Η φιλοσοφία του Σωκράτους κατά A. Fouillée
Part 4
Σχετικώς δε προς την ανωτάτην ταύτην επιστήμην ο Σωκράτης εξετίμα και κατέτασσεν ιεραρχικώς τας άλλας. Πρώται κατ' αυτόν ήσαν αι πλησιέστεραι εις την επιστήμην του αγαθού, και κατώτεραι αι απώτεραι. Πρωτίστη επομένως ήτο η φιλοσοφία, ήτις προ αυτού μεν εταυτίζετο τη καθολική επιστήμη, υπ' αυτού δε συνεκεντρώθη και κυρίως διηυθύνθη προς το αγαθόν. Την σωκρατικήν ιδέαν της φιλοσοφίας παρέχουσιν οι &Ερασταί&, μη ανήκοντες ίσως εις τον Πλάτωνα, αλλά βεβαίως εις την σωκρατικήν σχολήν. Κατά τα διδάγματα του διαλόγου τούτου (158), ο φιλόσοφος κατέχει την υψίστην θέσιν εν παντί τω αναγομένω εις το αγαθόν, είτε εαυτού, είτε των άλλων, είτε της οικίας, είτε της πολιτείας, διότι ο γινώσκων εαυτόν ηθικώς, είναι ικανός να γνωρίση και διοικήση τους άλλους ως εαυτόν• άρα η επιστήμη αυτού είναι &βασιλική τέχνη&, πάσας τας άλλας επιστήμας ρυθμίζουσα προς το αγαθόν, είναι &καθολική&, διότι διευθύνει τα πάντα, και διευθύνει καθό &διαλεκτική&, δηλ. λογική εν ταυτώ και ηθική. Και είναι μεν &θεωρητική& καθό ανυψουμένη εις την πρώτην αρχήν, το αγαθόν, &πρακτική& δε κατ' εξοχήν, διότι πάσης ενεργείας ο ανώτατος σκοπός είναι πάλιν αυτό το αγαθόν• άρα το αγαθόν είναι η άκρα ενότης της νοήσεως και της πράξεως της θεωρίας και της πρακτικής, και του αγαθού επιστήμη είναι η φιλοσοφία. Κατά την σωκρατικήν ταύτην ιδέαν της ηθικής φιλοσοφίας, ευρυτέραν και εν ταυτώ μάλλον συγκεκριμένην των αφηρημένων διαιρέσεων των νεωτέρων, η επιστήμη του αγαθού είναι η καθ' αυτήν επιστήμη, ήτις γινώσκουσα την τελικήν και απόλυτον αξίαν εκάστου πράγματος, πάντα γινώσκει δι' αυτό τούτο κατ' ουσίαν και αρχήν, και ομοιάζει την θείαν επιστήμην.
Ωσαύτως παρά Ξενοφώντι το &διαλέγειν λόγω και έργω κατά γένη& εκφράζει εντόνως την έκτασιν και ενότητα της φιλοσοφίας, διότι περιλαμβάνει την διαλεκτικήν, την λογικήν και την ηθικήν δηλ. την απόλυτον θεωρίαν και πράξιν, το τελειότερον και το καθολικώτερον ιδανικόν• και αν ο Σωκράτης κατήγαγεν από του υλικού ουρανού την φιλοσοφίαν, διήνοιξεν όμως αυτή τον μεταφυσικόν και αληθή ουρανόν, ένθα το αληθές, το καλόν και το αγαθόν απολύτως ταυτίζονται. Εάν δε ενίοτε ο Ξενοφών φαίνεται σμικρύνων την σωκρατικήν φιλοσοφίαν, όσα λέγει περί διαλεκτικής αρκούσι να την αποκαταστήσωσιν εν όλω τω μεγαλείω αυτής. Παριστά δε τον Σωκράτην ουδόλως περιφρονούντα τας φυσικάς επιστήμας, ων μόνον την αποκλειστικήν και υπερβολικήν μελέτην απεδοκίμαζεν, υποτάσσων αυτάς εις την ηθικήν ως εις τον προς ον όρον πάσης επιστήμης και πάσης μαθήσεως (&Απομ. Δ'. ζ&). Η δε παρά Πλάτωνι εικών του φιλοσόφου (&Θεαίτ. 174, 75, 76&) δεν είναι ουσιωδώς ειμή ιδανίκευσις της παρά Ξενοφώντι, και μεταξύ αυτών ίσταται ο αληθής και γνήσιος χαρακτήρ του Σωκράτους.
Ε’.
Αι διάφοροι αρεταί (συνέχεια). — Εγκράτεια και ανδρεία.
