Αντώνιος και Κλεοπάτρα Τραγωδία εις πράξεις 5
Part 7
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ο Αντώνιος, Αινόβαρβε, σου στέλλει όλους τους θησαυρούς σου, και δείγματα τινα της μεγαλοδωρίας του. Ο απεσταλμένος ήλθεν εδώ υπό την προστασίαν μου, και τώρα είναι εις την σκηνήν σου, όπου ξεφορτώνει τους ημιόνους του.
ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Σου τους χαρίζω.
ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μη με περιγελάς, Αινοβάρβε· σου λέγω την αλήθειαν. Θα έκαμνες καλά να συνοδεύσης τον κομιστήν έως ότου εξέλθη από το στρατόπεδον. Θα το έκαμνα εγώ αν δεν ήμην σκοπός. Ο αυτοκράτωρ σας εξακολουθεί ακόμη να είναι Ζευς.
ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Είμαι φαυλότατος του κόσμου· το αισθάνομαι πλειότερον παντός άλλου. Τίνι τρόπω, ω Αντώνιε, ω μεταλλείον γενναιοδωρίας, ήθελες ανταμείψη καλυτέρας μου υπηρεσίας, αφού στέλλεις χρυσούν στέφανον εις την αισχράν διαγωγήν μου; Εξογκούται η καρδία μου και αν η θλίψις δεν κατασυντρίψη αυτήν, τρόπος ταχύτερος θα καταστρέψη την θλίψιν. Αλλά αισθάνομαι ότι θα επαρκέση η θλίψις. Εγώ να πολεμήσω εναντίον σου! Όχι... θα ζητήσω τάφρον και εντός αυτής ν' αποθάνω· η μάλλον βορβορώδης τάφρος, είναι η μάλλον αρμόζουσα εις το τελευταίον μέρος του βίου μου. (Εξέρχεται).
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
Το μεταξύ των δύο στρατοπέδων πεδίον της μάχης. Ακούεται θόρυβος συμπλοκής, σαλπίσματα και κρότος τυμπάνων. ΑΓΡΙΠΠΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.
ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ας υποχωρήσωμεν· πάρα πολύ επροχωρήσαμεν. Και αυτός ο Καίσαρ αγωνίζεται ερρωμένως· η αντίστασις είναι μεγαλειτέρα παρ' ό,τι επεριμένομεν. (Εξέρχονται· ο κρότος της μάχης εξακολουθεί. Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά του Σκάρρου πληγωμένου),
ΣΚΑΡΡΟΣ. Αυτός είναι πόλεμος, ανδρείε αυτοκράτορ! Αν από την αρχήν εμαχόμεθα τοιουτοτρόπως, θα τους ετρέπομεν εις φυγήν κατασυντετριμμένους.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το αίμα σου ρέει αφθόνως.
ΣΚΑΡΡΟΣ. Είχον εδώ μίαν πληγήν η οποία είχε το σχήμα Τ, αλλά τώρα έγινε Η.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Υποχωρούν.
ΣΚΑΡΡΟΣ. Θα τους καταδιώξωμεν μέχρις εσχάτων. Έχω ακόμη θέσιν δι' έξ πληγάς, (Εισέρχεται ο Έρως).
ΕΡΩΣ. Εδιώχθησαν, στρατηγέ, και η επιτυχία μας είναι λαμπρά νίκη.
ΣΚΑΡΡΟΣ. Ας τους πελεκήσωμεν και ας συλλάβωμεν αυτούς ως λαγωούς, Είναι διασκέδασις να κτυπά τις τους φεύγοντας.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα σε ανταμείψω άπαξ διά την φαιδρότητά σου και δεκάκις διά την ανδρείαν σου. Εμπρός.
ΣΚΑΡΡΟΣ. Θα ακολουθήσω, ας είμαι και χωλός ακόμη.
ΣΚΗΝΗ Η'.
