Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée
Part 6
Υπό την ειρωνείαν του Σωκράτους εκρύπτετο ο ενθουσιασμός εφ' ου ενεπνέετο και κατά τας μεταφυσικωτέρας συζητήσεις, και ενθουσιών έλεγεν, ότι το αγαθόν μόλις αποκαλυπτόμενον εις την διάνοιαν επιβάλλεται εις την θέλησιν, όθεν ουδείς κακός εκών, και ότι σμικρόν τι μάθημα ηπίστατο, τα ερωτικά, δι' ο εγένετο των καλών και αγαθών νέων εραστής. Την μίτων ταύτην φύσιν του Σωκράτους κατέδειξεν εναργώς ο Πλάτων εν &Συμποσίω (215)• Σωκράτει δ' εγώ επαινείν, ω άνδρες, ούτω επιχειρήσω δι' εικόνων& κλπ., ένθα και η εν Ποτιδαία έκστασις (&ειστήκει σιωπών&) εικονίζει την εν τη σκέψει και αφαιρέσει ενθουσιώδη φύσιν του, ην παραλόγως αποδίδουσί τινες εις παραφροσύνην. Δεν είναι λοιπόν παράδοξον εάν εν τη βαθεία ταύτη σκέψει διείδεν αυθόρμητα και ανεξάρτητα της θελήσεως του πνευματικά φαινόμενα, άτινα, κυριευόμενος υπό της ιδέας της πανταχού ενεργείας του Θεού, εξέλαβεν ως θείας εμπνεύσεις, &το δαιμόνιον&. Ταύτην δε την γνώμην συνεμερίζετο όλη η αρχαιότης θεωρούσα πάσαν φυσικήν έμπνευσιν ως θείαν και ταυτίζουσα θεία τινί &μανία& και την μαντείαν και την ποίησιν και τον έρωτα (&Φαίδρ.). Και διά του έρωτος εδίδασκεν ο Σωκράτης, και εκέρδιζε την εύνοιαν και την συγκατάθεσιν των μαθητών του. Ο έρως ήτο, καθ' ά έλεγε τω Σωκράτει η Διοτίμα, &(Συμπόσ. 203) δαίμων μέγας, και παν το δαιμόνιον μεταξύ εστι θεού τε και θνητού . . . ερμηνεύον και διαπορθμεύον θεοίς τα παρ' ανθρώπων και ανθρώποις τα παρά Θεών, των μεν τας δεήσεις και θυσίας, των τε τας επιτάξεις και αμοιβάς των θυσιών . . . θεός ανθρώπω ου μίγνυται, αλλά διά τούτου πάσα εστιν η ομιλία και η διάλεκτος θεοίς προς ανθρώπους και εγρηγορόσι και καθεύδουσι• και ο μεν περί τα τοιαύτα σοφός δαιμόνιος ανήρ&. Εν τω Τιμαίω επίσης η ψυχή θεωρείται ως &δαίμων ένοικος, το ηγεμονικόν,& και λίαν φυσική είναι η εν τω ενθουσιασμώ, εν τη εξάψει και εν παντί σφοδρώ αισθήματι οπτική, ούτως ειπείν, απάτη της ψυχής, δι' ης το υποκειμενικόν αντικειμενούται. Η εκ του αισθήματος αυθόρμητος αύτη ενόρασις ίσταται, ως η &δόξα&, μεταξύ επιστήμης και αμαθείας, ταύτης σαφεστέρα, σκοτεινότερα δε εκείνης• και εκ τούτου αι εν τω &Ίωνι& και τω &Μένωνι& ειρωνικαί κατά των ποιητών και των πολιτικών επικρίσεις. Αύτη δε η άνωθεν έμπνευσις και χάρις και φώτισις υπάρχει, κατά Πλάτωνα, μάλλον ή ήττον ανεπτυγμένη εις όλας τας ψυχάς (&μαντικόν γε τι και η ψυχή&). Εάν τωόντι κατέλθωμεν εις τα ενδότερα του πνεύματος, και προσέξωμεν εις τας αυθορμήτους κινήσεις του νοός και της καρδίας, ευρίσκομεν απρόσωπόν τινα ενέργειαν αναμιγνυομένην εις την προσωπικήν και αντανακλώσαν εν ημίν την καθολικήν και θείαν ζωήν, προς ην η ημετέρα δεν δύναται να ήναι άσχετος. Ουχ ήττον δε του Πλάτωνος και ο Λεϊβνίτιος εθεώρει την εν ημίν &μονάδα& ως το έσοπτρον και την συγκεφαλαίωσιν του παντός (&Essais Προλεγόμενον&), και μεγίστην