Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής

Part 19

Chapter 191 wordsPublic domain

Το κομψευόμενον κοινόν εθεάτο αταράχως το θέαμα εκείνο το πράγματι αξιοκαταφρόνητον. Άνθρωποι τινες είχον συμπλακή και η πάλη ήρχισε να γίνεται αιματηρά. Οι λυσσωδέστεροι εκ των παλαιστών απέρριπτον τας ασπίδας των και σφίγγοντες τους αντιπάλους των διά της αριστερής χειρός, εμάχοντο μέχρι θανάτου με την δεξιάν. Όσοι έπιπτον, ύψωναν τους δακτύλους διά να ζητήσουν τον οίκτον, αλλ' εις την αρχήν του θεάματος ο λαός απήτει συνήθως τον θάνατον των τραυματιών, κυρίως όταν επρόκετο περί των τυφλομάχων, οίτινες, έχοντες το πρόσωπον εντελώς σκεπασμένον, παρέμενον διά τους θεατάς άγνωστοι.

Τώρα εγένετο μάχη σοβαρωτέρα, ήτις διήγειρε το ενδιαφέρον των ευγενών και όχι μόνον του όχλου — μάχη κατά την οποίαν οι νεαροί πατρίκιοι συχνά έθετον μεγάλα στοιχήματα και έχανον και το τελευταίον σεστέρτιον.

Ολίγον κατ' ολίγον ο αριθμός των μαχομένων ηλαττούτο· τέλος έμειναν δύο· τους ώθησαν τον ένα προς τον άλλον· έπεσαν επί της άμμου και αμοιβαίως εμαχαιρώθησαν. Τότε οι θεράποντες εσήκωσαν τα πτώματα, έπλυναν την παλαίστραν και διέσπειραν επί της άμμου φύλλα αρωματικών φυτών.

Όταν ήρχισεν ο διαπεραστικός ήχος των σαλπίγγων, βαθεία σιγή αγωνίας διεχύθη εις το αμφιθέατρον. Χιλιάδες οφθαλμών προσηλώθησαν εις την μεγάλην πόλην· άνθρωπός τις επλησίασεν ενδεδυμένος ως Χάρων και εν μέσω της γενικής σιγής έκρουσε την θύραν τρις διά σφύρας, ως διά να συγκαλέση εις τον θάνατον τους ανθρώπους τους κρυπτομένους όπισθεν. Έπειτα τα δύο θυρόφυλλα ηνοίχθησαν βραδέως, αποκαλύψαντα έν σκοτεινόν στόμιον οπόθεν μετ' ολίγον οι μαχηταί κατά σμήνη συνέρρευσαν εις την φωτεινήν κονίστραν, ήσαν δε ούτοι πάνοπλοι.

Επευφημίαι εξερράγησαν από τινων εδωλίων.

Οι παλαισταί περιήλθον κύκλω την κονίστραν με βήμα κανονικόν και ελαστικόν και εστάθησαν ενώπιον του αυτοκράτορος. Έπειτα έτειναν την δεξιάν χείρα και υψώσαντες την κεφαλήν και τα βλέμματα προς τον Καίσαρα, έψαλαν με φωνήν ηχηράν:

«Χαίρε, Καίσαρ αυτοκράτωρ·

Οι μελλοθάνατοι σε προσαγορεύουν!»

Έπειτα διεσκορπίσθησαν εν ριπή οφθαλμού και ετοποθετήθησαν χωριστά επί του περιβόλου της κονίστρας.

Έμελλον να επιτεθώσι κατ' αποσπάσματα ολόκληρα. Εις τας μάχας εκείνας, ο λαός ήτο αφωσιωμένος με την ψυχήν, το σώμα και τους οφθαλμούς: ωρύετο, εβρυχάτο, εσύριζεν, εχειροκρότει, εγέλα, εξηρέθιζε τους μαχομένους και εμαίνετο εκ χαράς. Εις την παλαίστραν, οι μονομάχοι εις δύο ομάδας επάλαιον με λύσσαν θηρίων: οι θώρακες προσέκρουον επί των θωράκων, τα σώματα συνεπλέκοντο εις θανάσιμα σφιγξίματα, τα φοβερά μέλη έτριζον εις τας αρθρώσεις των, αι μάχαιραι εβυθίζοντο εις τα στήθη και τας κοιλίας, τα κάτωχρα χείλη εξετόξευον χειμάρρους αίματος. Αρχάριοί τινες κατελήφθησαν περί το τέλος από φόβον τόσον ζωηρόν, ώστε αποσπασθέντες του κυκεώνος εκείνου ετράπησαν εις φυγήν, αλλ' οι μαστιγοφόροι με τα μαστίγιά των τα καταλήγοντα εις μόλυβδον τους κατεδίωκον άκοντας εις το αγριώτερον σημείον της πάλης. Η άμμος εποικίλλετο ανά πάσαν στιγμήν, σώματα γυμνά και με θώρακας ορειχαλκίνους ήρχοντο να αυξήσουν τους σωρούς, εξηπλωμένους ως δέσμας χόρτου.

