Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée
Part 5
Αλλά προϋπήρχεν άρα η υπό θεού διακοσμηθείσα ύλη, ή ο Θεός παρήγαγεν ομού και την ύλην και τον τύπον; Περί τούτου δεν είχεν ωρισμένην γνώμην ο Σωκράτης, και, καθ' ά φαίνεται εκ του Ξενοφώντος, επρέσβευεν ίσως αόριστόν τινα &δυαδισμόν (dualisme)&, ως ο Αναξαγόρας, και εθεώρει τον Θεόν εν τω κόσμω ως την εν τω σώματι ψυχήν, και συναΐδιον τη ύλη, αν και αύτη ουδεμίαν έχει λογικήν αξίαν, &(το άφρον άτιμον)&, και παρά του λόγου μόνον ζωογονείται και ρυθμίζεται. Αλλ' άδικον επίσης θα ήτο εάν διά τούτο εθεωρούμεν τον Σωκράτην &ως πανθεϊστήν• το πανταχού παρείναι& του Θεού και το &εν τω παντί& αγγέλλουσι προ πάντων την καθολικήν πρόνοιαν, ουδαμώς δε την συνταύτισιν αυτού μετά του κόσμου, διότι ο Θεός είναι ουσιωδώς το &αγαθόν&. Και η της προνοίας θεωρία είναι το μάλλον πρωτότυπον και το ουσιωδέστερον στοιχείον της σωκρατικής θεολογίας. Αι λέξεις &πρόνοια, επιμέλεια, επιμελείσθαι, επιμελούμενοι&, πανταχού των &Απομνημονευμάτων& επαναλαμβάνονται (Β', β'. Δ'. α' και πολλαχού), και σημαίνουσι και την γενικήν πρόνοιαν (&τον όλον κόσμον&), και την &ειδικήν& και κατ' αυτάς τας μικροτέρας και ενδοτέρας λεπτομερείας (&τα σιγή βουλευόμενα&).
Εις δε τας εκ της υπάρξεως του κακού ενστάσεις βεβαίως ήθελεν απαντήσει ως ο Πλάτων και ο Λεϊβνίτιος, διά της καθαρωτέρας &αισιοδοξίας (optimisme)&, ης αληθής πατήρ είναι αυτός ο Σωκράτης, διότι το αγαθόν έθετεν ως αναγκαίον τέλος του ανθρώπου και του κόσμου, πάντα εθεώρει ως μέσα και όρους του αγαθού, ο μόνον ηδύνατο να προτεθή ο Θεός διά της δημιουργίας, και ως εκ τούτου είχεν απόλυτον πίστιν εις την θείαν πρόνοιαν, σταθεράν αγάπην του αγαθού και ανίκητον ελπίδα του οριστικού θριάμβου αυτού, ώστε ευδαίμονα εθεώρει τον δίκαιον, και καταδιωκόμενον, και προπηλακιζόμενον, και σταυρούμενον, και αυτός διέμεινε γαληνιαίος εν τη ειρκτή και ενώπιον του θανάτου. Ήθελε δε βεβαίως ασπασθή την περί των τοιούτων γνώμην του Αριστοτέλους, ότι ο μεν αμαθής απορεί πώς τα πράγματα είναι ως είναι, και αύτη είναι η αρχή της επιστήμης, ο δε σοφός ήθελεν απορεί εάν ήσαν άλλως, διότι βλέπει τον λόγον αυτών, και τούτο είναι το τέλος της επιστήμης.
