Αντώνιος και Κλεοπάτρα Τραγωδία εις πράξεις 5

Part 5

Chapter 5 5 words Public domain Markdown

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Το πιστεύω, Χάρμιον βραχνή φωνή και ανάστημα νάνου! Έχει μεγαλοπρέπειαν το βάδισμά της; Ενθυμήσου αν ποτέ παρετήρησες μεγαλοπρεπές παράστημα.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Έρπει, κυρία. Και η στάσις και το βάδισμά της είναι ένα και το αυτό. Φαίνεται, σώμα άψυχον, άγαλμα μάλλον ή άνθρωπος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Είναι βέβαιον;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εκτός αν δεν έχω παρατηρητικόν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Παρατηρητάς 'σαν αυτόν δεν έχομεν ούτε τρεις εις την Αίγυπτον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Παρατηρώ ότι είναι πολύ νοήμων — έως τώρα δεν βλέπω τίποτε εις αυτήν — ο άνθρωπος αυτός έχει καλήν κρίσιν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Εξαίρετον.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πόσων ετών να είναι, σε παρακαλώ;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ήτο χήρα, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χήρα; ακούεις, Χάρμιον;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Και πιστεύω ότι έχει τα τριάντα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ενθυμείσαι το πρόσωπόν της; είναι μακρόν ή στρογγύλον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Στρογγύλον μέχρις ελαττώματος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ως επί το πλείστον είναι ευήθεις οι τοιούτοι. — Τι χρώμα έχουν τα μαλλιά της;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Καστανά, κυρία, και το μέτωπόν της τόσω χαμηλόν όσον ήθελε το επιθυμήση (14).

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ιδού, λάβε χρήματα. Μη παρεξηγήσης την πρώτην μου παραφοράν· θα σε μεταχειρισθώ και πάλιν· σε ευρίσκω πολύ κατάλληλον διά την υπηρεσίαν ταύτην. Ύπαγε να ετοιμασθής· αι επιστολαί μου είναι έτοιμοι. (Εξέρχεται ο αγγελιαφόρος).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Άξιος άνθρωπος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πραγματικώς. Μετανοώ πολύ, διότι τον εκακομεταχειρίσθην. Εξ όσων είπε, βλέπω ότι το πλάσμα αυτό δεν είναι μεγάλο πράγμα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Δεν είναι τίποτε, κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ο άνθρωπος ούτος θα είδε βεβαίως και θα γνωρίζη τι εστί μεγαλείον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Αν είδε μεγαλείον! Μα την Ίσιδα, πώς είναι δυνατόν να μην είδε, αφού σε υπηρετεί τόσον καιρόν;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έχω ακόμη κάτι να τον ερωτήσω· αλλά δεν πειράζει· τον οδηγείς εις το δωμάτιόν μου όπου θα γράψω. Τα πάντα δύνανται ακόμη να λάβουν καλόν τέλος.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Σου το εγγυώμαι, κυρία.

ΣΚΗΝΗ Δ'.

Αθήναι. Δωμάτιον εν τη οικία του Αντωνίου. ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΚΑΙ ΟΚΤΑΒΙΑ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ναι, ναι, όχι μόνον τούτο, Οκταβία, αλλά και χίλια άλλα της αυτής φύσεως πράγματα θα ήσαν συγγνωστά· περιεπλάκη όμως εις νέους πολέμους κατά του Πομπηίου, συνέταξε την διαθήκην του, και ανέγνωσε αυτήν δημοσία. Μόλις ανέφερε το όνομά μου· όταν δε ηναγκάσθη να με επαινέση, έπραξε τούτο μετά ψυχρότητος και ακουσίως. Ελάχιστα μου απένειμε· και όταν είχε καταλληλοτάτην ευκαιρίαν να ομιλήση υπέρ εμού, ή απέφυγεν, ή ωμίλησε μετά πολλής επιφυλάξεως.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Ω μη πιστεύης εις όλα, φίλτατέ μου, ή μη παροργίζεσαι(15) δι' όλα αν πρέπη να τα πιστεύης. Αν η ρήξις αύτη συμβή, ουδέποτε θα υπάρξη γυνή δυστυχεστέρα εμού, ισταμένη μεταξύ δύο αντιπάλων, και δεομένη υπέρ αμφοτέρων. Οι θεοί θα με σκώψωσιν, όταν αφ' ενός μεν λέγω: «Ω, φυλάξατε τον προσφιλή μου σύζυγον», αφ' ετέρου δε αναιρώ την προσευχήν ταύτην ανακράζουσα: «Φυλάξατε τον αδελφόν μου». Νίκα σύζυγε, νίκα αδελφέ· η μία προσευχή αναιρεί την άλλην· δεν υπάρχει μέσος όρος μεταξύ των άκρων τούτων.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας κλίνη, η αγάπη σου, γλυκεία Οκταβία, προς εκείνον, όστις αγωνίζεται πλειότερον να διατηρήση αυτήν. Αν απολέσω την τιμήν, χάνομαι και εγώ αυτός. Προτιμότερον να μην ήμην σύζυγός σου, παρά να σου ανήκω κατησχυμένος· αλλά, κατά την επιθυμίαν σου μεσίτευσε προς συνδιαλλαγήν ημών. Κατά το διάστημα δε τούτο, Οκταβία, θα ετοιμασθώ προς επιχείρησιν πολέμου, όστις θα επισκιάση τον αδελφόν σου. Σπεύσε όσω δύνασαι ταχύτερον· ούτως εκπληρούται η επιθυμία σου.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Ευχαριστώ, Αντώνιε. Είθε ο πανίσχυρος Ζευς να σας συμφιλιώση δι' εμού της ασθενούς, της ασθενεστάτης! Πόλεμος μεταξύ υμών θα ήτο ως να εσχίζετο ο κόσμος και το εκ τούτου χάσμα αυτού να πληρωθή νεκρών.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όταν εννοήσης τον αίτιον του πολέμου τούτου, δείξε προς αυτόν την δυσαρέσκειάν σου· διότι δεν είναι δυνατόν τα σφάλματά μας να είναι τόσον ίσα, ώστε και η αγάπη σου να διανέμεται εξ ίσου μεταξύ μας. Ετοίμασε τα της αναχωρήσεώς σου· έκλεξε την συνοδείαν σου και δαπάνησε οσαδήποτε θελήσης. (Εξέρχονται).

