Quo Vadis (Πού πηγαίνεις): Μυθιστόρημα της Νερωνικής Εποχής
Part 13
— Ήλθες; Δεν ηξεύρω πώς να σε ευχαριστήσω, ω Λίγεια! Ο Θεός δεν ηδύνατο να μου στείλη καλλίτερον οιωνόν. Έσο ευλογημένη. Σε αποχαιρετώ, αλλά δι' ολίγον χρόνον. Εις τον δρόμον μου θα εγκαταστήσω σταθμούς παρθικών ίππων και θα διέρχωμαι πλησίον σου πάσαν ημέραν, κατά την οποίαν θα είμαι ελεύθερος, μέχρις ότου επιτύχω άδειαν διά να επανέλθω. Καλήν αντάμωσιν!
— Καλήν αντάμωσιν, Μάρκε, απήντησεν η Λίγεια. Είθε ο Χριστός να σε οδηγή και είθε να ανοίξη την ψυχήν σου εις τους λόγους του αποστόλου Παύλου!
— Θησαυρέ μου, ας γίνη ως λέγεις! Ο Παύλος προτιμά να συμπορεύεται μεταξύ των ανθρώπων μου, και να είναι μαζί μου και να είναι διδάσκαλός μου και σύντροφός μου. Χαίρε. Αφαίρεσε αυτόν τον πέπλον, συ, η μόνη μου χαρά, διά να σε θαυμάσω ακόμη προ της αναχωρήσεώς μου. Διατί είσαι κατ' αυτόν τον τρόπον κρυμμένη;
Εκείνη ανεσήκωσε τον πέπλον της, και' αφού έδειξε το ακτινοβολούν πρόσωπόν της και την λάμψιν των θαυμασίων οφθαλμών της, ηρώτησε:
— Είναι άσχημον;
Το μειδίαμά της ενείχε μικράν δόσιν νεανικής πονηρίας· ο Βινίκιος την παρετήρησε με θαυμασμόν και απεκρίθη:
— Είναι άσχημον διά τους οφθαλμούς μου, οι όποιοι θα ήθελον να βλέπουν μόνον σε μέχρι θανάτου.
Και προς μεγάλην έκπληξιν του όχλου, ο ευγενής Αυγουστιανός έθεσε τα χείλη του επί των χειρών της ταπεινής νεάνιδος:
— Χαίρε . . . .
Ανεχώρησε ταχέως, επειδή η αυτοκρατορική πομπή είχε προχωρήσει ήδη. Ο Απόστολος Παύλος τον ηυλόγησε δι' αοράτου σημείου του Σταυρού και κατόπιν μετά της Λιγείας διηυθύνθη προς την Τρανστιβέρην.
Καθ' οδόν έκαμε μυρίας σκέψεις: Η πόλις αύτη, διενοείτο, η διεφθαρμένη μέχρι μυελού οστέων και όμως αδιάσειστος· ο Καίσαρ εκείνος, ο φονεύς του αδελφού του, όπισθεν του οποίου συνέρρεε πολυάριθμος συνοδεία φασμάτων, όπως και η αυλή του· ο ακόλαστος, εκείνος και γελωτοποιός δεσπότης τριάκοντα λεγεωνών και δι' αυτών της οικουμένης όλης!
Και η αφελής καρδία του εξεπλάγη ότι ο Θεός είχεν εμπιστευθή την γην εις το τέρας εκείνο. «Ραβδί, είπεν εν τη ψυχή του, τι θα κάμω εντός της πόλεως ταύτης, εις την οποίαν με έστειλες; Εις αυτήν ανήκουν ήπειροι και θάλασσαι, εις αυτήν όλα τα βασίλεια και αι πόλεις. Ραββί, είμαι αλιεύς λίμνης και βυθίζομαι. Τι θα κάμω; Και πώς θα δυνηθώ να νικήσω το κακόν;»
Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.
_«Σου γράφω εκ Λαυρέντου, όπου εσταθμεύσαμεν ένεκα του καύσωνος. Ο Καίσαρ ξενίζεται ενταύθα υπό της Ποππέας, ήτις είχε προετοιμάσει κρυφίως μεγαλοπρεπή δεξίωσιν. Μεταξύ των συνδαιτυμόνων ευρίσκονται ολίγοι αυλικοί, αλλ' ο Πετρώνιος και εγώ είμεθα προσκεκλημένοι. Μετά το δείπνον περιεπλεύσαμεν εντός επιχρύσων ακατίων επί της θαλάσσης της κυανής, ως οι οφθαλμοί σου, θεσπεσία μου! Εκωπηλατούμεν ημείς οι ίδιοι.
»Ο Καίσαρ, ιστάμενος παρά το πηδάλιον, έψαλλε προς τιμήν της θαλάσσης ύμνον συντεθέντα και τονισθέντα υπ' αυτού και του Διοδώρου. Και εγώ, δεν ηξεύρεις τι έκαμα; Εσκεπτόμην σε, εστέναζα διά σε και θα ήθελα να λάβω την θάλασσαν εκείνην, και όλα και να τα δώσω εις σε. Θέλεις μίαν ημέραν να υπάγωμεν να κατοικήσωμεν εις ακροθαλασσιάν, αγάπη μου, μακράν της Ρώμης; Έχω εις την Σικελίαν έν κτήμα μετά δάσους αμυγδαλεών, αι οποίαι την άνοιξιν καλύπτονται από ασπροκόκκινα άνθη. Εκεί θα σε αγαπώ, εκεί θα πρεσβεύω την θρησκείαν εκείνην, την οποίαν ο Παύλος θα με διδάξη.
