.
— Είμαι πάντοτε δούλη σου, αυθέντα.
— Αλλ' ίσως αγνοείς, εξηκολούθησεν εκείνος, ότι οι δούλοι εκείνοι, οίτινες εκεί κάτω πλέκουσι στεφάνους, ότι η έπαυλις αύτη και όλα τα εν αυτή και οι αγροί και τα ποίμνια, ότι όλα αυτά σου ανήκουν από σήμερον.
Η Ευνίκη απεμακρύνθη απ' αυτού, και, με φωνήν δονουμένην εκ της ανησυχίας:
— Αλλά διατί, ω! διατί μου λέγεις αυτά;
Έπειτα επλησίασε πάλιν και ήρχισε να τον παρατηρή με τους οφθαλμούς καρφωμένους επ' αυτού εκ του φόβου. Εκείνος εμειδία πάντοτε. Έπειτα επρόφερε μίαν μόνον λέξιν:
— Ναι!
Και επηκολούθησε σιγή. Μόνον ελαφρά πνοή έσειε το φύλλωμα της οξυάς.
Ο Πετρώνιος δυνατόν να ενόμιζεν ότι είχεν έμπροσθέν του άγαλμα εκ μαρμάρου.
— Ευνίκη, είπε, θέλω να αποθάνω εν γαλήνη.
Εκείνη εμειδίασε σκωπτικώς.
— Εννοώ, αυθέντα.
Την εσπέραν οι κεκλημένοι συνέρρευσαν αθρόως. Ήξευρον ότι εν συγκρίσει προς τα συμπόσια του Πετρωνίου, τα του Νέρωνος ήσαν ανιαρά και βάρβαρα. Αλλ' ότι τούτο έμελλε να είνε το τελευταίον του συμπόσιον, δεν το εφαντάζετο κανείς.
Η αίθουσα είχε πληρωθή εκ του αρώματος των ίων. Αι υέλινοι σφαίραι της Αλεξανδρείας διέχεον πολύχρωμον φως. Πλησίον των ανακλίντρων ίσταντο νεάνιδες, αίτινες ώφειλον να χύσουν αρώματα εις τους πόδας των προσκεκλημένων. Στηριζόμενοι επί του τοίχου οι κιθαρισταί και οι χορωδοί ανέμενον το σύνθημα του αρχηγού των.
Ο Πετρώνιος συνωμίλει. Αι τελευταίαι ειδήσεις, οι αγώνες, είς θηριομάχος, καταστάς εσχάτως περίφημος διά τας ανδραγαθίας του, και τα τελευταία βιβλία του Ατράκτου και του Σωσίου απετέλουν το θέμα της συνδιαλέξεως. Χέων τον οίνον επί του λιθοστρώτου ανήγγειλεν ότι η σπονδή εγένετο διά την βασίλισσαν της Κύπρου, την αρχαιοτέραν και μεγαλειτέραν από όλας τας θεότητας — την μόνην αιωνίαν, διαρκή και κυρίαρχον.
Έκαμε νεύμα, και αι κιθάραι εστέναξαν εν χαμηλώ ήχω, ενώ διαυγείς φωναί ηκολούθουν εν αρμονία. Έπειτα, χορεύτριαι της Κω, της πατρίδος της Ευνίκης, επεδείκνυαν τα ροδαλά μέλη των τα καλυπτόμενα με διαφανή μουσελίνην. Έπειτα, είς μάντις εξ Αιγύπτου έλαβεν εις την χείρα δοχείον κρυστάλλινον, επί του οποίου απεικονίζοντο χρυσόψαρα με ποικίλα ζωηρά χρώματα, παίζοντα, και έκαμε τας προφητείας του εις τους συνδαιτυμόνας.
Όταν ετελείωσαν τα θεάματα, ο Πετρώνιος ηγέρθη ολίγον επί του συριακού προσκεφαλαίου του και είπε νωχελώς:
— Φίλοι! επιτρέψατέ μοι να σας απευθύνω μίαν παράκλησιν, ενώ διαρκεί το συμπόσιον τούτο. Επεθύμουν ίνα έκαστος εξ υμών καταδεχθή να λάβη την κύλικα, ήτις εχρησίμευεν εις τας σπονδάς του διά τους θεούς και την ιδίαν μου ευδαιμονίαν.
Ύψωσε το μύρρινον σκεύος του, — κύλικα άνευ αξίας, επί της οποίας ηκτινοβόλουν όλα τα χρώματα του ουρανίου τόξου, και είπεν εις τους συνδαιτυμόνας:
— Ιδού η κύλιξ της προσφοράς μας προς την βασίλισσαν της Κύπρου. Ουδενός τα χείλη εις το εξής μη την ψαύσουν και ουδεμία χειρ ας μη την μεταχειρισθή προς τιμήν άλλης θεότητος!
