Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée
Part 8
Τέλος, η νέα Αγγλική σχολή δύο πολύτιμα στοιχεία εισήγαγεν εις το ζήτημα τούτο, το της κληρονομικής μεταδόσεως και το της εξελίξεως (&evolution&). Ο κ. &Herbert Spencer& δεν παραδέχεται ότι ουδεμία προϋπάρχει νοητική προδιάθεσις εν τω πνεύματι, το δε έμφυτον της γνώσεως εξηγεί διά της προδιατυπώσεως της εγκεφαλικής ύλης ένεκεν επανειλημμένων εντυπώσεων, αίτινες μετεδόθησαν επί πολλάς γενεάς εις τους απογόνους, και βαθμηδόν ανεπτύχθησαν και ετελειοποιήθησαν &(Special synthesis, §197 Chap. VII)&. Τούτο απομακρύνει, αλλά δεν λύει το ζήτημα, διότι πάντοτε αναγκαζόμεθα να υποθέσωμεν εν αυτή τη πρώτη πηγή της νοήσεως, όσω μεμακρυσμένη και αν ήναι, συνδυασμόν τινα μεταξύ των εκτός και των εντός, και τότε απλούστερον είναι να είπωμεν μετά του Λεϊβνιτίου, ότι η νόησις είναι εν εαυτή έμφυτος, &l' intellingece est innèe 2a elle même, διότι ου μόνον, τύποι, ως έλεγεν ο Κάντιος, ενυπάρχουσιν εν τη νοήσει, αλλ' ως εν πάση ενεργεία, &ουσιώδης& τις τάσις και σκοπός. Κατά Σωκράτην και Πλάτωνα ο σκοπός ούτος είναι το αγαθόν, δηλ. η άπειρος τελειότης, και δύσκολον ν' αρνηθή τις ότι τοιαύτη τάσις υπάρχει εν πάσι και κατά πάντα• ίσως δε η τάσις αύτη, κατά τε την νόησιν και την θέλησιν, είναι το μόνον τωόντι έμφυτον στοιχείον ταυτιζόμενον τη ημετέρα φύσει και ενεργεία, και εις και εις την τάσιν ταύτην ανάγεται και η προς την ελευθερίαν τάσις, ην δεν είδαν ο Σωκράτης και ο Πλάτων λανθάνουσαν υπό τον λόγον. Ενταύθα ο κ. &Fouillée& παραπέμπει εις τας εν τέλει του β' τόμου της &Φιλοσοφίας του Πλάτωνος& μελέτας και εις το πόνημα αυτού, &La liberté et le déterminisme&, εν οίς πειράται ν' αποδείξη ότι το θεμελιώδες αξίωμα του λόγου είναι η αφηρημένη έκφρασις της τακτικής και φυσικής διευθύνσεως της ημετέρας ενεργείας, δηλ. της τάσεως ημών προς την άπειρον ελευθερίαν.
Συνδεδεμένον προς τα προηγούμενα είναι και το ζήτημα της εμπνεύσεως και της μεγαλονοίας (&génie&). Η καθολική αλήθεια παρίσταται, κατά Σωκράτην και Πλάτωνα, και εις τα ταπεινότερα πνεύματα, αλλ' είς τινα προνομιούχα η ενέργεια του λόγου είναι τόσω έξοχος, ώστε μη χρήζουσα των επιπόνων και μακρών εργασιών της διαλεκτικής και της αναλύσεως, αποκαλύπτεται διά της αυθορμήτου ενοράσεως της μεγαλονοίας, και το αναντίρρητον τούτο φαινόμενον απέδιδον οι αρχαίοι εις &δαιμόνιόν τι&, είς τινα μέθεξιν του θείου• ουχί άλλως ο &Goethe& ωνόμαζε την μεγαλόνοιαν &αποκάλυψιν εκ του εσωτερικού αναπτυσσομένην εις το εξωτερικόν, δι' ης ο άνθρωπος προαισθάνεται την προς τον Θεόν ομοιότητα αυτού• είναι δε τούτο ένωσις και τρόπον τινά σύνθεσις της φύσεως και του πνεύματος, παρέχουσα ημίν την γλυκυτάτην βεβαιότητα της αρμονίας του όντος, διότι αναμφιβόλως υπάρχουσι εν τω ανθρωπίνω πνεύματι, εν τω υποκειμένω, ιδέαι αντιστοιχούσαι προς νόμους εισέτι αγνώστους εν τη φύσει, εν τω αντικειμένω, και η μεγαλόνοια ανακαλύπτει τον εις τα άλαλα βάθη των πραγμάτων κρυπτόμενον νόμον, ου τον