ΕΡΩΣ. Ο Καίσαρ και ο Λέπιδος εκήρυξαν πόλεμον κατά του Πομπηίου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αυταί είναι παλαιαί. Ποία υπήρξεν η έκβασις;

ΕΡΩΣ. Ο Καίσαρ, αφού πρώτον μετεχειρίσθη αυτόν εις τον κατά του Πομπηίου πόλεμον, αρνείται τώρα να τον αναγνωρίση ως συνάρχοντα, ούτε του επιτρέπει να συμμετάσχη της δόξης της εκστρατείας· μη αρκεσθείς δε εις ταύτα, κατηγορεί αυτόν ως διατηρήσαντα μυστικήν αλληλογραφίαν μετά του Πομπηίου, και επί τη κατηγορία ταύτη διατάσσει την σύλληψίν του. Τώρα δε ο δυστυχής τρίαρχος είναι εις τας φυλακάς, περιμένων τον θάνατον να τον λυτρώση.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Ώστε, κόσμε, δεν σου μένουν πλέον ειμή δύο μόνον σιαγόνες. Και την τροφήν δε όλην την οποίαν εμπεριέχεις αν ρίψης μεταξύ αυτών, θα σπαράξωσιν αλλήλους. Πού είναι ο Αντώνιος;

ΕΡΩΣ. Περιπατεί εις τον κήπον κατά τούτον τον τρόπον, ποδοπατών τους ενώπιον αυτού σχοίνους, φωνάζων: «Μωρέ Λέπιδε» και απειλών να κόψη τον λαιμόν του αξιωματικού του εκείνου, όστις εδολοφόνησε τον Πομπήιον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τα μεγάλα μας πλοία εξωπλίσθησαν...

ΕΡΩΣ. Διά να αποπλεύσουν εις την Ιταλίαν εναντίον του Καίσαρος. Αλλά κάτι άλλο, Δομίτιε· ο κύριός μου επιθυμεί να σου ομιλήση· ηδυνάμην βραδύτερον να σου αναγγείλω τα νέα μου.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Δεν θα είναι τίποτε· αλλ' έστω. — Οδήγησέ με εις τον Αντώνιον.

ΕΡΩΣ. Ελθέ, Αινόβαρβε. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Αθήναι. Έτερον δωμάτιον της αυτής οικίας. ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ, ΕΡΩΣ.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Λοιπόν, φίλε Έρως;

ΕΡΩΣ. Έχομεν παραδόξους ειδήσεις, Αινόβαρβε!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τι τρέχει;

ΣΚΗΝΗ ΣΤ'.

Ρώμη. Δωμάτιον εν τη οικία του Καίσαρος. ΚΑΙΣΑΡ, ΑΓΡΙΠΠΑΣ, ΜΑΙΚΗΝΑΣ.