Περί δε του ηθικού κακού του εκ της θελήσεως του ανθρώπου προερχομένου εφρόνει ο Σωκράτης, ότι η κακία δεν είναι ειμή πλάνη και απάτη, διότι &άδικος ουδείς εκών&, και την απάτην ταύτην οφείλομεν ανενδότως να διασκεδάζωμεν διά της διδασκαλίας, διά της διαδόσεως της αληθείας, διότι εις τούτο εκλήθημεν, και προς τούτο ευρισκόμεθα εν τω κόσμω. Η απάτη είναι καρπός ατελούς και ελλειμματώδους μαιεύσεως, εξάμβλωμα τρόπον τινά της αληθείας ήτις ενυπάρχει δυνάμει εν τη ψυχή (&Μεν. Πολιτ. β'&), αν και συγκεχυμένη και παρεμποδιζομένη ενίοτε εις την γέννησίν της ως εκ της ατελείας της ύλης μεθ' ης συνδεόμεθα. Εν τω ι' των &Νόμων& έχομεν βεβαίως θαυμαστήν συγκεφαλαίωσιν της περί τούτων σωκρατικής διδασκαλίας, διότι, πλην αποχρώσεων τινών αποδοτέων εις την ιδίαν του Πλάτωνος θεωρίαν, το βιβλίον τούτο εκφράζει πανταχού το σωκρατικόν πνεύμα, και αντιστοιχεί προφανώς προς την παρά Ξενοφώντι συνδιάλεξιν του Σωκράτους μετά του Αριστοδήμου.
Β’.
Γνώμαι του Σωκράτους περί πνευματότητος και αθανασίας.
Ο Αναξαγόρας είχε διακρίνει την καθαράν και αμιγή και διακοσμούσαν διάνοιαν από της αορίστου και αμόρφου ύλης, ην υποβάλλει εις τους εαυτής νόμους, από δε της ψυχολογίας ανερχόμενος εις την μεταφυσικήν, είχε συλλάβει κατ' εικόνα του ανθρώπου, εν ώ η ψυχή κινεί και ζωογονεί το σώμα, τον μέγαν κόσμον της φύσεως. Μαθητής και θαυμαστής του Αναξαγόρου, ο Σωκράτης έπρεπε να παραδεχθή την θεωρίαν ταύτην, και να πιστεύση, ότι οι άνθρωποι είναι &φύσει και τω σώματι και τη ψυχή κρατιστεύοντες (Απομ. Δ'. γ'.)&, ότι η ψυχή είναι διακεκριμένη του σώματος, ότι &μετέχει του θείου, ότι βασιλεύει εν ημίν&, και ότι είναι &άκρατος& και &καθαρά, απλή και αδιαίρετος&, νοούσα ανεξαρτήτως των οργάνων, αρχή ζωής και κινήσεως εν τω σώματι, όπερ διοικεί κατ' αρέσκειαν, και εις ο δύναται να επιζήση εν όλη τη καθαριότητι αυτής (&Απομ. Α'. δ' Δ', γ'. Κύρου παιδ. Η'. ζ'.&). Προς δε τα κείμενα του Ξενοφώντος συμφωνούσι και τα παρά Πλάτωνι (&Αλκιβ. α'. 128&), ένθα προφανής είναι η διάκρισις της ψυχής και του σώματος.
Η δε πίστις εις την πρόνοιαν και η εις το άυλον της ψυχής είναι αχώριστος της εις την αθανασίαν πίστεως, και νομίζομεν ότι ο Μάυερ, ο Πλάτνερ και ο Τένεμαν απατώνται ισχυριζόμενοι ότι περί αθανασίας ουδέν θετικόν επρέσβευεν ο Σωκράτης. Βεβαίως ώφειλε, διαμένων πιστός εις το πνεύμα της διδασκαλίας του, ν' απέχη φρονίμως πάσης παραστάσεως της μελλούσης ζωής, αλλά περί της υπάρξεως αυτής δεν ηδύνατο ν' αμφιβάλλη. Την διαστολήν ταύτην ευρίσκομεν εν τω &Φαίδωνι (114)&, και εν τη &Απολογία (40)& και ιδίως εν τέλει, ένθα λέγει προς τους δικαστάς• &αλλά και υμάς χρη, ω άνδρες δικασταί, ευέλπιδας είναι προς τον θάνατον και έν τι τούτο διανοείσθαι αληθές, ότι ουκ έστιν ανδρί αγαθώ κακόν ουδέν ούτε ζώντι ούτε τελευτήσαντι, ουδέ αμελείται υπό θεών τα τούτου πράγματα&. Η ακριβής δε και έλλογος ανάλυσις και παραβολή των εκ του Ξενοφώντος και των εκ του Πλάτωνος κειμένων και αυτού του σωκρατικού &Αξιόχου&, οιουδήποτε και αν ήναι, ουδεμίαν, αφίνουσιν αμφιβολίαν περί της αληθούς γνώμης του Σωκράτους ως προς το ουσιώδες τούτο ζήτημα, δι' ου συμπληρούται πάσα η ηθική αυτού διδασκαλία.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΣΤ'.