εισέτι αδιάγνωστον τύπον φέρει εν εαυτώ το πνεύμα&. Οσαύτως την &προαίσθησιν& του μέλλοντος, ουχ ήττον ή την &ανάμνησιν& του παρελθόντος, παρεδέχοντο ο Σωκράτης και ο Πλάτων. Δια της προαισθήσεως ταύτης έχομεν αιφνιδίαν γνώσιν του δυνάμει υπάρχοντος εντός και εκτός ημών, τουτέστι, διαλεκτικού τινος νόμου μέλλοντος να πληρωθή, και υπό την δυνατότητα βλέπομεν την μέλλουσαν και άφευκτον πραγματικότητα. Και αυτή η μεγαλόνοια δεν είναι ή προαίσθησις, μαντεία, στιγμιαία τις μαίευσις και απροσδόκητος γέννησις αληθειών, ας εγκυμονεί η ψυχή. Το ζήτημα τούτο είναι άξιον της μελέτης της συγχρόνου ψυχολογίας, και φέρει εξ ανάγκης εις έτερον και μυστηριωδέστερον, το περί των προς το παρελθόν σχέσεων της μεγαλονοίας, και περί των ποικίλων αιτιών και ενεργειών εξ ων αύτη παράγεται.
δ'. Καίτοι επιμείνας προ πάντων εις την ψυχολογικήν πηγήν του έρωτος, ουχ ήττον και την μεταφυσικήν αυτού αρχήν διείδε προ του Πλάτωνος ο Σωκράτης, και τον έρωτα του αγαθού ανεγνώρισεν ως το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και εις αυτόν ανήγαγε πάντας τους άλλους, εξ ου η ταυτότης του έρωτος και της επιστήμης, διότι αμφοτέρων αντικείμενον είναι το καθόλου αγαθόν, δι' ου και τα κατά μέρος αγαθά και οι κατά μέρος έρωτες ορίζονται. Αλλά και ενταύθα επίσης παρατηρείται σύγχυσις του λογικού όρου και του ενεργητικού αιτίου, ό εστι της ηθικής ελευθερίας. Μόνον δε το αγαθόν, εν ώ πάντα τα κατά μέρος αγαθά ταυτίζονται, είναι ο αληθής σύνδεσμος και η ουσία της αληθούς φιλίας των ψυχών, ας το απλώς ευάρεστον, το ιδιοτελές και το φαινόμενον αγαθόν διαχωρίζουσι, και ούτω προαγγέλλεται η χριστιανική διδασκαλία, ότι η αγάπη του Θεού παράγει και την προς αλλήλους αγάπην. Πρωτότυπον δε στοιχείον της σωκρατικής φιλοσοφίας είναι ο &αιτιολογισμός (determinisme)&, όστις, ουχί εκ των ποιητικών αιτίων, ως ο έκ τινος μηχανικής ανάγκης &ειμαρμενισμός (fatalisme)&, παράγεται, αλλ' εκ των τελικών, διά της ευεργετικής έλξεως του αγαθού και της αυθορμήτου και ελλόγου συγκαταθέσεως της διανοίας. Η συγκατάθεσις αύτη και εκλογή επιδέχεται λογικώς το εναντίον, αν και &πραγματικώς& το εναντίον δεν αληθεύει, διότι το θέλγητρον του αγαθού είναι ανίκητον. Την ανίκητον ταύτην έλξιν του αγαθού παρεδέχθη και ο Αριστοτέλης, και ουδόλως απάδει προς αυτήν η &θριαμβεύουσα χάρις& των θεολόγων. Ο άνθρωπος φύσει αγαθός ων, ζητεί το αγαθόν, και υπ' αυτού κυριεύεται, άμα το αναγνωρίση, διότι εν αυτώ ευρίσκει το αληθές και το καλόν, και το αγαπά, άμα το ίδη, και άμα το αγαπήση, το εκπληροί. Αλλά το ουσιωδέστατον του αγαθού στοιχείον, η ελευθέρα θέλησις, λείπει εν τη θεωρία ταύτη, ήτις ηδύνατο να ονομασθή αισιοδοξία ανθρώπινος, και επομένως ατελής και ουχί αναμάρτητος, διότι αμαρτάνομεν οσάκις διώκομεν το ψευδές αγαθόν αντί του αληθούς, δηλ. το κακόν, όπερ είναι του αγαθού παρανόησις, και εντεύθεν η προς τους αμαρτάνοντας οφειλομένη ανοχή και επιείκεια, και εν αυτή τη τιμωρία το καθήκον της ηθικής αυτών ανορθώσεως.