Αφού και ούτοι αλληλοεσπαράχθησαν, μετεφέρθησαν έξω της κονίστρας υπό τας επευφημίας του πλήθους.

Τέλος, οι ηττηθέντες έκειντο σχεδόν πάντες νεκροί· μόνον μερικοί τραυματίαι εγονυπέτησαν κλονιζόμενοι εν μέσω της κονίστρας και έτειναν προς τους θεατάς χείρας ζητούσας χάριν. Εις τους νικητάς διένειμον βραβεία, στρέμματα, κλάδους ελαίας. Έπειτα επικολούθησε στιγμή ανακωχής, ήτις τη διαταγή του παντοδυνάμου Καίσαρος μετεβλήθη εις συμπόσιον. Ήναψαν τα πύραυνα των αρωμάτων. Οι ψεκαστήρες έρριπτον επί του πλήθους λεπτήν βροχήν σαφρά και ίων.

Προσέφεραν αναψυκτικά, οπτά κρέατα, γλυκέα πλακούντια, ελαίας και οπώρας. Ο όχλος κατεβίβρωσκεν, εφλυάρει και ανευφήμει τον Καίσαρα, διά να τον ελκύση εις μεγαλυτέραν ακόμη γενναιοδωρίαν.

Το πρώτον μέρος του θεάματος είχε λήξει. Οι θεαταί εγκατέλειπον τας θέσεις και μετέβαινον εις τας διόδους, όπως απαλλαχθώσι της νάρκης των ποδών και συνομιλήσωσι.

Οι Αυγουστιανοί ετέρποντο εις το θέαμα του Χίλωνος και έσκωπτον τας ανωφελείς προσπαθείας του θέλοντος να αποδείξη ότι ήτο ικανός να βλέπη το αίμα, αν και δεν υπέφερε τοιαύτα θεάματα η ελληνική καρδία του. Οι Αυγουστιανοί όμως εξηκολούθουν να τον πειράζουν. Τούτο ηυχαρίστει τον Καίσαρα, όστις τους παρώτρυνε προς τούτο.

Ο γέρων τους παρετήρει με τους ερυθρούς οφθαλμούς του, αλλ' εσιώπα, μη δυνάμενος να αντεπεξέλθη κατ' αυτών.

Ο ήχος των σαλπίγγων ανήγγειλε το τέλος του διαλείμματος. Εις την κονίστραν εφάνησαν θεράποντες, οίτινες εκαθάριζαν και επιπέδωναν εδώ και εκεί τους μικρούς σωρούς της άμμου, τους συγκεκολλημένους ακόμη με το αίμα.

Τώρα ήτο η σειρά των χριστιανών.

Το θέαμα ήτο καινοφανές διά το πλήθος. Ήλπιζον εκτάκτους σκηνάς. Εις το μίσος του λαού και αι φρικωδέστεραι τιμωρίαι εφαίνοντο ανεπαρκείς.

Ο πραίφεκτος έκαμε νεύμα και ο ίδιος γέρων, ο ενδεδυμένος ως Χάρων, ενεφανίσθη επί της κονίστρας, διέτρεξεν αυτήν βραδέως και, εν μέσω βαθείας σιγής, έκρουσε την θύραν τρις με την σφύραν του.

Εις το αμφιθέατρον μία βοή ηγέρθη:

— Οι χριστιανοί! . . . οι χριστιανοί! . . . .

Αι σιδηραί κιγκλίδες έτριξαν, ανά τους διαδρόμους τους σκοτεινούς ήχησεν η συνήθης κραυγή των μαστιγοφόρων: «Εις την άμμον!» και εν ριπή οφθαλμού η κονίστρα εγέμισεν από χριστιανούς, οι οποίοι έτρεχον με πυρετώδη ταχύτητα και φθάσαντες εις το κέντρον εγονάτισαν πλησίον αλλήλων ανατείνοντες τας χείρας εις τον ουρανόν.

Ο όχλος νομίσας ότι επεκαλούντο το έλεος του Καίσαρος, κατελήφθη υπό μανίας εις το θέαμα τόσης ανανδρίας· ήρχισαν να ποδοκροτώσι, να συρίζωσι, να ρίπτουν εις την κονίστραν κενά δοχεία, οστά περιφαγωμένα και να ανακράζωσι: «Τα θηρία! Απολύσατε τα θηρία!. .»

Αλλ' αίφνης ανήκουστον πράγμα, συνέβη. Εκ του κέντρου του πλήθους των θυμάτων ανήλθον φωναί, αίτινες έψαλλον, και αντήχησεν ο ύμνος, τον οποίον διά πρώτην φοράν ήκουον εις τον ρωμαϊκόν ιππόδρομον.

_«Κρίστους Ρέγνατ! . . .»_ (=ο Χριστός βασιλεύει).