ΑΙ ΠΕΡΙ ΚΑΛΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
Α’.
Το εν τοις πράγμασι καλόν.
Οι Έλληνες ουδέποτε, εχώρισαν την καλλονήν από της αγαθότητος, και αμφοτέρας τας εννοίας, ταύτας συνηνωμένας εξέφερον διά της λέξεως &καλοκάγαθος&. Ταύτην δε την συνενώση υπάρχουσαν εν τω πνεύματι και διαλέκτω, παρεδέχθη ο Σωκράτης, και επεβεβαίωσε μεταδούς και εις τον Πλάτωνα.
Θεωρούμενον εν τοις καθ' έκαστα, το καλόν, ουχ' ήττον του αγαθού, είναι ποικίλον και πολλαπλούν, ως αυτά τα πράγματα, προς την φύσιν των οποίων αντιστοιχεί, &προς ταύτα πάντα καλά τε και καγαθά εστι&. Εν τοις ηθικοίς το καλόν ταυτίζεται τω αγαθώ, άρα ταυτίζεται εν πάσι, διότι το αγαθόν είναι και έλλογον, και ουδέν ανώτερον του λόγου. Εν τοις υλικοίς ωσαύτως• &προς τα αυτά δε και τα σώματα των ανθρώπων καλά τε καγαθά φαίνεται&, αρκεί να θεωρηθή το καλόν κατά την φύσιν εκάστου πράγματος• έτερον λ. χ. το καλόν του σώματος και έτερον το της ψυχής, Το καλόν είναι υπό την όψιν ταύτην η μεταξύ της φύσεως εκάστου όντος και του τέλους αυτού, αρμονία, ην ο Κάντιος θέλει ονομάσει εσωτερικήν τελεότητα. Ωσαύτως, ως προς την εξωτερικήν τελεότητα, ή τας σχέσεις εκάστου πράγματος, πράγματά τινα είναι καλά &προς όπερ αν εύχρηστα η, ή προς α αν ευ έχη&• το &εν τοις πράγμασι& καλόν ουδέποτε είναι απόλυτον, ούτε κατά τον Σωκράτην, ούτε κατά τον Πλάτωνα• ούτε κατά τον Αριστοτέλην, αλλ' εκ τούτου δεν έπεται ότι οι φιλόσοφοι ούτοι δεν ανεγνώριζον ανωτέραν του ανθρώπου και της φύσεως αρχήν του καλού και του αγαθού. Εν τη καλολογία, ουχ ήττον ή εν τη ηθική και τη φυσική, ο Σωκράτης εθεώρει ως κυριώτατον το τελικόν αίτιον, το αγαθόν, και μετά της εννοίας ταύτης έτεινε να συναρμολογήση πάσας τας άλλας (&Συμπ.& έ.). Αι του Πλάτωνος μαρτυρίαι συνάδουσι προς τας του Ξενοφώντος (&Αλκιβ. α’. Λυσ. Γοργ.&), και αναγνωρίζουσι την διάφορον καλλονήν των πραγμάτων κατά τας διαφόρους σχέσεις αυτών. Εν δε τω α'. &Ιππία& οι σωκρατικοί ορισμοί του καλού φαίνονται απαράδεκτοι, διότι εν τω διαλόγω τούτω ο Πλάτων ζητεί ουχί το καλόν των πραγμάτων, αλλ' αυτό το &καλόν& κατά την υπερβατικήν φύσιν αυτού, καθ' ην ταυτίζεται ου μόνον, τω ηθικώ αλλά απολύτω αγαθώ. Παρατηρητέον δε, ότι και η συνταύτισις αύτη δεν είναι ειμή αυτή η σωκρατική θεωρία αναβιβασθείσα υπό του Πλάτωνος εις τα ύψη της μεταφυσικής του. Ώστε κατά Πλάτωνα το μεν μερικόν καλόν είναι το μερικόν αγαθόν, όπερ πηγάζον εκ της είτε εσωτερικής είτε εξωτερικής τελεότητος, ευκόλως διακρίνεται και ορίζεται, το δε καθαυτό καλόν είναι το καθ' αυτό αγαθόν, ούτινος τον ορισμόν ουδέν μερικόν αντικείμενον δύναται να χορηγήση.
