Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Part 21

Chapter 210 wordsPublic domain

Εκείνος εστράφη προς το πλήθος, ύψωσε την δεξιάν χείρα και ήρχισε να λέγη, ή μάλλον, να φωνάζη με στεντορίαν φωνήν, όπως όχι μόνον οι Αυγουστιανοί, αλλά και ο συρφετός όλος τον ακούση:

— Λαέ της Ρώμης! εις τον θάνατόν μου ομνύω, ότι θανατούνται αθώοι! Ο εμπρηστής είναι αυτός:

Και έδειξε τον Νέρωνα.

Επήλθε στιγμή σιωπής. Οι αυλικοί έμειναν ως απολιθωμένοι. Ο Χίλων ίστατο ακίνητος με χείρα τρέμουσαν και δεικνύων διά του δακτύλου τον Καίσαρα. Θόρυβος ηγέρθη.

Ως κύματα συνταρασσόμενα και αιφνιδίως ωθούμενα υπό της τρικυμίας, ο λαός όρμησε προς τον γέροντα διά να τον ίδη εγγύτερον. Φωναί εκραύγαζον: «Κρατήστε τον», άλλαι: «Αλλοίμονον εις ημάς!»

Θύελλα συριγμών και ωρυγμών εξέσπασεν: «Αινόβαρδε! Δολοφόνε! Μητροκτόνε! Εμπρηστά! Ο κυκεών ηύξανεν. Αίφνης ιστοί τινες καταναλωθέντες υπό του πυρός, κατέπεσαν ως βροχή σπινθήρων.

Τυφλόν κύμα του όχλου παρέσυρε τον Χίλωνα προς το βάθος του κήπου.

Παντού οι πάσσαλοι πυρίκαυστοι ήρχιζον να πίπτουν επί της οδού, πληρούντες τας λόχμας καπνού, σπινθήρων, οσμής κεκαυμένου ξύλου και κνίσσης ανθρωπίνου κρέατος. Τα φώτα εσβύνοντο πανταχού. Οι κήποι εβυθίζοντο εις τα σκότη.

Ο Χίλων επλανάτο, μη γνωρίζων προς ποίον μέρος να στρέψη τα βήματά του. Προσέκρουεν επί ημικαύστων πτωμάτων, παρέσυρε δαυλούς, οίτινες τον περιεκάλυπτον με απειλητικόν νέφος σπινθήρων και ενίοτε εκάθητο και παρετήρει γύρω του με χαύνα βλέμματα. Τέλος εξήλθεν εκ της σκιάς και ωθούμενος υπό ακαταμαχήτου δυνάμεως, εβάδισε προς την κρήνην, όπου ο Γλαύκος είχεν εκπνεύσει.

Μία χειρ έψαυσε τον ώμον του.

Ο γέρων εστράφη, και ιδών έμπροσθέν του ένα άγνωστον, ανέκραξε:

— Τι; Ποίος είσαι;

— Απόστολος Παύλος, ο Ταρσεύς.

— Είμαι κατηραμένος . . . Τι θέλεις;

Ο Απόστολος απεκρίθη:

— Θέλω να σε σώσω.

Ο Χίλων εστηρίχθη επί δένδρου.

— Δι' εμέ δεν υπάρχει πλέον σωτηρία! είπε με ασθενή φωνήν.

— Δεν ηξεύρεις λοιπόν ότι ο Θεός εσυγχώρησε τον μετανοήσαντα ληστήν; ηρώτησεν ο Παύλος.

— Και συ δεν ηξεύρεις τι έπραξα εγώ;

— Είδον το άλγος σου και ήκουσα ότι εμαρτύρεις περί της αληθείας.

— Ω, κύριε!

Ο Χίλων έψαυσε την ιδίαν κεφαλήν του με τας δύο χείρας, ως να ησθάνετο ότι παρεφρόνει.

— Συγχώρησιν! Δι' εμέ! . . . Συγχώρησιν! . . .

— Ο Θεός ημών είναι Θεός ελέους, απεκρίθη ο Παύλος· σε εσυγχώρησε.

— Συγχώρησιν δι' εμέ! ώμοζεν ο Χίλων.

— Στηρίξου επί του βραχίονός μου και ακολούθει με, είπεν ο Απόστολος. Ο Θεός ημών είναι Θεός ελέους και σωτήρ ημών. Ήλγησας και ενώπιον του πασσάλου του Γλαύκου και ο Χριστός είδε το άλγος σου. Είπες δε αφόβως προς τον Νέρωνα ότι «ο εμπρηστής είναι εκείνος». Και ο Χριστός δεν ελησμόνησε την μετάνοιάν σου.

Ο Χίλων έπεσε γονυκλινής, έκρυψε το πρόσωπον εις τας χείρας του και έμεινεν ακίνητος. Ο Παύλος ανέβλεψε προς τον ουρανόν και προσηυχήθη:

— Κύριε, έλεγεν, επίβλεψον επί του ταλαιπώρου τούτου.