» Γνωρίζω ήδη ότι δεν εναντιούται εις τον έρωτα και εις την ευτυχίαν. Θέλεις; Αλλά πριν ακούσω την απάντησίν σου από τα χείλη σου τα λατρευτά, εξακολουθώ να σου διηγούμαι ό,τι συνέβη εντός των ακατίων. Ηγέρθη συζήτησις περί έρωτος και η Ποππέα με ηρώτησεν αν ηγάπων και εγώ καμμίαν και ποίαν; Εγώ απήντησα αρνητικώς, αλλ' αυτή επρόφερε το όνομά σου, θέλουσα να μοι δείξη ότι γνωρίζει τον έρωτά μας. Ο Πετρώνιος μου είπεν επανειλημμένως να μη ερεθίσω την φιλαυτίαν της Αυγούστας. Αλλ' αυτός δεν καταλαμβάνει και δεν ηξεύρει ότι εκτός της Λιγείας μου δεν υπάρχει δι' εμέ ούτε ευχαρίστησις ούτε καλλονή ούτε έρως και ότι η Ποππέα δεν μου εμπνέει ειμή αποστροφήν και περιφρόνησιν. Πλην μη φοβήσαι δι' εμέ. Η Ποππέα δεν με αγαπά· είναι ανίκανος να αγαπήση τινά και αι ιδιοτροπίαι της προέρχονται μόνον από την οργήν της κατά του Καίσαρος.
»Την στιγμήν της αναχωρήσεώς μου, ο Πέτρος μου είχεν είπη να μη φοβούμαι τον Καίσαρα, διότι ούτε μία τρίχα εκ της κεφαλής μου δεν θα πέση, και έχω πίστιν εις αυτόν. Αφού αυτός ηυλόγησε τον έρωτά μας, ούτε ο Καίσαρ, ούτε όλαι αι δυνάμεις του Άδου δεν είναι ικαναί να σε αποσπάσουν απ' εμού, ω Λίγειά μου! Αλλ' ιδού ότι τα άστρα τρεμοσβύνουν ήδη, Λίγειά μου, και ο Εωσφόρος λάμπει περισσότερον. Μετ' ολίγον η ηώς θα βάψη με ρόδα τα κύματα της θαλάσσης. Όλα κοιμώνται γύρω μου· μόνος εγώ αγρυπνώ· σε συλλογίζομαι και σε αγαπώ. Σε χαιρετίζω συγχρόνως, ενώ χαιρετίζω την αυγήν, ω μνηστή μου.»
Βινίκιος.
Βινίκιος Λιγεία, χαίρειν.
«Αγαπητή μου, επήγες ποτέ εις Άντιον με τους Αούλους; Εάν όχι, θα είμαι, ευτυχής να σου δείξω αργότερα την πόλιν ταύτην. Ήδη από του Λαυρέντου κατά μήκος της ακτής υπάρχουν επαύλεις. Το Άντιον είναι μία αδιάκοπος σειρά μεγάρων και προπυλαίων. Έχω μίαν οικίαν εις την ακρογιαλιάν μετά ελαιών και δάσους κυπαρίσσων, εκτεινομένων όπισθεν της επαύλεως, και όταν συλλογίζωμαι ότι η κατοικία αύτη θα είναι μίαν ημέραν εδική σου, τα μάρμαρα της μου φαίνονται λευκότερα, οι κήποι της δροσερώτεροι και η θάλασσα κυανωτέρα· ω Λίγεια, πόσον είναι καλόν να ζη τις και να αγαπά! Από της αφίξεώς μας συνομιλούμεν πάντοτε ο Παύλος και εγώ. Ωμιλούσαμεν πρώτον περί σου, έπειτα ήρχισε να με κατηχή, και αν ακόμη ήξευρα να γράφω όπως ο Πετρώνιος, δεν θα ηδυνάμην να σου εκφράσω ό,τι εσκέπτετο το πνεύμά μου ή ό,τι ησθάνετο η καρδία μου.
» Ειπέ μου, πώς δύναται ο κόσμος να περικλείη συνάμα τον Παύλον Ταρσέα και τον Καίσαρα; Σε ερωτώ τούτο, διότι αφού ήκουσα την διδασκαλίαν του Παύλου και διήλθον την εσπέραν εις του Νέρωνος, κατ' αρχάς μας ανέγνωσε το ποίημά του «η Πυρπόλησις της Τροίας» και παρεπονέθη διατί να μη ίδη ποτέ πόλιν καιομένην. Τότε ο Τίγγελίνος είπεν εις αυτόν:
» — Ειπέ μίαν λέξιν, δαιμόνιε, και προ του τέλους της νυκτός θα ίδης το Άντιον εις τας φλόγας.