απέδιδε σπουδαιότητα εις τας αυθορμήτους ταύτας εννοίας, αίτινες φαίνονται ανεξήγητοι, αλλ' ουσιωδώς είναι αποτελέσματα μυρίων ανεπαισθήτων επιρροών, και σχετίζονται προς πάντα τα φαινόμενα του κόσμου (&σύμπνοια πάντα& καθ' Ιπποκράτην)• ώστε εν τη ελαχίστη των υποστάσεων το όμμα του δύναται να διακρίνη &quae sint, quae fuerint, quae mox ventura trahantur&. O Σωκράτης ενόμιζεν ότι της θείας ταύτης εμπνεύσεως είναι επιδεκτικοί πάντες άνθρωποι, και ότι ουδεμία ψυχή είναι &έρημος συμβουλής& θεών, εάν ηξεύρη να παρατηρή και νοή, διότι πάντα σημαίνουσιν εν τη φύσει, και αυτή η φύσις είναι σημείον αποκαλύπτον τον Θεόν (&Απομ. Α'. δ', Δ' γ'&). Εθεώρει όμως εαυτόν έχοντα υπέρ τους άλλους την χάριν ταύτην, είτε διότι μάλλον των άλλων προσείχεν εις τα σημεία ταύτα, είτε διότι είχε λάβει παρά Θεού ειδικωτέραν αποστολήν. Ήκουε δε την θείαν έμπνευσιν ως εσωτερικήν φωνήν, &φωνή του δαιμονίου. . . . θεού φωνή φαίνεται σημαίνουσα ότι χρη ποιείν (Απολ. Ξεν. 12)&• και ουχί ως εξωτερικήν απάτην της ακοής (&hallucination&) καθώς διισχυρίσθησάν τινες μη προσέξαντες αρκούντως εις τα κείμενα. Κατά τον Ξενοφώντα αι προαισθήσεις του Σωκράτους ανεφέροντο είτε εις ό, τι έμελλεν αυτός να πράξη, είτε εις τα σχέδια των φίλων του (&Απομ. Α'. η'. Α', α'&). και ελάμβανον ως επί το πλείστον μορφήν &αποτροπής&, ως αποδεικνύουσιν αι περί τούτου συνδυαζόμεναι μαρτυρίαι του Ξενοφώντος και του Πλάτωνος. Εάν δε συνενώσωμεν τας περί νοεράς και αυθορμήτου ενοράσεως σωκρατικάς διδασκαλίας, εξ ων και η πλατωνική &ανάμνησις& και η διά της διαλεκτικής μαιευτική τέχνη, και λάβωμεν υπ' όψιν τας περί έρωτος, εμπνέοντος και τούτου θαυμαστήν δύναμιν κατανοήσεως του αληθούς, του καλού και του αγαθού, και συνδέοντος τα θεία με τα ανθρώπινα, και τέλος, τας περί προνοίας, ήτις πανταχού εισδύει και διέπει τα πάντα, ουδόλως παράδοξον θέλει φανή το φαινόμενον του Σωκρατικού δαιμονίου, εν εποχή μάλιστα καθ' ήν πάντα επροσωποποιούντο και εθεοποιούντο διά της φαντασίας. Σημειωτέον δε ότι το &δαιμόνιον&, τούτο ουδέποτε καλεί &δαίμονα& ο Σωκράτης, ούτε παρά Ξενοφώντι ούτε παρά Πλάτωνι, ώστε δεν αποδίδει αυτώ αντικειμενικήν ύπαρξιν, αλλά το θεωρεί &δαιμόνιόν& τι πράγμα ή σημείον, δαιμονίαν τινά αρχήν, η έμπνευσιν, ή συμβουλήν, ή προαίσθησιν. Και το αόριστον τούτο της σωκρατικής ταύτης εννοίας έδωκε μάλιστα αφορμήν εις την καταυτού κατηγορίαν ότι &έτερα καινά δαιμόνια εισφέρει&, αφ' ού ήτο γνωστόν ότι δεν παρεδέχετο καθ' ολοκληρίαν τας γενεολογίας και τους μύθους των λατρευομένων θεών, εις ουδένα δε τούτων ηδύνατο να υπαχθή η θεία αύτη αρχή και τρόπον τινά ο ιδιαίτερος και ατομικός ούτος χρησμός του Σωκράτους. Ανάγκη πάσα λοιπόν ν' απορριφθή και η γνώμη πολλών αρχαίων και νεωτέρων, οίτινες αντικατέστησαν εις το &δαιμόνιον& ένα &δαίμονα&, και πολλώ μάλλον η άλλη, ότι το δαιμόνιον τούτο ήτο απλή μεταφορά ή ειρωνική αλληγορία.