Αλλ' εις τους πόδας του αίφνης μία οιμώζουσα επίκλησις ηκούσθη:

— Ναι, Κύριε Ιησού Χριστέ! . . . συγχώρησέ με!

Τότε ο Παύλος εβοήθησε τον Χίλωνα να ανέλθη παρά την λεκάνην της κρήνης, και εβύθισε τρις την κεφαλήν του γέροντος εις το ύδωρ λέγων: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού Χίλων, εις το όνομα του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος! Αμήν!»

Ο Χίλων ήγειρε την κεφαλήν και εξέτεινε τας χείρας. Η σελήνη εφώτιζε με το γλυκύ της φως την λευκήν κόμην του και το ακίνητον λευκόν πρόσωπόν του. Αι στιγμαί διεδέχοντο αλλήλας εντός της νυκτός· εκ των μεγάλων ορνιθοτροφείων των κήπων της Δομιτίας έφθασε μέχρις αυτών το άσμα του αλέκτορος. Εκείνος έμεινε γονυπετής, ακινητών ως άγαλμα.

Τέλος ηρώτησε:

— Τι οφείλω να πράξω πριν αποθάνω, δέσποτα;

Ο Παύλος αφυπνίσθη εκ της σκέψεως της αμέτρου εκείνης δυνάμεως, από την οποίαν αι ψυχαί ως η του Έλληνος εκείνου δεν ηδύναντο να διαφύγωσι, και απεκρίθη:

— Έχε πίστιν και μαρτύρει περί της Αληθείας!

Εξήλθον ομού εις την έξοδον του κήπου. Ο απόστολος ηυλόγησε και πάλιν τον γέροντα και εχωρίσθησαν κατ' απαίτησιν αυτού του Χίλωνος, προβλέποντος ότι ο Καίσαρ και ο Τιγγελίνος θα τον κατεδίωκον.

Δεν ηπατάτο ποσώς. Επανελθών οίκαδε, εύρε την οικίαν του περικυκλωμένην υπό πραιτωριανών, οίτινες τον συνέλαβον και τον ωδήγησαν εις το παλατίνον.

Ο Καίσαρ ανεπαύετο ήδη, αλλ' ο Τιγγελίνος ηγρύπνει και τον ανέμενεν. Εχαιρέτισε τον δυστυχή Έλληνα με πρόσωπον ατάραχον, αλλ' απαίσιον.

— Διέπραξες έγκλημα καθοσιώσεως, του είπε, και δεν θα αποφύγης την τιμωρίαν. Αλλ' εάν αύριον, εν μέσω του αμφιθεάτρου δηλώσης ότι ήσο μεθυσμένος και παρελογίζεσο και ότι οι χριστιανοί είναι πράγματι οι αυτουργοί της πυρκαϊάς, η τιμωρία σου θα περιορισθή μόνον εις μαστίγωσιν και εξορίαν.

— Δεν δύναμαι, άρχον, εψιθύρισε πράως ο Χίλων.

Ο Τιγγελίνος τον επλησίασε με βήματα βραδέα και με πνιγομένην, αλλά φοβεράν, φωνήν ηρώτησε:

— Πώς; δεν δύνασαι, σκυλλογραικέ; Δεν ήσο λοιπόν μεθυσμένος; Δεν εννοείς τι σε περιμένει λοιπόν; Παρατήρησε απ' εκεί.

Και του έδειξε μίαν γωνίαν του μελάθρου, όπου ίσταντο όρθιοι εις την σκιάν, πλησίον ενός μεγάλου ξυλίνου εδωλίου, τέσσαρες δούλοι εκ Θράκης, κρατούντες σχοινία και λαβίδας εις τας χείρας.

Ο Χίλων απεκρίθη:

— Δεν δύναμαι, αυθέντα!

Η μανία εκόχλαζεν εις την ψυχήν του Τιγγελίνου, αλλ' ούτος συνεκρατήθη ακόμη.

— Είδες πώς αποθνήσκουν οι χριστιανοί; θέλεις να αποθάνης και συ όπως και εκείνοι;

Ο γέρων ύψωσε προς στιγμήν το ωχρόν πρόσωπόν του· προς στιγμήν τα χείλη του εκινήθησαν εν σιωπή, έπειτα δε είπε:

— Και εγώ πιστεύω εις τον Χριστόν! . . .

Ο Τιγγελίνος τον παρετήρησεν εμβρόντητος.

— Σκύλλε! Αληθώς παρεφρόνησες!

Ώρμησε κατά του Χίλωνος, του έδραξε τον πώγωνα με τας δύο χείρας, τον εκύλισε κατά γης και τον εποδοπάτησεν, επαναλαμβάνων με αφρίζοντα χείλη:

— Θα αναιρέσης! Θα αναιρέσης τους λόγους σου!

— Δεν δύναμαι, ώμοζεν ο Έλλην, υπό την πτέρναν του Τιγγελίνου.

— Εις την βάσανον τον άνθρωπον τούτον!