Υπό τα τείχη της Αλεξανδρείας. Κρότος πολέμου. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΣΚΑΡΡΟΣ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τον κατεδιώξαμεν μέχρι του στρατοπέδου του. Ας σπεύση τις να αναγγείλη εις την βασίλισσαν τα κατορθώματά μας. Αύριον πριν ή μας ίδη ο ήλιος θα χύσωμεν το αίμα, το οποίον μας διέφυγε σήμερον. Σας ευχαριστώ όλους, διότι είσθε ανδρείοι και επολεμήσατε ουχί ως υπηρετούντες αγώνα τρίτου, αλλ' ως εάν ο αγών μου ούτος ήτο αγών εκάστου υμών. Ανεδείχθητε όλοι Έκτορες. Εισέλθετε εις την πόλιν, εναγκαλισθήτε τας συζύγους και τους φίλους και διηγηθήτε εις αυτούς τα ανδραγαθήματά σας· της χαράς των τα δάκρυα θα πλύνουν το πηγμένον αίμα των τραυμάτων σας, τα δε φιλήματά των θα επουλώσωσι τας ενδόξους πληγάς σας. (Εις τον Σκάρρον). Δος μου την χείρα σου. (Εισέρχεται η Κλεοπάτρα μετά της συνοδείας της). Εις την μεγάλην ταύτην μάγισσαν θα επαινέσω τα κατορθώματά σου, ίνα ευχαριστούσα σε ευλογήση. — Ω συ, φως του κόσμου, περίπτυξον τον σιδηρόφρακτόν μου λαιμόν, και ρίφθητι χωρίς να σε εμποδίση το πάχος του θώρακός μου επί την καρδίαν μου, ίνα αισθανθής τους τιναγμούς των θριαμβευτικών αυτής παλμών.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω βασιλεύ βασιλέων! Ω άπειρος ανδρεία! Έρχεσαι λοιπόν περιχαρής, διαφυγών την μεγάλην παγίδα του κόσμου;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τους εστείλαμεν να κοιμηθούν, αηδονάκι μου. Πώς, κόρη μου; μολονότι πολιαί τρίχες αρχίζουν ν' αναμιγνύωνται κάπως με τας μελανάς, έχω όμως εγκέφαλον ζωογονούντα τα νεύρα μου, ώστε να δύναμαι και προς νέους να διαγωνισθώ. Παρατήρησε τον άνθρωπον τούτον. Επίτρεψε εις αυτόν να φιλήση την συμπαθή χείρα σου. Φίλησέ την, πολεμιστά μου. Επολέμησε σήμερον ως θεός, όστις μισών το ανθρώπινον γένος, έλαβε την μορφήν αυτού διά να το καταστρέψη.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατάχρυσον πανοπλίαν θα σου δώσω, φίλε, ανήκουσάν ποτε εις βασιλέα.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είναι άξιος αυτής, και απαστράπτουσα εξ αδαμάντων, ως το ιερόν άρμα του Φοίβου, αν ήτο. Δος μου το χέρι σου· ας εισέλθωμεν φαιδροί εις την Αλεξάνδρειαν, φέροντες τας ως ημείς κατακτυπημένας ασπίδας μας. Αν το μέγα ημών ανάκτορον ηδύνατο να χωρέση όλον τον στρατόν, θα εδειπνούμεν πάντες ομού και θα επίνομεν υπέρ της επιτυχίας της αυριανής ημέρας, η οποία υπόσχεται κίνδυνον άξιον βασιλέως. Σάλπιγγες γεμίσετε την πόλιν με τον μετάλλινον ήχον σας και ενώσατε αυτόν μετά του παταγώδους κρότου των τυμπάνων, έως ότου αντηχήσουν ο ουρανός και η γη, την άφιξιν ημών επευφημούντες.
ΣΚΗΝΗ Θ'.
Στρατόπεδον του Καίσαρος.
Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Αν δεν μας αλλάξουν σε μια ώρα, πρέπει να πάμε εις το φυλακείον· η νύκτα είναι φωτεινή, και λέγουν ότι εις τας δύο το πρωί θα παραταχθώμεν εις μάχην.
Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Η υστερινή ημέρα ήτο πολύ κακή για 'μάς.
ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Έσο μάρτυς, ω νυξ.
Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ποιος είν' αυτός ο άνθρωπος;
Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας πλησιάσωμεν να τον ακούσωμεν.
ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Όταν την μνήμην των αυτομόλων κηλιδώση η ιστορία, έσο μάρτυς, ω Θεία σελήνη, ότι ο ατυχής Αινόβαρβος μετεμελήθη ενώπιόν σου!
Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Αινόβαρβος!
Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Σιωπή ν' ακούσωμεν ακόμη.
ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ω αληθούς βαρυθυμίας βασίλισσα, χύσον επ' εμού τα δηλητηριώδη υγρά της νυκτός, ίνα η κατά της θελήσεώς μου αποστατούσα ζωή αποσπασθή απ' εμού. Κατά του σκληρού λίθου του σφάλματός μου ρίψε την καρδίαν μου, ήτις αποξηρανθείσα εκ της λύπης θα κατασυντριβή, και θέση τέρμα εις όλας τας αγενείς μου σκέψεις. Ω Αντώνιε, ούτινος η ευγένεια υπερτερεί την ατιμίαν της αυτομολίας μου· συ μεν συγχώρησέ με, αλλ' άφες τον κόσμον να με κατατάξη μεταξύ των δραπετών και φυγάδων! (Αποθνήσκει).
Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας του 'μιλήσωμεν.
Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας τον ακούσωμεν, διότι εκείνα, τα οποία λέγει ημπορεί να είναι διά τον Καίσαρα.
Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ναι, έτσι να κάμωμεν, αλλ' αυτός κοιμάται. Εγώ θαρρώ πως λιποθυμά, γιατί προσευχή τόσο κακή σαν τη δική του, δεν είναι για ύπνο.
Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ας πάμε κοντά του.
Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ξύπνα, ξύπνα, κύριε, 'μίλησέ μας.
Β’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Δεν ακούς, κύριε;
Α’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Το χέρι του θανάτου είναι απάνω του. Ακούσατε! (Ακούεται κρότος τύμπανων μακρόθεν). Τα τύμπανα ξυπνούν μεγαλοπρεπώς τους στρατιώτας. Ας τον φέρωμεν εις το φυλακείον. Είναι άνθρωπος σπουδαίος· η ώρα μας επέρασε με το παραπάνω.
Γ’. ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Εμπρός λοιπόν ημπορεί ακόμα να γιατρευθή. (Εξέρχονται φέροντες το σώμα).
ΣΚΗΝΗ Ι'.
Μεταξύ των δύο στρατοπέδων. Εισέρχεται ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ, ο ΣΚΑΡΡΟΣ μετά στρατιωτών βαδιζόντων εν τάξει.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σήμερον ετοιμάζονται προς ναυμαχίαν· δεν τους αρέσκομεν κατά ξηράν.
ΣΚΑΡΡΟΣ. Ετοιμάζονται και κατά ξηράν και κατά θάλασσαν, στρατηγέ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Επεθύμουν να επολέμουν και εις το πυρ και εις τον αέρα· και εκεί ακόμη ήθελον τους προσβάλει. Ιδού πώς διέταξα τα πράγματα. Το πεζικόν θα καταλάβη υπό τας διαταγάς μου τους παρά την πόλιν λόφους, οπόθεν δυνάμεθα να διακρίνωμεν τον αριθμόν των πλοίων και τας κινήσεις αυτών. — Διαταγαί εδόθησαν διά την ναυμαχίαν και ο στόλος αυτών εξήλθε του λιμένος, (Εξέρχονται. Εισέρχεται ο Καίσαρ ηγούμενος του στρατού αυτού),
ΚΑΙΣΑΡ. Κατά ξηράν θα μείνωμεν ακίνητοι, εκτός εάν προσβληθώμεν, όπερ όμως νομίζω δεν θα συμβή, διότι το μεγαλείτερον μέρος των δυνάμεών του εστάλη εις τα πλοία. Σπεύσωμεν εις τας κοιλάδας διά να καταλάβωμεν τας μάλλον επικαίρους θέσεις. (Εξέρχονται. Εισέρχεται πάλιν ο Αντώνιος μετά του Σκάρρου).
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν συνεπλάκησαν ακόμη. Εκ του μέρους όπου υψούται η πεύκη εκείνη θα δυνηθώ να διακρίνω τα πάντα· θα σου είπω ταχέως πώς φαίνονται τα πράγματα, (Εξέρχεται).
ΣΚΑΡΡΟΣ. Χελιδόνες έκτισαν τας φωλεάς των επί των πλοίων της Κλεοπάτρας· οι οιωνοσκόποι λέγουν ότι δεν ηξεύρουν — δεν δύνανται να ειπούν — φαίνονται άθυμοι — δεν τολμούν να εκφράσουν ό,τι γνωρίζουν. Ο Αντώνιος είναι και σφριγών και εν ταυτώ φαίνεται και καταβεβλημένος, η δε ταραγμένη τύχη του δίδει εις αυτόν εκ διαλειμμάτων ελπίδας και φόβους δι' ό,τι έχει και δι' ό,τι δεν έχει. (Εισέρχεται πάλιν ο Αντώνιος).
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απώλετο το παν! Η βδελυρά αύτη Αιγυπτία με επρόδωσεν· ο στόλος μου παρεδόθη εις τον εχθρόν. Εκεί, κάτω ανευφημούσι και οργιάζουσιν, ως φίλοι προ πολλού χωρισθέντες. Συ, τρις εταίρα, με επώλησες εις τον αρχάριον τούτον, και μόνον κατά σου εξανίσταται η καρδία μου. — Διάταξε αυτούς να φύγουν, διότι όταν εκδικηθώ την μάγισσαν, θα τελειώσουν όλα δι' εμέ· διάταξε αυτούς να φύγουν πήγαινε. (Εξέρχεται ο Σκάρρος). Ω ήλιε, δεν θα ίδω πλέον την ανατολήν σου. Εδώ η τύχη αποχωρίζεται του Αντωνίου· εδώ αποχαιρετιζόμεθα. Ούτω λοιπόν απέληξαν όλα; Αι καρδίαι, αίτινες με ηκολούθουν ως κυνάριον, και εις τας οποίας εχορήγουν ό,τι επεθύμουν, διαλύονται και σταλάζουν το μέλι των επί του ευδαίμονος Καίσαρος. Απεφλοιώθη δε η πάντας σκιάζουσα γηραιά πεύκη. Επροδόθην. Ω, η ψευδής αύτη ψυχή της Αιγυπτίας! Η ολεθρία εκείνη γόησσα, της οποίας το βλέμμα προεκάλει ή ανέστελλε τους πολέμους μου, ο κόλπος της οποίας ήτο ο τελικός σκοπός του βίου μου, με εξηπάτησεν ως γνησία αθιγγανίς, και με εβύθισε μέχρι του πυθμένος της καταστροφής. Ε! Έρως! Έρως! (Εισέρχεται η Κλεοπάτρα), Α! οπίσω, οπίσω, μάγισσα!