Η διδασκαλία αύτη μακράν έσχεν επιρροήν επί της ιστορίας. Και πρώτος μεν παρεδέχθη αυτήν ο Πλάτων, ολόκληρον ως προς τον Θεόν, εν μέρει μόνον ως προς τον άνθρωπον, διότι μόνον παρά τω Θεώ η απόλυτος επιστήμη ταυτίζεται τη θελήσει. Ετροπολόγησε δε αυτήν ο Αριστοτέλης εισαγαγών το εκούσιον και το ακούσιον, την ευθύνην, την αξιομισθίαν και την αναξιομισθίαν, την αμοιβήν και την ποινήν. Οι δε στωικοί έμειναν πιστοί εις την σωκρατικήν παράδοσιν, ταυτίσαντες την ελευθερίαν με την νόησιν και την αρετήν, ώστε κατ' αυτούς ελεύθερος και ενάρετος είναι ο συνταυτιζόμενος με τον καθολικόν λόγον, ο &ζων ομολογουμένως τω λόγω&, όστις είναι υπερτάτη ανάγκη και εν ταυτώ υπερτάτη ελευθερία. Τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα ηκολούθησαν επίσης οι Αλεξανδρινοί, και ο Πλωτίνος ορίζει το &εκούσιον, ο μη βία μετά του ειδέναι&, και κατ' αυτούς αληθής ελευθερία είναι η κατ' ανάγκην πράξις του αγαθού. Οι δε θεολόγοι, ιδίως εν τη δύσει, ποτέ μεν συνετάχθησαν τω Σωκράτει, και τω Πλάτωνι, θεωρήσαντες την θείαν χάριν ανίκητον, ποτέ δε τω Αριστοτέλει, αντιτάξαντες εις αυτήν την ηθικήν ελευθερίαν, και εντεύθεν το ζήτημα, εάν &gratia eflicax per se&, ως εφρόνουν οι &Ιανσενισταί, aut per aliud&, ως εδόξαζον οι &Μολινισταί&, και το περίεργον είναι ότι εν ώ οι &Ιανσενισταί&, ων η ηθική είναι αυστηροτέρα, έκλινον μάλλον προς τους στωικούς, οι Ιησουίται χαλαράν και λίαν ανειμένην ηθικήν πρεσβεύοντες και μετερχόμενοι, υποστηρίζουσι την αδιάφορον ελευθερίαν, ως οι επικούρειοι.
Την ελευθερίαν ανυψοί υπεράνω της νοήσεως ο Καρτέσιος θραύων τολμηρώς την υπό των σωκρατικών, των πλατωνικών και των θωμιστών πρεσβευομένην ενότητα της θελήσεως, και αποδίδων εις την ελευθερίαν το άπειρον, δι' ου υπερβαίνει τα όρια πάσης νοήσεως.