Οι Θράκες δούλοι ήρπασαν τον γέροντα, τον εξήπλωσαν επί οκρίβαντος, τον έδεσαν με τα σχοινία και ήρχισαν με τας λαβίδας των να τσιμπούν τα κατεσκληκότα προκνήμια. Αλλ' εκείνος, ενώ τον έδενον, ησπάζετο ταπεινώς τας χείρας των, έπειτα έκλεισε τους οφθαλμούς και έμεινεν ακίνητος, ως νεκρός.

Έζη ακόμη, και, όταν ο Τιγγελίνος έκυψε προς αυτόν και πάλιν, και τον ηρώτησε:

— Θα αναιρέσης;

Τα ωχρά του χείλη εκινήθησαν ελαφρώς και εξ αυτών διέφυγε ψίθυρος μόλις ακουόμενος:

— Δεν . . . . δύναμαι! . . .

Ο Τιγγελίνος διέταξε να διακοπή η βάσανος και διηυθύνθη προς το άτριον. Τέλος, εφάνη ότι του επήλθε νέα ιδέα, και στραφείς προς τους Θράκας:

— Αποσπάσατέ του την γλώσσαν!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.

Διά την παράστασιν του δράματος «Αυρέολος», τα θέατρα και τα αμφιθέατρα είχον διευθετηθή ούτως, ώστε να δύνανται ν' ανοίγωνται και να σχηματίζουν δύο χωριστάς σκηνάς. Αλλά, μετά το θέαμα των κήπων του Καίσαρος, παρημελήθησαν αι συνήθεις διατυπώσεις, διότι επρόκειτο να επιτραπή εις όλους τους θεατάς να ίδωσι τον θάνατον του εσταυρωμένου δούλου, όστις, εις το δράμα, κατεβροχθίζετο υπό μιας άρκτου. Εις το θέατρον το πρόσωπον της άρκτου επαίζετο υπό τινος ηθοποιού εραμμένου εντός μηλωτής· αλλά την φοράν ταύτην η αναπαράστασις έμελλε να είναι πραγματική. Ήτο μία νέα έμπνευσις του Τιγγελίνου.

Εις το λυκόφως, ολόκληρος ο ιππόδρομος είχεν υπερεκχειλισθή. Οι Αυγουστιανοί, παριστάμενοι εν σώματι με τον Τιγγελίνον επί κεφαλής, είχον έλθει όχι τόσον διά το θέαμα, όσον διά να δώσουν εις τον Καίσαρα δείγμα υπακοής μετά το τελευταίον επεισόδιον, και διά να συζητήσουν περί του Χίλωνος, περί του οποίου ωμίλει όλη η πόλις.

Τέλος η προσδοκωμένη στιγμή έφθασεν. Οι υπηρέται του ιπποδρόμου έφερον κατ' αρχάς ξύλινον σταυρόν, αρκετά χαμηλόν, όπως η άρκτος ανορθουμένη επί των οπισθίων ποδών, δύναται να φθάνη το στήθος του βασανιζομένου καταδίκου· κατόπιν δύο άνδρες ωδήγησαν ή μάλλον έσυραν επί της κονίστρας τον Χίλωνα, όστις, έχων συντετριμμένας τας κνήμας, δεν ηδύνατο να βαδίση. Εκαρφώθη επί του ξύλου τόσον ταχέως, ώστε οι αυγουστιανοί δεν ηδυνήθησαν να τον παρατηρήσωσιν ανέτως. Μόνον, αφού ηνώρθωσαν τον σταυρόν, όλων τα βλέμματα εστράφησαν προς εκείνον. Ελάχιστοι όμως ηδύναντο ν' αναγνωρίσωσι τον τέως Χίλωνα εις το πρόσωπον του γέροντος και γυμνού εκείνου ανθρώπου.

Μετά τας βασάνους, τας επιβληθείσας υπό του Τιγγελίνου, το πρόσωπόν του δεν είχε πλέον ούτε σταγόνα αίματος. Η λευκή γενειάς του εχωρίζετο από μίαν ερυθράν γραμμήν, ήτις εμαρτύρει ότι του είχον κόψει την γλώσσαν. Διά μέσου του διαφανούς δέρματος διεκρίνοντο τα οστά.

Το πρόσωπόν του ήτο επώδυνον, αλλά πράον και ειρηνικόν, ως το πρόσωπον ανθρώπου κοιμωμένου. Η ειρήνη εφαίνετο ότι μαζί με την μετάνοιαν είχε κατέλθει εις την εσκληραγωγημένην εκείνην ψυχήν.

Κανείς δεν εγέλα, διότι εις τον γέροντα εκείνον ενυπήρχε τι τόσον ειρηνικόν· εκείνος εφαίνετο τόσον γέρων, τόσον ασθενής, τόσον άξιος ελέους, ώστε έκαστος εσκέπτετο διατί εβασάνιζον και εσταύρωνον ένα άνθρωπον ψυχορραγούντα ήδη.

Τέλος η άρκτος έφθασε με βαρύ βήμα εις την κονίστραν, ταλαντεύουσα δεξιά και αριστερά την χαμηλωμένην κεφαλήν της και, ρίχτουσα βλέμματα προς τα οπίσω, εφαίνετο σκεπτομένη ή ζητούσα κάτι.