Και η κύλιξ εθραύσθη επί του λιθοστρώτου του σκεπασμένου με ελαφρόν στρώμα σαφρά.
Αλλά, βλέπων την έκπληξιν των βλεμμάτων:
— Φίλοι, υπέλαβεν ο Πετρώνιος, χαρείτε. Το γήρας και η αδυναμία είνε θλιβεροί σύντροφοι των τελευταίων ετών μας. Σας δίδω καλόν παράδειγμα και καλήν συμβουλήν· βλέπετε ότι δύναταί τις να μη τα φθάση, και να απέλθη, πριν εκείνα έλθωσιν οικειοθελώς.
— Τι θέλεις να κάμης; ηρώτησαν πάντες.
— Θέλω να χαρώ, να πίω οίνον, να ακούσω την μουσικήν, να θεωρήσω τα θεσπέσια μέλη, τα οποία αναπαύονται παρά το πλευρόν μου, και έπειτα ν' αποκοιμηθώ στεφανωμένος με ρόδα. Ήδη απεχαιρέτισα τον Καίσαρα. Ιδέτε τι τω γράφω εν είδει αποχαιρετισμού:
Έλαβεν υποκάτω ενός πορφυρού προσκεφαλαίου μίαν επιστολήν και ανέγνωσε:
_«Γνωρίζω, θεσπέσιε Καίσαρ, ότι με περιμένεις με ανυπομονησίαν και ότι εν τη ειλικρινεία της καρδίας σου με ενθυμείσαι νύκτα και ημέραν. Γνωρίζω ότι ήθελες να με εμπλήσης με τας ευνοίας σου, να μοι προτείνης να γείνω πραίφεκτος της φρουράς σου, και ότι θα διώριζες τον Τιγγελίνον φύλακα των ημιόνων εις τα κτήματα, τα οποία εκληρονόμησες μετά την δηλητηρίασιν της Δομιτίας, — υπηρεσία, διά την οποίαν φαίνεται ότι επλάσθη εκείνος υπό των θεών.
» Αλλά φευ! ανάγκη να με συγχωρήσης. Μα τον Άδην, και ιδίως μα τας σκιάς της μητρός σου, της γυναικός σου, του αδελφού σου και του Σενέκα, σου ομνύω ότι μου είνε αδύνατον να έλθω πλησίον σου.
»Μη πιστεύσης, σε εξορκίζω, ότι με ετάραξεν η δολοφονία της μητρός σου, της γυναικός σου, του αδελφού σου, ότι ηγανάκτησα διά την πυρκαϊάν της Ρώμης, ότι εσκανδαλίσθην από την συνήθειαν, την οποίαν έχεις να εξαποστέλλης εις το Έρεβος όλους τους τιμίους ανθρώπους της αυτοκρατορίας σου . . .
» Έ λοιπόν! Όχι, προσφιλέστατε έγγονε του Κρόνου! Ο θάνατος είναι το κοινόν άσυλον των υπό την σελήνην όντων, και άλλως τε δεν ηδύνατο κανείς να αναμένη από σε να πράξης άλλως.
» Αλλ' επί μακρούς ενιαυτούς ακόμη να ανέχωμαι να μου εκδέρη τα ώτα το άσμα σου, να βλέπω τας δομιτίους κνήμας σου, — ως δύο στύλους — να ταράσσονται εις τον πυρρίχιον χορόν, να σε ακούω να κιθαρίζης, να σε ακούω να φωνάζης, να απαγγέλλης ποιήματα ως άθλιος ποιητής των περιχώρων! . . . Α! μα την αλήθειαν, το θέαμα ήτο υπέρτερον των δυνάμεών μου και ησθάνθην εν εμαυτώ ακράτητον την ανάγκην να απέλθω εις συνάντησιν των προγόνων μου.
» Η Ρώμη βύει τα ώτα· η οικουμένη σε περιγελά. Και εγώ δεν θέλω πλέον να ερυθριώ διά σε. Δεν θέλω πλέον, δεν ημπορώ πλέον!
» Ο κρωγμός του Κερβέρου, όμοιος προς το άσμα του, φίλε μου, δεν θα ήτο ολιγώτερον ενοχλητικός δι' εμέ, διότι ουδέποτε υπήρξα φίλος του λεγομένου Κερβέρου και δεν έχω την υποχρέωσιν να εντρέπωμαι με την φωνήν σου.