» Ο Καίσαρ τον απεκάλεσεν ηλίθιον και προσέθεσε:
» — Πού θα πηγαίνω να αναπνέω την αύραν της θαλάσσης και να επιμελούμαι την φωνήν ταύτην, την οποίαν οι θεοί μου εχάρισαν διά την ευδαιμονίαν της ανθρωπότητος; Και η Ρώμη εις τας φλόγας δεν θα παρείχε θέαμα οπωσούν μεγαλοπρεπέστερον και τραγικώτερον από το Άντιον;
»Όλοι ήκουσαν εν εκστάσει την δικαιολογίαν ταύτην και μεθυσμένοι εφώναζαν:
»— Κάμε το! Κάμε το!
»Εκείνος απήντησε:
»— Θα μου εχρειάζοντο φίλοι πιστότεροι και πλέον αφοσιωμένοι.
»Ανησύχησα κατ' αρχάς ακούων τους λόγους τούτους, επειδή είσαι εις την Ρώμην, συ, φιλτάτη μου. Τώρα γελώ με τον φόβον μου εκείνον. Ο Καίσαρ και οι Αυγουστιανοί, όσον άφρονες και αν είναι, δεν θα πράξουν ποτέ τοιαύτην μωρίαν. Αλλ' ελπίζω ότι πριν η Ρώμη επανίδη τον Καίσαρα, συ, θεσπεσία μου, θα κατοικής εις την ιδίαν οικίαν μου εν Καρίναις.
»Ευλογημένη να είναι η ημέρα, η ώρα, η στιγμή, οπότε θα έλθης εις τον οίκον μου, και αν ο Χριστός, τον οποίον μανθάνω να γνωρίζω, με εισακούση, ευλογημένον το όνομά του! Σε αγαπώ και σε ασπάζομαι εξ όλης της ψυχής μου.»_
Βινίκιος
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.
Ο Ούρσος ήντλει ύδωρ από την στέρναν και ενώ έσυρε τους διπλούς αμφορείς τους προσδεδεμένους εις το σχοινίον, έψαλλε χαμηλή τη φωνή ένα τραγούδι της πατρίδος του. Οι οφθαλμοί του ακτινοβολούντες εκ χαράς εθεώρουν τας σιλουέτας της Λιγείας και του Βινικίου μεταξύ των κυπαρίσσων του κήπου του Λίνου. Μία λάμψις χρυσή και κρινόχρους εκάλυπτεν ολίγον κατ' ολίγον τον ουρανόν. Ο Ούρσος ήτο ευτυχής βλέπων τους δύο αρραβωνιασμένους.
Εις την γαλήνην της εσπέρας εκείνης συνωμίλουν κρατούμενοι εκ της χειρός.
— Δεν δύναται να σου συμβή τίποτε το δυσάρεστον, Μάρκε, αφού ανεχώρησες από το Άντιον εν αγνοία του Καίσαρος; ηρώτησεν η Λίγεια.
— Τίποτε, αγάπη μου, απήντησεν ο Βινίκιος. Ο Καίσαρ ανήγγειλεν ότι θα μείνη κλεισμένος δύο ημέρας μετά του Τέρπνου διά να συνθέση νέας ωδάς. Άλλως τε τι με ενδιαφέρει ο Καίσαρ, όταν ευρίσκωμαι πλησίον σου και όταν σε θεωρώ, λατρευτή μου, θησαυρέ μου;
— Ήξευρα ότι θα ήρχεσο. Δύο φοράς ο Ούρσος τη παρακλήσει μου έδραμεν εις τας Καρίνας διά να ζητήση πληροφορίας περί σου. Ο Λίνος με εχλεύασε, και αυτός ο Ούρσος.
Πράγματι, ήτο φανερόν ότι η Λίγεια τον ανέμενε, διότι, αντί φαιού ενδύματος, το οποίον έφερε συνήθως, είχε φορέσει λευκήν εσθήτα εκ λεπτού υφάσματος, εκ του οποίου οι ωμοί της και η κεφαλή της ανεδύοντο ως ηράνθεμα εκ της χιόνος. Ολίγαι ροδόχροες ανεμώναι εστόλιζον την κόμην της.
Ο Βινίκιος έθλιψεν εις τα χείλη του την χείρα της λατρευτής του.
Εκάθησαν επί λιθίνου βάθρου εν μέσω των ανθισμένων λευκακανθών.
— Οποία γαλήνη και πόσον ωραίος είναι ο κόσμος! είπε χαμηλοφώνως ο Βινίκιος. Αισθάνομαι τον εαυτόν μου ευτυχή όσον ουδέποτε τον ησθάνθην καθ' όλην την ζωήν μου. Ποτέ δεν είχα υποθέσει ότι δύναται να υπάρξη έρως του είδους τούτου. Ειπέ μοι, Λίγεια, πόθεν προέρχεται τούτο;
— Ναι! Η ευτυχία αυτή είναι δώρον του Χριστού.
Εστήριξε το χαριτωμένον πρόσωπόν της επί του ώμου του νεανίου.
— Μάρκε, αγαπητέ μου!