Β’.
Το εν ταις τέχναις καλόν
Διογένης ο Λαέρτιος λέγει, ότι ο Σωκράτης ήτο κατ' αρχάς γλύπτης, και ότι άγαλμα των ενδεδυμένων χαρίτων υπ' αυτού πεποιημένον εφαίνετο εν τη Ακροπόλει. Εσύχναζε δε και συνεβούλευε τους καλλιτέχνας (&Απομ. Γ'. ε'&), και συνδιαλεγόμενος μετά του ζωγράφου Παρρασίου, την μίμησιν εθεώρει ως το πρώτον μέσον των τεχνών, τελειοποιούμενον διά της ιδανικεύσεως, ήτις πρέπει να χρησιμεύση προς έκφρασιν του &πιθανωτάτου& και του &φιλικωτάτου&, τουτέστι του &της ψυχής ήθους&, και προς τούτοις ενόμιζεν, ότι &ήδιον οράν τους ανθρώπους δι' ων τα καλά τε καγαθά και αγαπητά ήθη φαίνεται&, ώστε επί τέλους το τεχνικόν κάλλος ανάγεται εις το ηθικόν, και η διαλεκτική κλίμαξ του Σωκράτους αντιστοιχεί προς την εν τω του Πλάτωνος &Συμποσίω&. Ωσαύτως συνδιαλεγόμενος μετά του γλύπτου Κλείτωνος έλεγεν, ότι ο γλύπτης οφείλει &τα της ψυχής έργα τω είδει προσεικάζειν&, εξ ου το του Πλάτωνος• &μηδέν αγαθόν είναι μηδέ καλόν, μήτε εν σώματι, μήτε εν πολλοίς άλλοις πλην εν ψυχή (Φιλ. και Νόμ. β'. 77, 78).& Και το μεν στοιχείον της ζωής θέλει ελαττωθή παρά Πλάτωνι, το δε του &ιδανικού& θέλει λάβει μείζονα σπουδαιότητα, και το καλόν θέλει δι' όλου συνταυτισθή με το ηθικόν αγαθόν. Εντεύθεν δε και η αυστηρότης της καλολογίας του, και η πλήρης υποδούλωσις της τέχνης εις την θέλησιν του νομοθέτου. Απ' εναντίας, κατά Σωκράτην, το καλόν δύναται να υπάρχη κατά διαφόρους βαθμούς και σχέσεις όπου δήποτε υπάρχουσι ζωή, διάνοια, ενέργεια, αίσθημα, οιαδήποτε στοιχεία του όντος, και εις αυτά τα ευτελέστερα έργα της τέχνης, και εις αυτούς λ. χ. τους θώρακας, &ουχί τους ποικίλους και τους επιχρύσους&, αλλά τους &ευρύθμους& και μάλλον &αρμόττοντας& εις τα διάφορα σώματα. Τας αυτάς δε διδασκαλίας πλαγίως και υπό τον διαφανή πέπλον της ειρωνείας εκθέτει και εν τη χαριεστάτη μετά της Θεοδότης συνδιαλέξει, εν ή το ηθικόν κάλλος υπεράνω του υλικού ανυψοί χωρίς να εξωκείλη εις τας μεταφυσικάς του Πλάτωνος υπερβολάς (&Απομ. Γ'. ια'.&).