ΚΑΙΣΑΡ. Προς περιφρόνησιν της Ρώμης έπραξε ταύτα πάντα, και έτι πλειότερα εν Αλεξανδρεία. — Ιδού πώς συνέβησαν. — Επί βήματος αργυρού, στηθέντος επί της δημοσίας αγοράς, ενεθρονίσθησαν δημοσία επί χρυσών καθίσαντες θρόνων, αυτός και η Κλεοπάτρα· παρά τους πόδας αυτών εκάθητο ο Καισαρίων, τον οποίον ονομάζουν υιόν του πατρός μου, και προσέτι όλη η αθέμιτος γενεά η εκ της ακολασίας αυτών γεννηθείσα. Απένειμε εις την Κλεοπάτραν την διοίκησιν της Αιγύπτου, κηρύξας αυτήν βασίλισσαν της Κοίλης Συρίας, της Κύπρου και της Λυδίας.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Δημοσία ταύτα;

ΚΑΙΣΑΡ. Επί της δημοσίας πλατείας όπου είναι τα γυμναστήρια· αναγορεύσας δε τους υιούς αυτού βασιλείς βασιλέων, έδωκεν εις μεν τον Αλέξανδρον την μεγάλην Μηδίαν, την χώραν των Πάρθων και την Αρμενίαν, εις δε τον Πτολεμαίον ώρισε την Συρίαν, την Κιλικίαν και την Φοινίκην. Αύτη δε ενεφανίσθη φέρουσα στολήν της θεάς Ίσιδος, λέγεται δε ότι και πρότερον εδέχετο συνεχώς ακροάσεις με το ένδυμα τούτο(16).

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Πρέπει να μάθη όλα ταύτα η Ρώμη.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Η οποία αηδιάσασα εκ της αυθαδείας του θ' αποβάλη πάσαν καλήν ιδέαν περί αυτού.

ΚΑΙΣΑΡ. Ο λαός τα γνωρίζει· έλαβεν ήδη και τας εκείνου κατηγορίας.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Ποίον κατηγορεί;

ΚΑΙΣΑΡ. Τον Καίσαρα· λέγων ότι, αφαιρέσας την Σικελίαν από του Σέξτου Πομπηίου, δεν παρεχώρησα εις αυτόν το εκ της νήσου ταύτης μερίδιόν του· ότι μου εδάνεισε πλοία, τα οποία δεν απέδωκα· τέλος δε αγανακτεί διότι καθήρεσα εκ της τριανδρίας τον Λέπιδον και κατεκράτησα τα εισοδήματά του.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Πρέπει, Καίσαρ, να απολογηθής εις τας κατηγορίας ταύτας.

ΚΑΙΣΑΡ. Απεκρίθην ήδη, και ο αγγελιαφόρος ανεχώρησεν. Είπον εις αυτόν ότι ο Λέπιδος είχε γίνη λίαν επαχθής, ότι κατεχράτο της μεγάλης του εξουσίας και ότι ήτο άξιος της αποβολής. Ως προς τας υπ' εμού γενομένας κατακτήσεις, του χορηγώ την μερίδα του, υπό τον όρον του να λάβω κ' εγώ την ιδικήν μου εκ της Αρμενίας και των άλλων υπ' αυτού κυριευθέντων βασιλείων.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Ουδέποτε θα συναινέση εις τούτο.

ΚΑΙΣΑΡ. Τότε ουδ' εγώ συναινώ εις ό,τι ζητεί, (Εισέρχεται η Οκταβία).

ΟΚΤΑΒΙΑ. Χαίρε, αδελφέ μου, χαίρε, φίλτατε Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Επέπρωτο να σε ονομάσω απόβλητον.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Δεν με ωνόμασες ποτέ, αλλ' ούτε έχεις λόγον να με ονομάσης ούτω.

ΚΑΙΣΑΡ. Διατί ήλθες τόσον αιφνιδίως; Δεν έρχεσαι ως αδελφή του Καίσαρος. Στρατός ολόκληρος έπρεπε να προπορεύεται της συζύγου του Αντωνίου, οι δε χρεμετισμοί των ίππων να αναγγέλλουν την άφιξίν της πολύ πριν ή φανή· τα παρά την οδόν δένδρα να καλύπτονται υπό θεατών ανυπομόνως περιμενόντων την εμφάνισίν σου, προσέτι δε ο υπό της πολυαρίθμου συνοδείας σου εγειρόμενος κονιορτός να φθάνη μέχρις ουρανού· αλλά συ ήλθες εις Ρώμην ως κόρη αγοραία, μη επιτρέψασα να εκδηλώσωμεν την προς σε αγάπην, ήτις μένουσα ανεκδήλωτος, καθίσταται ως επί το πολύ αμφίβολος. Έπρεπε και διά ξηράς και διά θαλάσσης να έλθωμεν εις προϋπάντησίν σου, και εις έκαστον σταθμόν να σε υποδεχώμεθα με αυξάνουσαν αγαλλίασιν.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Ουδείς, αδελφέ μου, με ηνάγκασε να έλθω ούτως· έπραξα τούτο εξ ιδίας θελήσεως. Ακούσας ο σύζυγός μου Μάρκος Αντώνιος, ότι παρασκευάζεσθε προς πόλεμον, μου ανεκοίνωσε την λυπηράν αγγελίαν και τούτου ένεκα παρεκάλεσα αυτόν να μου επιτρέψη να επανέλθω προς σε.