Αλλά την βαθείαν ταύτην σύλληψιν του Καρτεσίου δεν ενόησαν οι μετά ταύτα, και ο Σπινόζας, αν και απέκλειε τα τελικά αίτια, επανήλθεν εις τον &αιτιολογισμόν& του Σωκράτους. Ως ο Πλάτων και ο Σωκράτης, επρέσβευεν ο Σπινόζας ότι η ψυχή γίνεται ελευθέρα διά του θείου έρωτος, ότι γινώσκουσα τον Θεόν τον αγαπά, και ότι ο καθαρός έρως ταυτίζεται τη καθαρά επιστήμη. Συνεχίζοντες δε να θεωρώμεν τα πράγματα υπό την ιδέαν, ήτοι το είδος, της αιωνιότητος, &sub specie aeterni& (τα &γένη& του Σωκράτους και αι &ιδέαι& του Πλάτωνος), προετοιμαζόμεθα εις την μετά θάνατον πλήρη, μετά του Θεού ένωσιν. Και προς τούτο η ελευθερία είναι περιττή, και αρκεί η επιστήμη. Απαριθμών δε τας πρακτικάς συνεπείας της πίστεως ταύτης εις την παντοδυναμίαν των ιδεών, ο Σπινόζας επαναλαμβάνει αυτολεξεί σχεδόν τα δόγματα του Σωκράτους και των στωικών. — Έτι μάλλον εις τον Σωκράτην και τον Πλάτωνα πλησιάζει ο Λεϊβνίτιος, όστις λέγει ρητώς και απαραλλάκτως ως ο Σωκράτης, ότι δεν θέλομεν ειμή ό,τι ευρίσκομεν αγαθόν, ότι και προτιμώντες το χείρον, &υποθέτομεν και πιστεύομεν& (η &δόξα& του Πλάτωνος) ότι είναι το βέλτιον, ότι το αγαθόν προτρέπει ημάς άνευ καταναγκασμού, αν και η προτροπή αύτη είναι πάντοτε αποτελεσματική, και ότι προαιρούμενοι διά του λόγου το βέλτιον, είμεθα μάλλον ελεύθεροι. Και εκ τούτου η μεγάλη πίστις ην είχεν εις την επιρροήν των φώτων προς ηθικήν ανάπλασιν της ανθρωπότητος. Η διδασκαλία του Λεϊβνιτίου, στηριζομένη πάσα εις το θέλγητρον του τελικού αιτίου, είναι εκ των νεωτέρων η πιστοτάτη εις το σωκρατικόν πνεύμα. Μόνον μετά τον Κάντιον και τον Μαιν δε Βιράν ανωτέρα έννοια της ελευθέρας θελήσεως και της ηθικότητος, υπερβαίνουσα τον δογματισμόν του Καρτεσίου και τον αιτιολογισμόν του Σωκράτους, θέλει εισαχθή εις την φιλοσοφίαν, και η θέλησις θέλει θεωρηθή ως πρώτη αρχή των πραγμάτων και ουσία αυτής της υπάρξεως, η δε νόησις ως αντανάκλασις της θελήσεως.
Πρώτος και υπέρ πάντα άλλον συνέλαβεν ο Σωκράτης την εν τω καθολικώ αγαθώ ενότητα όλων των αγαθών, και βεβαίως ο κατέχων αυτό ως αντικείμενον πλήρους και απολύτου επιστήμης, εξ ανάγκης αγαπά και θέλει αυτό. Αλλά το άκρον τούτο αγαθόν είναι ιδανικόν όπερ δεν αληθεύει διά της πείρας, και ως εκ τούτου η διά του λόγου απόδειξις αυτού μένει ασυμπλήρωτοι, και επιφέρει τον δισταγμόν και την αμφιβολίαν, άτινα αίρονται μόνον διά της πίστεως, της αγάπης και της ελπίδος αυτού, αφ' ού πάσα εν τω κόσμω τούτω επαλήθευσις είναι αδύνατος, ως επίσης αδύνατος είναι η συνταύτισις του ατόμου, του πεπερασμένου, μετά του καθολικού και απείρου. Δεν εγχωρεί ενταύθα η διά της αρχής της ταυτότητος ήτοι της αντιφάσεως απόδειξις, ήτις μόνη είναι αναμφίβολος. Όθεν επί των τοιούτων ουχί πάντοτε ισχύει η &επιστήμη&, αλλά και η ηθική και έλλογος πίστις &(δόξα μετά λόγου)&• και η πίστις αύτη, λογικώς κατωτέρα της επιστήμης, δύναται