Της εγκρατείας η ανάγκη απορρέει ως λογική συνέπεια της λογικής και πρακτικής κατατάξεως των ποικίλων ειδών της ηδονής και της λύπης. Και αι μεν σωματικαί ηδοναί είναι κατώτεραι των της ψυχής, και εις ταύτας οφείλομεν να υποτάσσωμεν εκείνας• οφείλομεν δε να ήμεθα εγκρατείς, διότι ούτω είμεθα ελευθερώτεροι, νοημονέστεροι, ωφελιμώτεροι, ευθυμότεροι και ευδαιμονέστεροι (&Απόμ. Δ'. ε'. Ερυξ. 405&). Οι στωικοί συνεκεφαλαίωσαν την σωκρατικήν εγκράτειαν, ειπόντες ότι μόνος ο σοφός και εγκρατής είναι πλούσιος, ελεύθερος, βασιλεύς, υγιής, ευδαίμων και όμοιος τοις Θεοίς. Η δε επιστήμη ήτις παράγει την &εγκράτειαν&, σχετικώς προς τα ψευδή αγαθά, παράγει, ως προς τα φαινόμενα κακά, την &ανδρείαν&, ήτις απορρέει εκ της λογικής και πρακτικής κατατάξεως των διαφόρων κακών, ώστε ανδρείοι είναι οι &επιστάμενοι τοις δεινοίς τε και επικινδύνοις καλώς χρήσθαι (Απομ. Δ'. ς'.)& Εν δε τω &Λάχητι&, ον παρηρμήνευσαν κατά τούτο ο Σταλβάουμ και ο Κουσίνος, ο Σωκράτης θεωρεί επίσης την ανδρείαν ως αποτέλεσμα της επιστήμης του αγαθού, διότι αύτη μόνη διδάσκει ημάς τίνα τα αληθώς επίφοβα και φευκτέα, και τίνα τα πολεμητέα διά της ανδρείας• άρα και ενταύθα η γνώσις του αγαθού επιφέρει και την πράξιν αυτού• άρα ο γινώσκων το αγαθόν είναι και σώφρων και εγκρατής και ανδρείος.
&ΒΙΒΛΙΟΝ Δ'.
ΚΟΙΝΩΝΙΚΑΙ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ
Α’.
Η δικαιοσύνη.
Μόνος ο &σοφός& δύναται να ζη εν πλήρει αρμονία προς εαυτόν και τους ομοίους του. Η αυτή δε λογική τάξις ήτις είναι εν τω ατόμω &σωφροσύνη&, είναι εν τη πόλει &δίκη&, δικαιοσύνη, και ταύτα ισοδυναμούσι προς την σοφίαν. Και εντεύθεν πάλιν καταφαίνεται η μεταξύ Σωκράτους και Πλάτωνος διαφορά. Ο Σωκράτης θεωρών εν τη &ψυχή& μόνον τον λόγον, ταυτίζει την τε ιδιωτικήν και την δημοσίαν αρετήν με την &επιστήμην&• αλλά την αρετήν ο Πλάτων καλεί &δικαιοσύνην&, διότι ο μεν Σωκράτης δεν διακρίνει εν τη ψυχή την ενέργειαν της θελήσεως, και μία είναι επομένως κατ' αυτόν η αρετή• η επιστήμη του αγαθού• ο δε Πλάτων πλείονας δυνάμεις διαστέλλει, ως είδομεν• &τον θυμόν, την επιθυμίαν, το έν, το πολλαπλούν& και το εκ τούτων &μίγμα&, όθεν η αρετή είναι η μεταξύ τούτων αρμονία, και καθώς η εν τη κοινωνία τάξις είναι ισορροπία τις μεταξύ διακεκριμένων ατόμων, παρομοίως η εν τω ιδιώτη είναι ισορροπία μεταξύ ποικίλων στοιχείων, ό εστι &δικαιοσύνη&. Τούτο είναι λογική εξαγωγή της μεταφυσικής του Πλάτωνος, καθ' ην υπάρχει το έν, το &πολλαπλούν και το μίγμα αυτών&, ό εστι το &άπειρον, το πεπερασμένον& και η μεταξύ αυτών σχέσις, ή άλλως, &η ιδέα, η ύλη& και η εκ τούτων &ένωσις (Απομ. Δ'. ς'. και δ'. Πολιτ. ι'. 619)&. Η αυτή διδασκαλία αναπτύσσεται και εν τω σωκρατικώ διαλόγω &Μίνωι& και εν τω α', &Ιππία&, ένθα η σωκρατική διαλεκτική από της δικαιοσύνης ανέρχεται εις την νομιμότητα, από ταύτης εις τον νόμον, από τούτου εις την θέλησιν των πολιτών, και από ταύτης εις τον καθολικόν λόγον, ου αντικείμενον είναι το αληθές, ώστε ο νόμος είναι επί τέλους η &εύρεσις του όντος& δηλ. η έκφρασις της αληθείας. Και όμως τον Σωκράτην θεωρούσι τινές ως ταυτίσαντα την απόλυτον νομιμότητα με το θετικόν δίκαιον, ου απ' εναντίας εγένετο θύμα, διότι συνεπής προς τας ιδίας αρχάς ηδύνατο μεν να παραβή τον θετικόν νόμον, ώφειλε δε να υπομείνη την υπ' αυτού επιβαλλομένην ποινήν, συμβιβάζων ούτω το κοινωνικόν δίκαιον με το δίκαιον της ατομικής συνειδήσεως (Απομ. Δ'. δ’.) τα αυτά δε φαίνεται φρονών και εν τω &Κρίτωνι&, παραδεχόμενος την παθητικήν, και νόμιμον αντίστασιν, αλλ' ουχί την στάσιν, ήτις είναι η βία αντιτασσομένη εις την βίαν και η αδικία κατά της αδικίας• ώστε επί τέλους ο αληθής νόμος δεν είναι απλώς η θέλησις, αλλ' η &δικαία& θέλησις των πολιτών• νόμος, δικαιοσύνη, αλήθεια, αρετή, επιστήμη είναι κατ' αυτόν ταυτόσημα.