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Διατί ο σύζυγος μου μαίνεται τόσον κατά της αγάπης του;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φύγε απ' εδώ, ή θα σε μεταχειρισθώ όπως σου πρέπει και θα αμαυρώσω τον θρίαμβον του Καίσαρος. Ας σε συλλάβη και ας σε φέρη ενώπιον του φωνασκούντος όχλου· ακολούθησε το άρμα του, ως η μεγίστη κηλίς του φύλου σου, δεικνυομένη ως τέρας, αντί ολιγίστων χρημάτων, εις τους βλακιοστάτους θεατάς. Ας ξεσχίση το πρόσωπόν σου η υπομονητική Οκταβία διά των οξέων ονύχων της. (Εξέρχεται η Κλεοπάτρα). Καλά έκαμες να φύγης, αν το ζην είναι καλόν· αλλά θα ήτο προτιμότερον να έπιπτες υπό την οργήν μου, διότι ο θάνατος θα σε απήλλασσε πολλών άλλων. — Έρως. Ε! Επ' εμού φέρω τον χιτώνα του Νέσου. Δίδαξέ με την οργήν σου, ω πρόγονέ μου Αλκίδη, διά να πετάξω τον Λίχαν επί των κεράτων της σελήνης, και διά χειρών ομοίων προς εκείνας, αίτινες εκράτησαν το βαρύτερον ρόπαλον, να καταστρέψω εμαυτόν. Θ' αποθάνη η μάγισσα. Μ' επώλησεν εις τον Ρωμαίον νεανίσκον και πίπτω θύμα της συνωμοσίας της. Θα το πλήρωση διά του θανάτου της. Έρως. Ε!
ΣΚΗΝΗ ΙΑ'.
Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τω ανακτόρω της Κλεοπάτρας. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ, ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Βοηθήσατέ με, θεράπαιναί μου! Ω! και του Τελαμωνίου η μανία διά την ασπίδα του Αχιλλέως ήτο μετριωτέρα της ιδικής του· ούτε της Θεσσαλίας ο Ταύρος είχε ποτε τοιαύτην θηριωδίαν.
ΧΑΡΜΙΟΝ. Πήγαινε εις τον τάφον, κλείσου εκεί και μήνυσέ του ότι απέθανες. Δεν δοκιμάζει μεγαλειτέραν αγωνίαν το σώμα όταν χωρίζεται από την ψυχήν από εκείνην την οποίαν δοκιμάζει όταν χάνη το μεγαλείον.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Υπάγωμεν εις το μνημείον. Ύπαγε να του ειπής, Μαρδιανέ, ότι ηυτοκτόνησα, και ότι η τελευταία μου λέξις ήτο «Αντώνιος»· σε παρακαλώ δε να το προφέρης με τρόπον, ώστε να τον συγκινήσης· πήγαινε, Μαρδιανέ, και επίστρεψε να μου ειπής πώς εκλαμβάνει τον θάνατον μου. — Υπάγωμεν εις το μνημείον.
ΣΚΗΝΗ ΙΒ'.
Άλλο δωμάτιον, ΑΝΤΩΝΙΟΣ και ΕΡΩΣ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Με βλέπεις ακόμη, Έρως;
ΕΡΩΣ. Ναι, γενναίε στρατηγέ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ενίοτε βλέπομεν νέφος έχον σχήμα δράκοντος, άλλοτε πάλιν ατμόν ομοιάζοντα προς άρκτον, λέοντα, πυργοειδές φρούριον, προς βράχον κρεμάμενον, προς κωνοειδές όρος ή προς κυανούν ακρωτήριον, φέρον επ' αυτού δένδρα, ταύτα δε πάντα κλίνοντα προς την γην, και απατώντα τους οφθαλμούς ημών διά του αέρος. Είδες τα σημεία ταύτα; είναι τα απαίσια θεάματα της Εσπέρας.
ΕΡΩΣ. Ναι, στρατηγέ μου.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εκείνο το οποίον τώρα φαίνεται ίππος, πριν ή προφθάσης να το σκεφθής, εξαφανίζεται υπό του ατμού, και καθίσταται δυσδιάκριτον όπως το ύδωρ εν τω ύδατι.