να είναι ηθικώς ανωτέρα αυτής, και δεν συγχέεται ούτε με την τυφλήν και άσκεπτον γνώμην, ούτε με τον μυστικισμόν, διότι δυνάμεθα να δώσωμεν λόγον αυτής &(λόγον διδόναι)&. Οι λόγοι καταφάσεώς τινος δύνανται να εξαχθώσιν είτε &εκ του όντος&, είτε εκ του &δέοντος& και κατά μεν την πρώτην πρώτην περίπτωσιν, η κατάφασις είναι απλώς λογική και επιστημονική, κατά δε την δευτέραν, είναι ηθική, όθεν αντί της λογικής ανάγκης των αφηρημένων αληθειών ευρίσκομεν ενταύθα την ηθικήν ανάγκην και την ζώσαν αγαθότητα. Τα δύο ταύτα είδη της βεβαιότητος δεν διέκρινεν ο Σωκράτης. Αν και λείπει η αισθητή επαλήθευσις, η έλλογος αύτη πίστις είναι μάλιστα νοητή και ελευθέρα, και δι' αυτής μεταβαίνομεν από του ιδανικού εις το πραγματικόν, από της υποκειμενικής συλλήψεως εις την αντικειμενικήν βεβαίωσιν• η νόησις πραγματοποιεί εαυτήν διά της θελήσεως &(έργω και λόγω)&, και η ηθικότης τελειοποιείται διά της αξιομισθίας. Το γεωμετρικόν αξίωμα δεν γεννά τοιαύτην πίστιν, διότι δεν ποιούμεν αυτό, αλλ' επιβάλλεται ημίν υπό της ανάγκης των πραγμάτων• την δε πίστιν εις την πραγματικότητα του απολύτου αγαθού ποιούμεν εν μέρει ημείς διά της ημετέρας θελήσεως, και εκ τούτου η μεγάλη αξία της αρετής και της διά πάσης θυσίας παντελούς εις τον Θεόν αφοσιώσεως. Το ζήτημα τούτο, όπερ ουσιωδώς είναι το της προς αλλήλας αξίας των λογικών αρχών, εάν δηλ. η αρχή των τελικών αιτίων, ήτοι της τελεότητος, έχει ήττονα αξίαν των αρχών της ταυτότητος και της αιτιότητος, και το ζήτημα των σχέσεων του λόγου και της πίστεως, αναπτύσσει ο κ. &Fouillée& εν τω σοφώ αυτού πονήματι &La liberté et le dèterminisme&.Συμφώνως δε προς την υπ' αυτού πρεσβευομένην αρχήν κατηγορεί τον Σωκράτην και πάντας τους ιδανιστάς, ότι μεταξύ των παντοδυνάμων ιδεών, υφ' ών φερόμεθα εις την ενέργειαν, δεν διέκρινον την δραστηριωτέραν και μάλλον ακατάσχετον, την ιδέαν της ελευθερίας, και ισχυρίζεται ότι άμα ανατείλη αύτη εν τω πνεύματι, κατανοούμεν αυτήν, και επιθυμούμεν, και αγαπώμεν, και πραγματοποιούμεν, επί μάλλον και μάλλον ομοιούμενοι, κατά Πλάτωνα, προς το αντικείμενον τούτο του έρωτος ημών.
ε'. Την αντίθεσιν της ηθικής των αισθήσεων και της ηθικής του λόγου ευρίσκομεν ενόρως εν τη ελληνική φιλοσοφία• και κατά μεν την πρώτην, πάντα υπάγονται εις την αισθητήν ευδαιμονίαν του ατόμου, κατά δε την δευτέραν, το άτομον υποτάσσεται εις το όλον, ου είναι μέρος, εις τον καθολικόν νόμον, ον συλλαμβάνει ο λόγος του. Μόλις δε διείδον οι αρχαίοι ανωτέραν τινά διδασκαλίαν και μόνην αληθώς ηθικήν, στηριζομένην εις την ελευθέραν θέλησιν, ήτις είναι και του καθήκοντος η αρχή και του δικαίου, και ποιεί εαυτήν και τον ίδιον νόμον. Εν τη προόδω ταύτη της αρχαίας διανοίας προς την ηθικήν ιδέαν σπουδαίαν θέσιν κατέχει ο Σωκράτης, ην διαφωτίζουσι και εξακριβούσι τα προηγούμενα της διδασκαλίας του, άτινα οφείλομεν να υποδείξωμεν.