ΒΙΒΛΙΟΝ Η'
Ο ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΤΙΠΑΛΟΙ ΤΟΥ
Α’.
Η κατά των σοφιστών πάλη του Σωκράτους.
Το όνομα &σοφιστής& ουδέν έχον άτιμον κατ' αρχάς εσήμαινεν απλώς τον επαγγελλόμενον και διδάσκοντα την επιστήμην, και εφηρμόζετο εις τους μετερχομένους οιονδήποτε κλάδον μαθήσεως, την μουσικήν, την αστρονομίαν κλπ. Αλλά το επάγγελμα τούτο έπρεπε να διεγείρη την ζηλοτυπίαν και την δυσπιστίαν του κοινού, αφ' ού μάλιστα ήρχισαν οι σοφισταί να επιλαμβάνωνται φιλοσοφικών, πολιτικών και θρησκευτικών ζητημάτων, και πολλώ μάλλον, αφού επληρόνοντο. Έπρεπεν ως εκ τούτου να εγείρωσι κατά διττόν λόγον τον έλεγχον και την ειρωνείαν του Σωκράτους, όστις το μεν επαγγέλεσθαι την σοφίαν εθεώρει ως αλαζονείαν, και ωμολόγει εαυτόν αμαθή και από κοινού μετά των φίλων ζητούντα και μαιεύοντα την επιστήμην, την δε μίσθωσιν των διδασκάλων, ως βεβήλωσιν της φιλοσοφικής παραδόσεως, ήτις έπρεπε να ήναι κατ' αυτόν πνευματική και ηθική εκ συμπαθείας και έρωτος συγκοινωνία, και ουχί ιδιοτελές εμπόριον• &σοφιστάς ώσπερ πόρνους αποκαλούσι (Απομ. Α' ς' Απολογ. Πλάτ. 17)&. Αλλά και αύτη η μέθοδος των σοφιστικών παραδόσεων έπρεπε να επιδράση επί των φιλοσοφικών αυτών διδασκαλιών, και επίσης να διεγείρη την αντενέργειαν του Σωκράτους, διότι ούτε οι διδάσκαλοι ούτε οι μαθηταί εζήτουν την αλήθειαν διά την αλήθειαν, αλλ' οι μεν εκινούντο υπό του συμφέροντος και της κενοδοξίας, οι δε επεδίωκον μόνον την εν τη τότε κοινωνία επιτυχίαν, όθεν και οι μεν και οι δε ευχαριστούντο εις το σχετικόν, το πιθανόν και ενίοτε το ψευδές ένεκεν του ωφελίμου. Απ' εναντίας ο Σωκράτης εζήτει το &καθόλου&, και διαιρών, και επαγόμενος, και ορίζων κατά &γένη&, επεδίωκεν ουχί τας εις τους Αθηναίους ευαρέστους και ωφελίμους γνώσεις, αλλ• αυτήν την αλήθειαν. Προς τούτοις δε εν Αθήναις συνεκρούοντο τότε πάσαι αι αντίθετοι σχολαί, αντιφατικά επιφέρουσαι συμπεράσματα, ώστε εδύνατό τις να ισχυρισθή, και ότι πάντα αληθή, και ότι ουδέν αληθές, εν δε τη ηθική και τη πολιτική και τη θρησκεία, φυσική και αναπόφευκτος συνέπεια της πνευματικής ταύτης αναρχίας ήτο ο σκεπτισμός. Η μεταξύ σοφιστού και αληθούς σοφού διαφορά ακριβώς και ζωηρώς εικονίζεται εν τω &Σοφιστή&, ον παρενόησεν ο Γρότε, ισχυριζόμενος λίαν παραδόξως ότι ο χαρακτηρισμός του σοφιστού αρμόζει και εις αυτόν τον Σωκράτην• ουχί άλλως δε και ο Αριστοτέλης (&Τοπ. Δ' 100&) χαρακτηρίζει τον σοφιστήν &χρηματιστήν από φαινομένης σοφίας, αλλ' ουκ ούσης&. Εάν δε εξετάση τις τας εν τοις πλατωνικοίς διαλόγοις αναφερομένας δοξασίας των σοφιστών, βεβαιούται ότι η σοφία αυτών ήτο τωόντι &φαινομένη&, ως εκ τούτου αντιφατική, ουχί δε πραγματική και αληθής. Εκ δε της σοφιστικής τέχνης η Ελληνική λεπτόνοια παρήγαγε την εριστικήν, ης παράδειγμα έχομεν εν τω &Ευθυδήμω&. Επειδή δε προς τους σοφιστάς ακαταπαύστως συνεζήτει ο Σωκράτης, δεν είναι παράδοξον εάν και αυτόν εξέλαβεν ο λαός ως σοφιστήν, και μάλλον των άλλων επικίνδυνον, διότι ούτε έζη ούτε εφρόνει ως ο επίλοιπος κόσμος, και ειρωνικώς έλεγεν εαυτόν αμαθή, πιστεύων απ' εναντίας ότι ήτο πάντων σοφώτατος, και παραδόξους επρέσβευε θεωρίας, ότι ουδείς κακός εκών, ότι επιστήμη και αρετή ταυτίζονται, ότι νόμιμος άρχων είναι μόνος ο επιστήμων και ουχί ο κληρούμενος υπό του δήμου, ότι είχεν ιδιαίτερον δαιμόνιον κλ. Εντεύθεν η κατ' αυτού εξέγερσις της τότε κοινωνίας, η δίκη του και η κατ' αυτού επίθεσις του Αριστοφάνους.