ΕΡΩΣ. Ναι, άρχον.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Και ο στρατηγός σου, αγαπητέ μου Έρως, είναι τώρα όμοιος προς τα φαινόμενα εκείνα. Είμαι ακόμη ο Αντώνιος, δεν δύναμαι όμως, φίλε μου, να διατηρήσω το ορατόν αυτό σχήμα. Τον πόλεμον τούτον επεχείρησα χάριν της βασιλίσσης της Αιγύπτου, αλλ' η βασίλισσα — της οποίας την καρδίαν ενόμιζον ότι κατείχον, όπως αύτη κατείχε την ιδικήν μου, ήτις εφ' όσον ήτον ιδική μου, προσήλωνεν εις εαυτήν μυρίας άλλας, νυν εξαφανισθείσας — αύτη, Έρως, συνεννοηθείσα μετά του Καίσαρος, εδολιεύθη την δόξαν μου, χάριν του θριάμβου του εχθρού μου. Ε! μη κλαίης, αγαπητέ Έρως· εμείναμεν ημείς αυτοί διά να θέσωμεν τέρμα εις τον βίον μας — Ω η αισχρά κυρία σου! (Εισέρχεται ο Μαρδιανός). Αύτη μου αφήρπασε το ξίφος!
ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Όχι, Αντώνιε, η κυρία μου σε ηγάπα και είχε καθ' ολοκληρίαν συνδέση την τύχην της μετά της ιδικής σου.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φύγ' απ' εδώ, αναίσχυντε ευνούχε! Σιώπα! Μ' επρόδωσε και θ' αποθάνη.
ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Ο θάνατος είναι χρέος, το οποίον άπαξ μόνον πληρώνεται. Το χρέος τούτο το επλήρωσεν αύτη. Εκείνο το οποίον ήθελες να κάμης, έγινε και άνευ σου. Αι τελευταίαι λέξεις, τας οποίας επρόφερεν, ήσαν: «Αντώνιε, ευγενέστατε Αντώνιε». Στεναγμοί οδύνης διέκοψαν τότε το όνομα «Αντώνιος» και διεσπάσθη μεταξύ της καρδίας και των χειλέων της· παρέδωκε το πνεύμα, έχουσα θαμμένον εν εαυτή το όνομά σου.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απέθανε λοιπόν;
ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Απέθανε.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αφόπλισέ με, Έρως· ετελείωσεν η εργασία της μακράς ημέρας και πρέπει να κοιμηθώμεν. Το ν' απέλθης σώος, είναι γενναία αμοιβή διά την εργασίαν σου. Πήγαινε, κρημνίσου. (Εξέρχεται ο Μαρδιανός). Ούτε του Αίαντος η επταβόειος ασπίς θα δυνηθή να περιστείλη τους ισχυρούς παλμούς της καρδίας μου· ω, ανοίξατε πλευρά μου! ανάπτυξον άπαξ, καρδία μου, δύναμιν μεγαλειτέραν από το περικλείον σε στήθος, και διάρρηξον το εύθραστον περίβλημά σου! — Σπεύσον, Έρως, σπεύσον. — Δεν είμαι πλέον στρατιώτης. Φύγετε, ω τεθραυσμένα λείψανα της πανοπλίας μου· σας έφερα εντίμως. (Προς τον Έρωτα). Άφες με ολίγον. (Εξέρχεται ο Έρως). Θα σε προφθάσω, Κλεοπάτρα, και κλαίων θα ζητήσω συγγνώμην. Ούτω πρέπει να πράξω διότι τώρα πάσα βραδύτης είναι βάσανος. Κατακλιθώμεν και μη χρονοτριβώμεν πλέον, αφ' ου εσβέσθη η λαμπάς. Πάσα προσπάθεια αποβαίνει τώρα ανωφελής· ναι, και αυτή η δύναμις περιέρχεται εις αμηχανίαν εκ των προσπαθειών αυτής· ας θέσωμεν λοιπόν την σφραγίδα και τελειώνουν όλα, Έρως! — Έρχομαι, βασίλισσά μου. Έρως! — περίμενέ με. Εκεί, όπου αι ψυχαί αναπαύονται επί των ανθέων, θα βαίνωμεν κρατούμενοι εκ της χειρός, και διά του φαιδρού ημών ύφους θα επισύρωμεν εφ' ημών τα βλέμματα των φασμάτων. Και η Διδώ και ο Αινείας θα μείνουν άνευ συνοδείας, και πάντες θα σπεύσωσι προς ημάς. Ελθέ, Έρως, Έρως! (Εισέρχεται ο Έρως).