Γ’.
Θεωρία του έρωτος.
Αι περί καλού σωκρατικαί διδασκαλίαι ενδομύχως συνδέονται προς την περί έρωτος θεωρίαν, διότι προς τους βαθμούς της καλλονής οι του έρωτος ακριβώς αντιστοιχούσιν. Έλεγε δε ο Σωκράτης• &εγώ τυγχάνω, ως έπος ειπείν, ουδέν επιστάμενος πλην γε σμικρού τινος μαθήματος, των ερωτικών• τούτο μεν τοι το μάθημα παρ' οντινούν ποιούμαι δεινός είναι και των προγεγονότων ανθρώπων και των νυν (Θεάγ. 128)&. Τούτο δε το μάθημα, όπερ με την συνήθη ειρωνείαν ονομάζει &σμικρόν&, είναι κατ' αυτόν πάσα αληθώς η επιστήμη, η διαλεκτική των γενών και ειδών και των τελικών αιτίων, προς ην αντιστοιχεί η κλίμαξ των αισθημάτων, άτινα από των ορατών ανέρχονται μέχρι του αοράτου αγαθού, και ούτω ο έρως, ον &φιλόσοφον& αποκαλεί ο Πλάτων εν τω &Συμποσίω&, ταυτίζεται και κατά Σωκράτην με την φιλοσοφίαν. Παρά δε τον πρώτον τούτον σύνδεσμον, ον συνάπτει ο έρως μεταξύ της ψυχής του φιλοσόφου και της σοφίας, και ετέρους συνάπτει μεταξύ των ψυχών όσαι από κοινού τείνουσι προς τον αυτόν σκοπόν• διότι εάν η διαλεκτική είναι κατά Ξενοφώντα &η από κοινού ζήτησις& του αγαθού, παρά τον έρωτα τούτον απαιτεί, και την αμοιβαίαν συμπάθειαν των επιδιωκόντων αυτό. Εντεύθεν και ο ιδιαίτερος τρόπος δι' ου, κατά διαφοράν των μισθωτών σοφιστών, διέδιδεν ο Σωκράτης τας διδασκαλίας του σχετιζόμενος προς τους μαθητάς του δι' ειλικρινούς φιλίας, και διά τινος φίλτρου, ως έλεγεν εις την Θεοδίκην, και μυστηριώδους μεταξύ των ψυχών συμπαθείας, ως φαίνεται και εν τω &Θεάγει&, ούτινος και αν ήναι ο διάλογος ούτος. Προέθετο δε να μεταβάλη εις καθαρούς και γενναίους τους αισχρούς και παρά φύσιν έρωτας της τότε ελληνικής νεολαίας λαμβάνων παρ' αυτών τας λέξεις και τας φράσεις, όπως διά της προσποιήσεως ταύτης ασφαλέστερον επιτύχη του σκοπού του, (&Απομ. Α'. ζ' Συμπόσ.&) συγκαταβαίνων ενίοτε εις τας σωματικάς ανάγκας, και μετερχόμενος ηθικήν καθαρωτέραν και αυτών των διδασκαλιών του, ως αποδεικνύουσι και αι κατ' αυτού κατηγορίαι του Μελήτου και του Αριστοφάνους. Αλλ' ένεκεν των ηθών της εποχής του, δεν υπέδειξε την ριζικήν του κακού θεραπείαν εν τη επανόδω εις την αγιότητα του γάμου και της οικιακής εστίας, ης η ουσία ήτο τότε η τήρησις κοινού τινος θρησκεύματος και η ακεραιότης της φυλής, &παίδων επ' αρότω γνησίων&, μάλλον ή το σέβας, ή αγάπη και, ούτως ειπείν, η λατρεία της γυναικός, αν και εις το ιδανικόν τούτο, έτεινεν, ως είδομεν, και υπέρ πάντας τους συγχρόνους του επλησίασεν. Ίνα δε