Β’.
Η ευποιία και η φιλία.
Η καθολικότης του αγαθού, ην τόσω καθαρώς επρέσβευεν ο Σωκράτης, επιφέρει ως φυσικήν συνέπειαν το καθήκον της ευποιίας. Η καθολική αδελφότης δύναται να προέλθη εκ του αισθήματος ή εκ της ιδέας• και το μεν αίσθημα αποκτά επί τέλους συνείδησιν της εν αυτώ ιδέας, καθώς η ιδέα, διασαφηνιζομένη επί μάλλον και μάλλον, κυριεύει το πνεύμα, και μεταβάλλεται εις αίσθημα, διαφέρει δε καθ' εκατέραν των περιπτώσεων τούτων η πορεία της διανοίας• παρ' Έλλησι, και ιδίως εν τη φιλοσοφία, και προ πάντων εν τη σωκρατική, το &λογικόν& στοιχείον πρωτεύει, και γεννά το ηθικόν. Εκ της εννοίας λοιπόν της καθολικότητος του αγαθού προήλθεν η ιδέα, ότι ο καθ' εαυτόν και προς εαυτόν αγαθός είναι εξ ανάγκης τοιούτος και προς τους άλλους• ώστε δεν είναι δίκαιος ο ευποιών τους φίλους και κακοποιών τους εχθρούς, διότι ουδέποτε πρέπει ν' αποδίδωμεν κακόν αντί κακού, &ουδέ αδικούμενον ανταδικείν. . . επειδή γε ουδαμώς δει αδικείν . . . ούτε κακώς ποιείν ουδένα άνθρωπον, ουδ' αν οτιούν πάσχη υπ' αυτού (Κρίτ. Πολιτ. α')&. Αλλ' ως εκ τούτου ο Σωκράτης δεν ενόμιζεν ότι δεν πρέπει να τιμωρήται το κακόν, διότι και η τιμωρία είνε δικαιοσύνη, και επομένως αγαθόν, και είναι ωφέλιμος και εις αυτόν τον τιμωρούμενον• απέκρουε μόνον την εκδίκησιν, και επέβαλε την καθολικήν ευποιίαν άνευ διακρίσεως φίλων και εχθρών, (&Απομ. Β' δ'&), διότι, αληθώς ειπείν, ο δίκαιος δεν έχει εχθρούς, και προς ουδένα είναι εχθρός. Όσω δε και αν ήναι αξιοθαύμαστος η διδασκαλία αύτη, φανερόν ότι πολύ απέχει εισέτι της Χριστιανικής αρετής, ήτις ου μόνον την προς πάντας και αυτούς τους εχθρούς ευποιίαν αλλά και την αγάπην αυτών εντέλλεται και εμπνέει, συνάπτουσα αυτήν μετά της αγάπης αυτού του Θεού. Γνωστόν δε ότι της διδασκαλίας του Σωκράτους ζων παράδειγμα ήτο η ζωή του• γνωσταί είναι η πραότης, η ανοχή, η υπομονή του, ου μόνον προς τους οικείους και φίλους, αλλά και προς αυτούς τους καταδικάσαντας αυτόν εις θάνατον. (&Κρίτ.&), διότι τας κακίας εθεώρει ως νοσήματα της ψυχής, άτινα πρέπει να οικτείρωμεν ως τα του σώματος, άνευ οργής και μνησικακίας.
Εάν δε τοιαύτα τα προς μισούντας ημάς καθήκοντα, πολλώ μάλλον οφείλομεν να ευεργετώμεν τους φίλους. Πάντες δε οι άνθρωποι είναι φύσει φίλοι προς αλλήλους, και μόνη η αμάθεια και πλάνη τους διαιρεί (&Απομ. Β' δ'&). Όθεν ο Σωκράτης, κατά Ξενοφώντα, &φιλάνθρωπος& ην, και την φιλανθρωπίαν εστήριζεν εις το κοινόν της λογικής φύσεως, των συμφερόντων και του τέλους όλων των ανθρώπων, όπερ είναι το αγαθόν, το αυτό ον προς πάντας, διά του αυτού μέσου συλλαμβανόμενον, και το αυτό επιβάλλον εις πάντας καθήκον του πράττειν αυτό πάντοτε, πανταχού, εν πάσι και προς πάντας.