Εν ώ κατά τους Πυθαγορείους και τους Ελεάτας, το αγαθόν υφίσταται εις την αρμονίαν, τον αριθμόν, την ενότητα, τουτέστιν εις μαθηματικούς τύπους και λογικούς νόμους, κατά τους Μιλησίους και τους Αβδηρίτας, το αγαθόν ανάγεται και εις ευάρεστον. Ιδίως κατά τον Δημόκριτον, πρόδρομον του Επικούρου, το αγαθόν είναι το ωφέλιμον. &Όρος γαρ συμφορέων και ασυμφορέων, τέρψις και ατερπίη (Στοβ. λογ. γ' 35)&, και η ωφέλεια είναι &διορισμός και διάκρισις των ηδονών&. Δεν υπάρχει εν τη φύσει ειμή το ευάρεστον ή το δυσάρεστον, νόμω δε, ήτοι διά της διανομής της διανοίας, υπάρχει το καλόν και το αισχρόν, το αγαθόν και το κακόν, το δίκαιον και το άδικον, έν τε τω ατόμω και τη πολιτεία, εν ή τα πάντα ανάγονται εις την ωφέλειαν. Εκ της τάσεως ταύτης προήλθεν ο σκεπτισμός των σοφιστών, καθ' ους πάντα και ηθικώς και μεταφυσικώς είναι σχετικά προς τον άνθρωπον, και εν οίς η σύγχρονος Αγγλική σχολή των υλοφρόνων ευρίσκει τα προηγούμενα, ως λέγει ο Γρότε, της ιδίας διδασκαλίας. Τοιαύτην ηθικήν επολέμησεν ο Σωκράτης αναγαγών ουχί το αγαθόν εις το ωφέλιμον, αλλά το ανάπαλιν, και αποδείξας, ότι το αγαθόν είναι το τέλος εκάστου πράγματος αποκαλυπτόμενον υπό του λόγου. Εντεύθεν οι &άγραφοι& νόμοι, ανώτεροι των γραπτών, καθ' ό απορρέοντες ουχί εκ συνθήκης, αλλ' εξ αυτής της φύσεως των όντων. Κατά τους &νόμους& τούτους, υπάρχει η λογική κατάταξις, ήτοι η &διανομή& των γενών και ειδών, εν ή το &γένος& το καθόλου, είναι το κύριον και ουσιώδες στοιχείον του ορισμού, και ούτω αποκαθίσταται η ενότης της φύσεως και του λόγου, της πραγματικότητος και της διανοίας, διότι υπάρχει λόγος ανώτερος του ημετέρου, ου οι νόμοι είναι λογικοί και φυσικοί, υπάρχει &η εν τω παντί φρόνησις, βελτίων ή κατ' άνθρωπον νομοθέτης&, θέλων και πράττων το αγαθόν, και διά του νόμου αυτού ανταμείβων και τιμωρών• άρα και αυτός αγαθός ων και τέλειος, εξ ου παν τέλειον και αγαθόν.
Η ηθική μέθοδος του Σωκράτους προς προσδιορισμόν των καθηκόντων ημών είναι η ψυχολογική παρατήρησις συνδυαζομένη με την διαλεκτικήν μελέτην των τελικών αιτίων, και απ' αυτού είτε αμέσως είτε εμμέσως προήλθον οι τε κυνικοί, οι μεγαρείς, οι πλατωνικοί και οι στωικοί, καθ' ους &αγαθόν, λόγος και φύσις& εξισούνται προς άλληλα. Γινώσκομεν, αφ' ετέρου, ότι το λογικόν ταυτίζεται τω καθόλου, τούτο δε είναι χαρακτήρ ίδιος του ανωτάτου τέλους, ήτοι του αγαθού. Το καθολικόν τούτο τέλος συνδέεται προς εκάστην μερικήν πράξιν διά τινος διαμέσου σχέσεως, ήτις είναι ηθικώς μεν, το &ωφέλιμον&, μεταφυσικώς δε, η μεταξύ &μέσου& και &τέλους& σχέσις, και λογικώς, το &γένος&, διάμεσόν τι μεταξύ μερικού και καθολικού. Και εντεύθεν η κατάταξις των αγαθών κατά την σχετικήν αξίαν εκάστου, αντίστοιχος προς την εις γένη και είδη λογικήν κατάταξιν, και αντίστοιχος επίσης προς την ηθικήν κατάταξιν των καθηκόντων, και ούτω η &διαλεκτική& του Πλάτωνος προετοιμάζεται και προαγγέλλεται. Η γενίκευσις καταλήγει εις τον &ορισμόν&, όστις είναι εκείνη η σχέσις μεταξύ τέλους και μέσου, ώστε η πράξις του αγαθού είναι τρόπον τινά ο διά των πράξεων ορισμός των πραγμάτων.
Πάντα λοιπόν η ηθική μέθοδος του Σωκράτους εις τούτο υφίσταται, ότι δι' αυτής ανερχόμεθα εις τα γένη, κατερχόμεθα εις τα είδη, καταδεικνύομεν την σχέσιν αυτών εν τω ορισμώ, και θέτομεν διά της πράξεως του αγαθού το γένος υπεράνω του είδους.