Ο λαός έμεινε κατάπληκτος. Οι κατάδικοι έψαλλον με τους οφθαλμούς εστραμμένους προς το καταπέτασμα. Τα πρόσωπά των ήσαν ωχρά, αλλ' εφαίνοντο εμπνευσμένα.

Όλοι ενόησαν ότι οι άνθρωποι εκείνοι δεν εζήτησαν ποσώς χάριν και ότι δεν έβλεπον ούτε το θέατρον, ούτε τον λαόν, ούτε την Σύγκλητον, ούτε τον Καίσαρα, αλλά προσηύχοντο. Ο ύμνος των: _«Ο Χριστός βασιλεύει εις τους αιώνας!»_ αντήχει επί μάλλον εύηχος.

Αλλ' ηνοίχθη άλλη κιγκλίς· και εις την κονίστραν εχύθησαν εν αγρία ορμή αγέλαι ολόκληροι κυνών αγρίων, γιγάντιοι κοκκινότριχες μολοσσοί της Πελοποννήσου, ραβδωτοί κύνες των Πυρρηναίων και αρπακτικοί της Ιβερνίας, όμοιοι προς λύκους, όλοι πειναλέοι με πλευρά κοίλα και αιμοδιψείς οφθαλμούς. Οι ωρυγμοί και αι υλακαί ενέπλησαν όλον το αμφιθέατρον οι χριστιανοί, αφού ετελείωσαν τον ύμνον των, έμειναν γονυπετείς, ακίνητοι και ως απολιθωμένοι, στενάζοντες μια φωνή:

«Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!» (υπέρ Χριστού!).

Οσφρανθέντες ανθρώπους υπό τας δοράς θηρίων και εκπεπληγμένοι εκ της ακινησίας των, οι κύνες δεν ετόλμησαν να ριφθώσιν αμέσως κατ' αυτών. Οι μεν εζήτουν να αναρριχηθώσιν εις τους φραγμούς των θεωρείων, άλλοι έτρεχον πέριξ της κονίστρας υλακτούντες ως εάν κατεδίωκον αόρατον θήραμα. Ο λαός δυσηρεστήθη. Χιλιάδες φωνών προεκάλουν θόρυβον, θεαταί τινες εμιμούντο τους βρυχηθμούς των θηρίων, άλλοι εγαύγιζον ως κύνες, άλλοι τέλος εξηρέθιζον τα κτήνη εις όλας τας γλώσσας. Το αμφιθέατρον εδονείτο εκ των κραυγών. Οι κύνες ερεθισθέντες ώρμων προς τους ανθρώπους τους γονυπετείς, και έπειτα ωπισθοχώρουν πάλιν κροτούντες τας σιαγόνας των. Τέλος είς μολοσσός εβύθισε τους οδόντας εις τον ώμον γυναικός τινος γονυπετούς και την συνέτριψε διά του όγκου του.

Τότε δεκάδες κυνών εφώρμησαν κατά του σωρού. Το πλήθος έπαυσε να ωρύεται διά να παρατηρή μετά περισσοτέρας προσοχής· μεταξύ των ωρυγών και των ψυχορραγημάτων ηγείροντο ακόμη θρηνώδεις φωναί ανδρών και γυναικών: _«Προ Κρίστο! Προ Κρίστο!»_

Το αίμα έρρεεν ως χείμαρρος από τα διαμελιζόμενα σώματα. Οι κύνες εξέσχιζον μεταξύ των αιμοσταγή μέλη. Η οσμή του αίματος και των τεμαχισμένων εντοσθίων είχε καλύψει τα αρώματα της Αραβίας και επλήρου όλον τον ιππόδρομον.

Τέλος, δεν εφαίνοντο πλέον ειμή εδώ και εκεί άνθρωποι γονυπετείς.

Μετ' ολίγον και αυτοί κατεσπαράχθησαν εν κρότω αδηφάγων σιαγόνων και εν μέσω ολολυγμών.

Την στιγμήν, καθ' ην οι χριστιανοί εισήρχοντο εις την κονίστριαν, ο Βινίκιος είχεν εγερθή διά να διευθυνθή, καθώς είχεν υποσχεθή εις τον σταδιοφύλακα, προς το μέρος όπου μεταξύ των δούλων του Πετρωνίου εκρύπτετο ο Απόστολος.

Την πρώτην στιγμήν, η σκέψις ότι ίσως ο σταδιοφύλαξ να ηπατήθη, ότι η Λίγεια πιθανόν να ευρίσκετο μεταξύ των θυμάτων, τον είχε παραλύσει εντελώς.

Αλλ' όταν ήκουσε τας φωνάς: «Προ Κρίστο!» όταν είδε την βάσανον απειραρίθμων θυμάτων, άτινα θνήσκοντα ωμολόγουν την πίστιν και εδόξαζον τον Θεόν, κατενόησεν ότι ήτο αμάρτημα και να ζητή τις χάριν!