Γ’.
Η εν τη οικία δικαισύνη
Το προς την γυναίκα σέβας, οίον εύρηται παρ' Ομήρω και τοις αρχαίοις ποιηταίς, είναι ως επί το πλείστον κεκαθαρισμένον απομεινάριον της ζηλοτυπίας των ανατολικών λαών, καθώς το γυναικείον είναι ανάμνησις του χαρεμίου προς διάσωσιν της οικογενείας και ακεραιότητα της φυλής.
Αλλ' ο Σωκράτης και οι μαθηταί αυτού ηγέρθησαν κατά της ταπεινώσεως και απομονώσεως της γυναικός. Η περί γάμου και οικογενείας σωκρατική διδασκαλία εστηρίζετο είς τε την ψυχολογικήν παρατήρησιν και την των τελικών αιτίων θεωρίαν, η δε εκ τούτων προκύπτουσα ηθική τάξις έπρεπε να ήναι η ηθική ισότης του ανδρός και της γυναικός συνδυαζομένη με την ιδίαν εκάστου λειτουργίαν. Και τωόντι, αφ' ού εταύτισε προς αλλήλας πάσας τας ιδιωτικάς αρετάς, και ταύτας μετά των δημοσίων εν τη ενότητι του αγαθού, έπρεπε να προβή εις τας λογικάς συνεπείας της αρχής ταύτης, και να συλλάβη το υψηλόν εκείνο ιδανικόν της αγαθής οικίας οίον διαλάμπει εν τοις &Οικονομ.& (α'. και ζ').
Την αυτήν δε υπεροχήν έμελλε να καταδείξη και εν τω ζητήματι της εργασίας και της δουλείας. Πάσα εργασία κατ' αυτόν είναι έντιμος, εάν τείνη προς το αγαθόν (&Απομ.& Β'. ζ'.). Οι δε δούλοι δεν είναι κτήνη, αλλ' &εργαστήρες, οικέται&, και οφείλομεν να τοις δίδωμεν το παράδειγμα των αρετών όσας παρ' αυτών προσδοκώμεν, να μη τους τιμωρώμεν μόνον, αλλά και να βραβεύωμεν και οδηγώμεν αυτούς, διά του αισθήματος της τιμής, κερδίζοντες, ει δυνατόν, την αγάπην των, και ανορθούντες αυτούς εις το αξίωμα των ελευθέρων (&Οικονομ.& ιβ'. και ιγ'). Εν δε τοις &Απομνημονεύμασιν& η Αρετή στηρίζει και παρηγορεί τον φιλόπονον και τίμιον δούλον. Την αυτήν δε προς τους δούλους επιείκειαν δεικνύει και ο Πλάτων λέγων (&Θεαίτ.&), ότι και ο μάλλον υπερήφανος επί ευγενεία δύναται, να εύρη δούλους μεταξύ των προγόνων του, και ότι δούλοι τινές είναι πιστότεροι τέκνων και αδελφών• εν δε τη Πολιτεία καταργεί την δουλείαν διά της σιωπής, και έντιμον θεωρεί πάσαν τέχνην και βιομηχανίαν χρήσιμον εις την πόλιν. Πολύ δε απέχει η σωκρατική αύτη διδασκαλία της του Αριστοτέλους πρεσβεύοντος το φύσει δούλος και φύσει ελεύθερος, και θεωρούντος τους δούλους ως έμψυχα κτήματα.
Δ’.
Πολιτική τον Σωκράτους.
Ουδέ έμειναν αι ηθικαί διδασκαλίαι του Σωκράτους άνευ επιρροής επί της πολιτικής του. Όμως και εν ταύτη παραγνωρίζει και σχεδόν εξαλείφει την ηθικήν ελευθερίαν, εξ ης και η πολιτική ελευθερία απορρέει και πάσα άλλη ώστε ο ανάγων τον άνθρωπον εις μόνον το νοητικόν στοιχείον, επειδή τούτο είναι άνισον, τείνει εις νοητικήν τινα αριστοκρατίαν, ο δε αναγνωρίζων την ελευθερίαν, επειδή αύτη είναι η αυτή εν πάσι, τείνει εις την δημοκρατίαν, και κατά μεν τον πρώτον, τα πολιτικά δικαιώματα είναι &λειτουργίαι&, εξαρτώμεναι εκ της ικανότητος, κατά δε τον δεύτερον, είναι &δικαιώματα& έμφυτα, ως η ελευθερία, απαραβίαστα και αναφαίρετα, και το πολιτικόν πρόβλημα είναι πώς πρέπει να συμβιβάζωνται τα δύο ταύτα στοιχεία.