ΚΑΙΣΑΡ. Σου το επέτρεψε δε ευχαρίστως, διότι παρενέβαλλες προσκόματα εις την ακολασίαν του.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Μη λέγεις ταύτα, Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Οι οφθαλμοί μου είναι προσηλωμένοι επ' αυτού, ο δε άνεμος φέρει προς εμέ πάσας αυτού τας πράξεις. Πού είναι τώρα;

ΟΚΤΑΒΙΑ. Εις τας Αθήνας, Καίσαρ.

ΚΑΙΣΑΡ. Όχι, πολυαδικημένη μου αδελφή. Η Κλεοπάτρα του ένευσε να μεταβή πλησίον της. Εις πόρνην πορέδωκε το κράτος του, αμφότεροι δε στρατολογούν εναντίον μου τους βασιλείς της γης. Συνήθροισαν ήδη τον βασιλέα της Λυβίας Βάκχον, τον Αρχέλαον της Καππαδοκίας, τον Φιλάδελφον της Παφλαγονίας, τον βασιλέα της Θράκης Σαδάλαν, τον Μάλχον της Αραβίας, τον βασιλέα του Πόντου, τον Ηρώδη της Ιουδαίας, τον της Κομμαγηνής Μιθριδάτην, και τους βασιλείς της Μηδίας και Λυκαονίας Παλέμωνα και Αμύνταν, και πλήθος άλλων σκηπτούχων ηγεμόνων.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Ω δύσμοιρος εγώ, της οποίας την καρδίαν κατέχουν δύο αδελφοί, εναντίον αλλήλων μαχόμενοι!

ΚΑΙΣΑΡ. Καλώς ήλθες εδώ. Αι επιστολαί σου ανέστειλαν την ρήξιν ημών, έως ότου διέγνωσα μέχρι πόσου συ μεν υβρίζεσο, πόσους δ' ημείς κινδύνους ως εκ της αμελείας ημών διατρέχομεν. Έχε θάρρος· μη θορυβήσαι υπό των περιστάσεων, αίτινες διαταράσσουν εξ ανάγκης την ευτυχίαν σου, και άφες τα υπό της μοίρας αποφασισθέντα να ακολουθήσουν αγογγύστως την πορείαν των. Καλώς ήλθες εις Ρώμην. Ουδέν σου προσφιλέστερον. Εξυβρίσθης πλειότερον παρ' όσον ήτο δυνατόν να φαντασθή τις, οι δε δίκαιοι θεοί εξέλεξαν ημάς και πάντας τους σε αγαπώντας, όπως σε εκδικήσωσι. Παρηγορήσου, καλώς ήλθες προς ημάς.

ΑΓΡΙΠΠΑΣ. Καλώς ήλθες, κυρία.

ΜΑΙΚΗΝΑΣ. Καλώς ήλθες, αγαπητή κυρία. Η Ρώμη σε συμπονεί και σε αγαπά. Μόνος ο μοιχός και εν ακολασίαις αχαλίνωτος Αντώνιος σε αποπέμπει, όπως παραδώση την μεγάλην αυτού εξουσίαν εις χείρας ποταπής εταίρας, ήτις επισείει αυτήν μετά πατάγου εναντίον ημών.

ΟΚΤΑΒΙΑ. Είναι αληθή ταύτα, Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Αληθέστατα. Καλώς ήλθες, αδελφή. Έχε υπομονήν, φιλτάτη. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ζ΄.

Το στρατόπεδον του Αντωνίου παρά το Άκτιον. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ, ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Θα μου το πληρώσης, μη αμφιβάλλης.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά διατί, κυρία, διατί, διατί;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν ήθελες να παρευρεθώ εις τον πόλεμον λέγων ότι δεν ήτο πρέπον.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αι, καλά, μήπως είναι;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αν δεν υπάρχη ειδική κατηγορία εναντίον μου, διατί να μη παρευρεθώ;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Ημπορούσα τώρα να αποκριθώ πολύ καλά ότι αν εις τον πόλεμον είχομεν τα άλογα μαζί με τες φοράδες, τα άλογα θα ήσαν εντελώς άχρηστα, διότι κάθε φοράδα θα εσήκωνε ένα στρατιώτην με το άλογό του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι λέγεις;