Β’.
Ο Σωκράτης και ο Αριστοφάνης
Ο Σωκράτης δεν ήτο δημοτικός εις τας Αθήνας, και κατηγορείτο, ότι δεν ελάμβανε μέρος εις τα πολιτικά, και κατέκρινε παρρησία τα ελλείμματα της δημοκρατίας• η δε αριστοκρατική μερίς τον κατηγόρει, ότι προσέβαλλε την δημοσίαν λατρείαν αχώριστον ούσαν του πολιτικού οργανισμού. Εις την μερίδα ταύτην ανήκεν ο Αριστοφάνης, και υπερησπίζετο κατά το δοκούν αυτώ τους αρχαίους νόμους και τας αρχαίας παραδόσεις. Επειδή δε οι δραματικοί ποιηταί εμισθοδοτούντο ως υπάλληλοι, και απηλλάττοντο της στρατιωτικής υπηρεσίας, ήσαν μάλλον συντηρητικοί ή νεωτερισταί. Εν κράτει δε όπου διηνεκής στρατός δεν υπήρχε, και οι άρχοντες ήσαν αιρετοί και ετήσιοι, μόνη εγγύησις της ησυχίας ήτο το σέβας των καθεστώτων, και εν μέσω της παντοτεινής κινήσεως ην επέφερεν η άκρα δημοκρατία, η κωμωδία, ηδύνατο να παρουσιασθή ως μέσον κατάλληλον και αποτελεσματικόν προς άμυναν της πολιτείας. Εχρησίμευσε δε επί το πλείστον ως μέσον οπισθοδρομικόν, και παριστώσα την ηθικήν διαφθοράν ως συνέπειαν των νέων ιδεών, ουχί σπανίως περιέστειλε και κατεβίβασε το δημόσιον πνεύμα. Τινές των γερμανών, οίον ο Βεργκ, ο Μεϊνέκε, ο Ράγκε και ο Βέστερμαν, εξυμνούσι τους κωμωδοποιούς ως σοφούς και αυστηρούς φύλακας της δημοσίας ηθικής και των νόμων, αλλά την κρίσιν ταύτην δικαίως ελέγχει ως ψευδή ο Γρότε, αι δε &Νεφέλαι& αποδεικνύουσι τρανώς, ότι ιδίως ο Αριστοφάνης δεν ήτο ούτε μάρτυς πιστός ούτε επικριτής αμερόληπτος. Φανερόν ότι ο ποιητής ούτος δεν ήτο θρήσκος, και επειδή διεκωμώδει τους θεούς χωρίς να σκανδαλίση το κοινόν, πρέπει να πιστεύσωμεν ότι ότε υπερησπίζετο το θρήσκευμα, έπραττε τούτο διά πολιτικόν λόγον. Και όμως εύνους τη αριστοκρατία εφαίνετο και αυτός ο Σωκράτης, αλλά τη επιστημονική, εν ώ ο Αριστοφάνης υπεστήριζε την αριστοκρατίαν των τότε πολιτικών και ποιητών και θεολόγων.