Κατά τον Σωκράτην η πολιτική κοινωνία έχει φυσικήν αρχήν, διότι φύσει είμεθα φίλοι, και ανάγκην έχομεν αλλήλων (&Απομ. Β'& .ς'.)• εις ταύτην δε προστίθεται και είδος τι συναλλάγματος διά της αμοιβαίας συναινέσεως (&Κρίτ.&)• άρα το τέλος του κράτους είναι το κοινόν συμφέρον, το γενικόν αγαθόν• αλλ' η έννοια αύτη μεμονωμένη είναι ατελής, διότι μέσον του αγαθού τούτου και ουσιώδες στοιχείον αυτού είναι η ελευθερία, ης άνευ δύναται να μεταβληθή το κράτος εις δεσποτισμόν, και να εκλείψη η δικαιοσύνη, ήτις δεν είναι ειμή το αμοιβαίον σέβας της ελευθερίας και των νομίμων αυτής αναπτύξεων. Όλη δε σχεδόν η αρχαιότης παρεγνώρισε, θεωρητικώς τουλάχιστον, το απαραίτητον τούτο στοιχείον.
Οι διοικούντες υπάρχουσι διά τους διοικουμένους, ίνα ούτοι &δι' αυτών ευ πράττωσι (Απομ. ς' β')&. Προς τούτο απαιτείται επιστήμη (&Απομ. Δ' β'.& ς', θ'. α'. &Δ’ β&'.)• δεν αρκεί η ευφυία, ο κοινός νους (&Μέν.&), η πείρα και η επιτηδειότης αλλ' απαιτούνται επιστημονικαί γνώσεις• η επιστήμη του αγαθού, η των υλικών συμφερόντων, η στρατηγική, η τέχνη του λόγου (&Απομ.& δ', ς' &Οικον.&). Ως εκ τούτου έμελλεν ο Σωκράτης να τείνη πρός τινα νοητικήν αριστοκρατίαν (&Απομ. Δ'& ή.)• η κυριαρχία δεν ανήκει κατ' αυτόν ούτε εις την &θέλησιν&, ούτε εις τον &αριθμόν&, αλλ' εις τον &λόγον &(&Απομ. Δ'.& β'). Ο λαός είναι καλός διδάσκαλος των περί την γλώσσαν, ουχί δε της επιστήμης του δικαίου (&Αλκιβ. α'&). Όμως η επιστήμη δεν πρέπει να διοική διά της βίας, αλλά διά της &πειθούς&, και εντεύθεν επανέρχεται, ούτως ειπείν, ο Σωκράτης εις το σέβας της ελευθερίας, ην είχε παραγνωρίσει προ μικρού και εις δημοκρατικωτέρας αρχάς, ώστε η διοίκησις αποβαίνει ανταλλαγή επιστήμης μεταξύ κυβερνήσεως και λαού (&Απομ. Δ'.& α'), δεν είναι έργον ούτε της τύχης, ούτε της &ειμαρμένης&, αλλά της &νοημοσύνης (Aπομ. Δ'. β')&• και ούτω η επιστήμη παράγει την αρμονίαν εν τη πολιτική, ως εν τη ηθική, δηλ. την κυβέρνησιν των αρίστων διά της συναινέσεως πάντων.
Πλήρης σωκρατικών ιδεών ο Πλάτων, εν μεν τη ιδανική &Πολιτεία&, ανάγει όλην την πολιτικήν εις την πειθώ και την παιδείαν, εν δε τη πραγματική πόλει των &Νόμων& (ε'), λέγει επίσης, ότι οι &άριστοι& δεν πρέπει να επιβάλλωνται διά της βίας, αλλά να κερδίζωσι διά της πειθούς τας ψήφους του λαού.
ΒΙΒΛΙΟΝ Ε'.
ΘΕΟΛΟΓΙΚΑΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΙ ΤΟΥ ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ
Α’.
Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού εκ της ανάγκης υπερτάτου νοός, ποιητικού αιτίου του ημετέρου.