»Έρρωσο, αλλ' άφες την ωδήν φόνευε αλλά μη κάμνης πλέον στίχους· δηλητηρίαζε, αλλά παύσον να χορεύης· καίε πόλεις, αλλ' εγκατάλιπε την κιθάραν.
» Τοιαύτη είνε η τελευταία ευχή και η φιλικωτάτη συμβουλή, την οποίαν σοι πέμπει ο «κ ρ ι τ ή ς τ η ς φ ι λ ο κ α λ ί α ς»._
Οι συμπόται έμειναν ως απολιθωμένοι. Εγνώριζον ότι η απώλεια της αυτοκρατορίας δεν θα ήτο τόσον σκληρά διά τον Νέρωνα. Ο γράψας την επιστολήν εκείνην έμελλε να αποθάνη. Και πελιδνός τρόμος τους κατέλαβεν όλους, διότι ήκουσαν την επιστολήν ταύτην.
Αλλ' ο Πετρώνιος εγέλασε γέλωτα ειλικρινή και φαιδρόν, ως να επρόκειτο περί θείου αστεϊσμού και περιαγαγών το βλέμμα του εις όλους τους συνδαιτυμόνας είπε:
«Φίλοι, αποβάλετε πάντα φόβον. Ουδείς εξ υμών θα σπεύση να καυχηθή ότι ήκουσε την επιστολήν ταύτην. Όσον δι' εμέ, θα μοι χρησιμεύση αύτη ως καλόν συστατικόν πλησίον του Χάρωνος του πορθμέως».
Ταύτα ειπών, έκαμε νεύμα εις τον ιατρόν και τω έτεινε τον βραχίονα. Εν ριπή οφθαλμού, ο επιδέξιος Έλλην ιατρός περιέβαλε διά χρυσού σύρματος και ήνοιξε την αρτηρίαν παρά τον καρπόν. Το αίμα ανέβλυσεν επί του προσκεφαλαίου και κατεπλημμύρησε την Ευνίκην, ήτις υπεβάσταζε την κεφαλήν του Πετρωνίου. Εκείνη έκυψε προς αυτόν:
— Δέσποτα, είπεν, επίστευες ότι θα σε εγκατέλειπον; Και αν οι Θεοί μου προσέφεραν την αθανασίαν, εάν ο Καίσαρ μοι έδιδε την αυτοκρατορίαν, — πάλιν θα σε ηκολούθουν!
Ο Πετρώνιος εμειδίασεν, ηνωρθώθη και επέψαυσε τα χείλη της.
— Ελθέ μετ' εμού, συ αληθώς με ηγάπησες, θεσπεσία μου! . . .
Εκείνη έτεινε προς τον ιατρόν τον ροδαλόν βραχίονά της. Μετά μίαν στιγμήν, το αίμα αμφοτέρων ηνούτο και συνεχωνεύετο εν τω αυτώ.
Εκείνος έκαμε νεύμα εις τους μουσικούς, και πάλιν αι κιθάραι εδόνησαν, και ήρχισαν αι φωναί. Έψαλαν τον Αρμόδιον.
Υποβασταζόμενοι αμοιβαίως, θεσπεσίως ωραίοι, ήκουον αμφότεροι μειδιώντες και ωχριώντες.
Λήξαντος του ύμνου, ο Πετρώνιος διέταξε να παραθέσωσι και πάλιν οίνον και φαγητά. Έπειτα ήρχισε να συνομιλή μετά των παρακαθημένων περί πλείστων παιδαρωδιών πραγμάτων και περί των ωραίων εθίμων κατά τα γεύματα. Τέλος εκάλεσε τον Έλληνα ιατρόν και τον διέταξε να του δέση την αρτηρίαν, λέγων ότι ησθάνετο νυσταγμόν και ήθελεν ακόμη να παραδοθή εις τον ύπνον, πριν τον αποκοίμιση διά παντός ο θάνατος.
Απεναρκώθη.
Όταν μετ' ολίγον εξύπνησεν, η κεφαλή της Ευνίκης ανεπαύετο ως λευκόν άνθος επί του στήθους του.
Την εστήριξεν επί του προσκεφαλαίου διά να την θεωρήση ακόμη. Και διέταξεν εκ νέου να του ανοίξουν τας φλέβας.
Οι αοιδοί έμελψαν νέον ύμνον του Ανακρέοντος και αι βάρβιτοι υπήχουν βαρέως διά να μη πνίγουν τους λόγους. Ο Πετρώνιος ωχρία βαθμηδόν περισσότερον.