κατίδη τις τας μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνος διαφοράς, ως προς το περί ου ο λόγος αντικείμενον, αρκεί να παραβάλη το &Συμπόσιον& τούτου προς το του Ξενοφώντος, και θέλει πεισθή ότι περί τούτου, ως και περί των άλλων, η σωκρατική διδασκαλία έλαβε παρά Πλάτωνι ευρυτέραν μεταφυσικήν ανάπτυξιν. Ο Πλάτων επιμένει εις το υπερβατικόν αντικείμενον του έρωτος, εις την παράγουσαν αυτόν &ιδέαν&, εις την πραγματικότητα του νοητού αγαθού, ου πάσα &ψυχή& εφίεται, εν ώ ο Σωκράτης επέμενε μάλλον εις το ψυχολογικόν και υποκειμενικόν στοιχείον του έρωτος και την επί της ψυχής αγαθοεργόν αυτού επιρροήν. Αλλά και αυτή η σύλληψης του άκρου αγαθού, προς ο πάσα ψυχή, πάσα διάνοια, πάσα θέλησις τείνουσιν εξ ανάγκης, και όπερ επιδιώκομεν διά μέσου πολλών προσπαθειών και περιπλανήσεων και υπό μυρίους τύπους, αποκαλύπτοντας αυτό και συνάμα αποκρύπτοντας, είναι σωκρατική κατ' εξοχήν θεωρία, ως επίσης ο διά του αγαθού και ένεκεν του αγαθού ενδόμυχος σύνδεσμος των ψυχών και η εκ τούτου φιλία. Ως ο Πλάτων ωκειοποιήθη και δι' ισχυράς αναλύσεως ανέπτυξε τας δύο θεμελιώδεις αρχάς του διδασκάλου του• ότι το αγαθόν είναι το ουσιώδες τέλος πάσης ψυχής, και ο έρως του εν γένει αγαθού, το θεμελιώδες στοιχείον πάντων των ερωτικών αισθημάτων• και ότι το ιδιαίτερον τούτο αίσθημα, όπερ ονομάζομεν φιλίαν ή έρωτα, δεν είναι πραγματικόν, διαρκές και μόνιμον, ειμή ότε ο κοινός του αγαθού έρως γεννά εν ημίν την αμοιβαίαν αγάπην• ενί λόγω, το αγαθόν είναι η πηγή και το τέλος παντός έρωτος• έρως, επιστήμη, αρετή και ευδαιμονία ταυτίζονται εν τη εννοία του αγαθού, και αμφότεροι, ο τε διδάσκαλος και ο μαθητής, ερμηνεύοντες πρακτικώς την μεγάλην ταύτην αλήθειαν, ηδύνατο να είπωσιν εις τους μαθητάς αυτών αγαπάτε το αγαθόν, ίνα αγαπάτε αλλήλους, και αγαπάτε αλλήλους, ίνα αγαπάτε το αγαθόν.
&ΒΙΒΛΙΟΝ Ζ'.
Η ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
Α’.
Θρησκευτικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους.
Ο Σωκράτης εθεώρει την ευσέβειαν ως μίαν των κυριωτέρων _αρετών_ (&Απομ. Δ', η'.&), και ο Πλάτων εν τω σωκρατικώ διαλόγω &Πρωταγόρα& προσθέτει την θρησκευτικήν ταύτην αρετήν εις ας συνήθως αναφέρει, την επιστήμην, την δικαιοσύνην, την σωφροσύνην, την ανδρίαν. Καθώς δε δύο είδη νόμων ανεγνώριζεν ο Σωκράτης, τους γραπτούς και τους αγράφους, δύο λατρείας ωσαύτως παρεδέχετο, την μεν &φυσικήν& και καθολικήν, την δε &νομικήν& και μεταβλητήν κατά τόπους.