Ο Σωκράτης, κατά τον Ξενοφώντα, μετήρχετο μόνον μαιευτικήν και αρνητικήν τινα παράδοσιν προς ανασκευήν και έλεγχον των σοφιστών, αλλ' εις τους οικείους και μαθητάς εξέθετε καί τινα θετικήν και δογματικήν διδασκαλίαν, ιδίως περί θεότητος, &περί του δαιμονίου (Απομ. Δ'.& Δ’). Και τωόντι, εάν πάσα μερική γνώσις δεν είναι χρήσιμος άνευ της γνώσεως του καθολικού τέλους, του αγαθού, η γνώσις του ανωτάτου αγαθού ανάγει ημάς εξ ανάγκης εις την γνώσιν του Θεού. Τα αυτά λέγει και ο Πλάτων (&Αλκιβ.& α'), την ψυχολογίαν και θεολογίαν συμπληρών δι' αλλήλων• ο δε Σωκράτης ήκουεν ακαταπαύστως εν τη ιδία συνειδήσει την φωνήν αυτής της θεότητος. Και διά τούτο η του θεού απόδειξις, μάλλον ή εξαγωγική, έπρεπε να ήναι επαγωγική, διά της μαιευτικής μεθόδου εφαρμοζομένης εις την ανάλυσιν των εν ημίν εννοιών• ουχ ήττον όμως ευρίσκομεν, ει και συνεπτυγμένας, και τας εκ του ποιητικού αιτίου και εξ άλλων πηγών νεωτέρας αποδείξεις (&Απομ. Α'.& δ'). Εάν νους υπάρχη εν ημίν, πρέπει ν' απορρέη εξ άλλου ανωτέρου νοός, ώστε ο ημέτερος μετέχει &του θείου&. Αλλ' η μετοχή αύτη, ταυτίζουσα σχεδόν το αιτιατόν και το αίτιον, δεν είναι η μεταξύ αυτών αληθής σχέσις. Ταύτην ανακαλύπτει ο Πλάτων (&Φιληβ.&) συνεχίζων και συμπληρών τας ιδέας του διδασκάλου• θέτων δε την αρχήν της αιτιότητος ως βάσιν της του θεού αποδείξεως, εξηγεί εν ταυτώ και τους όρους της αποδείξεως ταύτης, δι' ης φθάνομεν εις ανωτάτην και υπερβατικήν τινα πραγματικότητα, εν ή η &ιδέα& καθ' εαυτήν και το &όντως ον& ταυτίζονται (&Τίμ. 147&). Και ου μόνον δι' αυτής της υπάρξεώς της, αλλά και διά των νόμων και του αντικειμένου αυτής η ημετέρα διάνοια είναι απόδειξις του θεού. Διά τούτο οι νεώτεροι επορίσθησαν, δυνάμει της αρχής της αιτιότητος, ιδιαιτέραν απόδειξιν λαμβανομένην εκ της πηγής των ιδεών. Τοιαύτη είναι η του Καρτεσίου εκ της εν ημίν εννοίας του απείρου, διαλεκτική και αύτη, και δυναμένη ν' αναχθή εις την διά της ενοράσεως ή αναμνήσεως της ιδέας του αγαθού πλατωνικήν απόδειξιν. Το πρώτον δε σπέρμα της αποδείξεως ταύτης υπάρχει εν τη διαλεκτική του Σωκράτους, καθ' όσον διά του ορισμού, της διαιρέσεως, της γενικεύσεως, αναπτύσσομεν την εν τη ημετέρα διανοία, συνεπτυγμένην αλήθειαν, και ο ανώτατος όρος της διαλεκτικής ταύτης είναι το καθολικόν τέλος, ήτοι το αγαθόν, όπερ φύσει παρίσταται εν τω πνεύματι, και κοινωνούμεν προς αυτό, ως διά του σώματος κοινωνούμεν προς την υλικήν φύσιν.
Β’.
Απόδειξις της υπάρξεως του Θεού διά των τελικών αιτίων. — Ηθική απόδειξις διά του ανωτάτου νομοθέτου.
Εκ της εν ημίν διανοίας ανήλθεν ο Σωκράτης εις την ποιητικήν και επομένως νοητικήν αιτίαν, εκ δε της εν τη φύσει νοητικής τάξεως πάλιν ανέρχεται εις το τελικόν και επίσης νοητικόν αίτιον. Και ενταύθα καταφαίνεται το πρωτότυπον της διδασκαλίας αυτού, διότι τον &καθολικόν λόγον& είχον αναγνωρίσει και οι προ αυτού, αλλ' η του τελικού αιτίου και του αγαθού ήτο αρχή νέα, και προ αυτού μεν είχον καταλάβει την &νοητότητα& και οιονεί την &λογικήν& του κόσμου, πρώτος δε αυτός κατέλαβε την &αγαθότητα& και οιονεί την &ηθικότητα& αυτού.