Ιδούσα τον σταυρόν και το γυμνόν σώμα, επλησίασεν, ηνωρθώθη, ωσφράνθη. Αλλά μετά μίαν στιγμήν, ανέπεσεν επί των ποδών της, συνεστάλη υπό τον σταυρόν και ήρχισε να γρυλλίζη, ως εάν η καρδία της η θηριώδης είχεν οίκτον προς το ανθρώπινον εκείνο ερείπιον.

Οι υπηρέται του ιπποδρόμου ηρέθιζον την άρκτον διά των κραυγών των. Ο λαός έμενεν άφωνος.

Εν τούτοις ο Χίλων ύψωσε βραδέως την κεφαλήν και περιέφερε τα βλέμματά του επί των θεατών. Οι οφθαλμοί του εσταμάτησαν πολύ υψηλά εις τα τελευταία βάθρα του αμφιθεάτρου. Τότε το στήθος του ανέπνευσε ζωηρότερον, και, προς κατάπληξιν του πλήθους, το πρόσωπόν του εφαιδρύνθη διά μειδιάματος, το μέτωπόν του εφωτίσθη, οι οφθαλμοί του υψώθησαν εις τον ουρανόν και εκ των βεβαρημένων βλεφάρων του δύο δάκρυα κατήλθον βραδέως εις το πρόσωπόν του. Και απέθανεν.

Αίφνης, πλησίον του καταπετάσματος, μία ηχηρά φωνή εκραύγασεν:

— Ειρήνη εις τους μάρτυρας!

Βαθεία σιγή επεκράτει εις το αμφιθέατρον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.

Κατά την εποχήν του Νέρωνος, πολύ επροτιμώντο αι εσπεριναί παραστάσεις εις τους ιπποδρόμους και τα αμφιθέατρα. Αν και ο λαός ήτο ήδη χορτασμένος από αίμα, η είδησις ότι το τέλος των αγώνων ήγγιζε και ότι οι τελευταίοι χριστιανοί έμελλον να αποθάνωσιν εις το θέαμα της εσπέρας εκείνης, συνετέλεσεν εις το να συρρεύση επί των εδωλίων πλήθος αναρίθμητον. Οι αυγουστιανοί ήλθον μέχρις ενός, μαντεύοντες ότι ο Καίσαρ είχεν αποφασίσει να απολαύση το δράμα της θλίψεως του Βινικίου. Ο Τιγγελίνος είχε τηρήσει σιωπήν ως προς το είδος της βασάνου της επιφυλαχθείσης διά την μνηστήν του νεαρού τριβούνου· αλλ' η σιωπή αύτη υπεδαύλιζε την γενικήν περιέργειαν.

Ο Καίσαρ είχεν έλθει ενωρίτερον του συνήθους. Πλην του Τιγγελίνου και του Βατινίου, είχεν οδηγήσει εκεί τον Κάσσιον, ένα κεντηρίονα υπερβολικά ευρύνωτον και ρωμαλεώτατον. Η πραιτωριανή φρουρά ήτο πολυπληθεστέρα και εκυβερνάτο όχι υπό κεντηρίονος, αλλ' υπό του τριβούνου Σουμπρίου Φλαβίου, γνωστού διά την τυφλήν αφοσίωσίν του εις το πρόσωπον του αυτοκράτορος. Κατενόησαν ότι ο Καίσαρ ήθελεν, εν περιπτώσει αποτυχίας, να είναι εκ των προτέρων εφωδιασμένος εναντίον απελπιστικού πλήγματος εκ μέρους του Βινικίου: η περιέργεια ηυξήθη.

Όλων τα βλέμματα εστρέφοντο μετ' απλήστου επιμονής προς την θέσιν την οποίαν κατείχεν ο δύστηνος μνηστήρ. Εκείνος ήτο ωχρότατος, και ιδρώς έβρεχε το μέτωπόν του. Από πρωίας είχε προσπαθήσει να εισχωρήση εις τα υπόγεια, όπως πληροφορηθή αν εκείνη ευρίσκετο εκεί. Αλλ' οι πραιτωριανοί επετήρουν όλας τας διεξόδους, και ήτο αδύνατον να εισέλθη.

Δεν ήξευρεν εάν έζη ή, και αν έζη, οποία τύχη την ανέμενε και εστενοχωρείτο, διότι δεν ηδύνατο να της παράσχη βοήθειαν και καθώς ο άνθρωπος ο κυλιόμενος έκ τινος κρημνού, προσπαθεί να προσκολληθή εις παν το πρόστυχον, ούτω και ο Βινίκιος προσεκολλάτο εις κάθε σκέψιν και εις κάθε ιδέαν, ήτις όμως μετ' ολίγον του εφαίνετο απραγματοποίητος. Εις το βάθος της καρδίας του έπαλλεν ακόμη μικρά ελπίς: ίσως η Λίγεια δεν ευρίσκετο μεταξύ των καταδίκων, ίσως όλοι οι φόβοι του ήσαν μάταιοι . . .