Δεν ηδυνήθη να είπη περισσότερα. Η χαρά, η ευγνωμοσύνη και η βεβαιότης ότι τώρα εκείνη είχε το δικαίωμα να αγαπά, είχον πληρώσει δακρύων τους οφθαλμούς της. Ο Βινίκιος την έθλιψεν επάνω του.
Εκείνη είπε χαμηλοφώνως:
— Σε αγαπώ, Μάρκε.
Έμειναν πάλιν σιωπηλοί. Ο κήπος ήρχισε να επαργυρούται με τας ακτίνας της ανατελλούσης σελήνης. Τέλος ο Βινίκιος ωμίλησεν:
— Ειξεύρω . . . μόλις εισήλθον, μόλις ησπάσθην τας αγαπητάς χείρας σου, ανέγνωσα εις τους οφθαλμούς σου την εξής ερώτησιν· «Εισέδυσες εις το θείον δόγμα, το οποίον πρεσβεύω, εβαπτίσθης;» Όχι· δεν εβαπτίσθην ακόμη και ιδού διατί, άνθος μου! ο Παύλος μου είπε· «Σε έπεισα ότι ο Θεός ήλθεν εις τον κόσμον και εκουσίως εσταυρώθη διά την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους, αλλά μάλλον εις τον Πέτρον αρμόζει να σε καθαρίση εις την πηγήν της χάριτος, διότι αυτός πρώτος σε ηυλόγησε». Και έπειτα, θέλω, συ, ω θησαυρέ μου, να παραστής εις την βάπτισίν μου, και η Πομπωνία να μου χρησιμεύση ως ανάδοχος. Διά τούτο δεν εβαπτίσθην ακόμη, καίτοι πιστεύω εις τον Σωτήρα μας και εις την γλυκείαν διδασκαλίαν του.
Η Λίγεια είχε βυθίσει εις τους ιδικούς του τους γαλανούς οφθαλμούς της, οίτινες υπό τας ακτίνας της σελήνης ωμοίαζον με μυστικά άνθη, με άνθη υγρά από την δρόσον.
— Ναι, Μάρκε! Είναι αληθές!
Και μετά τινας στιγμάς σιωπής:
— Θα είσαι η ψυχή της ψυχής μου, θα είσαι το πολυτιμότερόν μου αγαθόν, είπεν ο Βινίκιος με φωνήν πνιγμένην και τρέμουσαν. Αι καρδίαι μας θα πάλλουν ηνωμέναι, θα ζώμεν ομού, θα λατρεύωμεν ομού τον Ιησούν. Ειπέ λέξιν και θα εγκαταλείπωμεν την Ρώμην διά να κατοικήσωμεν μακράν.
Και εκείνη, στηρίζουσα την κεφαλήν επί του ώμου του μνηστήρος της, απεκρίθη:
— Καλά, Μάρκε. Μου ωμίλησες περί της Σικελίας. Εις την Σικελίαν θέλουν και οι Άουλοι να διέλθουν το γήρας των.
— Ναι, αγαπητή μου. Τα κτήματά μας είναι πλησίον. Είναι μία θαυμασία παραλία, όπου το κλίμα είναι ηπιώτερον και αι νύκτες γαληνιώτεραι παρά εις την Ρώμην . . . Εκεί η ζωή και η ευτυχία είναι ηνωμέναι.
Έμειναν και οι δύο σιωπηλοί προβλέποντες το μέλλον. Εκείνος την έθλιψεν επί του στήθους του. Εις την συνοικίαν, κατοικουμένην υπό πτωχών εργατών, το παν εκοιμάτο ήδη.
— Και θα βλέπω την Πομπωνίαν; επανέλαβεν η Λίγεια.
— Ναι, αγαπητή μου. Θα τους προσκαλέσωμεν να έλθουν εις την έπαυλίν μας ή ημείς θα υπάγωμεν εις την οικίαν των. Θέλεις να πάρωμεν μαζί μας τον Απόστολον Πέτρον; Τον βαρύνει η ηλικία και είναι κατάκοπος, θα έρχεται και ο Παύλος να μας βλέπη. Θα εκχριστιανίση και τον Άουλον Πλαύτιον, και ως στρατιώται θα ιδρύσωμεν μίαν αποικίαν, αποικίαν χριστιανικήν.
— Σε αγαπώ, έλεγεν η Λίγεια.
Εκείνος είχε στηρίξει τα χείλη του επί των χειρών της νεάνιδος. Προς στιγμήν δεν ήκουον ειμή τους παλμούς της καρδίας των. Ουδ' ο παραμικρός άνεμος ηκούετο, και αι κυπάρισσοι ήσαν ακίνητοι. Αίφνης η σιγή αύτη διεκόπη από βαρείαν βροντήν, ως να εξήρχετο εκ των υποχθονίων. Η Λίγεια εφρικίασεν.
— Είναι λέοντες βρυχώμενοι εις τα θηριοτροφεία, είπεν ο Βινίκιος.