Αλλά τι είναι επί τέλους το αγαθόν τούτο, αντικείμενον του λόγου, όπερ αναγνωρισθέν ως ανωτάτη αλήθεια υπό της &επιστήμης&, πραγματοποιείται διά της &αρετής;& Κατά τον Πλάτωνα (&Πολιτ.&) το αγαθόν τούτο δεν είναι ούτε η ηδονή ούτε η ωφέλεια, αλλ' η δικαιοσύνη, δι' ης πάντα ανάγονται εις την αρμονίαν και την ενότητα εν τω κόσμω του ατόμου, ως εν τω κόσμω της πόλεως και εν τω κόσμω της φύσεως, και υπεράνω αυτής της δικαιοσύνης, καθό έν ον φύσει και εναρμόνιον, και αΐδιον, και άτρεπτον, και τέλειον, ίσταται το απόλυτον αγαθόν, και διά τούτο η ψυχή του δικαίου είναι αθάνατος. Η δικαιοσύνη είναι μία των &Ιδεών&, και μετ' αυτών ανέρχεται εις τον νοητόν και ιδανικόν κόσμον, και διά τούτο, εις το απόλυτον αγαθόν, και ταυτίζεται, αντικειμενικώς μεν, με αυτό το αληθές και καλόν, υποκειμενικώς δε, με την επιστήμην, τον έρωτα και την αρετήν. Αν και δεν ανήλθεν εις το μεταφυσικόν τούτο ύψος ο Σωκράτης, θεωρήσας το αγαθόν μάλλον κατά τα εξωτερικάς αυτού σχέσεις και υπό την όψιν του ωφελίμου, ουχ ήττον παρέστησε και αυτός την φυσικήν και θείαν δικαιοσύνην ως έχουσαν εν εαυτή το ίδιον κύρος, και απονέμουσαν την ευτυχίαν εις την αρετήν και την δυστυχίαν εις την κακίαν, και διήνοιξεν ούτω εις τον Πλάτωνα την οδόν, ίνα εισελθών εις τα ενδότερα του ζητήματος ίδη το αγαθόν, ουχί πλέον κατά τας εξωτερικάς αυτού σχέσεις και συνεπείας, αλλ' ως υφιστάμενον ενδομύχως εν αυτή τη δικαιοσύνη. Ο δε Αριστοτέλης ορμώμενος εκ των αυτών σωκρατικών άρχων προέβη κατά τούτο άλλως ή ο Πλάτων, διότι το αγαθόν θέτει εν τη ενεργεία, &εν τω οικείω έργω&, και επειδή κύριος χαρακτήρ του ανθρώπου είναι η νόησις, το άκρον αγαθόν είναι αυτή η νόησις, καθαρά και αφιλοκερδής, θέλουσα εαυτήν δι' εαυτήν, και εν εαυτή ευρίσκουσα την ιδίαν ωφέλειαν (&Ηθ. Νικομ εν τέλει&). Τοιούτω τρόπω ο Αριστοτέλης λαμβάνει παρά των προκατόχων του την ιδέαν του τελικού αιτίου, αλλά ζητεί το τέλος το ανώτατον, το απόλυτον, εν αυτώ τω ατόμω, ουχί εν τη ηδονή, ήτις είναι το σχετικόν και ευμετάβλητον αποτέλεσμα της ενεργείας, αλλ' εν αύτη τη ενεργεία, ήτις ουσιωδώς είναι αυτή η νόησις εν τη ανωτάτη αυτής αναπτύξει, και ούτω πάλιν το σωκρατικόν πνεύμα θριαμβεύει και παρ' Αριστοτέλει, διότι το αγαθόν και υπ' αυτού ανάγεται εις την επιστήμην.