Εν τοσούτω παρεκάλει ακόμη, προσηύχετο με τα χείλη στεγνά: »Χριστέ! Χριστέ! λυπήσου την και ο Απόστολός σου δέεται δι' εκείνην! » Έπειτα έχασε τας αισθήσεις του και ελησμόνησε πού ευρίσκετο. Του εφάνη μόνον ότι το αίμα εφούσκωνεν ως πλήμμυρα ανερχομένη, και έμελλε να εκχειλίση από τον περίβολον του φονικού θεάτρου και να καταπλημμυρήση την Ρώμην ολόκληρον.

Δεν ήκουε πλέον ούτε τας ωρυγάς των κυνών, ούτε τας φωνάς των αυγουστιανών, οίτινες αίφνης έκραξαν:

— Ο Χίλων ελιποθύμησε!

Ούτος τω όντι, λευκός ως σινδών, εκάθητο με υπτίαν την κεφαλήν, με το στόμα χάσκον και εφαίνετο ως νεκρός.

Την στιγμήν εκείνην ώθησαν εις το στάδιον νέα πλήθη θυμάτων, περιβεβλημένα δοράς θηρίων. Όπως και τα προηγούμενα, εγονυπέτησαν και αυτά αμέσως. Αλλ' οι κύνες, εξαντληθέντες, ηρνούντο να τα ξεσχίσουν.

Ολίγα μόνον θηρία ερρίφθησαν κατά των πλησιεστέρων θυμάτων, τα άλλα κατεκλίθησαν, ύψωσαν τα ρύγχη, εξ ων εστάλαζε το αίμα και ήρχισαν να ασθμαίνωσι βαρέως με σπασμούς των φουσκωμένων πλευρών.

Τότε ο λαός ανήσυχος μέχρι βάθους ψυχής, αλλά και μεθυσμένος εκ της αιματοχυσίας και παραφερόμενος υπό φρενοβλαβούς μανίας, έρριψε διατόρους κραυγάς:

— Τους λέοντας! τους λέοντας! Απολύσατε τους λέοντας.

Οι λέοντες ήσαν εφεδρεία διά την επομένην ημέραν. Αλλ' εις τα αμφιθέατρα ο λαός επέβαλλε την θέλησίν του εις πάντας και εις αυτόν τον Καίσαρα!

Ο Νέρων έκαμε νεύμα να ανοίξωσι το υπόγειον θηριοτροφείον, όπερ ιδών ο λαός κατεπραΰνθη αμέσως. Ήκουσαν τον τριγμόν των κιγκλίδων, όπισθεν των οποίων ευρίσκοντο οι λέοντες. Εις την θέαν των οι σκύλλοι εμαζεύθησαν εις το απέναντι μέρος με υλακάς πνιγμένας. Εκείνοι εξώρμησαν ανά είς επί της κονίστρας πυρροχαίται και τεράστιοι, με μεγάλας κεφαλάς βαθυτρίχους. Και αυτός ο Καίσαρ έστρεψε προς αυτούς τα λυπημένον πρόσωπόν του και επλησίασε τον σμάραγδον εις τον οφθαλμόν του να τους ίδη καλλίτερον. Οι Αυγουστιανοί εχαιρέτισαν τους λέοντας διά χειροκροτημάτων, το πλήθος τους ηρίθμει με τα δάκτυλα, κατασκοπεύον με άπληστον όμμα την εντύπωσιν, την οποίαν επροξένουν εις τους χριστιανούς τους γονυπετείς εις το κέντρον, οι οποίοι πάλιν επανελάμβανον την κραυγήν των: &υπέρ Χριστού! υπέρ Χριστού!& κενήν εννοίας διά πολλούς και ενοχλητικήν διά πάντας.

Οι λέοντες, καίτοι πειναλέοι, δεν έσπευσαν ποσώς προς τα θύματα. Αι υπέρυθροι αντανακλάσεις, αίτινες επλημμύριζον την άμμον, ετάρασσον την όρασίν των και εκείνοι υπέκλειον τα βλέφαρα θαμβωμένοι. Τινές εξέτεινον οκνηρώς τα υποκίτρινα μέλη των, άλλοι ήνοιγον το ρύγχος και εχασμώντο, ως να ήθελον να δείξουν τους οδόντας των, αλλ' ολίγον κατ' ολίγον η οσμή του αίματος των διαμελισμένων σωμάτων, τα οποία έκειντο εις σωρούς επί της κονίστρας, επενήργησαν επ' αυτών. Μετ' ολίγον αι κινήσεις των έγιναν ανήσυχοι, αι χαίται των ωρθώθησαν, οι μυκτήρες των εκρότησαν θορυβωδώς· είς λέων εφώρμησεν αίφνης κατά του πτώματος γυναικός εχούσης το πρόσωπον κατεσπαρμένον και, θέσας επί του σώματος τους εμπροσθίους πόδας, ήρχισε με την αρπακτικήν του γλώσσαν να λείχη το αίμα το πηκτόν. Είς άλλος επλησίασεν ένα χριστιανόν, όστις εκράτει εις τας αγκάλας του παιδίον ραμμένον εντός δέρματος δορκάδος. Το παιδίον έντρομον με θρήνους και με κραυγάς προσεκολλάτο σπασμωδικώς εις τον πατέρα του, όστις θέλων να διατηρήση την ζωήν του τέκνου του, εις μίαν στιγμήν, προσεπάθησε να το αποσπάση από του τραχήλου του διά να το δώση είς τους όπισθεν ευρισκομένους. Αλλ' αι κραυγαί και αι προσπάθειαι εξώργισαν τον λέοντα· ούτος εξέβαλε βραχνόν και σύντομον βρυχηθμόν, συνέτριψε το παιδίον δι' ενός κτυπήματος του ποδός και ήρπασε διά του στόματός του το κρανίον του πατρός, το οποίον συνέτριψε.