Ενέτειναν την προσοχήν των. τον πρώτον βρυχηθμόν επηκολούθησε δεύτερος, είτα τρίτος, δέκατος . . . . Υπήρχον ενίοτε εις την πόλιν πολλαί χιλιάδες λεόντων εις τα δεσμωτήρια των διαφόρων παλαιστρών και συχνά ήρχοντο να στηρίζουν τα μελαγχολικά ρύγχη των εις τας κιγκλίδας. Την στιγμήν εκείνην κατελαμβάνοντο από την νοσταλγίαν της ερήμου και της ελευθερίας και αι φωναί των επαναλαμβανόμεναι εν μέσω της σιωπηλής νυκτός επλήρουν διά βρυχηθμών την πόλιν.
Η Λίγεια ήκουε τας φωνάς ταύτας με την καρδίαν περισφιγγομένην υπό παραλόγου τρόμου.
Ο Βινίκιος την περιέβαλε με τους βραχίονάς του.
— Μη φοβήσαι τίποτε, αγαπητή. Οι αγώνες των θηριομαχιών εγγίζουν και διά τούτο όλα τα θηριοτροφεία είναι πλήρη.
Εισήλθον πάλιν εις την μικράν οικίαν του Λίνου, συνοδευόμενοι ακόμη από τους βρυχηθμούς των θηρίων, οίτινες καθίσταντο φοβερώτεροι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Εις το Άντιον ο Πετρώνιος κατήγε νίκας σχεδόν καθημερινώς κατά των Αυγουστιανών, οι οποίοι επεδίωκον διά ραδιουργιών την εύνοιαν του Καίσαρος. Η επιρροή του Τιγγελίνου είχεν εκπέσει εντελώς. Εν Ρώμη, όταν έπρεπε να υποτάξη όσους εφαίνοντο επικίνδυνοι, να λεηλατήση τας περιουσίας των, να διαπραγματευθή πολιτικάς υποθέσεις, να μηχανευθή επιδείξεις ή να ικανοποιήση τας τερατώδεις ιδιοτροπίας του Καίσαρος, ο Τιγγελίνος ήτο ο απαραίτητος άνθρωπος.
Αλλ' εις το Άντιον ο Καίσαρ έζη βίον ελληνικόν. Από πρωίας μέχρις εσπέρας απήγγελλον στίχους και συνεζήτουν περί της κατασκευής των, ησχολούντο περί μουσικής, περί θεάτρου, περί παντός ό,τι εφεύρε το ελληνικόν πνεύμα προς εξωραϊσμόν της υπάρξεως.
Υπό τους όρους τούτους, ο Πετρώνιος, ασυγκρίτως μάλλον πεπαιδευμένος ή ο Τιγγελίνος και όλοι οι άλλοι Αυγουστιανοί, πνευματώδης, εύγλωττος, γόνιμος την φαντασίαν εις πανουργίας, ώφειλε να υπερισχύη. Ο Καίσαρ επεζήτει την συντροφίαν του, ανησυχεί διά τας γνώμας του, εζήτει την συμβουλήν του και τω εδείκνυε θερμήν φιλίαν. Εις όλους τους περιστοιχίζοντας αυτόν εφαίνετο ότι η υπεροχή του ήτο αναμφισβήτητος. Ο Πετρώνιος, με την συνήθη αδιαφορίαν του, εφαίνετο ότι δεν έδιδε καμμίαν σημασίαν εις την θέσιν του· έμενε πνευματώδης και σκεπτικός. Συνήθως εφαίνετο εις τους ανθρώπους ότι εχλεύαζεν αυτούς, τον εαυτόν του, τον Καίσαρα και όλον τον κόσμον.
Ενίοτε ετόλμα να επικρίνη τον Καίσαρα κατά πρόσωπον και ενώ τον εθεώρουν ήδη χαμένον, αίφνης εποίκιλλε την κριτικήν του με τοιούτον τρόπον, ώστε αύτη εστρέφετο προς όφελός του και εστερέωνε την θέσιν του.
Ο Καίσαρ ανεγίνωσκεν εις τους οικείους του απόσπασμα του ποιήματός του «Η πυρπόλησις της Τροίας». Όταν ετελείωσε και αντήχουν αι κραυγαί του ενθουσιασμού των ακροατών, ο Πετρώνιος ερωτηθείς διά του βλέμματος υπό του Καίσαρος είπε:
— Αυτοί οι στίχοι είναι καλοί διά την φωτιάν . . .
Οι ακροαταί έμειναν εμβρόντητοι. Έκαστος ησθάνθη την καρδίαν του περισφιγγομένην υπό τρόμου. Ο Νέρων πράγματι ποτέ δεν είχεν ακούσει τοιαύτην κρίσιν από το στόμα κανενός.
Ο Τιγγελίνος έχαιρεν, ο Βινίκιος ωχρίασε νομίσας ότι ο Πετρώνιος, όστις ουδέποτε εμεθύσκετο, είχε παραπίει την φοράν αυτήν.