Και κατά μεν την πρώτην, η δέησις πρέπει να έχη αντικείμενον ουχί τον πλούτον, την εξουσίαν και τα άλλα σχετικά και φθαρτά αγαθά, αλλά απλώς τα &αγαθά&, διότι οι θεοί γινώσκουσι ποία είναι τα αγαθά, ως &κάλλιστα ειδότας οποία αγαθά εστι (Απομ. Δ'. γ'.)&. Τα αυτά δε έλεγε και ο Πυθαγόρας• &απλώς εύχεσθαι ταγαθά (Διοδ. Σικ. ι. 9)&. Πρέπει λοιπόν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την σοφίαν και την αρετήν. Ο &Αλκιβιάδης& β' δεν είναι ειμή η ανάπτυξις της υψηλής ταύτης διδασκαλίας. Ο Σωκράτης λέγει τω Αλκιβιάδη• &κινδυνεύει φρόνιμός τις είναι εκείνος ο ποιητής ος δοκεί μοι φίλοις ανοήτοις τισί χρησάμενος, ορών αυτούς και πράττοντας και ευχομένους άπερ ου βέλτιον ην, εκείνοις δε εδόκει, κοινή υπέρ απάντων αυτών ευχήν ποιήσασθαι• λέγει δε πως ώδε, Ζευ βασιλεύ, τα μεν εσθλά φησι και ευχομένοις και ανεύκτοις Άμμι δίδου, τα δε δεινά και ευχομένοις απαλέξειν.& Και προσθέτει• &εμοί μεν ουν καλώς δοκεί και ασφαλώς λέγειν ο ποιητής&, όπερ δηλοί ότι οφείλομεν να ζητώμεν παρά των θεών μόνον την επιστήμην του αγαθού, ης άνευ πάσα άλλη γνώσις είναι ανωφελής. Και ούτω η προσοχή και η ευσέβεια ανάγονται εις την επιστήμην, και αύτη εις την γνώσιν του αγαθού, και τοιούτω τρόπω, αντιστοίχως προς την διαλεκτικήν, η δέησις ανέρχεται προς το _καθόλου_, και πρέπει να έχη αντικείμενον, ουχί το δείνα ή δείνα μερικόν και ατομικόν αγαθόν, αλλά το απολύτως αγαθόν. Όπερ γινώσκει μόνος ο Θεός, εις ου την &πρόνοιαν& οφείλομεν να επαναπαυώμεθα υποτάσσοντες εις την θέλησιν αυτού την ημετέραν. Τοιούτος ο διά της θρησκείας σύνδεσμος και τρόπον τινά η &ανάδεσις (religio)& του ανθρώπου προς τον θεόν, και ενταύθα, ως πανταχού, μέσος όρος μεταξύ των δύο άκρων παρίσταται το αγαθόν.
Εν δε τη &νομική& λατρεία οι δημόσιοι τόποι διαφέρουσι κατά χρόνους και τόπους, αν και έπρεπε να ήναι μόνον η έκφρασις της εσωτερικής προσευχής. Ο δε Σωκράτης συγκαταβαίνων ησπάζετο τους παραδεδεγμένους τύπους, και δημοσίως έθυε τοις θεοίς, πιστεύων όμως ότι η εύνοια αυτών δεν αντιστοιχεί προς το μέγεθος των θυσιών, όπερ εξαρτάται εκ των μέσων έκαστου (&Απομ. Α'. γ'.)• ου γαρ τοιούτον εστι το των θεών, ώστε υπό δώρων παράγεσθαι, οίον κακόν τοκιστήν . . . . κινδυνεύει γουν και παρά θεοίς και παρ' ανθρώποις τοις νουν έχουσι δικαιοσύνη τε και φρόνησις διαφερόντως τετιμήσθαι (Αλκ. β'. 150)&. Εν δε τω &Ευθύφρονι& αποδεικνύει επίσης ο Σωκράτης, ότι το όσιον δεν είναι τοιούτον, διότι είναι ευάρεστον εις τους θεούς, αλλ' είναι ευάρεστον, διότι είναι όσιον, και κατά το πνεύμα της διδασκαλίας ταύτης η θυσία είναι ευπρόσδεκτος, ουχί διότι έχουσιν ανάγκην αυτής οι θεοί, αλλ' ως συμβολική έκφρασις της προς αυτούς ευγνωμοσύνης ημών, και ως απόδειξις ότι απαρνούμεθα τον εξωτερικόν πλούτον χάριν του εν τη ψυχή θησαυρού των αρετών.