Τότε όλα τα θηρία εξεχύθησαν κατά των χριστιανών. Γυναίκες τινες δεν ηδυνήθησαν να κρατήσωσι κραυγάς τρόμου, τας οποίας έπνιξαν αι επευφημίαι του λαού, παύσασαι και αυταί μετ' ολίγον χάριν της επιθυμίας των θεατών όπως ίδωσι τα πάντα. Και είδον πράγματα φρικιαστικά· κεφαλάς καταπινομένας εις στόματα χαίνοντα ως βάραθρα, στήθη σπαρασσόμενα δι' ενός μόνου κτύπου οδόντος, καρδίας και πνεύμονας αποσπωμένους και ήκουον τα οστά τρίζοντα μετά κρότου υπό τας σιαγόνας. Λέοντες αρπάζοντες τα θύματά των από τα πλευρά ή από την ράχιν έτρεχον με μανιώδη άλματα διά της κονίστρας ως να εζήτουν όπως τα καταβροχθίσουν εις σκοτεινόν μέρος· άλλοι εμάχοντο προς αλλήλους ανορθούμενοι και περισφίγγοντες ο είς τον άλλον, ως παλαισταί, και επλήρουν το αμφιθέατρον με βροντώδεις κραυγάς. Οι θεαταί ηγείροντο από τας θέσεις των, τινές άφινον τα καθίσματά των και κατήρχοντο εις τας κατωτέρας σειράς διά να ίδωσι καλλίτερον και συνωθούντο και συνεθλίβοντο μέχρι θανάτου.

Από καιρού εις καιρόν ηκούοντο απάνθρωποι φωναί· άλλοτε ανευφημίαι· άλλοτε βρυχηθμαί, γρυλλισμοί και κρότοι σιαγόνων και ουρλιάσματα κυνών· ενίοτε πάλιν ηκούοντο οιμωγαί και θρήνοι . . . .

Ο Καίσαρ με τον σμάραγδον εις το ύψος του οφθαλμού του παρετήρει μετά προσοχής. Το πρόσωπον του Πετρωνίου εξέφραζεν αηδίαν και περιφρόνησιν.

Ο Χίλων, λιπόθυμος, είχεν ήδη αποκομισθή εκείθεν, αλλά το υπόγειον εξήμει πάντοτε νέα θύματα εις την κονίστραν.

Ιστάμενος όρθιος εις την τελευταίαν σειράν του αμφιθεάτρου, ο απόστολος Πέτρος εθεώρει τους αγωνιώντας. Κανείς δεν τον έβλεπε, διότι όλαι αι κεφαλαί ήσαν εστραμμέναι προς την παλαίστραν. Ηγέρθη, και, όπως πριν είχεν ευλογήσει εντός της αμπέλου του Κορνηλίου, διά τον θάνατον και την αιωνιότητα, εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να φυλακισθώσιν, ούτω και τώρα ο Πέτρος ηυλόγει διά του Σταυρού τα λογικά σφάγια τα ψυχορραγούντα υπό τους οδόντας των θηρίων, — ηυλόγει το αίμα των και την βάσανόν των, — ηυλόγει τους νεκρούς, τους μεταβεβλημένους εις όγκους αμόρφους, και τας ψυχάς τας αφιπταμένας μακράν της αιματοβαφούς άμμου και της πόλεως των αιματηρών οργίων και με σπαραγμόν ψυχής προσηύχετο:

Κύριε! έλεγε, γεννηθήτω το θέλημά Σου! Διά την δόξαν σου, ως μαρτύριον της αληθείας, θανατούνται τα πρόβατα ταύτα της ποίμνης Σου. Συ μοι είπας: «Ποίμαινε τα πρόβατά μου!». Και τώρα Σου τα αποδίδω, Κύριε και Συ ο Θεός μου, παράλαβέ τα πλησίον σου, ίασαι τας πληγάς των, πράυνον τους πόνους των και απόδος εις αυτούς εκατονταπλασίονα την αμοιβήν των βασάνων, όσας υπέστησαν διά το όνομά Σου. Και οι μάρτυρες ύψωνον προς αυτόν τους οφθαλμούς. Τότε τα πρόσωπά των ηκτινοβόλουν, προσεμειδίων βλέποντα υπεράνω των κεφαλών των, εκεί υψηλά, το σημείον του Σταυρού.