Με φωνήν γλυκείαν, εις την οποίαν έπαλλεν η μνησικακία της τρωθείσης φιλαυτίας του, ο Καίσαρ ηρώτησε:
— Και τι άσχημον ευρίσκεις εις αυτούς;
Ο Πετρώνιος τότε:
— Μη τους πιστεύης αυτούς, είπε δεικνύων τους περιστοιχίζοντας αυτόν, δεν εννοούν τίποτε. Με ερωτάς τι άσχημον υπάρχει εις τους στίχους τούτους; Εάν θέλης την αλήθειαν, ιδού: οι στίχοι αυτοί είναι καλοί διά τον Βιργίλιον, καλοί διά τον Οβίδιον, καλοί επίσης διά τον Όμηρον όχι διά Σε. Δεν εδικαιούσο να τους γράψης. Η πυρκαϊά αυτή, την οποίαν περιγράφεις, δεν φλέγει αρκετά, το πυρ σου δεν καίει μετά σφοδρότητος. Μη ακούης τας κολακείας του Λουκιανού. Διά τοιούτους στίχους θα ανεγνώριζα εις αυτόν πνεύμα, όχι εις σε, διότι συ είσαι μεγαλείτερος από αυτούς. Δικαιούται κανείς να απαιτή περισσότερα από Σε, όστις έλαβες το παν από τους θεούς. Αλλά υπείκεις εις την οκνηρίαν. Λαμβάνεις τον μεταμεσημβρινόν ύπνον σου ευθύς μετά το πρόγευμα, ενώ έπρεπε να εργάζεσαι αδιακόπως. Εις Σε, όστις δύνασαι να παραγάγης έργον προ του οποίου όλα να αμαυρωθώσιν, απαντώ λοιπόν κατά πρόσωπον: «Κάμε καλλίτερους στίχους».
Ωμίλει χωρίς να φαίνεται ότι έδιδε σπουδαιότητα εις τους λόγους του, ειρωνευόμενος και επιπλήττων συγχρόνως, αλλ' οι οφθαλμοί του Καίσαρος ήσαν υγροί εκ χαράς.
— Οι θεοί μου έδωκαν μικρόν τάλαντον, αλλά μου έδωκαν κάτι περισσότερον, ένα αληθινόν γνώστην και ένα φίλον, όστις μόνος ηξεύρει να λέγη την αλήθειαν κατά πρόσωπον.
Ειπών ταύτα ο Καίσαρ έτεινε την πυρότριχα χείρα του προς χρυσήν τινα λυχνίαν, λείψανον της λεηλασίας των Δελφών, διά να καύση τους στίχους του.
Αλλ' ο Πετρώνιος τους απέσπασεν από των χειρών του πριν ή η φλοξ θίξη τον πάπυρον.
— Όχι, όχι, είπε· αν και είναι ανάξιοι σου οι στίχοι ούτοι, ανήκουσιν εις την ανθρωπότητα. Άφες τους εις εμέ.
— Επίτρεψόν μοι να σου τους αποστείλω εντός κυτίου της ιδίας μου κατασκευής, απεκρίθη ο Καίσαρ, θλίβων τον Πετρώνιον επί του στήθους του.
Και προσέθηκε:
— Ναι, έχεις δίκαιον. Η Τροία μου καίει με πυρ φειδωλόν. Είχα πιστεύσει εν τοσούτω ότι εάν εξισούμην με τον Όμηρον, τούτο θα ήρκει. Αλλά μου ήνοιξες τους οφθαλμούς. Και ηξεύρεις πόθεν προέρχεται εκείνο, διά το οποίον με κατηγορείς; Είς γλύπτης, όταν θέλη να πλάση άγαλμα Θεού τινος, ζητεί και ευρίσκει υπόδειγμα, και εγώ υπόδειγμα δεν είχον· δεν είδα ποτέ πόλιν πυρπολουμένην. Μάκαρες οι Αχαιοί οίτινες επρομήθευσαν εις τον Όμηρον την υπόθεσιν της Ιλιάδος. Και εγώ; Εγώ δεν είδα πόλιν πυρπολουμένην!
Έγινε σιωπή, την οποίαν διέκοψε τέλος ο Τιγγελίνος διά των λέξεων τούτων:
— Σοι το είπον ήδη, Καίσαρ, διάταξε το και καίω το Άντιον. Ή, εάν τυχόν λυπήσαι τας επαύλεις ταύτας και τα μέγαρα ταύτα, θα πυρπολήσω τα πλοία εις την Όστιαν, ή πάλιν, θα διατάξω να κατασκευάσουν επί των Αλβανικών ορέων μίαν ξυλίνην πόλιν, εις την οποίαν συ θα θέσης το πυρ. Θέλεις;
Ο Νέρων έρριψε προς αυτόν βλέμμα πλήρες περιφρονήσεως.
— Εγώ να γίνω θεατής ξυλίνων παραπηγμάτων καιομένων! Ο εγκέφαλος σου εσκληρύνθη, Τιγγελίνε. Εκτός τούτου, βλέπω ότι δεν εκτιμάς ποσώς το τάλαντόν μου και την Τροίαν μου, επειδή κρίνεις αυτά ανάξια μεγαλειτέρας θυσίας.
Ο Τιγγελίνος ωχρίασεν. Ο Νέρων, ως εάν ήθελε να αλλάξη ομιλίαν, προσέθηκεν:
— Έρχεται το θέρος. Πώς θα πληρωθή δυσωδίας η Ρώμη! . . . Και όμως θα είναι ανάγκη να επανέλθω διά τους αγώνας τους θέρους.