Ο Αριστοφάνης παριστά τον οίκον του Σωκράτους πλήρη μαθητών ασχολουμένων εις παν είδος μαθήσεως, την αστρονομίαν, την γεωμετρίαν, την γεωγραφίαν (&Νεφέλ. 187&), διακωμωδεί δε την ασάφειαν και λεπτότητα της διαλεκτικής του, δι' ης ζητών το &καθόλου& χάνεται εις τας νεφέλας, (227, 270) εν ταυτώ δε, την μανίαν των διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων, δι' ην κατέρχεται εις τας εσχάτας λεπτολογίας• &και λεπτολογείν ήδη ζητεί και περί καπνού στενολευχείν — και γνωμιδίω γνώμην• νύξασ' ετέρω λόγω αντιλογείσαι (320)&• και αύται αι λέξεις υποβάλλονται παρ' αυτού εις λεπτομερή εξέτασιν (394, 660), και πανταχού αι αξιώσεις του φιλοσόφου αντιτίθενται προς το φρούδον της μεθόδου και των μελετών αυτού (366). Εάν δε η λεπτή αύτη ανάλυσις εφαρμοσθή και εις τα θεία, πάσα υπερφυσική δύναμις εξατμίζεται. Εν δε τη τολμηρά σκηνή εν ή ο δίκαιος και ο άδικος προσωποποιούνται (1080), προτίθεται ο ποιητής ν' αποδείξη, ότι η υπό των σοφιστών και διαλεκτικών εκπαίδευσις επιφέρει μετά της ασεβείας και την ηθικήν διαφθοράν. Και εις τα δύο ταύτα ανάγεται επί τέλους η κατά του Σωκράτους κατηγορία του Αριστοφάνους, εις ην φαίνεται απαντών ο Πλάτων διά του &Ευθύφρονος&, ανταποδεικνύων, ότι η τυφλή πίστις εις το επικρατούν θρήσκευμα δύναται εκ των εις τους θεούς αποδιδόμενων ανοσιουργιών να εξαγάγη λογικώς πάσαν κακίαν. Τοιούτω τρόπω ο συντηρητικός ποιητής και ο νεωτερίζων φιλόσοφος διεμάχοντο κατ' αλλήλων, το παρελθόν κατά του μέλλοντος, η πολυθεΐα κατά του πνευματισμού, και τα αυτά επαναλαμβάνονται οσάκις καθαρωτέρα θρησκεία και ηθική ανατέλλει εν τη ιστορία• ο ηθικώτερος φαίνεται ανήθικος, και ο θεοσεβέστερος άθεος. Ούτω δε συνέτεινεν εμμέσως ο Αριστοφάνης εις την καταδίκην του Σωκράτους• η δε νέα κριτική απέδειξε, κατά του Αιλιανού και Διογένους του Λαερτίου, ότι ο ποιητής δεν παρεκινήθη εις τούτο υπό των προτροπών των αμέσων αυτού κατηγόρων, του Ανύτου και Μελήτου.
Γ’.
Αίτια της δίκης του Σωκράτους, και σχέσις αυτών προς τας φιλοσοφικάς αυτού διδασκαλίας.
Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους δεν διαγινώσκονται ακριβώς ειμή διά της φιλοσοφικής αυτού διδασκαλίας. Η κυριωτάτη ιδέα του Σωκράτους ήτο, ως είδομεν, ότι η επιστήμη, παντοδύναμος επί του πνεύματος, ταυτίζεται τω αγαθώ, και παράγει εξ ανάγκης την ηθικήν αρετήν, την πολιτικήν ωφέλειαν, το τεχνικόν κάλλος, την θρησκευτικήν πίστιν• αφιέρωσε δε αποκλειστικώς την ζωήν του εις την διά της διαλεκτικής των τε νοημάτων και των έργων κατάκτησιν της επιστήμης. Μεγάλη ήτο η ιδέα του, αλλ' ατελής, ως είδομεν, διότι απέκλειε το ουσιωδέστατον στοιχείον του αγαθού, την ηθικήν ελευθερίαν. Εντεύθεν και το ηθικόν ύψος του Σωκράτους, και το αίτιον της καταστροφής του• διότι απορροφών εν τη ιδέα της επιστήμης πάσαν την διαλεκτικήν, παρέσχε λαβήν εις τους εχθρούς των σοφιστών μεθ' ων τον συνέχεον• απορροφών εν τη αυτή ιδέα πάσαν την ηθικήν, και αρνούμενος την ελευθερίαν, έδωκεν αφορμήν εις τους κατηγορήσαντας αυτόν επί διαφθορά των νέων• απορροφών πάσαν την &πολιτικήν&, διήγειρε καθ' εαυτού τους πολιτικούς• απορροφών την &ποίησιν& και την τέχνην, επροκάλεσε τους ποιητάς και τους καλλιτέχνας• απορροφών τέλος την &θρησκείαν&, έμελλε να ερεθίση τους θεολόγους. Άρα η παράλειψις του υπ' αυτού παραγνωρισθέντος στοιχείου καθίστα επιλήψιμον και την διαλεκτικήν, και την ηθικήν, και την πολιτικήν, και την καλολογίαν, και την θρησκείαν αυτού.