Όταν εσβέσθη και η τελευταία αρμονία, εστράφη προς τους κεκλημένους:
— Φίλοι, είπεν, ομολογήσατε, ότι τελειώνω.
Δεν ηδυνήθη να τελειώση την φράσιν του. Με υπερτάτην χειρονομίαν, ο βραχίων του περιέβαλε την Ευνίκην και η κεφαλή του ανέπεσεν. Αλλ' οι συμπόται βλέποντες τας δυο εκείνας λευκάς μορφάς ομοίας προς δυο θαυμάσια αγάλματα, ησθάνθησαν ότι εχάνετο εν τω προσώπω αυτών ο τελευταίος στολισμός της Ρωμαϊκής κοινωνίας, το κάλλος και η ποίησίς της.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αλλά και η βασιλεία του Νέρωνος δεν ήτο πεπρωμένον να διαρκέση επί πολύ. Αν και ο κόσμος δεν ήλπιζε ταχείαν απελευθέρωσιν από τον τριακοντούτην μόλις τερατώδη Καίσαρα, ουχ' ήττον όμως ήρχισαν πού και πού κρούσματα ανταρσίας και εκ των πρώτων επανεστάτησεν ο Βίνδιξ μετά των γαλατικών λεγεωνών.
Η επανάστασις αύτη δεν εφάνη κατ' αρχάς σπουδαία. Αυτός ο Καίσαρ, εις τον οποίον η επανάστασις θα εχρησίμευεν ως πρόφασις διά νέας αρπαγάς, πολύ ολίγον ελάμβανεν υπ' όψιν τον Βίνδικα και μάλιστα εξεδήλωσε χαράν διά το κίνημα· όταν όμως έμαθεν ότι ο Βίνδιξ τον είχεν ονομάσει καλλιτέχνην άξιον οίκτου, ο Καίσαρ έσπευσε να επιστρέψη εξ Ελλάδος, όπου εθριάμβευεν. Εις Ρώμην του παρεσκευάσθη μεγαλοπρεπής υποδοχή.
Η είσοδός του εις την πόλιν υπερέβαλε παν ό,τι είχον ιδή οι άνθρωποι έως τότε. Έκαμε χρήσιν του άσματος, το οποίον είχε χρησιμεύσει εις τον θρίαμβον του Αυγούστου. Κατηδάφισαν έν τόξον του αμφιθεάτρου διά ν' ανοίξωσι δίοδον εις την πομπήν.
Η Σύγκλητος, οι ιππείς και πλήθος αναρίθμητον ήλθον εις προϋπάντησίν του.
«Χαίρε Αύγουστε! Χαίρε Ηράκλεις! Χαίρε Ζευ, Ολύμπιε, αθάνατε!» έκραζον.
Όπισθέν του εφέροντο οι στέφανοι και τα ονόματα των πόλεων, εν αις είχε θριαμβεύσει, και πλάκες, εφ' ων ανεγράφοντο οι πρωταγωνισταί οι νικηθέντες παρ' αυτού.
Άμα τη αφίξει του εις Ρώμην, ηθέλησε, διά να ευχαριστήση τον λαόν, να προαγγείλη σειράς παραστάσεων και θεαμάτων μελλόντων να αποτρέψουν τον επικείμενον κίνδυνον. Εν τούτοις, προς δυσμάς, τα νέφη συνεσωρεύοντο και καθίσταντο οσημέραι πυκνότερα. Το ποτήριον είχεν υπερεκχειλίσει. Η κωμωδία ήγγιζεν εις το τέλος της.
Άλλοτε εφαντάζετο ότι θα κατέστελλε την επανάστασιν των Γαλατών, όχι διά των στρατιωτών του, αλλά διά του άσματος και ήλπιζεν ότι θα προλάβη κάθε κίνημα επαναστατικόν.
Αλλ' όταν έμαθε την εξέγερσιν του Γάλβα και την προσχώρησιν της Ισπανίας, ο Νέρων εκυριεύθη από παροξυσμόν εμμανούς λύσσης. Έθραυσε τα ποτήρια, ανέτρεψε την τράπεζαν του συμποσίου και έδωκε διαταγάς, τας οποίας ούτε ο Ήλιος, ούτε αυτός ο Τιγγελίνος ετόλμησαν να εκτελέσουν: Το να σφάξουν τους Γαλάτας, τους κατοικούντας εν Ρώμη, να καύσουν και πάλιν την Πόλιν, να απολύσουν τα θηρία και να μεταφέρουν την πρωτεύουσαν εις Αλεξάνδρειαν, τω εφάνη έργον μεγαλοπρεπές, καταπληκτικόν και εύκολον. Αλλ' αι ημέραι της παντοδυναμίας του είχον παρέλθει και οι συνένοχοι αυτοί των εγκλημάτων του τον εθεώρουν ήδη φρενοβλαβή.