Αίφνης ο Καίσαρ, εκ λύσσης ή και εκ της επιθυμίας να υπερβάλη παν ό,τι η Ρώμη είχεν ιδή έως τότε, εψιθύρισε λέξεις τινάς εις τον πραίφεκτον. Ούτος κατήλθε της εξέδρας και μετέβη εν σπουδή εις τα υπόγεια. Και αυτό το πλήθος έμεινε κατάπληκτον, όταν είδε τας κιγκλίδας να ανοίγωνται εκ νέου. Τότε ερρίφθησαν θηρία ποικιλώτατα· τίγρεις του Ευφράτου, πάνθηρες της Νουμηδίας, άρκτοι, λύκοι, ύαιναι και θώες. Το στάδιον ολόκληρον κατεπλημμύρησεν από αεικίνητον κύμα δερμάτων ποικιλοχρώμων ή ξανθοχρόων. Εδημιουργήθη κυκεών, όπου οφθαλμός δεν διέκρινε πλέον παρά μίαν φοβεράν και αεικίνητον δίνην ράχεων θηρίων. Το θέαμα απώλεσε την εντύπωσιν της πραγματικότητος. Ήτο υπερβολικόν!

Εν τω μέσω των βρυχηθμών, των ωρυγών, των γρυλλισμών, ανήρχετο εδώ και εκεί από των βάθρων των θεατών, ο οξύς και σπασμωδικός γέλως των γυναικών, των οποίων αι δυνάμεις πλέον εξηντλήθησαν. Πολλοί εφοβήθησαν. Τα πρόσωπα εσκυθρώπασαν.

Πλείσται φωναί έκραξαν:

«Αρκεί! Αρκεί!».

Αλλ' ήτο ευκολώτερον να απολύσωσι τα θηρία παρά να τα διώξωσι από την κονίστραν. Ο Καίσαρ εν τούτοις εύρε, διά να καθαρίση τον στίβον, μέσον το οποίον ήτο συγχρόνως νέα διασκέδασις διά τον λαόν. Εις όλας τας παρόδους, μεταξύ των βάθρων, εφάνησαν με τόξα εις τας χείρας ομάδες αιθιόπων της Νουμηδίας με ενώτια και με πτερά εις τας κόμας. Ο λαός εμάντευσε τι έμελλε να επακολουθήση και τους εχαιρέτισε διά κραυγών ευχαριστήσεως. Οι Νουμήδαι επλησίασαν εις τον γύρον της κονίστρας και ήρχισαν να κατατοξεύωσι τα θηρία. Ήτο πράγματι θέαμα νέον. Τα εβενώδη σώματα με τα ευλύγιστα μέλη έκλινον προς τα οπίσω και τα βέλη έπιπτον ως βροχή επί των θηρίων. Η βοή των χορδών και ο συριγμός των πτερωτών βελών ηνούντο με τα ουρλιάσματα των ζώων και τας κραυγάς του θαυμασμού των θεατών. Οι λύκοι, οι πάνθηρες, αι άρκτοι εξηπλούντο νεκραί παρά τα πτώματα των κατεσπαραγμένων χριστιανών. Εδώ και εκεί είς λέων, αισθανόμενος εις την πλευράν του νυγμόν βέλους, έστρεφε με απότομον κίνημα το ρύγχος το ερρυτιδωμένον από λύσσαν, διά να αρπάση και κατασυντρίψη το ξύλον. Άλλοι οίμωζον εκ του πόνου. Τα μικρά κτήνη εν φοβερώ πανικώ διέτρεχον τυφλώς την κονίστραν ή εκτύπων τας κεφαλάς των κατά των κιγκλιδωμάτων.

Εν τοσούτω τα βέλη εσύριζον αδιακόπως και μετ' ολίγον παν ό,τι έζη κατέπεσε με τους τελευταίους σφαδασμούς της αγωνίας.

Τότε εις το στάδιον ώρμησαν εκατοντάδες δούλων ωπλισμένων με αξίνας, με πτυάρια, με σάρωθρα, με χειραμάξια με κάνιστρα διά να συλλέξουν και αποκομίσουν τα πτώματα και σπλάγχνα. Έφερον δε και σάκκους πλήρεις άμμου. Εντός ολίγου ολόκληρος ο στίβος εσείετο από την πυρετώδη εργασίαν των. Εν ριπή οφθαλμού μετέφεραν τα πτώματα, εκαθάρισαν το αίμα και τας ακαθαρσίας, ηυλάκωσαν, ισοπέδωσαν και εκάλυψαν την κονίστραν με άφθονον στρώμα ξηράς άμμου. Τούτου γενομένου, ερωτιδείς έτρεξαν και εσκόρπισαν πέταλα ρόδων και κρίνων, Ήναψαν και πάλιν τα θυμιατήρια και αφήρεσαν το καταπέτασμα, διότι ο ήλιος είχεν ήδη κατέλθει αρκετά.