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Η παρουσία σου θα ανησυχή κατ' ανάγκην τον Αντώνιον, θα απασχολή την καρδίαν, τον νουν και τον χρόνον αυτού, ενώ θα έχη απόλυτον ανάγκην τούτων. Κατηγορούσιν ήδη αυτόν ως επιπόλαιον και λέγουν εν Ρώμη ότι τον πόλεμον τούτον διευθύνει ο ευνούχος Ποθεινός και αι θεραπαινίδες του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ας καταποντισθή η Ρώμη, και ας σαπίσουν αι γλώσσαι εκείνων, οίτινες ομιλούν εναντίον ημών. Υφίσταμαι κ' εγώ τα βάρη του πολέμου, και ως ηγέτης του βασιλείου μου θα παρευρεθώ ως εάν ήμην ανήρ. Μη αντιλέγης, δεν θα υποχωρήσω.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πολύ καλά, τότε σιωπώ. — Ιδού ο αυτοκράτωρ. (Ο Αντώνιος εισέρχεται μετά του Κανιδίου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δεν είναι παράδοξον, Κανίδιε, αναχωρήσας από τον Τάραντα και το Βρενδήσιον να πλεύση τόσω ταχέως το Ιόνιον πέλαγος, και να καταλάβη την Τορώνην; (Προς την Κλεοπάτραν). Το ήκουσες, φιλτάτη.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ουδείς πλειότερον του αδρανούς θαυμάζει την γοργότητα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Επίπληξις εύστοχος αρμόζουσα εις τον ανδρειότερον πολεμιστήν επιπλήττοντα ημάς επί νωθρότητι. Θα πολεμήσωμεν και κατά θάλασσαν, Κανίδιε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατά θάλασσαν; Πώς άλλως;

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Διατί, στρατηγέ;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Διότι μας προκαλεί.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά και συ, στρατηγέ, τον προεκάλεσες εις μονομαχίαν.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Του προέτεινες να πολεμήσετε εις την Φάρσαλον, ένθα άλλοτε επολέμησεν ο Καίσαρ κατά του Πομπηίου· αλλ' απορρίπτει την πρότασίν σου ως μη ωφέλιμον, επομένως πρέπει και συ να πράξης το αυτό.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τα πληρώματα των πλοίων σου είναι ελλιπή, οι δε ναύται είναι ονηλάται και θερισταί εσπευσμένως ναυτολογηθέντες. Ο στόλος του Καίσαρος έχει ναύτας πολλάκις πολεμήσαντας κατά του Πομπηίου· τα πλοία του είναι ελαφρά και ευκίνητα, βαρέα δε και δυσκίνητα τα ιδικά σου. Δεν είναι αίσχος να αρνηθής την ναυμαχίαν, αφού είσαι έτοιμος να πολεμήσης κατά ξηράν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κατά θάλασσαν, κατά θάλασσαν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλά τοιουτοτρόπως καθιστάς άχρηστον, ω αρχηγέ, την απαράμιλλον στρατιωτικήν εμπειρίαν σου, διασπάς τον στρατόν συγκείμενον, ως επί το πολύ, εξ εμπείρων πεζομάχων, δεν χρησιμοποιείς τας ομολογουμένας στρατιωτικάς γνώσεις, σου, εγκαταλείπεις την μόνην ασφαλή οδόν και απορρίπτων το ασφαλές και βέβαιον παραδίδεσαι εις την τυφλήν τύχην.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα πολεμήσω και κατά θάλασσαν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έχω εξήκοντα πλοία, προς έκαστον των οποίων ουδέ έν εκ των του Καίσαρος παραβάλλεται.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Θα καύσωμεν τα πλεονάζοντα και διά των επιλοίπων τελείως εξωπλισμένων θα προσβάλωμεν τον Καίσαρα επιτιθέμενοι κατ' αυτού από του ακρωτηρίου του Ακτίου. Εάν δε αποτύχωμεν (εισέρχεται αγγελιαφόρος), δυνάμεθα να πράξωμεν τούτο κατά ξηράν. Τι συμβαίνει;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Είναι αληθής η αγγελία, στρατηγέ· εδόθη ήδη το σημείον της εμφανίσεως· ο Καίσαρ κατέλαβε την Τορώνην.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Είναι δυνατόν να έφθασεν εκεί ο ίδιος; αδύνατον. Παράδοξον να φθάσουν ήδη εκεί αι δυνάμεις του! Συ Κανίδιε, θα διοικήσης τας δέκα εννέα λεγεώνας και τους δωδεκακισχιλίους ιππείς, ημείς δε θα επιβιβασθώμεν επί των πλοίων. (Εισέρχεται στρατιώτης). Ελθέ, Θέτις μου! — Τι τρέχει, παλληκάρι μου;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μη πολεμήσης κατά θάλασσαν, ω γενναίε αυτοκράτορ· μη στηρίξης τας ελπίδας σου εις σαθράς σανίδας. Δυσπιστείς εις το ξίφος μου και τας πληγάς μου ταύτας; Ας πολεμήσουν κατά θάλασσαν οι Αιγύπτιοι και οι Φοίνικες· ημείς συνειθίσαμεν να νικώμεν ιστάμενοι επί της ξηράς και πόδα προς πόδα αντιπροτείνοντες.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εμπρός, εμπρός, άγωμεν, (Εξέρχεται ο Αντώνιος, η Κλεοπάτρα και ο Αινόβαρβος).