Ο εν τω μεταξύ επισυμβάς θάνατος του Βίνδικος και αι διχόνοιαι των επαναστατημένων στρατιών, εφάνησαν και πάλιν ότι έκαμνον την πλάστιγγα να κλίνη προς το μέρος του. Ήδη νέα συμπόσια, νέοι θρίαμβοι και νέαι καταδίκαι ανηγγέλλοντο. Αλλά μίαν νύκτα, εκ του στρατοπέδου των πραιτωριανών έφθασεν επί λευκού θυμοειδούς ίππου είς ταχυδρόμος κομίζων την είδησιν, ότι όλοι οι στρατιώται και εν αυτή τη Πόλει ακόμη ύψωσαν την σημαίαν της αποστασίας και ανηγόρευσαν τον Γάλβαν αυτοκράτορα.
Ο Καίσαρ εκοιμάτο. Αφυπνισθείς έντρομος από τας φωνάς των γυναικών του, εκάλεσε τους άνδρας της σωματοφυλακής, αλλά κανείς δεν απεκρίθη. Το παλάτιον ήτο έρημον.
Εις τας αποκέντρους γωνίας δούλοι ήρπαζον εν σπουδή ό,τι έπιπτεν εις τας χείρας των. Εις την θέαν του ετράπησαν εις φυγήν. Εκείνος επλανάτο έρημος ανά το παλάτιον, πληρών την νύκτα διά κραυγών τρόμου και απελπισίας.
Τέλος οι απελεύθεροί του Φάων, Σπείρος και Επαφρόδιτος ήλθον εις βοήθειάν του. Ήθελον να τον αναγκάσωσι να φύγη λέγοντες ότι δεν έπρεπε ουδέ στιγμήν πλέον να χάση. Εκείνος εβαυκαλίζετο ακόμη με ελπίδας. Εάν, πενθηφορών, προσεφώνει την σύγκλητον, οι πατέρες θα ηδύναντο να αντισταθώσιν εις την ευγλωττίαν του και εις τα δάκρυά του; Εάν έκαμε χρήσιν όλης της τέχνης του, όλης της επιτηδειότητός του ως ηθοποιού, δεν ήτο βέβαιος ότι θα τους έπειθε; Δεν θα του έδιδον τουλάχιστον την εξαρχίαν της Αιγύπτου;
Συνηθισμένοι να τον κολακεύουν, δεν ετόλμησαν να αρνηθώσι φανερά. Αλλά τον ειδοποίησαν ότι πριν φθάση εις την Αγοράν, θα εξεσχίζετο υπό του λαού, και τον ηπείλησαν ότι θα τον εγκατέλιπον, εάν δεν ίππευεν αμέσως.
Ο Φάων τω προσέφερεν άσυλον εις την έπαυλίν του, την κειμένην έξω της Νομεντιανής Πύλης. Με τας κεφαλάς σκεπασμένας με τους μανδύας των απήλθον έφιπποι προς τα σύνορα της Ρώμης. Η νυξ ωχριάτο. Εις τας οδούς μία ασυνήθης κίνησις εδείκνυε την ταραχήν την επικρατούσαν την ώραν εκείνην. Προχωρούντες πλησίον του στρατοπέδου ήκουσαν βροντήν επευφημιών υπέρ του Γάλβα.
Ο Νέρων ενόησε τέλος ότι η ώρα του ήτο εγγύς· Εκυριεύθη υπό τρόμον και τύψιν συνειδήσεως.
Εύρον την Νομεντιανήν πύλην ημιανοικτήν. Περαιτέρω, υπερέβησαν το Οστριανόν, όπου είχε διδάξει και βαπτίσει ο Απόστολος. Περί την αυγήν έφθασαν εις την έπαυλιν του Φάονος.
Εκεί οι απελεύθεροι δεν τω απέκρυψαν πλέον ότι ήτο καιρός να αποθάνη. Εκείνος παρήγγειλε να σκάψουν τον λάκκον και εξηπλώθη επί της γης διά να δυνηθούν να λάβουν το ακριβές μέτρον του σώματός του. Το φουσκωμένον πρόσωπόν του έγινε πελιδνόν και επί του μετώπου του ανεφάνησαν σταγόνες ιδρώτος όμοιαι προς τας σταγόνας δρόσου. Εβαυκαλίσθη και πάλιν. Με συντετριμμένην φωνήν, την οποίαν προσεπάθει να καταστήση τραγικήν, εδήλωσεν ότι δεν ήτο ακόμη καιρός να αποθάνη. Έπειτα ήρχισε τας απαγγελίας του. Τέλος εζήτησε να καή το πτώμα του. «Οποίος καλλιτέχνης χάνεται!» επανελάμβανε μετά τρόμου.