Περί δε &προνοίας& ο Σωκράτης παρεδέχετο, ου μόνον την επί του κόσμου και διά σταθερών νόμων γενικήν πρόνοιαν του Θεού, αλλά και την περί εκάστου ημών ειδικήν και τρόπον τινά πατρικήν πρόνοιαν, τα πάντα γινώσκουσαν, και ευεργετούσαν ημάς κατά τας ανάγκας και την αξιομισθίαν εκάστου• &ηγείτο πάντα μεν θεούς ειδέναι, τα τε λεγόμενα και πραττόμενα και τα σιγή βουλευόμενα, πανταχού δε παρείναι και σημαίνειν τοις ανθρώποις περί των ανθρωπίνων πάντων (Απομ. Α'. ά. γ')&. Τούτο όμως δεν πρέπει να μας εμποδίση να πράττωμεν παν το εφ' ημίν κατά τας υπαγορεύσεις του ορθού λόγου προς επιτυχίαν των ημετέρων επιχειρήσεων, επαναπαυόμενοι εις τον Θεόν διά την καλήν αυτών έκβασιν. Επιστεύετο δε ότι &σημαίνουσι περί των πραγμάτων& οι θεοί διά χρησμών, ονείρων, προαισθήσεων και προφητικών εμπνεύσεων• η δε κατά τους καιρούς εκείνους ατελής γνώσις των νόμων της φύσεως έτι μάλλον, εξηγεί και δικαιολογεί την πίστιν ταύτην.
Β’.
Ο Σωκράτης και η θρησκεία της εποχής του
Η μεταβολή ην επέφερεν ο Σωκράτης εν τη διαλεκτική αναλογεί προς ην ήθελε να επιφέρη εν τη θρησκεία αντικαθιστών την ενότητα της ιδέας του αγαθού εις την ποικιλίαν της πολυθεΐας• τουτέστι το πνεύμα, εις το γράμμα, την ηθικήν ευσέβειαν, εις την υλικήν λατρείαν, και τας αιωνίας αληθείας του λόγου, εις τα αισθητά σύμβολα της ειδωλατρείας, ενί λόγω, εκ του επικρατούντος θρησκεύματος προσεπάθει να εξαγάγη την εν αυτώ ηθικήν και μεταφυσικήν έννοιαν, και, ως εν τη επιστήμη, επεζήτει και εν αυτώ το &καθόλου&. Αυτός δε ο Ξενοφών, ο παριστών τον Σωκράτην ως ορθόδοξον, μαρτυρεί πσλλαχού περί των κατακρίσεων και επιφυλάξεων δι' ων συνώδευε τας θετικωτέρας συγκαταβάσεις του εις την επικρατούσαν θρησκείαν, και περί τούτου αληθεύει η παρατήρησις του Γρότε, ότι εν ώ ο Ξενοφών υπερασπίζεται τον διδάσκαλον προσπαθών να τον αποδείξη ορθόδοξον, ο Πλάτων τον υπερασπίζεται εκθέτων παρρησιαστικώτερον την κατά των θρησκευτικών σοφισμάτων ειρωνείαν και την κατά των προλήψεων και δεισιδαιμονιών διηνεκή επίθεσιν αυτού. Όλος ο &Ευθύφρων& στηρίζεται εις το παράλογον και ανήθικον της πολλότητος των θεών και της εις αυτούς αποδόσεως των ημετέρων παθών. Ωσαύτως εν τω β' της &Πολιτείας& ελέγχων δήθεν τους ποιητάς, πικρώς κατηγορεί τους θεολόγους. Αλλ' η προσπάθεια αύτη προς ιδανίκευσιν και εκπνευμάτωσιν της αρχαίας θρησκείας έπρεπε ν' αποτύχη, διότι η μεταμόρφωσις αυτής ισοδυνάμει με την καταστροφήν της.
Γ’.
Το δαιμόνιον του Σωκράτους.