Και απερροφήθη ολόκληρος εις την ελπίδα ταύτην, κατέρριψε την αμφιβολίαν και περιέκλεισεν ολόκληρον την ύπαρξίν του εις τας δύο ταύτας λέξεις: «Έχε πίστιν». Και ανέμενε μόνον θαύμα, δι' ου θα εσώζετο η Λίγεια.

Η ψυχή του ήτο συντετριμμένη υπό το βάρος των σκέψεων τούτων, νεκρική ωχρότης ηπλούτο εις το πρόσωπόν του και το σώμα του επάγωνε. Του εφαίνετο ότι η Λίγεια ήτο ήδη νεκρά και ότι ο Χριστός τους παρελάμβανεν ήδη αμφοτέρους πλησίον του.

Τέλος ο πραίφεκτος έρριψεν επί της άμμου μανδήλιον ερυθρόν.

Η θύρα η αντικρύζουσα εις την αυτοκρατορικήν εξέδραν έτριξεν επί των στροφέων της και εκ του στομίου του σκοτεινού εξήλθεν εις την κονίστραν ο Λιγειεύς Ούρσος. Ο γίγας εκάμμυε τους οφθαλμούς θαμβωμένος. Επροχώρησε μέχρι του κέντρου και τα περιστρεφόμενα βλέμματά του εζήτουν να ίδουν ποίον θα είχεν αντιπαλαιστήν. Οι αυγουστιανοί και το πλείστον των θεατών ήξευραν, ότι ο άνθρωπος εκείνος είχε πνίξει τον Κρότωνα και ψίθυρος ηγέρθη από βαθμίδος εις βαθμίδα.

Οι θηριομάχοι, οι υπερβαίνοντες κατά πολύ το μέτριον ανάστημα, δεν ήσαν ποσώς σπάνιοι εν Ρώμη, αλλ' ουδέποτε μέχρι τούδε οι οφθαλμοί των Κουιριτών είχον ιδή γίγαντα τοιούτου αναστήματος.

Ο Ούρσος έμενεν ακίνητος εις το μέσον της κονίστρας, όμοιος εν τη γυμνότητί του με κολοσσόν εκ γρανίτου, με έκφρασιν αναμονής και θλίψεως εις το βάρβαρον πρόσωπόν του. Και βλέπων κενήν την κονίστραν, περιέφερε την έκπληξιν των γαλανών και παιδικών οφθαλμών του προς τους θεατάς, τον Καίσαρα και έπειτα εις τας κιγλίδας των υπογείων, οπόθεν ανέμενε τους δημίους.

Καθ' ην στιγμήν εισήλθεν εις την κονίστραν, η καρδία του είχε και πάλιν σκιρτήσει εκ της ελπίδος, ότι ίσως θα απέθνησκεν επί του σταυρού. Αλλά μη βλέπων ούτε σταυρόν, ούτε οπήν διά τον σταυρόν, εσκέφθη ότι ήτο ανάξιος τοιαύτης ευνοίας και ότι ώφειλε να αποθάνη κατ' άλλον τρόπον και πιθανώς υπό τους οδόντας των θηρίων. Ήτο άοπλος και είχεν αποφασίσει ν' αποθάνη υπομονητικός, ως πιστός του Χριστού.

Και επειδή ήθελε και πάλιν να απευθύνη την προσευχήν του προς τον Λυτρωτήν, εγονυπέτησεν, εσταύρωσε τας χείρας και ύψωσε τους οφθαλμούς προς τους αστέρας, οίτινες επάλλοντο εκεί υψηλά, εις το άνοιγμα του καταπετάσματος.

Η στάσις αύτη δεν ήρεσεν εις το πλήθος. Οι θεαταί είχον κουρασθή να βλέπουν εκπνέοντα πρόβατα. Εάν ο γίγας ηρνείτο να αμυνθή, το θέαμα θα απετύγχανεν.

Εδώ και εκεί συριγμοί ηκούσθησαν. Μετ' αυτών ηνώθησαν φωναί καλούσαι τους μαστιγοφόρους. Αλλ' ολίγον κατ' ολίγον αποκατεστάθη η σιγή, διότι ουδείς εγνώριζε τι θα αντιμετώπιζε τον γίγαντα, ούτε εάν κατά την κρίσιμον στιγμήν εκείνος θα ηρνείτο την πάλην.

Η αναμονή δεν διήρκεσεν επί πολύ. Αίφνης ήχησεν ο οξύς τριγμός των χαλκίνων οργάνων.

Η κιγκλίς η απέναντι της αυτοκρατορικής εξέδρας ηνοίχθη και, εις τον στίβον, εν μέσω των κραυγών των θηριοφυλάκων, ώρμησε τεράστιος άγριος ταύρος της Γερμανίας με μίαν γυναίκα γυμνήν επί της κεφαλής δεδεμένην.