Αποτόμως ο Τιγγελίνος είπε:
— Καίσαρ, όταν αποπέμψης τους Αυγουστιανούς, επίτρεψόν μοι να μείνω μόνος μίαν στιγμήν μετά σου.
Μετά μίαν ώραν, ο Βινίκιος επέστρεφεν εκ της αυτοκρατορικής επαύλεως μετά του Πετρωνίου.
— Μου επροξένησες στιγμήν τρόμου, είπε. Σε ενόμισα μεθυσμένον και χαμένον χωρίς ελπίδα. Μη λησμονής, ότι παίζεις με τον θάνατον.
— Εκεί είναι η κονίστρα μου, απήντησε νωχελώς ο Πετρώνιος, και τέρπομαι παρατηρών ότι είμαι καλός θηριομάχος. Η επιρροή μου ηύξησε περισσότερον απόψε. Εάν επέμενον απολύτως, θα ηδυνάμην να εξολοθρεύσω τον Τιγγελίνον και να καταλάβω την θέσιν του ως αρχηγού των πραιτωριανών. Τότε θα είχα εις τας χείρας μου και αυτόν τον Αενόβαρβον· αλλ' αυτό θα ήτο δι' εμέ μεγάλη φροντίς και προτιμώ ακόμη την ζωήν, την οποίαν διάγω, μάλιστα και με τους στίχους του Καίσαρος.
— Οποία επιδεξιότης να μεταβάλης τον ψόγον εις κολακείαν!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Ο Νέρων μετά δύο ημέρας επαιάνιζε και έψαλλεν ένα ύμνον, τον οποίον είχε συνθέσει και τονίσει ο ίδιος προς τιμήν της Κύπριδος (Αφροδίτης). Έχων πολύ ανοικτήν την φωνήν του την ημέραν εκείνην ησθάνετο ότι η μουσική του εγοήτευε τους ακροατάς. Η πεποίθησις αύτη προσέδιδε τόσην έντασιν εις το όνομά του και ελίκνιζε τόσον ευχαρίστως την ψυχήν του, ώστε εφαίνετο εμπνευσμένος. Εις το τέλος, ωχρίασεν εξ ειλικρινούς συγκινήσεως. Διά πρώτην φοράν βεβαίως δεν ηθέλησε να ακούση τους επαίνους των ακροατών. Εις μίαν στιγμήν έμεινε καθήμενος, με τας χείρας στηριγμένας επί της κιθάρας και με την κεφαλήν σκυμμένην, έπειτα ηγέρθη αποτόμως και είπε:
— Εκουράσθην και έχω ανάγκην αέρος. Ας χορδίσουν την κιθάραν.
Και ετύλιξε τον λαιμόν του με μεταξωτόν μανδήλιον.
— Έλθετε μετ' εμού, είπε στραφείς προς τον Πετρώνιον και τον Βινίκιον, καθημένους εις τινα γωνίαν της αιθούσης. Συ, Βινίκιε, δος μου τον βραχίονά σου, διότι αι δυνάμεις μου λείπουν, ο δε Πετρώνιος θα μου ομιλήση περί μουσικής.
Ευρίσκοντο τώρα επί του δώματος του παλατιού του πλακοστρωμένου με αλάβαστρον και εστρωμένου με σαφράν.
— Εδώ αναπνέει τις καλλίτερα, είπεν ο Νέρων. Η ψυχή μου είναι τεταραγμένη και μελαγχολική, καίτοι αισθάνομαι ότι με εκείνο το οποίον έψαλα ως δοκίμιον, δύναμαι να εμφανισθώ εις το κοινόν και ότι θα καταγάγω θρίαμβον, οποίον ουδέποτε κατήγαγε Ρωμαίος.
— Δύνασαι να εμφανισθής εδώ, εις την Ρώμην και ανά την Αχαΐαν. Σε εθαύμασα με όλην την ψυχήν μου, θεσπέσιε, απήντησεν ο Πετρώνιος.
— Το ηξεύρω. Είσαι πολύ οκνηρός εις το να εκφράσης τον έπαινον. Αλλ' είσαι ειλικρινής, όπως ο Τούλλιος Σενεκίων αλλά συ είσαι ειδικώτερος αυτού. Διετύπωσες αυτήν την ιδέαν μου και διά τούτο λέγω πάντοτε ότι εις όλην την Ρώμην συ μόνος ηξεύρεις να με εννοής.
Εσιώπησαν, και, εις μίαν στιγμήν, η σιγή του περιπάτου των εταράχθη μόνον από τον ελαφρόν κρότον του σαφρά υπό τα βήματά των.