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Μα τον Ηρακλέα, νομίζω ότι έχω δίκαιον.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ναι, στρατιώτα, πλην όλη αυτού η ενέργεια κατά τον πόλεμον τούτον δεν πηγάζει εκ της αυτοβουλίας του. Ο στρατηγός μας άγεται υπό άλλου, ημείς δε είμεθα στρατιώται γυναικών.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Δεν είναι αληθές ότι θα διοικήσης τας λεγεώνας και το ιππικόν ημών;

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ο Μάρκος Οκτάβιος, ο Μάρκος Ινστήιος, ο Ποπλικόλας και ο Κοίλιος θα διευθύνουν κατά θάλασσαν, ημείς δε όλας τας πεζικάς δυνάμεις. Η ταχύτης αύτη του Καίσαρος καταντά απίστευτος.

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Ήτον ακόμη εις την Ρώμην, ότε ο στρατός αναχωρών κατά μικρά αποσπάσματα, διέφυγε την προσοχήν παντός κατασκόπου.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ήκουσες ποίος είναι ο υπασπιστής αυτού;

ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ. Κάποιος Ταύρος, λέγουν.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Α, τον γνωρίζω. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος).

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ο αυτοκράτωρ ζητεί τον Κανίδιον.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Ο καιρός εγκυμονεί ειδήσεις, και πάσα στιγμή γεννά νέας.

ΣΚΗΝΗ Η'.

Πεδιάς παρά το Άκτιον. ΚΑΙΣΑΡ, ΤΑΥΡΟΣ, ΑΞΙΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΚΑΙΣΑΡ. Ταύρε.

ΤΑΥΡΟΣ. Τι διατάσσει ο Καίσαρ;

ΚΑΙΣΑΡ. Μη προσβάλης κατά ξηράν· συγκράτησε όλας τας δυνάμεις· μη προκαλέσης μάχην πριν ή τελειώσωμεν την ναυμαχίαν. Συμμορφού προς τας διαταγάς του εγγράφου τούτου. Η τύχη ημών εξαρτάται εκ του τολμήματος τούτου. (Εξέρχονται),

(Εισέρχεται ο Αντώνιος μετά του Αινοβάρβου).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας παρατάξωμεν τας μεραρχίας μας προς το κάτω μέρος του λόφου απέναντι του στρατού του Καίσαρος· εκ της θέσεως ταύτης δυνάμεθα να βλέπωμεν τον αριθμόν των πλοίων και να ενεργήσωμεν αρμοδίως. (Εξέρχονται. Εισέρχεται ένθεν μεν ο Κανίδιος ηγούμενος των στρατευμάτων του, ένθεν δε ο υπασπιστής τον Καίσαρος Ταύρος μετά των ιδικών του, αφού δε απομακρυνθώσιν ακούεται ο κρότος της ναυμαχίας. Ο θόρυβος εξακολουθεί, εισέρχεται ο Αινόβαρβος).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τετέλεσται, τετέλεσται, το παν εχάθη· ούτε να παρατηρήσω περισσότερον αντέχω. Η ναυαρχίς των Αιγυπτίων Αντωνιάς, ανακρούσασα πρύμναν, τρέπεται εις φυγήν μετά των εξήκοντα Αιγυπτιακών πλοίων το θέαμα τούτο επέπεσεν ως κεραυνός επί των οφθαλμών μου. (Εισέρχεται ο Σκάρος).

ΣΚΑΡΟΣ. Θεοί Ολύμπιοι!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Τι σημαίνει η παραφορά αύτη;

ΣΚΑΡΟΣ. Ένεκα της αμαθείας μας χάνομεν το μεγαλείτερον μέρος του κόσμου! Ερωτοτροπούντες εχάσαμεν βασίλεια και επαρχίας (17).

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Πώς φαίνεται η μάχη;

ΣΚΑΡΟΣ. Το μέρος ημών φαίνεται ως προσβληθέν υπό της λοιμικής εκείνης, ήτις επιφέρει βέβαιον θάνατον. Η ασελγής εκείνη φορβάς της Αιγύπτου — πού να την θερίση λέπρα! — εν τω μέσω της μάχης, ότε το αποτέλεσμα, όμοιον προς διδύμους αδελφούς, εφαίνετο έν και το αυτό εκατέρωθεν, μάλλον δε κλίνον υπέρ ημών, κεντηθείσα υπό μυίας, ως αγελάς τον Ιούνιον, υψώνει τα ιστία και τρέπεται εις φυγήν.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Το είδα, και οι οφθαλμοί μου έπαθον τόσον εκ της θέας αυτού, ώστε δεν ηδυνήθην να το υποφέρω πλειότερον.

ΣΚΑΡΟΣ. Μόλις αύτη ανέκρουσε πρύμναν, και ο Αντώνιος, το ευγενές τούτο θύμα της μαγικής της δυνάμεως, υψώνει τα ιστία και ως παράφορος νήσσα, εγκαταλείπων την μάχην εις την ακμήν αυτής, φεύγει όπισθεν εκείνης. Ουδέποτε είδα αισχροτέραν πράξιν· ουδέποτε εμπειρία, ανδρεία, τιμή, επρόδωκεν εαυτήν τοιουτοτρόπως.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Αλλοίμονον, αλλοίμονον! (Εισέρχεται ο Κανίδιος).