ΕΡΩΣ. Τι θέλει ο στρατηγός μου;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τόσον άτιμος είναι ο βίος τον οποίον διάγω από του θανάτου της Κλεοπάτρας, ώστε οι θεοί βδελύσσονται την χαμέρπειάν μου. Εγώ, ο διά του ξίφους μου διαχωρίσας τον κόσμον και διά των στόλων μου σχηματίζων πόλεις επί της κυανής επιφανείας της θαλάσσης, να καταδικάζω εμαυτόν, κατώτερον γυναικός, ως προς το θάρρος; δεν έχω την ψυχικήν ευγένειαν εκείνης, η οποία διά του θανάτου αυτής λέγει προς τον Καίσαρα: «Εγώ ενίκησα εμαυτήν». Ορκίσθης, Έρως, όταν επέλθη ανάγκη — και όντως ήλθε τώρα — όταν δεν θα ηδυνάμην ν' αποφύγω το αίσχος και το όνειδος να με φονεύσης κατά διαταγήν μου· πράξον αυτό. Έφθασεν η ώρα· δεν κτυπάς εμέ αλλά τον Καίσαρα, του οποίου καταστρέφεις τα σχέδια. Θάρρει, Έρως!
ΕΡΩΣ. Ο θεός φυλάξοι! Να πράξω εκείνο το οποίον όλα τα εχθρικά βέλη των Πάρθων δεν ηδυνήθησαν να κατορθώσουν;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ήθελες, Έρως, να ίδης εκ των παραθύρων της Μεγάλης Ρώμης τον κύριόν σου βαδίζοντα με εσταυρωμένας χείρας, κλίνοντα τον καμφθέντα αυχένα του και με πρόσωπον κατησχυμένον, το δε προπορευόμενον άρμα του ευτυχούς Καίσαρος να στιγματίζη το αίσχος του ακολουθούντος;
ΕΡΩΣ. Δεν ήθελα να το ίδω.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ελθέ λοιπόν, διότι πρέπει να ιαθώ διά μιας πληγής· σύρε το έντιμον εκείνο ξίφος, το οποίον προσέφερε τόσας υπηρεσίας εις την πατρίδα σου.
ΕΡΩΣ. Ω συγχώρησέ με, στρατηγέ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν ωρκίσθης, όταν σε ηλευθέρωσα, να κάμης τούτο όταν σε διατάξω; Κάμε το παρευθύς, ή θα θεωρήσω όλας τας προτέρας υπηρεσίας σου ως ασκόπως και κατά τύχην γενομένας. Σύρε και πλησίασε.
ΕΡΩΣ. Στρέψον απ' εμού την ευγενή εκείνην φυσιογνωμίαν επί της οποίας ενυπάρχει η μεγαλοπρέπεια κόσμου ολοκλήρου.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. (Στρέφων το πρόσωπον) Ιδού!
ΕΡΩΣ. Έσυρα το ξίφος.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λοιπόν ας εκτελέση πάραυτα την πράξιν διά την οποίαν το έσυρες.
ΕΡΩΣ. Αγαπητέ μου κύριε, στρατηγέ μου και αυτοκράτορ, άφες με να σου είπω «χαίρε», πριν καταφέρω το θανατηφόρον τούτο κτύπημα.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Το είπες, φίλε· χαίρε.
ΕΡΩΣ. Χαίρε, έξοχε στρατηγέ. Να κτυπήσω τώρα;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κτύπα, Έρως.
ΕΡΩΣ. Ιδού λοιπόν. (Πίπτει επί του ξίφους του). Τοιουτοτρόπως αποφεύγω την λύπην του θανάτου του Αντωνίου. (Αποθνήσκει).
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω τρις ευγενέστερε εμού! Με διδάσκεις, ω ανδρείε Έρως, ό,τι εγώ ώφειλον να πράξω, και όπερ συ δεν ηδυνήθης να εκτελέσης (22). Η βασίλισσά μου και ο Έρως με υπερέβησαν εγγράψαντες προ εμού διά του ανδρείου παραδείγματός των πράξιν γενναίαν εν τη ιστορία. Αλλά θα γίνω μνηστήρ του θανάτου μου και θα ριφθώ εις τας αγκάλας του ως εις κλίνην ερωμένης. Εμπρός λοιπόν! Έρως, ο κύριός σου αποθνήσκει μαθητής σου. Την πράξιν ταύτην (πίπτει επί του ξίφους του) εδιδάχθην παρά σου. Πώς; δεν απέθανα ακόμη; δεν απέθανα; Ε! φύλακες! Ε! αποτελειώσατέ με, (Εισέρχεται ο Δερκέτας μετά φυλάκων).
Α’. ΦΥΛΑΞ. Τι τρέχει;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν έκαμα καλά την εργασίαν μου. Φίλοι — τελειώσατε ό,τι ήρχισα.
Β'. ΦΥΛΑΞ. Έδυσε το άστρον.
Α'. ΦΥΛΑΞ. Και ήλθε το πλήρωμα του χρόνου.
ΟΛΟΙ. Ω συμφορά! αλλοίμονον.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας με φονεύση όστις από σας με αγαπά.
Α’. ΦΥΛΑΞ. Όχι εγώ.
Β'. ΦΥΛΑΞ. Ούτ' εγώ.