Και πρώτη μεν η διαλεκτική του Σωκράτους ήγειρε κατ' αυτού τα πνεύματα ένεκεν του ιδανικού όπερ διετύπωσε, της αποστολής ην ανέλαβε, και των λογικών μέσων άτινα μετεχειρίσθη. Εν τη κατά &Πλάτωνα Απολογία& παρίσταται αυτός ο Σωκράτης εκθέτων τον κυριώτερον λόγον των κατ' αυτού διαβολών &πόθεν αι διαβολαί σοι αύται γεγόνασι;& (ε') και καταφαίνεται το υπ' αυτού συλληφθέν ύψιστον ιδανικόν της επιστήμης, όπερ θεωρεί ως θείαν αποκάλυψιν κυριεύουσαν αυτόν, διά τινος εσωτερικού χρησμού, ου ο εν Δελφοίς πατρίδος. Εν ώ δε περιεφρόνει τους πολιτευομένους, αυτός απέσχε των κοινών, και τούτο επηύξανε τον κατ' αυτού ερεθισμόν. Τους λόγους της αποχής του εκθέτει σαφώς εν τη παρά &Πλάτωνι Απολογία• Τούτου δε αίτιόν εστι ό υμείς εμού πολλάκις ακηκόατε πολλαχού λέγοντος . . . αναγκαίον εστι τον τω όντι μαχούμενον υπέρ του δικαίου, και ει μέλλει ολίγον χρόνον σωθήσεσθαι, ιδιωτεύειν, αλλά μη δημοσιεύειν&. Ουδέν ήττον οσάκις ανέλαβε δημοσίαν τινά λειτουργίαν, απεδείχθη αδιάσειστος εν τη δικαιοσύνη απεναντι και αυτής παντοδυναμίας των τριάκοντα. Προς τούτοις δε, ένεκεν αυτών των πολιτικών διδασκαλιών του, άς εξεθέσαμεν εν οικείω τόπω, και άκων παρεκινείτο να υποστηρίζη μάλλον την αριστοκρατικήν μερίδα, και τούτο επίσης, έπρεπε να θεωρηθή ως περιφρόνησις των καθεστώτων (&Απομ. Δ', Β'&)• οι δε μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών και ο Πλάτων, εξεθείαζον την Σπάρτην, και εκάκιζον τας Αθήνας, και παρ' αυτού επίσης είχον διδαχθή ο Αλκιβιάδης και ο Κριτίας, ώστε κατά πάντα λόγον έμελλε να θεωρηθή ως εχθρός της πολιτείας.
Ουχ ήττον των πολιτικών έπρεπε να τον υποβλέπωσιν οι ποιηταί και οι καλλιτέχναι, ους έτασσε μετά των πολιτικών και των σοφιστών εις τον κατώτερον κύκλον της εμπειρίας και της δόξης, και επίσης υπέβαλλεν εις την μαιευτικήν του, όπως τοις αποδείξη ότι δεν εγνώριζον τον λόγον των &ιδίων έργων• Μετά γαρ τους πολιτικούς ήα επί τους ποιητάς . . . έγνων ουν και περί των ποιητών εν ολίγω τούτο, ότι ου σοφία ποιοίεν ά ποιοίεν& κλ. (&Απολογ. 22&). Επειδή δε οι ποιηταί, οι ραψωδοί και οι υποκριταί διεσκέδαζον τον λαόν, είχον παρ' αυτώ ου μικράν επιρροήν, και η απέχθεια αυτών ήτο λίαν επίφοβος. Μετά δε της ποιήσεως στενώτατα συνεδέετο η μυθολογία και η θεολογία, και πρώτον μεν προϊόν της απεχθείας ταύτης είναι αι &Νεφέλαι&• τελευταίον δε, η υπό Μελήτου, κατηγορία.