Μετά τον Αριστοτέλην η αρχαία φιλοσοφία ηκολούθησε να ταλαντεύηται μεταξύ της αισθητόφρονος ηθικής και της ιδανικής, χωρίς να υπερβή αυτάς. Όμως οι επικούριοι και αυτοί οι στωικοί διορώσιν ήδη αρχήν τινα ανωτέραν και του μεταξύ φύσεως και νόμου ανταγωνισμού, ον επρέσβευον οι σοφισταί, και της αμέσου ταυτότητος των δύο τούτων όρων, ην υπεστήριζεν ο Σωκράτης. Καθ' όσον ο νους των αρχαίων εισδύει βαθύτερον εις την ιδέαν είτε της ατομικής ευδαιμονίας, ην η ημετέρα φύσις επιζητεί, είτε του καθολικού νόμου, ον ο ημέτερος λόγος επιδιώκει, κατά τοσούτον η έννοια της ελευθερίας διασαφηνίζεται επί μάλλον και μάλλον• και αι πλέον αντίθετοι διδασκαλίαι καταντώσιν εξ ίσου να θέσωσι την ανωτάτην ικανοποίησιν της φύσεως και τον ανώτατον νόμον της θελήσεως εν τη ελευθερία του λόγου, επειδή και οι επικούρειοι την ελευθερίαν υποθέτουσιν εις την &αταραξίαν των, fatis avulsa voluntas&, και οι στωικοί εις την απάθειάν των, και την ελευθερίαν ως άκραν ευδαιμονίαν θεωρούσιν οι φιλόσοφοι, και ταύτην ως ανώτατον νόμον και ανώτατον ιδανικόν του λόγου πρεσβεύουσιν οι ιδανισταί, και ούτω προετοιμάζεται η έννοια υψηλοτέρας ηθικότητος υπερβαίνουσα αμφοτέρους τους τύπους της αρχαίας ανάγκης, την φύσιν και το νόμον• αλλά μόνη η νεωτέρα φιλοσοφία έμελλε να κατίδη την αληθή έκτασιν και τας αληθείς συνεπείας της ελευθέρας θελήσεως, ήτις παρέχει εαυτή την ιδίαν φύσιν και τον ίδιον νόμον.
Ως προς τας μερικάς αρετάς, την εγκράτειαν, την ανδρίαν κλ. είδομεν ότι και ο Σωκράτης και ο Πλάτων ανήγαγον αυτάς διαλεκτικώς εις την ενότητα του αγαθού, εξ ης και ο σύνδεσμος των ψυχών και το καθήκον της προς πάντας δικαιοσύνης και ευποιίας• και ο με Πλάτων εν αυτή τη διακρίσει των αρετών κατέδειξε την αρμονίαν, ο δε Σωκράτης, καταργήσας την θέλησιν και το πάθος, εξαλείφει την διάκρισιν, και πάσας τας αρετάς ανάγει εις μόνην την επιστήμην. Ταύτης δε η κοινωνική επιρροή εξηγεί και επιβεβαιοί την σχετικήν αλήθειαν των σωκρατικών ιδεών, διότι εν τη κοινωνία και εξ αυτής της στατιστικής, εις ην πολλήν επέστησαν προσοχήν οι νεώτεροι, καταφαίνεται ευρύτερον και σαφέστερον πόσον είναι αλάνθαστοι οι λογικοί νόμοι, καθ' ους η πρόοδος των ηθών αντιστοιχεί πάντοτε προς την πρόοδον των φώτων, και επί τέλους το αγαθόν υπερισχύει. Και εάν ο Σωκράτης έζη εις τους καθ' ημάς χρόνους, βεβαίως, προς ασφαλή θεραπείαν των κοινωνικών κακών και αισίαν λύσιν των πολιτικών προβλημάτων, δύο ήθελε προτείνει σύμφωνα προς την διδασκαλίαν αυτού μέσα• να φωτίσωμεν την κοινωνίαν περί των δικαιωμάτων και προ πάντων περί των καθηκόντων αυτής, και να τη αποδείξωμεν ότι τα αληθή αυτής συμφέροντα ταυτίζονται με τα καθήκοντά της, διότι εκ των δύο τούτων εξαρτάται πάσα ηθική και πολιτική αγωγή και η αληθής των λαών ευημερία. Είδομεν δε ότι η αριστοκρατική τάσις της σωκρατικής φιλοσοφίας υπήρχε μόνον κατά την επιφάνειαν αυτής, διότι αυτή η επιστήμη αποκλείει την βίαν, και δεν διαδίδεται ειμή διά της πειθούς και του λόγου. Δημοκρατία τυφλή, εμπαθής, άνευ φώτων και ηθών έχει μόνον της δημοκρατίας το όνομα, και ουσιωδώς είναι τυραννία παράγουσα την αναρχίαν ή το απολυτισμόν. Ωσαύτως αριστοκρατία επιβαλλομένη διά της βίας είναι ολιγαρχική τυραννία και ουχί η κυβέρνησις των αρίστων. Μόνη η έλλογος και ηθική ελευθερία συμβιβάζει τα &δικαιώματα&, του λαού με τας &λειτουργίας& των αρχόντων, και τούτους εκλέγει εκ των ηθικωτέρων και ικανωτέρων πολιτών, και ούτω εκ του συνδυασμού της ελευθερίας και του λόγου προκύπτει ου μόνον η εν τω ατόμω ηθικότης, αλλά και η εν τη κοινωνία αρίστη πολιτεία.