Καθορών εν εαυτώ την ενέργειαν, την αιτιότητα, ταυτιζομένην τη διανοία, ταυτίζει, ως είδομεν, την θέλησιν και την νόησιν, ώστε θέλομεν εξ ανάγκης ό,τι νοούμεν ως αγαθόν. Γενικεύων δε την έννοιαν ταύτην, δεν ηδύνατο ή να φθάση εις την ταυτότητα του ποιητικού και του τελικού αιτίου διά της διανοίας, επαγόμενος εκ των εν ημίν εις την νοούσαν αιτίαν του κόσμου, και συνάπτων ούτω εν πάσι και πανταχού το &πρακτικόν& μετά του &νοητικού&, και τούτο μετά του &ηθικού&. Εντεύθεν ερμηνεύει το θέαμα του κόσμου, γινώσκων ότι έχει σημασίαν και έννοιαν, ποτέ μεν καταφανή, ποτέ δε κεκρυμμένην, και εν τη ευρέσει της εννοίας ταύτης υφίσταται κατ' αυτόν η αληθής γνώσις, η γνώσις των αιττίων (&Φαίδ.&). Εκ των σωκρατικών τούτων αρχών εξήγαγεν ο Πλάτων τας συνεπείας ταύτας• ότι καθώς η κίνησις αποκαλύπει το ποιητικόν αίτιον, η τάξις αυτής, οι νόμοι καθ' ους γίνεται, και ο προς ον όρος αυτής, αποκαλύπτουσι το τελικόν αίτιον• και ούτω η μεν κίνησις αποδεικνύει την αρχήν της κινήσεως, την ψυχήν, η δε τάξις της κινήσεως αποδεικνύει την διάνοιαν, και αύτη διά του προς ον όρου αυτής αποδεικνύει το αγαθόν, αληθές αντικείμενον της διανοίας και της ψυχής. Και αυτός δε ο Ξενοφών, αν και δογματικώς δεν ανέπτυξε τας αρχάς ταύτας, διεφώτισεν όμως αυτάς διά πρακτικών εφαρμογών και δημωδών παραδειγμάτων (&Απομ. Α'.& δ'.). Εν τω Δ'. επίσης συσσωρεύονται πολλά παραδείγματα, μη έχοντα βεβαίως άπαντα την αυτήν επιστημονικήν αξίαν, αλλ' ουχ ήττον εν τω συνόλω αυτών αληθή και πειστικά, εξ ων αποδεικνύεται η &μεγίστη επιμέλεια& και αγαθότης του Θεού, και η αρμονία των ποικίλων αγαθών, καθ' ήν τα μερικώτερα περιλαμβάνονται εν τοις γενικωτέροις, και ταύτα εν τω γενικωτάτω και καθολικώ και απολύτω αγαθώ, εν αυτώ τω Θεώ.
Προς την εκ των τελικών αιτίων απόδειξιν συνάπτεται ενδομύχως η ηθική, η εκ της υπάρξεως ανωτάτου νομοθέτου, ης την πρώτην αρχήν ευρίσκομεν επίσης παρά Σωκράτει. Οι &άγραφοι& νόμοι, &λογικοί& και &πραγματικοί& εν ταυτώ, οι &παντοδύναμοι&, οι επιβαλλόμενοι δι' ακαταμαχήτου ανάγκης εις τα πράγματα, και δι' ηθικής ανάγκης εις τα λογικά όντα, οι &σοφοί&, διότι εις έκαστον πράγμα ορίζουσι την προσήκουσαν αυτώ διαλεκτικήν και πρακτικήν θέσιν, οι &αγαθοί&, διότι διατάττουσιν πάντοτε επ' αγαθώ, οι νόμοι ούτοι δεν είναι ή αυτό το αγαθόν, αποκαλυπτόμενον εις την διάνοιαν και την θέλησιν ως η υψίστη και τελειοτάτη πραγματικότης (&Απομ. Δ'.& δ). Και ούτω η ηθικότης και αγαθότης των πραγμάτων αποδεικνύει τον Θεόν, και εξηγεί την ύπαρξιν, τον νόμον και το τέλος αυτών.
Γ’.
Προσόντα του Θεού.