Γ'. ΦΥΛΑΞ. Ούτε κανείς, (Εξέρχονται οι φύλακες).
ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Ο θάνατος και η τύχη σου τρέπουν εις φυγήν τους οπαδούς σου. Αρκεί μόνον να δείξω εις τον Καίσαρα το ξίφος τούτο και να του φέρω την αγγελίαν, διά ν' αποκτήσω την εύνοιάν του. (Εισέρχεται ο Διομήδης).
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πού είναι ο Αντώνιος;
ΔΕΡΚΕΤΑΣ. Εκεί, Διομήδη, εκεί.
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ζη; δεν αποκρίνεσαι, ω άνθρωπε;
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Συ είσαι, Διομήδη; σύρε το ξίφος σου και κτύπησέ με έως ότου ν' αποθάνω.
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Υπέρτατε κύριε, η κυρία μου Κλεοπάτρα μ' έστειλε προς σε.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πότε σε έστειλε;
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τώρα, στρατηγέ.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού είναι;
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κλεισμένη εις τον τάφον της. Είχεν οδυνηράν προαίσθησιν των συμβάντων. Όταν είδεν ότι την υπώπτευσες ως συνεννοουμένην μετά του Καίσαρος — πράγμα, όπερ ουδέποτε θα πράξη — και ότι δεν ήτο δυνατόν να κατευνασθή η οργή σου, σου εμήνυσεν ότι απέθανεν, αλλά φοβουμένη τα αποτελέσματα της αγγελίας, μ' έστειλε να σου φανερώσω την αλήθειαν, πλην φοβούμαι ότι έφθασα πολύ αργά.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πολύ αργά, φίλτατε Διομήδη· κάλεσε τους φύλακάς μου.
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ε! φύλακες του αυτοκράτορος! φύλακες, τρέξατε· σας ζητεί ο αυτοκράτωρ, (Εισέρχονται οι φύλακες).
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Φέρετέ με, φίλοι, πλησίον της Κλεοπάτρας. Είναι η τελευταία υπηρεσία την οποίαν σας διατάσσω.
Α’. ΦΥΛΑΞ. Δυστυχία μας! Διατί να μη ζήση ο άρχων και να ίδη τον θάνατον όλων των πιστών οπαδών σου!
ΟΛΟΙ. Ω! βαρείας συμφοράς ημέρα.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη παρέχετε, καλοί μου φίλοι, εις την αδυσώπητον μοίραν αφορμήν να ευχαριστηθή διά την λύπην σας. Δεχθήτε απαθώς ό,τι έρχεται προς τιμωρίαν μας! τιμωρούμεν και ημείς αυτήν όταν φαινώμεθα ότι το υποφέρομεν αλύπως. — Σηκώσατέ με! Πολλάκις σας ωδήγησα· φέρετε μέ και σεις τώρα, αγαπητοί, μου φίλοι, και δεχθήτε όλοι τας ευχαριστίας μου.
(Εξέρχονται φέροντες τον Αντώνιον).
ΣΚΗΝΗ ΙΓ'.
Τάφος. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω ποτέ πλέον δεν θα εξέλθω απ' εδώ Χάρμιον.
ΧΑΡΜΙΟΝ. Παρηγορήσου, αγαπητή κυρία.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όχι! δεν θέλω· δέχομαι ευχαρίστως τα φοβερώτατα και τα μάλλον απροσδόκητα συμβάντα, αλλά περιφρονώ τας παρηγορίας· το μέγεθος της λύπης μου, ανάλογον προς την αιτίαν αυτής, πρέπει να είναι τοιούτον, οποίον είναι και το παράγον αυτήν αίτιον. (Φθάνει ο Διομήδης). Πώς! απέθανε!
ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ο θάνατος είναι επάνω του, αλλά δεν απέθανε. Παρατήρησε από το άλλο μέρος του τάφου· φέρεται από τους φύλακάς του. (Φθάνει ο Αντώνιος φερόμενος υπό των φυλάκων)
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καύσον, ήλιε, την μεγάλην σφαίραν, εντός της οποίας περιστρέφεσαι! σκότη, καλύψατε την άστατον παραλίαν του κόσμου! ω Αντώνιε! Αντώνιε! Αντώνιε! Βοήθησέ με Χάρμιον, βοήθησον Ειράς, βοηθήσατε και σεις φίλοι, διά να τον σύρωμεν.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σιωπή. Δεν κατέβαλε τον Αντώνιον η ανδρεία του Καίσαρος, αλλ' ο Αντώνιος ενίκησεν εαυτόν.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ούτως έπρεπε να γίνη, μόνος ο Αντώνιος να καταβάλη τον Αντώνιον. Αλλ' οποία συμφορά ότι το πράγμα έγινεν ούτω.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αποθνήσκω, βασίλισσα της Αιγύπτου, αποθνήσκω· θα ενοχλήσω μόνον ολίγον τον θάνατον, έως ότου επιθέσω το τελευταίον ασθενές μου φίλημα επί των χειλέων εκείνων τα οποία μυριάκις εφίλησα.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν τολμώ, φίλτατέ μου — συγγνώμην αγαπητέ μου σύζυγε — δεν τολμώ, φοβούμαι μη συλληφθώ· δεν θα κοσμήσω ποτέ διά της παρουσίας μου την δεσποτικήν επίδειξιν του ευτυχούς Καίσαρος. Εάν το εγχειρίδιον, το δηλητήριον, ο όφις, έχουν αιχμήν, ενέργειαν ή κέντημα, είμαι ασφαλής· η σύζυγός σου Οκταβία, η ψευδοσώφρων εκείνη και ψυχρά, δεν θα λάβη ποτέ την τιμήν να με υβρίση διά της περιφρονήσεώς της. Ελθέ, ελθέ, Αντώνιε· βοηθήσατέ με, γυναίκες μου· πρέπει να τον ανασύρωμεν· βοηθήσατε, καλοί μου φίλοι.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω ταχέως, διότι αποθνήσκω.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδού πραγματική άσκησις! Πόσον βαρύς είναι ο σύζυγος μου! Η λύπη μας αφαιρεί την δύναμιν και τούτο αυξάνει το βάρος. Αν είχα την δύναμιν της μεγάλης Ήρας, αι πτέρυγες του Ερμού ήθελον σε σηκώση και τοποθετήση πλησίον του Διός. Αλλά, ακόμη ολίγη δύναμις. — Παραλογίζεται πάντοτε ο έχων επιθυμίας. — Ω! ελθέ, ελθέ, ελθέ. Καλώς ήλθες, (Ανασύρουσι τον Αντώνιον). Απόθανε εκεί όπου έζησες, και ανάζησε υπό των φιλημάτων μου· αν τα χείλη μου είχον τοιαύτην δύναμιν, θα εφθείροντο εις την εργασίαν ταύτην.
ΟΛΟΙ. Ω άξιον οίκτου θέαμα!
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αποθνήσκω, Αιγυπτία, αποθνήσκω· δος μου ολίγον οίνον και άφες με να ομιλήσω.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Άφες με να ομιλήσω και να υβρίσω τόσον, ώστε η επίβουλος οικοδέσποινα τύχη, παροργιζομένη εκ των ύβρεών μου, να θραύση τον τροχόν της.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μίαν λέξιν, φιλτάτη βασίλισσα. Ζήτησε παρά του Καίσαρος την τιμήν και την ασφάλειάν σου. — Ω!
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι δύο πράγματα ασυμβίβαστα.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Άκουσε, αγαπητή μου. Εκ των περί τον Καίσαρα, εμπιστεύθητι μόνον εις τον Προκλήιον.
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Εις την απόφασίν μου μόνον και εις τας χείρας μου θα εμπιστευθώ. Εις ουδένα εκ των του Καίσαρος.
ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη θρηνής και μη λυπήσαι διά την περί το τέλος του βίου μου επελθούσαν μεταβολήν, αλλά καταπράυνε τας σκέψεις σου, αναπολούσα εις την μνήμην την προτέραν τύχην, ότε ήμην ο μέγιστος και επιφανέστατος ηγεμών του κόσμου. Και τώρα δε έτι δεν αποθνήσκω αγενώς, ούτε παραδίδω ανάνδρως την περικεφαλαίαν εις τον συμπολίτην μου, αλλά Ρωμαίος υπό Ρωμαίου ανδρείως νικηθείς. Η ψυχή μου με καταλείπει, δεν δύναμαι πλέον, (Αποθνήσκει).
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αποθνήσκεις λοιπόν, ανδρών απάντων ευγενέστατε; Δεν φροντίζεις περί εμού; Θα μείνω λοιπόν εις τον βαρύθυμον τούτον τόπον, όστις άνευ σου είναι και χοιροκομείου χειρότερος; Ω ιδέτε, γυναίκες μου! διαλύεται το διάδημα του κόσμου. Σύζυγέ μου! Εμαράνθη του πολέμου ο στέφανος, έδυσε του στρατιώτου ο πολικός αστήρ· παίδες και κοράσια εξισούνται τώρα προς άνδρας· απέθανεν η εξοχότης και ουδέν αξιοσημείωτον έμεινεν υπό το φώς της σελήνης, (Λιποθυμεί).
ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω, ησύχασε, κυρία!
ΕΙΡΑΣ. Απέθανε και αυτή, απέθανεν η βασίλισά μας.
ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.
ΕΙΡΑΣ. Κυρία.
ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω κυρία, κυρία, κυρία!
ΕΙΡΑΣ. Βασίλισσα της Αιγύπτου, αυτοκράτειρα.
ΧΑΡΜΙΟΝ. Σιωπή, σιωπή, Ειράς.