Αίφνης ταχυδρόμος του Φάονος ήλθε να αναγγείλη ότι η Σύγκλητος είχε θεσπίσει ήδη και ο μητροκτόνος θα ετιμωρείτο κατά το έθος.
— Ποίον είνε το έθος τούτο; ηρώτησεν ο Νέρων, με λευκά τα χείλη.
— Θα σου βάλουν την φούρκαν εις τον λαιμόν, θα σε μαστιγώσουν μέχρι θανάτου και θα ρίψουν το πτώμα σου εις τον Τίβεριν! είπεν ο Επαφρόδιτος, απαθής.
Ο Καίσαρ ήνοιξε την χλαμύδα του.
— Είναι καιρός πλέον! ούτως έδοξε τοις θεοίς.
Και ανατείνας τους οφθαλμούς και τας χείρας προς τον ουρανόν ανεφώνησεν:
— Οποίος καλλιτέχνης χάνεται!
Την στιγμήν εκείνην καλπασμός ίππου ηκούσθη. Ο εκατόνταρχος μετά των στρατιωτών του ήρχετο βεβαίως να ζητήση την κεφαλήν του Αινοβάρδου.
— Εμπρός λοιπόν! έκραξαν οι απελεύθεροι.
Ο Νέρων εστήριξε την μάχαιραν εις τον λαιμόν του. Αλλ' ώθει αυτήν με χείρα δειλήν και έβλεπέ τις, ότι δεν θα ετόλμα ποτέ να βυθίση την λεπίδα. Αίφνης ο Επαφρόδιτος του εβίασε την χείρα και η μάχαιρα εισήλθε μέχρι της λαβής. Οι οφθαλμοί του εξήλθον των κογχών, φρικώδεις, παμμέγιστοι, πλήρεις τρόμου.
— Σου φέρω την χάριν, σου χαρίζουν την ζωήν! έκραξεν ο εκατόνταρχος.
— Πολύ αργά! ερρόγχασεν εκείνος.
Και προσέθηκεν:
— Α! πίστις! . . . .
Εν ακαρεί ο θάνατος εσκότισε την κεφαλήν του. Από τον βαρύν τράχηλόν του το υπομέλαν αίμα, παφλάζον, εξηκοντίζετο επί των ανθέων του κήπου. Οι πόδες του εσπαράχθησαν επί του εδάφους και εξέπνευσε.
Την επαύριον η πιστή Ακτή εκάλυψε το σώμα του με πολυτίμους οθόνας και το έκαυσεν επί πυράς αρωμάτων.
Ούτω παρήλθεν ο Νέρων, καθώς παρέρχεται η πλήμμυρα, η τρικυμία, το πυρ, ο πόλεμος ή ο λοιμός . . . Και ούτω, μετά την εξαφάνισιν του φρενοβλαβούς αυτού κακούργου, έκτοτε επί των υψωμάτων του Βατικανού βασιλεύει της πόλεως και του δυτικού κόσμου ο ναός του Πέτρου.
Όχι μακράν της αρχαίας Καπικινής Πύλης, υψούται σήμερον μικροσκοπικός ναΐσκος μετά της ημισβέστου ταύτης επιγραφής: QUO VADIS DOMINE!
ΤΕΛΟΣ
Τυπογραφείον "Νομικής,, Π. Α. Βεργιανίτου Αθήναι, Πραξιτέλους 8
ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟΙ ΧΑΡΤΑΙ
Οι Γεωγραφικοί χάρται του ημετέρου Καταστήματος τυπωθέντες εις νέας Εκδόσεις, διορθωμένας επί τη βάσει του περιφήμου Άτλαντος Vidal-Lablache διακρίνονται διά την επιμεμελημένην χάραξιν, την μεγάλην των ακρίβειαν και την καλήν ποιότητα του χάρτου.
ΝΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ υπό Ιωάν. Σαρρή. Νέος περιλαμβάνων τα νέα σύνορα του Βασιλείου και όλην την στρατιωτικώς κατεχομένην ζώνην. Διηρημένος εις νομούς και διοικήσεις. Σχ. μέγα. Έκδοσις 1921 εις δύο φύλλα επί χάρτου αρίστης ποιότητος λιθογραφημένας εις 7 χρώματα. Δρ. 5. —
ΕΛΛΗΝ. ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ. Νέος 1921 περιλαμβάνων τα νέα σύνορα των κρατών Ρουμανίας, Βουλγαρίας, Σερβίας, Τουρκίας, Ελλάδος και Αλβανίας 3. —
ΕΥΡΩΠΗΣ. Εγκριθείς υπό τον Υπουργείου της Παιδείας προς χρήσιν ιδία των μαθητών Σχ. 70 Χ 98, έκδ. νέα 1922 3. —
ΑΣΙΑΤΙΚΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ. Σχεδιασθείς υπό Ιω. Σαρρή μετά των ονομασιών των αρχαίων χωρών και πόλεων. Διηρημένος εις νομούς. Σχήμα 70Χ100 3. —
ΑΣΙΑΣ. Εγκριθείς υπό του Υπουργείου της Παιδείας προς χρήσιν ιδία των μαθητών. Σχ. 64Χ85, έκδοσις νεωτάτη. 3. —
ΑΦΡΙΚΗΣ Εγκριθείς υπό του Υπουργείου της Παιδείας προς χρήσιν ιδία των μαθητών. Σχήμα 60Χ81, έκδ. νέα 3. —
ΑΜΕΡΙΚΗΣ. Εγκριθείς προς χρήσιν των μαθητών. Έκδοσις νέα με την Βόρειον Αμερικήν διηρημένην εις τας αποτελούσας αυτήν πολιτείας 3. —
ΑΥΣΤΡΑΛΙΑΣ. Εγκριθείς υπό του Υπουρ. της Παιδείας προς χρήσιν των μαθητών. Σχήμα 60Χ86, έκδ. νεωτάτη 3. —
ΗΜΙΣΦΑΙΡΙΩΝ. Ανατολικού και Δυτικού εις σχήμα 61X86 επί καλού χάρτου εις νέαν έκδοσιν....... 3. —
ΚΡΗΤΗΣ. Λεπτομερέστατος περιλαμβάνων εις μέγα σ. 57Χ86 την ελληνικήν μεγαλόνησον μετά σχεδιαγράμματος του Λαβυρίνθου και των κυριωτέρων πόλεων 3. —
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ. Περιλαμβάνων πλην της Μακεδονίας την Ήπειρον και Ιλλυρίαν. Σχήμα 69Χ96 3. —
ΙΤΑΛΙΑΣ. Αρχαίας και νέας μετά σχεδιαγράμματος της Αρχαίας Ρώμης υπό Ιωάν. Σαρρή. Σχήμα 55Χ55 3. —
ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΔΙΑΔΟΣΙΝ ΩΦΕΛΙΜΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ ΝΕΑ ΣΕΙΡΑ (ΠΡΑΣΙΝΑ ΒΙΒΛΙΑ)
1. Η Ζωή μου Δ. ΒΙΚΕΛΑ Δρ. 5. — 2. Οι Μέλλοντες Στρατιώται Μ. ΠΑΟΥΕΛ » 2. — 3. Η Αγωγή Ε. ΣΠΕΝΣΕΡ » 1.50 4. Τα Χημικά Λιπάσματα Ρ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ » 1.75 5. Χώραι και Λαοί της Ευρώπης Γ. ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ » 2. — 6. Επιστολαί προς Πρωτοψάλτην Α. ΚΟΡΑΗ » 1.65 7. Εικόνες Αρχ.Έλλην.Ιστορίας (μετά κειμένου) » 1.75 \ 8-10. Βυζάντιον και Βυζαντινός 11. πολιτισμός τεύχη τρία ΕΣΣΕΛΙΓΓ » 2.20 12.Εγκόλπιον των Νέων τεύχ. Α' Α. ΒΕΝΕΔΕΤΉ » 0.80 13.Εγκόλπιον των Νέων » Β' Α. ΒΕΝΕΔΕΤΉ » 0.60 14. Γνώμαι ΑΔ. ΚΟΡΑΗ » 0.50 15. Στρατιωτικά Διηγήματα Ε. ΔΕ-ΑΜΙΤΣΗ » 0.80 Τα πρώτα Βήματα της Ανθρωπότητος Α. ΚΟΥΡΤΙΔΟΥ » 2.00 16. Πολεμικά Διηγήματα (βραβευθέντα) » 1.40 17. Η Βυζαντινή Θεσσαλονίκη Α. ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΥ » 1.00 18. Δύο εχθροί του Ανθρώπου (Κώνωπες-Μυίαι) Ν. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ » 0.60 19. Η Αρχαία Ελληνική Ποίησις Σ. Κ. Σ. » 0.60 20. Εκ των ποιητικών βιβλίων της Παλαιάς Διαθήκης. Δ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ » 0.60 21. Σύντομος Ιστορία της Ελληνικής γλώσσης Γ. Ν. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ » 0.90 22. Το Άγιον Όρος Γ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ » 2.75 23. Ανέκδοτα του Πλουτάρχου Α' Χ. ΑΝΝΙΝΟΥ » 0.90 24. Μαργαριτάρια και Γουναρικά Ν. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΥ » 0.70 25. Η Αγία Σοφία Γ. ΣΩΤΗΡΙΟΥ » 2.25 26. Η Μ. Εβδομάς και το Πάσχα Δ. Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΥ » 0.75 27. Αστέρες Δ. ΑΙΓΙΝΗΤΟΥ » 1.65 28. Αξιώσεις Εργασίας Κεφαλαίου Κ. ΔΟΣΙΟΥ » 2.00 29. Μετέωρα Δ. ΑΙΓΙΝΗΤΟΥ » 3.40 3Ο. Ανέκδοτα του Πλουτάρχου Β' Χ. ΑΝΝΙΝΟΥ » 1.90 31. Αι Γυναίκες εις την Λαογραφίαν Σ. ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ » 2.50
Αποστέλλονται ελεύθερα ταχυδρομικών εξόδων. Δια το εξωτερικόν προστίθενται 30 — επί της τιμής εκάστου.
ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΙΩΑΝ. Ν. ΣΙΔΕΡΗ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Εξεδόθησαν:
Αθάνα Γ. Πρωινό Ξεκίνημα 5. — » Αγάπη στον Έπαχτο 4. — Αννίνου Χ. Αττικαί Ημέραι 5. — » Εδώ κ' Εκεί 4. — Βιζυηνού Γ. Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου 5. — Γρυπάρη Ν. Σκαραβαίοι και Τερρακόττες 5. — Δάφνη Στ. Το Ανοιχτό Παράθυρο (ποιήματα) 5. — Δροσίνη Γ. Φωτερά Σκοτάδια (ποιήματα) 5. — » Κλειστά Βλέφαρα (ποιήματα) 5. — » Αγροτικαί Επιστολαί 5. — » Διηγήματα (των αγρών και της πόλεως) 5. — » Το Βοτάνι της Αγάπης (διήγημα 5. — Δημητρακοπούλου Π. Η Σιδηρά Διαθήκη (κοινωνική Φυσιολογία 6. — Δουμά υιού Η Κυρία με τας Καμελίας (μυθιστόρημα) 5. — Λυκούδη Εμ Διηγήματα (1920) 5. — » Το Σπιτάκι του Γιαλού 5. — Μπάρετ Ο. Αι ημέραι του Νέρωνος 10. — Μωραϊτίδου Α. Διηγήματα τόμοι 5, έκαστος 6. — Παλαμά Κ. Διηγήματα (πεζά) 5. — Παπαντωνίου Ζ. Τα Χελιδόνια (ποιήμ. για παιδιά τονισμένα)10. — Πολέμη Ι. Σπασμένα Μάρμαρα (ποιήματα) 6. — » Βασιληάς Ανήλιαγος 5. — » Παληό Βιολί 5. — Προβελεγγίου Α. Ο Φάουστ του Γκαίτε (εικονογραφημένον) 6. — Σιδέρη Ι. Δάφνης. Γρατσιέλλα Λαμαρτίνου 5. — Τανάγρα Αγγέλ. Οι Σπογγαλιείς του Αιγαίου (διήγημα) ?. — » Άγγελος εξολοθρευτής (πολεμικά διηγήματα) » Μεγαλόχαρη (διήγημα) 5. — » Μαύρες Πεταλούδες (διηγήματα) 4. — Τσοκοπούλου Γ. Γυναίκες του Βυζαντίου 5. — » Ξανθές! Μελαχροινές! 4. — Φεγιέ Οκταβίου Ιστορία ενός πτωχού νέου 5. —
Εξώφυλλον: Τύποις Ταρουσοπούλου
***
1) Βαλανείον (ungtorium) ήτο θάλαμος εντός του οποίου οι λουόμενοι ηλείφοντο μύρα μετά το λουτρόν.
2) Ο Φαύνος ήτο θεός των αγρών.
3) Σκυλευτήριον (=spoliarium) ήτο μέρος του αμφιθεάτρου, όπου εσκύλευον τους πεσόντας μονομάχους ή απέσφαζον τους ημιθανείς.
4) Σμινθεύς ελέγετο ο Απόλλων.
5) (Επιτυμβίας Αφροδίτης).