Τωόντι ο Μέλητος εκπροσωπεί ου μόνον την ποίησιν, αλλά και την θρησκείαν. Οι δε ανορθώσαντες τότε την δημοκρατικήν κυβέρνησιν ώφειλον ν' αποκαταστήσωσι και την εθνικήν θρησκείαν, και ο Σωκράτης έπρεπε να θυσιασθή εις το πνεύμα της υπό Θρασυβούλου πολιτικής μεταβολής. Δύο τινά υπήρχον εν τη θρησκευτική διδασκαλία του Σωκράτους εξ ίσου επιλήψιμα• ο &ορθολογισμός& και ο &μυστικισμός& του. Εν τη λατρεία ο Σωκράτης διώκει το λογικόν στοιχείον, και ούτε τυφλήν θέλει την πίστιν, ούτε ανήθικον την ευσέβειαν. Την ύπαρξιν και τα προσόντα του Θεού αποδεικνύει διά του λόγου δι' ου καθαίρει αυτόν από παντός κακού και μόνον παν αγαθόν τω αποδίδει. Λογικήν δε θέλει και την προσευχήν, αποκλείων αυτής τας εγωιστικάς και παιδαριώδεις αιτήσεις, και ούτως εισάγει εις την θρησκείαν το διαλεκτικόν και μεταφυσικόν στοιχείον, το &καθόλου&, αντικείμενον του λόγου. Εκ ταύτης δε της ανυψώσεως του λόγου εις τον ύπατον βαθμόν, εξ ου η παντοδυναμία της επιστήμης και η εκ θείας τινός αποκαλύψεως ιερά αυτής αποστολής επήγαζε, διά της συνταυτίσεων του λογικού και του θείου, ο ενθουσιασμός και ο μυστικισμός του, και του φαινομένου τούτου, πρωτοφανούς τότε, είδεν ακολούθως άλλα παραδείγματα η ιστορία της φιλοσοφίας διά του πλατωνισμού των Αλεξανδρινών, του Βρούνου, του Σπινόζα και του Σχελλίγγου• ώστε αυτός ο σκώπτων τους εμπνευσμένους ποιητάς θεωρεί επί τέλους εαυτόν κατεχόμενον υπό του θείου και εμπνεόμενον διά τινων δαιμονίων σημείων υποβοηθούντων την αμάθειάν του, αλλά κατωτέρων πάντοτε της αληθούς επιστήμης. Εκ τούτων απάντων οι αντιπρόσωποι της αρχαίας λατρείας έπρεπε να συμπεράνωσιν, ότι ο Σωκράτης απορρίπτων την αρχαίαν θρησκείαν και τους λειτουργούς αυτής, εισήγε &καινά δαιμόνια& και νέον μέσον συγκοινωνίας προς το θείον. Και εάν κατά την πρώτην περίοδον του φιλοσοφικού βίου αυτού, επόμενος εις τας φυσικάς θεωρίας του Αναξαγόρου, εκλόνισε την λατρείαν του ηλίου και της σελήνης, αι κατά την δευτέραν ηθικαί μελέται, δι' ων ανήλθεν εις την ιδέαν θείας προνοίας πανταχού ενεργούσης, προ πάντων δε εν τη ανθρωπίνη ψυχή, και ιδίως εν τη ιδική του, τον εδίδαξαν ν' απαλλαγή της ανάγκης πολλών θεών και ν' αναγνωρίση ένα και μόνον.
Τοιούτοι είναι οι εσωτερικοί και τρόπον τινά μεταφυσικοί λόγοι της δίκης του Σωκράτους, οίτινες συγκεφαλαιούνται εις τας τολμηράς αυτού θεωρίας, και οι λόγοι ούτοι ενεθάρρυναν αυτόν κατά την διάρκειαν της δίκης και παρηγόρησαν κατά τας τελευταίας στιγμάς της ζωής.
Δ’.
Η δίκη, η απολογία και ο θάνατος του Σωκράτους.