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Η τύχη ημών πνέει τα λοίσθια κατά θάλασσαν, βυθίζεται δε κατά τρόπον αξιοθρήνητον. Αν ο στρατηγός ημών εδεικνύετο οποίος ήτο άλλοτε, τα πάντα θα απέβαινον κατ' ευχήν. Ω! μας έδωκε το παράδειγμα της φυγής, αισχρώς φεύγων ο ίδιος!

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. (Κατ' ιδίαν). Αυτού λοιπόν έφθασαν τα πράγματα; Τότε καλή νύκτα.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Έφυγον προς την Πελοπόννησον.

ΣΚΑΡΟΣ. Δεν είναι δύσκολον να τους ακολουθήσω· θα μεταβώ εκεί και θα περιμένω ό,τι και αν συμβή.

ΚΑΝΙΔΙΟΣ. Τας λεγεώνας και το ιππικόν μου θα παραδώσω εις τον Καίσαρα· έξ βασιλείς μου έδωκαν ήδη το παράδειγμα της υποταγής.

ΑΙΝΟΒΑΡΒΟΣ. Θα ακολουθήσω ακόμη την πληγωμένην τύχην του Αντωνίου, μολονότι η λογική μου υπαγορεύει να πράξω το εναντίον.

(Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Θ'.

Αλεξάνδρεια. Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. Εισέρχεται ο ΑΝΤΩΝΙΟΣ μετά πολλών υπηρετών.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ακούσατε· η γη μου απαγορεύει να βαδίσω πλέον επ' αυτής, αισχύνεται να με φέρη! — Πλησιάσατε, φίλοι. Τόσον πολύ εβραδυπόρησα εις τον κόσμον, ώστε έχασα διά παντός τον δρόμον. Έχω ένα πλοίον με φορτίον χρυσού. Λάβετε αυτό, μοιράσατέ το, φύγετε και συμφιλιωθήτε με τον Καίσαρα.

ΥΠΗΡΕΤΑΙ. Να φύγωμεν! ποτέ!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κ' εγώ αυτός έφυγα διδάξας τους ανάνδρους να δραπετεύουν και να στρέφουν τα νώτα. Πηγαίνετε, φίλοι. Απεφάσισα να ακολουθήσω πορείαν, ήτις δεν έχει χρείαν υμών· απέλθετε· οι θησαυροί μου είναι εις τον λιμένα· λάβετε αυτούς. Ω, ηκολούθησα εκείνο ούτινος η θέα μόνη μου προξενεί τώρα ερύθημα! Και αι τρίχες της κεφαλής μου στασιάζουσι, διότι αι μεν λευκαί ελέγχουσι τας μαύρας επί θρασύτητι, αύται δε πάλιν τας λευκάς επί φόβω και τρέλλα. Πηγαίνετε, φίλοι· θα σας δώσω επιστολάς προς φίλους, οίτινες θα διευκολύνουν τα της πορείας σας. Μη λυπήσθε, σας παρακαλώ, και μη λέγετε ότι δεν θέλετε. Ακολουθήσατε ό,τι σας συμβουλεύει η απελπισία μου· εγκαταλείψατε εκείνον όστις εγκαταλείπει εαυτόν· πηγαίνετε κατ' ευθείαν εις την παραλίαν· θα σας δώσω το πλοίον εκείνο και τους θησαυρούς. Άφετέ με δι' ολίγον, σας παρακαλώ. — Ναι, σας παρακαλώ. — Ναι, άφετέ με, διότι αληθώς δεν έχω πλέον την εξουσίαν να σας διατάξω. — Θα σας ίδω μετ' ολίγον, (Κάθηται. Εισέρχονται ο Έρως και η Κλεοπάτρα οδηγουμένη υπό του Χαρμίου και της Ειράδος).

ΕΡΩΣ. Πήγαινε, καλή μου κυρία, και παρηγόρησέ τον.

ΕΙΡΑΣ. Παρηγόρησέ τον, αγαπητή βασίλισσα.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Και τι άλλο ημπορείς να κάμης;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αφήσατέ με να καθήσω. Ω Ήρα!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όχι, όχι, όχι, όχι, όχι.

ΕΡΩΣ. Πώς δεν στρέφεις το βλέμμα να ίδης, στρατηγέ;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ουφ· όχι όχι.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.

ΕΙΡΑΣ. Κυρία, καλή μου αυτοκράτειρα!

ΕΡΩΣ. Στρατηγέ, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ναι, φίλε μου, ναι. Εις Φιλίππους, αυτός έφερε το ξίφος εις την θήκην ως χορευτής, ενώ εγώ εκτύπων τον ισχνόν και ερρυτιδωμένον Κάσσιον. Εγώ κατέφερα το τελευταίον τραύμα εις τον παράφορον Βρούτον, ενώ αυτός, ουδεμίαν έχων στρατιωτικήν εμπειρίαν, επολέμει μόνον διά των υπασπιστών αυτού. Και όμως τώρα... αλλά τι με τούτο;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Απομακρυνθήτε.