— Λίγεια! Λίγεια! ανέκραξεν ο Βινίκιος. Και αρπάσας διά των δύο χειρών του τας τρίχας των κροτάφων του, περιεμαζεύθη, ως άνθρωπος αισθανόμενος εις τα εντόσθιά του διαπερώντα τον σίδηρον δόρατος και με φωνήν βραχνήν και τραχείαν ερρόγχασε: «Χριστέ μου, έχω πίστιν! Έχω πίστιν! . . . Χριστέ . . . κάμε το θαύμα Σου».

Και δεν ησθάνθη ότι την ιδίαν στιγμήν ο Πετρώνιος του εκάλυψε την κεφαλήν με την τήβεννόν του. Ενόμισεν ότι ο θάνατος ή η θλίψις του εσκότιζε τους οφθαλμούς. Η εντύπωσις τον είχε βυθίσει εις φοβερόν χάος. Ουδεμία ιδέα εσώζετο εν αυτώ και μόνα τα χείλη του επανελάμβανον εν παραληρήματι:

«Έχω πίστιν! έχω πίστιν! έχω πίστιν!»

Αίφνης, το αμφιθέατρον έγινεν άφωνον. Οι αυγουστιανοί ηγέρθησαν εκ των καθισμάτων των ως είς άνθρωπος. Επί της κονίστρας εξετυλίσσετο κάτι τι ανήκουστον.

Εις την θέαν της βασιλόπαιδός του δεδεμένης εις τα κέρατα του αγρίου ταύρου, ο Λιγειεύς, ο προ μικρού ταπεινός και έτοιμος εις τον θάνατον, ετινάχθη ως να τον έκαυσέ τις με σίδηρον πεπυρακτωμένον και με την ράχιν κυρτήν ώρμησε λοξοδρομικώς κατά του μαινομένου θηρίου. Από όλα τα στήθη εξήλθε βραχεία κραυγή εξάλλου καταπλήξεως και έπειτα επηκολούθησε βαθεία σιγή.

Με έν πήδημα ο Λιγιεύς έφθασε το ζώον και το συνέλαβεν από τα κέρατα.

— Κύτταξε, έκραξεν ο Πετρώνιος, αφαιρέσας την τήβεννον από την κεφαλήν του Βινικίου.

Ούτος ηγέρθη, εσήκωσε το πελιδνόν πρόσωπόν του και ήρχισε να παρατηρή την κονίστραν με τους υελώδεις και απλανείς οφθαλμούς του.

Όλων τα στήθη δεν είχον πλέον πνοήν. Εις το αμφιθέατρον και το πτερύγισμα μυίας θα ήτο ακουστόν.

Αφ' ότου η Ρώμη είχε καταστή πόλις περίλαμπρος, ουδέποτε είχεν εκτυλιχθή τοιούτον θέαμα.

Ο Ούρσος εκράτει το θηρίον εκ των κεράτων. Οι πόδες του είχον χωθή εις την άμμον άνωθεν του αστραγγάλου, η ράχις του είχε κυρτωθή ως τόξον τεταμένον η κεφαλή του είχε κρυφθή μεταξύ των ώμων του, οι μυώνες των βραχιόνων του είχον τεντωθή τόσον, ώστε ενόμιζε κανείς ότι η επιδερμίς θα διερρηγνύετο υπό το κύρτωμά των. Είχε σταματήσει καλώς τον ταύρον. Και άνθρωπος και κτήνος είχον καρφωθή εις μίαν ακινησίαν τόσον απόλυτον, ώστε οι θεαταί ενόμιζον ότι είχον ενώπιον των ανάγλυφον των άθλων του Θησέως ή του Ηρακλέους. Αλλ' εκ της φαινομενικής ταύτης ακινησίας ανεδεικνύετο η φοβερά έντασις των δύο αφηνιασμένων δυνάμεων. Οι τέσσαρες πόδες του ταύρου ήσαν χωμένοι εις την άμμον και ο όγκος του σώματός του ο κατάμαυρος και τριχωτός, είχε συσταλή ως γιγαντιαία σφαίρα. Το ποίος εκ των δύο, εξαντλούμενος, θα έπιπτε πρώτος, διά τους φανατικούς θεατάς της πάλης είχε την στιγμήν εκείνην μεγαλειτέραν σπουδαιότητα από την ιδίαν των τύχην, από την τύχην ολοκλήρου της Ρώμης και της κοσμοκρατορίας αυτής. Ο Λιγειεύς ούτος, ήτο τώρα ημίθεος. Και αυτός ο Καίσαρ ήτο όρθιος. Αυτός και ο Τιγγελίνος, γνωρίζοντες την δύναμιν του ανθρώπου, είχον επίτηδες διοργανώσει το θέαμα εκείνο, λέγοντες καθ' εαυτούς ειρωνικώς: «Ας καταβάλη λοιπόν αυτόν, τον νικητήν του Κρότωνος, ο ταύρος, τον οποίον θα εκλέξωμεν δι' αυτόν».