Τα αληθή αίτια της δίκης του Σωκράτους είχον επισωρευθή επί εικοσιπέντε έτη, και άπορον είναι πώς εβράδυνε τοσούτον το αποτέλεσμα αυτών. Τιμά δε το φιλελεύθερον πνεύμα των Αθηναίων η μακρά αύτη ανοχή. Αι μερικαί αφορμαί της κατηγορίας ήσαν, αφ' ενός μεν, η δημοκρατική και θρησκευτική αντενέργεια των τριάκοντα, αφ' ετέρου δε, η απέχθεια του Ανύτου, ου τον υιόν είχεν ελκύσει ο Σωκράτης εις τας συνδιαλέξεις του, και ον είχε διακωμωδήσει διά την πολιτικήν οίησίν του. Τω 399 έτει π. Χ. διετυπώθη η κατηγορία υπό Μελήτου ως έπεται• &αδικεί Σωκράτης, ους μεν η πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισηγούμενος• αδικεί δε και τους νέους διαφθείρων• τίμημα θάνατος&. Η κατηγορία αύτη υπάρχει σχεδόν ταυτούσιος παρά Διογένει, Ξενοφώντι και Πλάτωνι. Η αγόρευσις δι' ης ανεπτύχθη, ήτο του Ανύτου, και ο δημαγωγός Λύκων είχε διευθύνει τας πρώτας πράξεις της διαδικασίας. Και ο μεν Μέλητος ήτο πιθανώς ο αυτός ον διακωμωδεί ο Αριστοφάνης εν &Βατράχοις& (1337), ο δε Άνυτος ήτο πλούσιος, διαπρέψας εις τας ανωτέρας πολιτικάς θέσεις, συμπολεμήσας τω Θρασυβούλω, συντηρητικώτατος και άσπονδος εχθρός των σοφιστών και των φιλοσόφων. Άγνωστα δε είναι του Λύκωνος τα προηγούμενα. Κατά την κατηγορίαν ταύτην, ο Σωκράτης διαφθείρει τους νέους, υπό μεν την νοητικήν και ηθικήν όψιν, διά της διαλεκτικής του, υπό δε την πολιτικήν, διά των προς την αριστοκρατίαν τάσεων αυτού, και υπό την θρησκευτικήν, διά της απιστίας του• ουσιωδώς δε πάντα τούτα συγκεντρόνονται εις την κατά των καθεστώτων επίθεσιν, και η φιλοσοφική και η θρησκευτική διδασκαλία του θεωρούνται αξιόποινοι καθό υποσκάπτουσαι τα θεμέλια του κράτους.
Διά τούτο ενώπιον δικαστηρίου όλως πολιτικού εισήχθη η δίκη. Ο Μεούρσιος και ο Κουσίνος νομίζουσιν ότι ο Σωκράτης εδικάσθη υπό του Αρείου Πάγου. Και ναι μεν αληθεύει ότι μετά την πτώσιν των τριάκοντα ανωρθώθησαν οι του Σόλωνος νόμοι, καθ' ους ο Άρειος Πάγος εδίκαζε τας περί ασεβείας δίκας• πολλαί όμως περιστάσεις της δίκης αποκλείουσαι την γνώμην ταύτην. Και πρώτον, εάν κατά Διογένην 281 ψήφοι κατεδίκασαν τον Σωκράτην, ο αριθμός ούτος δεν αρμόζει εις το δικαστήριον εκείνο. Έπειτα, το ύφος των κατηγόρων ωμοίαζε τας προς τον λαόν αγορεύσεις, και εχαρακτηρίζετο ο κατηγορούμενος ως δεινός ρήτωρ δυνάμενος να παρασύρη τους δικαστάς, και να διαφθείρη ακολούθως τα τέκνα των, όπερ επίσης δεν αρμόζει εις το υψηλόν αξίωμα των Αρειοπαγητών• οι δε φίλοι του Σωκράτους παρακινούντες αυτόν να ετοιμάση την απολογίαν του, τω έλεγον ότι οι δικασταί πολλάκις είχον καταδικάσει ή αθωώσει τους υποδίκους ένεκεν της απολογίας των, και ούτε τούτο αρμόζει εις το ανώτατον εκείνο δικαστήριον, ένθα οι αγορεύοντες ώφειλον να περιορισθώσιν εις την έκθεσιν των γεγονότων, και πάσα ρητορική ανάπτυξις αυστηρώς απηγορεύετο. Επειδή δε πολιτική ήτο η κατηγορία, έπρεπε να εισαχθή ενώπιον δημοτικού δικαστηρίου. Τέλος ο εν τη Απολογία αναφερόμενος όρκος των δικαστών είναι ο των Ηλιαστών, δηλ. των εκ του λαού κληρουμένων δικαστών διά κυάμων, όπερ πολλάκις είχεν εμπαίξει ο κατηγορούμενος. Εν τω κατά Τιμοκράτους λόγω ο Δημοσθένης διέσωσε τον τύπον του όρκου τούτου, και τους Ηλιαστάς ρητώς αναφέρει Μάξιμος ο Τύριος• ο δε Αθηναίος λέγει ότι ο Σωκράτης κατεδικάσθη υπό κληρωθέντων δικαστών, 556 περίπου κατά Διογένην. Ενώπιον τοιούτων ανθρώπων, βαναύσων κατά το πλείστον, έμελλε να συζητηθή η μεγίστη δίκη της αρχαιότητος, και εις τούτους ώφειλε ν' αποδείξη ο μέγας φιλόσοφος την αλήθειαν της διδασκαλίας του.