Ο Θεός του Σωκράτους είναι τέλειος, διότι είναι &ο τον όλον κόσμον συντάττων τε και συνέχων, εν ώ πάντα τα καλά και αγαθά εστι (Απομ. Δ' Κ')&, και εάν είναι ποιητής του κόσμου, πρέπει να έχη εν εαυτώ πάσας τας τελειότητας δε &είς και μόνος&, διότι είναι απόλυτον αγαθόν, όπερ εξ ανάγκης είναι έν, αρχή και προς ον όρος της διαλεκτικής. Οσάκις ο Σωκράτης λαλεί περί της θείας αρχής του ανθρώπου και του κόσμου, μεταχειρίζεται το ενικόν αριθμόν, αν και ενίοτε λαλεί περί θεών ως περί διαμέσων τινών όντων μεταξύ Θεού και ανθρωπότητος• την ενότητα δε του Θεού προφανώς παρά του Σωκράτους εδιδάχθησαν πάντες οι μαθηταί αυτού, ο Ξενοφών, ο Αντισθένης, ο Πλάτων, ο Ισοκράτης, ο Ευρυπίδης. Ο Θεός είναι προς τούτοις &απλούς& και &αμιγής&, ως ο του Αναξαγόρου, και επομένως &άυλος& και &αόρατος& εις τους οφθαλμούς του σώματος, ανώτερος δε και αυτής της διανοίας, οία της δυνάμεως και των έργων αυτού αποκαλυπτόμενος• &θάττον δε νοήματος αναμαρτήτως υπηρετούντα• ούτος τα μέγιστα μεν πράττων οράται, τάδε δε οικονομών αόρατος ημίν εστιν. Εννόει δε ότι και ο πάσι φανερός δοκών είναι ήλιος ουκ επιτρέπει τοις ανθρώποις εαυτόν ακριβώς οράν, αλλ' εάν τις αυτόν αναιδώς εγχειρή θεάσθαι, την όψιν αφαιρείται (Αυτόθ.).& Την παραβολήν ταύτην του υλικού προς τον νοητόν ήλιον της διανοίας ευρίσκομεν και παρά Πλάτωνι (&Πολιτ.&) με μεταφυσικωτέραν σημασίαν. Αλλ' ο Θεός του Σωκράτους είναι άρα &άτρεπτος&; Περί τούτου ουδέν ευρίσκομεν παρά Ξενοφώντι, βεβαίως όμως θα επεδοκίμαζεν ο Σωκράτης ό,τι λέγει περί τούτου ο Πλάτων (&Πολιτ.& ε'), ισχυριζόμενος ότι το τέλειον ον δεν επιδέχεται _αλλοίωσιν_, διότι _πάσα αλλοίωσις θα ήτο επί το χείρον_. Τέλος, ο Θεός είναι &αΐδιος, ο εξ αρχής ποιών ανθρώπους, και απέραντος, ώσθ' άμα πάντα οράν και πάντα ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι& (&Απομ. Δ'.& δ'). Πάντα δε τα προσόντα ταύτα υποθέτουσι το &ενιαίον& και το &άπειρον& του Θεού. Παρατηρητέον δε ότι προσδιωρίσθησαν ουχί εξαγωγικώς αλλ' επαγωγικώς και ψυχολογικώς. Ο Θεός είναι είς, απλούς, άυλος και αόρατος, ως η ψυχή η διοικούσα το σώμα, είναι άτρεπτος εν τω αγαθώ, διότι πάσα ψυχή τείνει προς το αγαθόν, και είναι πανταχού παρών εν τόπω και χρόνω, ως η ψυχή διέπει όλα τα μέρη του σώματος διαμένουσα αδιαίρετος. Εν παντί άλλω μεταφυσικώ συστήματι δυνάμεθα να εύρωμεν το &άπειρον&, το &έν&, το &καθολικόν&, το &απόλυτον&, το &αναγκαίον&, μόνος ο πνευματισμός λατρεύει το ον &τέλειον& και &αγαθόν&. Και τωόντι είδομεν πως εν τη ψυχή πάντα κατά Σωκράτην υποτάσσονται εις την ενότητα του αγαθού, εν ώ ταυτίζονται η δύναμις, η επιστήμη, η δικαιοσύνη και η ευδαιμονία, πολλώ δε μάλλον πάντα ταύτα πρέπει να ταυτίζωνται εν αυτώ τω κατ' εξοχήν αγαθώ.
Δ’.
Παραγωγή του κόσμου. — Πρόνοια και αισιοδοξία.
Δεν δυνάμεθα να ζητήσωμεν παρά Σωκράτει τα &φυσικά&, ούτως ειπείν, μέσα δι' ων ο Θεός εποίησε τον κόσμον, διότι απ' εναντίας ήλεγχε τον Αναξαγόραν, ότι πανταχού εύρισκε &μηχανάς& και &ανάγκας&, ουδέ τα &μεταφυσικά&, διότι πιθανώς θα ήλεγχε και τας περί τούτου τολμηράς του Πλάτωνος θεωρίας. Αλλ' εάν ζητήσωμεν παρ' αυτού την &ηθικότητα& της δημιουργίας, αναμφιβόλως θέλει απαντήσει, ότι το ποιείν υποθέτει το γινώσκειν, και τούτο υποθέτει την γνώσιν του βελτίωνος. Και εντεύθεν θέλει συμπεράνει ο Πλάτων ότι αι νοηταί και λογικαί σχέσεις των πραγμάτων, η ιεραρχία των γενών και ειδών, των μέσων και τελών, η διαλεκτική των ορισμών, των διαιρέσεων και επαγωγών, πάντα ταύτα ενυπάρχουσιν εν τη θεία διανοία ως το ιδανικόν σχέδιον του κόσμου. Ωσαύτως η σωκρατική είναι η αρχή του Πλάτωνος, ότι ο Θεός αγαθός ων, δεν ηδύνατο να ποιήση ειμή το αγαθόν, διότι είδομεν τίνι τρόπω διά της &αγαθότητος&, εξηγεί ο Σωκράτης την ύπαρξιν και τάξιν του κόσμου.