Το πλήθος των θεατών παρετήρουν αλλήλους εν εκπλήξει, σκεπτόμενοι καθ' εαυτούς ποίον θέαμα τους επερίμενεν ακόμη την ημέραν εκείνην. Τους ανέμενε θέαμα, εις το οποίον κανείς δεν είχε προπαρασκευασθή. Ο Καίσαρ, όστις από τινος είχεν εγκαταλείψει τον εξώστην, εφάνη αιφνιδίως επί της ανθοσπαρμένης κονίστρας, ενδεδυμένος πορφύραν και με χρυσούν στέφανον.

Δώδεκα αοιδοί τον ηκολούθουν ωπλισμένοι με κιθάρας. Εκείνος με αργυράν βάρβιτον εις την χείρα, εγερθείς επροχώρησε με βήμα επίσημον μέχρι του κέντρου, εχαιρέτισεν επανειλημμένως και ύψωσε τους οφθαλμούς προς τον ουρανόν. Επί μίαν στιγμήν έμεινεν ακίνητος, ως να ανέμενε να εμπνευσθή, έπειτα πλήξας τας χορδάς ήρχισε:

_«Με την φωνήν της θείας λύρας, εκάλυψες τας προσευχάς, τας κραυγάς, τους στεναγμούς, αναίσθητε Σμινθεύ! (4) Αλλά και σήμερον ακόμη ο οφθαλμός, ως άνθος, το οποίον εκάλυψαν σταγόνες δρόσου, πληρούται δακρύων· ω θλίψις!

Ότε, εις την απήχησιν του ύμνου μου, ανέτειλεν αίφνης εκ του πενθίμου σαβάνου των αρχαίων ερειπίων της η ημέρα του τρόμου, η ημέρα της πυρκαϊάς . . .

»Σμινθεύ! — πού ήσο, Σμινθεύ την ημέραν εκείνην;»_

Η φωνή του Νέρωνος διερράγη και οι οφθαλμοί του υγράνθησαν. Εις τα βλέφαρα των Εστιάδων ελαμπύριζαν δάκρυα. Ο λαός, ο οποίος ήκουεν άφωνος, εξερράγη αίφνης εις ατελεύτητον λαίλαπα επευφημιών:

Και ο Απόστολος Πέτρος έψαυσε με τας δύο χείρας την κεφαλήν του την πολιάν και τρέμουσαν και έκραξεν εν τη ψυχή του:

— Κύριε! Κύριε! Εις ποίον άνθρωπον παρέδωκες την αυτοκρατορίαν του κόσμου! . . . Και ανάγκη να νικήσωμεν εν τω ονόματί Σου, ημείς, οι άοπλοι!

Εν τοσούτω, έξωθεν, από τας εξόδους τας ανοικτάς διά τον αερισμόν του αμφιθεάτρου, ήρχετο ο κρότος των κάρρων, εις τα οποία απέθετον τα αιματωμένα λείψανα των χριστιανών, ανδρών, γυναικών και παιδίων, όπως τα μεταφέρωσιν εις τους φοβερούς Δυσώδεις Λάκκους.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Ο ήλιος είχε χαμηλώσει προς την δύσιν. Το θέαμα είχε λήξει. Το πλήθος κατέλιπε το αμφιθέατρον συρρέον διά των εξόδων προς την Πόλιν. Οι αυλικοί ακολουθούντες τον Νέρωνα ανεχώρησαν και αυτοί

Ο Πετρώνιος και ο Βινίκιος διέτρεξαν το διάστημα σιωπηλοί, φοβούμενοι διά την τύχην της Λιγείας. Το φορείον εσταμάτησεν έμπροσθεν της επαύλεως. Κατήλθον. Αμέσως τους επλησίασε μία σκοτεινή μορφή.

Ο ευγενής τριβούνος Βινίκιος είνε εδώ;

— Εγώ είμαι απήντησεν ο τριβούνος. Τι με θέλετε;

— Είμαι ο Ναζάριος, ο υιός της Μαριάμ. Έρχομαι από την φυλακήν και σου φέρω ασπασμούς από την Λίγειαν.

Ο Βινίκιος εστηρίχθη επί του βραχίονός του και ήρχισε να τον παρατηρή εις τους οφθαλμούς υπό το φως των δάδων, μη δυνάμενος να προφέρη λέξιν. Αλλ' ο Ναζάριος εμάντευσε την ερώτησιν, ήτις εχάνετο εις τα χείλη του.

— Ζη. Ο Ούρσος με στέλλει προς σε, αυθέντα, διά να σου είπω ότι με όλον τον πυρετόν του ικετεύει τον Ύψιστον και επαναλαμβάνει το όνομά σου.

— Δόξα εις τον Χριστόν! απήντησεν ο Βινίκιος. Εκείνος έχει την δύναμιν να μου την αποδώση. Λοιπόν, ας μη χάνωμεν καιρόν. Και ωδήγησε τον Ναζάριον εις την βιβλιοθήκην, όπου ο Πετρώνιος μετ' ολίγον τους υπεδέχθη.