— Εγώ, ως βλέπεις, είπε τέλος ο Νέρων, είμαι καθ' όλα καλλιτέχνης, και επειδή η μουσική μου ανοίγει εις το άπειρον αρρήτους προσδοκίας, οφείλω εις τους θεούς το ότι εξερευνώ το άπειρον τούτο. Λοιπόν, διά να επιτραπή να πατήσω την χώραν της Ολυμπίας, δεν πρέπει να εκτελέσω θαυμασίαν πράξιν εξιλασμού; Απόψε είναι νυξ των εκμυστηρεύσεων· σου ανοίγω λοιπόν την ψυχήν μου, φίλε . . . Νομίζεις, πώς αγνοώ ότι εν Ρώμη αι επιγραφαί των τοίχων με υβρίζουσιν, ότι με αποκαλούσι μητροκτόνον, συζυγοκτόνον, ότι με παριστώσιν ως τέρας και δήμιον, επειδή ο Τιγγελίνος επέτυχε παρ' εμού αποφάσεις τινάς θανάτου κατά των εχθρών μου; Ναι, αγαπητέ μου, με θεωρούσιν ως τέρας και το ηξεύρω. .
— Πρέπει να σε γνωρίση τις τόσον εγγύθεν όσον εγώ, είπεν ο Πετρώνιος. Η Ρώμη δεν ηδυνήθη ποτέ να σε εκτιμήση.
Ο Καίσαρ εστηρίχθη ισχυρότερον εις τον βραχίονα του Βινικίου, ως εάν εκάμπτετο υπό το βάρος της αδικίας, και εξηκολούθησε:
— Με κατηγορούν ότι είμαι τρελλός. Όχι, δεν είμαι τρελλός, ζητώ . . . . .
Επλησίασε τα χείλη του εις το ους του Πετρωνίου, και χαμηλοφώνως, διά να μη δυνηθή να ακούση ο Βινίκιος:
— Εις τας πύλας του κόσμου του αγνώστου, ηθέλησα να κάμω την μεγίστην θυσίαν, την οποίαν ποτέ δεν ηδύνατο να κάμη άνθρωπος . . . . Η μήτηρ μου, η σύζυγός μου . . . δι' αυτό απωλέσθησαν . . . Αλλ' η θυσία μου δεν ήτο αρκετή. Διά να ανοιχθώσιν ολίγον αι πύλαι της κατοικίας των θεών, χρειάζεται μάλλον πανηγυρική θυσία. Ας πληρωθή η θέλησις των χρησμών!
— Ποίον είναι το σχέδιόν σου;
— Θα ίδης· θα ίδης και ταχύτερον ή όσον σκέπτεσαι. Εν τούτοις μάθε ότι υπάρχουσι δυο Νέρωνες· εκείνος ον γνωρίζουσιν οι άνθρωποι· ο άλλος, ο καλλιτέχνης, τον οποίον μόνον συ γνωρίζεις.
— Συμπαθώ εξ όλης καρδίας προς τους πόνους σου, ω Καίσαρ, και μετ' εμού συμπονούσι και η γη και αι θάλασσαι, χωρίς να συμπεριλάβω τον Βινίκιον, όστις έχει λατρείαν διά σε εις το βάθος της ψυχής του.
— Μου ήτο πάντοτε προσφιλής και ούτος, είπεν ο Νέρων, αν και υπηρετή τον Άρην και όχι τας Μούσας . . .
— Είναι κυρίως θεράπων της Αφροδίτης, υπέλαβεν ο Πετρώνιος:
Και αίφνης απεφάσισε να κανονίση την υπόθεσιν του ανεψιού του.
— Είναι ερωτευμένος όσον ερωτευμένος υπήρξεν ο Τρωίλος με την Κασσάνδραν. Επίτρεψον αυτώ, δέσποτα, να επιστρέψη εις Ρώμην· άλλως θα ετήκετο εδώ προ των οφθαλμών σου. Ηξεύρεις ότι η όμηρος Λίγεια, την οποίαν του είχες δώσει, ανευρέθη, και ότι ο Βινίκιος, αναχωρών εις Άντιον, την αφήκεν υπό την προστασίαν ενός Λίνου ονόματι. Δεν σου ωμίλησα περί αυτής, διότι συνέθετες τον ύμνον σου, όπερ ήτο το σπουδαιότερον όλων. Ο Βινίκιος εμαγεύθη με την αρετήν της και θέλει να νυμφευθή την ωραίαν κόρην. Αλλ' ως πιστός στρατιώτης, στενάζει, τήκεται, οιμώζει και περιμένει την έγκρισιν του αυτοκράτορός του.
— Ο αυτοκράτωρ δεν εκλέγει τας συζύγους των στρατιωτών του. Ποίαν ανάγκην έχει της εγκρίσεώς μου;
— Σου το είπον, αυθέντα, έχει λατρείαν προς σε.
— Λοιπόν, το εγκρίνω! Είναι ωραία κόρη, αλλά πολύ στενή εις τα ισχία. Η Αυγούστα Ποππέα μου έκαμε παράπονα, κατηγορούσα αυτήν ότι έκαμε μαγείαν κατά του θυγατρίου μας εις τους κήπους του Παλατινού.
— Αλλ' εγώ παρετήρησα εις τον Τιγγελίνον, ότι οι θεοί δεν υπόκεινται εις μαγείαν. Ενθυμείσαι, ω θείε άναξ, ότι εταράχθης, και συ αυτός έκραξες ότι είχον δίκαιον;
— Ενθυμούμαι.