Εις το αμφιθέατρον άνθρωποι είχον υψώσει τους βραχίονας και έμενον ακίνητοι εις την στάσιν αυτήν. Άλλων τα μέτωπα ήσαν περίρρυτα εξ ιδρώτος, ως εάν οι ίδιοι είχον παλαίσει κατά του θηρίου. Εις το ημικύκλιον ηκούετο μόνον ο τριγμός των λυχνιών και ο κρότος των φεψάλων, τα οποία έπιπτον εκ των πυρσών. Ο λόγος είχεν εκπνεύσει εις τα χείλη. Αι καρδίαι έπαλλον μέχρι διαρρήξεως των στηθών. Εις όλους τους θεατάς η πάλη εφαίνετο ότι θα παρετείνετο επί πολύ.

Και ο άνθρωπος και το θηρίον, ακίνητοι εις την αγρίαν των πάλην, έμενον ως καρφωμένοι επί του εδάφους.

Αίφνης, μυκηθμός υπόκωφος και θρηνώδης ανήλθεν από της κονίστρας.

Όλων τα στήθη αφήκαν κραυγήν και πάλιν επήλθε σιγή άκρα. Ενόμιζον ότι ωνειρεύοντο· εις τους σιδηρούς βραχίονας του βαρβάρου η τεραστία κεφαλή του ταύρου συνεστρέφετο ολίγον κατ' ολίγον.

Το πρόσωπον του Λιγειέως, ο τράχηλός του και οι βραχίονες του είχον καταστή πορφυροί· το τόξον της ράχεώς του είχε κυρτωθή ακόμη περισσότερον. Έβλεπον ότι ούτος συνέλεγε το υπόλοιπον των υπεράνθρωπων δυνάμεών του και ότι μετ' ολίγον αύται θα εξηντλούντο.

Επί μάλλον και μάλλον πνιγμένος, επί μάλλον και μάλλον βραχνός και αλγεινότερος ο μυκηθμός του ταύρου ανεμιγνύετο με το οξύ φύσημα του βαρβάρου. Η κεφαλή του ζώου συνεστρέφετο πάντοτε περισσότερον και αίφνης, εκ του ρύγχους του, εκρεμάσθη μία υπερμεγέθης σιελώδης γλώσσα. Μετά τινα στιγμήν οι θεαταί οι πλησίον του στίβου ήκουσαν τον υπόκωφον δούπον θραυομένων οστών έπειτα το ζώον εκυλίσθη ως όγκος με στραγγαλισμένον τον τράχηλον, νεκρόν πλέον.

Εν ριπή οφθαλμού ο γίγας έλυσε την κόρην από των κεράτων του ταύρου και την έλαβεν εις τους βραχίονάς του, έπειτα ήρχισε να πνευστιά ταχέως. Η όψις του ήτο ωχρά, αι τρίχες της κεφαλής του είχον κολλήσει από τον ιδρώτα, οι ώμοι του και οι βραχίονες του ήσαν περίρρυτοι.

Προς στιγμήν έμεινεν ακίνητος και ως ενεός· έπειτα ύψωσε τα βλέμματα και προσέβλεπε τους θεατάς.

Το αμφιθέατρον εμαίνετο.

Οι τοίχοι του τεραστίου κτιρίου έτρεμον υπό τας κραυγάς μυριάδων στηθών. Οι θεαταί των υψηλών θεωρείων είχον εγκαταλείψει τας θέσεις των, συνέρρεον προς την κονίστραν και εποδοπατούντο εις τους διαδρόμους, όπως καλλίτερον ίδωσι τον νέον Ηρακλέα.

Πανταχόθεν ηγέρθησαν φωναί εκλιπαρούσαι την χάριν του, φωναί περιπαθείς, επίμονοι, αίτινες μετ' ολίγον συνησπίσθησαν εις μίαν άπειρον βοήν. Ο γίγας καθίστατο προσφιλής εις το πλήθος εκείνο το εξαιρετικώς έκθαμβον εκ της φυσικής σωματικής ρώμης, καθίστατο το πρώτον πρόσωπον εις την Ρώμην.

Ο Ούρσος ενόησεν ότι ο λαός εζήτει δι' αυτόν την ζωήν και την ελευθερίαν. Αλλά διά τούτο δεν εφρόντιζε. Προς στιγμήν περιέφερε τα βλέμματά του περί εαυτόν, έπειτα επλησίασεν εις την αυτοκρατορικήν εξέδραν, ταλαντεύων το σώμα της νεανίδος εις τους τεταμένους βραχίονάς του, και ύψωσε βλέμματα ικετευτικά ως διά να είπη: «Την χάριν της ζητώ! Αυτήν πρέπει να σώσετε! Δι' αυτήν το έκαμα!»

Εις την θέαν της λιποθύμου κόρης, ήτις προ του πελωρίου σώματος του Λιγειέως εφαίνετο ως μικρά παιδίσκη, η συγκίνησις κατέλαβε το πλήθος, τους ιππότας και τους συγκλητικούς. Το πλήθος ενόμιζεν ότι ήτο πατήρ ζητών χάριν διά το τέκνον του. Ο οίκτος εξέσπασεν ως φλοξ. Ο λαός ως μαινόμενος εζήτει χάριν και έκραζεν: «αρκεί το αίμα πλέον, αρκούν τόσοι νεκροί, τόσα βασανιστήρια». Φωναί πνιγόμεναι από λυγμούς εζήτησαν χάριν και διά τους δύο. Αίφνης ο Βινίκιος ανεπήδησεν από της έδρας του, υπερέβη τον φραγμόν του γύρου, ώρμησε προς την Λίγειαν και εκάλυψε διά της τηβέννου του το γυμνόν σώμα της μνηστής του.