Ο Βινίκιος έλαβε τον λόγον:

— Ειπέ εις τους δεσμοφύλακας τους ανήκοντας εις την μερίδα μας να την θέσουν εντός φερέτρου, ως νεκράν. Ευρέ ανθρώπους διά να την απαγάγουν μαζί με σε την νύκτα. Πλησίον των Δυσωδών Λάκκων θα υπάρχουν άνθρωποι με φορείον· εις αυτούς θα παραδώσετε το φέρετρον. Θα υποσχεθής εκ μέρους μου εις τους δεσμοφύλακας όσον χρυσόν δύναται να σηκώση έκαστος εξ αυτών εις τον μανδύαν του.

Ενώ ωμίλει το πρόσωπόν του είχεν αποβάλει την έκφρασιν της νάρκης, ήτις τω ήτο συνήθης· εντός του εξηγείρετο ο στρατιώτης και η ελπίς του απέδιδε την παλαιάν ενεργητικότητά του.

Ο Ναζάριος ύψωσε τας χείρας κραυγάζων:

— Είθε ο Χριστός να της αποδώση την υγείαν, διότι θα ελευθερωθή!

— Πιστεύεις ότι οι φύλακες θα συναινέσουν: ηρώτησεν ο Πετρώνιος.

— Ναι! είπεν ο Βινίκιος· οι φύλακες συνήνεσαν ήδη εις την φυγήν της· θα συγκατεθώσιν επίσης ευκολώτερον να την αποκομίσωμεν ως λείψανον.

— Υπάρχει άνθρωπος, όστις με σίδηρον πεπυρακτωμένον εξελέγχει αν τα σώματα, τα οποία αποκομίζομεν, είνε πράγματι νεκρά, είπεν ο Ναζάριος. Αλλ' αρκούσιν ολίγα σεστέρτια διά να μη ψαύση με τον σίδηρον το πρόσωπόν της. Αντί ενός χρυσού νομίσματος θα ψαύση το φέρετρον και όχι το σώμα.

— Είθε ο Χριστός να σας βοηθήση, είπεν ο Βινίκιος.

Ο Πετρώνιος εσκέπτετο:

Πρέπει όλος ο κόσμος να πεισθή ότι εκείνη απέθανεν, είπεν ούτος. Δεν έχεις κάπου εις τα βουνά κανένα αγρονόμον, εις τον οποίον να ημπορής να τρέφης εμπιστοσύνην;

— Ναι, έχω ένα, απήντησεν ο Βινίκιος. Εις τα όρη, παρά την Καριόλαν, έχω ένα άνθρωπον ασφαλή, όστις με εβάστασεν εις τους βραχίονάς του όταν ήμην παιδίον, και όστις μου είναι πάντοτε αφωσιωμένος.

Ο Πετρώνιος του έτεινε τας πινακίδας.

— Γράψε του να έλθη αύριον. Θα στείλω αμέσως ταχυδρόμον, είπε, και απήλθε μετά του Ναζαρίου.

Την επομένην ο Νίγηρ, ο αγρονόμος του Βινικίου, παρουσιάσθη εις τον κύριόν του. Χάριν προφυλάξεως είχεν αφήσει εις έν πανδοχείον της Σιδούρρης, μετά των ημιόνων και του φορείου, τους τέσσαρας εμπίστους δούλους του, τους οποίους είχεν εκλέξει μεταξύ των Βρεττανών.

Η Βινίκιος τον ωδήγησεν εις τον κοιτώνα του και εκεί του ενεπιστεύθη το μυστικόν.

— Είναι λοιπόν χριστιανή; ανέκραξεν ο Νίγηρ, με βλέμμα εκστατικόν προς τον Βινίκιον.

Και εγώ χριστιανός είμαι, απήντησεν ο Τριβούνος.

Δάκρυα ανέβλυσαν από τους οφθαλμούς του Νίγηρος.

— Δόξα σοι, Κύριε Ιησού, ότι αφήρεσας τον πέπλον από τους προσφιλεστέρους μου οφθαλμούς εις τον κόσμον!

Μετ' ολίγον εισήλθεν ο Πετρώνιος φέρων μαζί του και τον Ναζάριον.

— Καλά νέα! είπε μακρόθεν.

Πράγματι τα νέα ήσαν καλά. Εν πρώτοις ο Γλαύκος, ο ιατρός, εγγυάτο διά την ζωήν της Λιγείας, αν και αύτη είχε τον πυρετόν των φυλακών, εκ του οποίου απέθνησκον καθ' εκάστην εκατοντάδες ανθρώπων εις το ενδόμυχον του δεσμωτηρίου και αλλαχού. Όσον αφορά τους δεσμοφύλακας και τον άνθρωπον, όστις εξήλεγχε τον θάνατον με τον πεπυρακτωμένον σίδηρον, τους είχον εξαγοράσει, όπως και ένα άλλον βοηθόν, καλούμενον Άττιν.