Έπειτα έσχισε τον χιτώνα του επί του στήθους του, αποκαλύψας τας ουλάς των τραυμάτων, όσα είχε λάβει εν Αρμενία, και έτεινε τους βραχίονας προς τον λαόν.

Τότε η φρενίτις υπερέβη τα όρια παντός ό,τι είχεν ιδεί ποτέ το αμφιθέατρον.

Ο όχλος ήρχισε να ποδοκροτή και να ωρύεται. Αι φωναί αι ζητούσαι την χάριν κατέστησαν απειλητικαί. Χιλιάδες θεατών έστρεψε προς τον Καίσαρα εσφιγμένας πυγμάς, όλων τα βλέμματα εξήστραπτον από μανίαν. Ο Νέρων τα έχασε.

Δεν ησθάνετο κανέν μίσος προς τον Βινίκιον και ο θάνατος της Λιγείας δεν τον ενδιέφερε πολύ. Αλλ' η φιλαυτία του δεν τω επέτρεπε να υποκύψη εις την θέλησιν του πλήθους· συγχρόνως εκ δειλίας εμφύτου, εδίσταζε να αντιτάξη άρνησιν.

Και ήρχισε να ζητή διά των οφθαλμών εάν τουλάχιστον εις κανένα εκ των αυγουστιανών διέκρινεν αντίχειρα εστραμμένον προς την γην, ως σημείον θανάτου. Αλλ' ο Πετρώνιος έτεινε την παλάμην του υψηλά και τον παρετήρει κατάμματα με μίαν έκφρασιν αποτροπής. Ομοίως ο συγκλητικός Σκαιβίνος, επίσης ο Νέρβας, ωσαύτως ο Τούλιος Σενεκίων, καθώς και ο γηραιός και ένδοξος αρχηγός Οστόριος Σκάπουλας και ο Ωστίτιος και ο Πίσων και ο Βέτος και ο Κρίσπινος, και ο Μινούτιος Θέρμος και ο Πόντιος Τελεσίνος, — επίσης και ο αυστηρότερος πάντων Θρασεύς, τον οποίον εσέβετο ο λαός. Εις την θέαν εκείνων, ο Καίσαρ απεμάκρυνε τον σμάραγδον εκ του οφθαλμού του με έκφρασιν περιφρονήσεως και μνησικακίας, αλλ' ο Τιγγελίνος, όστις ήθελεν αντί πάσης θυσίας να νικήση τον Πετρώνιον, έκυψε και είπε:

— Μη υποκύψης, θεσπέσιε· έχομεν τους πραιτωριανούς.

Ο Νέρων εστράφη προς το μέρος, όπου, επί κεφαλής της φρουράς του, ίστατο ο άγριος Σούβριος Φλάβιος, όστις, μέχρι τούδε, ήτο αφωσιωμένος εις αυτόν ψυχή τε και σώματι. Και είδε πράγμα ανήκουστον. Το σκυθρωπόν πρόσωπον του γηραιού χιλιάρχου είχε πληρωθή δακρύων, και με την υψωμένην χείρα του έκαμε το σημείον της χάριτος.

Εν τούτοις η λύσσα εκυρίευσε το πλήθος. Υπό τα ακατάπαστα ποδοκροτήματα στρόβιλος κονιορτού είχε περικαλύψει το αμφιθέατρον. Μεταξύ των κραυγών αντήχουν αραί: «Δολοφόνε! Μητροκτόνε! Εμπρηστά!» Ο Νέρων εφοβήθη. Ως κωμικός και ως αοιδός, είχεν ανάγκην της ευνοίας του λαού· έπειτα ήθελεν εν τη πάλη του κατά της Συγκλήτου και των πατρικίων, να έχη υπέρ αυτού τον λαόν, τέλος, από της πυρπολήσεως της Ρώμης, είχε προσπαθήσει να εξαπατήση τον όχλον δι' όλων των μέσων και να διευθύνη την οργήν του κατά των χριστιανών. Ενόησεν ότι θα ήτο επικίνδυνον να αντισταθή περισσότερον· μία στάσις δημιουργουμένη εις τον ιππόδρομον ηδύνατο να εξαπλωθή εις όλην την πόλιν και να έχη ανυπολογίστους συνεπείας.

Έρριψε βλέμμα προς τον Σούβριον Φλάβιον, προς τον εκατόνταρχον Σκαιβίνον, συγγενή του συγκλητικού, προς τους στρατιώτας, και μη βλέπων πανταχού ειμή συνεσταλμένας οφρύς, συγκεκινημένα τα πρόσωπα και βλέμματα τοξευόμενα εναντίον του, έκαμε το σημείον της χάριτος.