ΕΡΩΣ. Η βασίλισσα, στρατηγέ, η βασίλισσα.

ΕΙΡΑΣ. Πήγαινε και μίλησέ του, κυρία· τάχασε από την εντροπήν του.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Καλά λοιπόν. — Βοηθήσατέ με. — Ω!

ΕΡΩΣ. Σήκω, γενναίε Αντώνιε· η βασίλισσα πλησιάζει· η κεφαλή της είναι γυρμένη· ο θάνατος είναι επάνω της και μόνη η παρηγοριά σου δύναται να την σώση.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εκηλίδωσα την τιμήν μου (18) διά της αισχράς φυγής μου.

ΕΡΩΣ. Η βασίλισσα, στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού με κατήντησες, ω Αιγυπτία; Ιδέ πώς αποκρύπτω από σου το αίσχος μου, στρέφων τα βλέμματα εις τα οπίσω, εις τας πράξεις εκείνας τας οποίας περιβάλλει η ατιμία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Συγχώρησε, συγχώρησε, ω άρχον, τα δειλιάσαντα πλοία μου! Ουδέποτε εφανταζόμην ότι ήθελες ακολουθήση.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εγνώριζες κάλλιστα, ω βασίλισσα, ότι αι ίνες της καρδίας μου ήσαν δεδεμέναι επί του πηδαλίου σου, και ότι φεύγουσα θα με έσυρες όπισθέν σου. Εγνώριζες την επί του πνεύματός μου μεγίστην δύναμίν σου, και ότι εις το νεύμα σου ηδυνάμην και των θεών αυτών τας διαταγάς να παρακούσω.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω, συγχώρησέ με!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τώρα πρέπει να στείλω ταπεινωτικάς προτάσεις εις τον νεανίαν, και εις μέσα ποταπά και χαμερπή να περιστρέφομαι, εγώ, ο κατ' αρέσκειαν διευθύνας το ήμισυ του κόσμου, και τύχας ανυψών και καταβιβάζων. Εγνώριζες πόσον με είχες υποδουλώση, και ότι το ξίφος μου αμβλυνθέν υπό του έρωτος, θα υπήκουεν εις αυτόν εις πάσαν περίστασιν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω συγχώρησε, συγχώρησε!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μη χύσης ούτε έν δάκρυ. Ένα σου δάκρυ αξίζει όλα όσα εκερδήσαμεν και απωλέσαμεν. Δος μου ένα φίλημα· τούτο με αποζημιώνει. Εξαπέστειλα τον παιδαγωγόν ημών· δεν επανήλθεν ακόμη; Αισθάνομαι εμαυτόν καταβεβλημένον, φιλτάτη· ας μου φέρουν οίνον και ολίγον κρέας. Γνωρίζει η τύχη ότι όσον δριμύτερον επιτίθεται εναντίον μου, τόσον περισσότερον την περιφρονώ, (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Ι'.

Στρατόπεδον τον Καίσαρος εν Αιγύπτω. ΚΑΙΣΑΡ, ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ, ΘΥΡΣΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ.

ΚΑΙΣΑΡ. Φέρετε τον απεσταλμένον του Αντωνίου. — Τον γνωρίζετε;

ΔΟΛΟΒΕΛΛΑΣ. Είναι ο παιδαγωγός των τέκνων του, Καίσαρ. Απόδειξις ότι εμαδήθη, όταν στέλλη εδώ τόσον ασήμαντον πτερόν της πτέρυγός του, ο προ μικρού έτι έχων βασιλείς ως αγγελιαφόρους.

ΚΑΙΣΑΡ. Πλησίασε και ομίλησε.

ΕΥΦΡΟΝΙΟΣ. Τοιούτος οποίος είμαι, έρχομαι εκ μέρους του Αντωνίου. Τελευταίον ακόμη ήμην τόσον ασήμαντος εις τα σχέδιά του, όσον είναι η επί των φύλλων της μυρσίνης πρωινή δρόσος παραβαλλομένη προς τον ωκεανόν.

ΚΑΙΣΑΡ. Έστω. Ανακοίνωσέ μας την εντολήν σου.

ΘΥΡΣΟΣ. Σε προσαγορεύει ως κύριον της τύχης του, και παρακαλεί να του επιτρέψης να ζήση εις την Αίγυπτον, απορριπτομένης δε της αιτήσεώς του, περιορίζεται να σε ικετεύση να του επιτρέψης να αναπνέη ελευθέρως, ως ιδιώτης, τον αέρα του ορίζοντος των Αθηνών. Ταύτα ως προς τον Αντώνιον. Ως προς την Κλεοπάτραν, αύτη ανομολογεί το μεγαλείον σου, και υποτασσομένη εις την ισχύν σου, ζητεί παρά σου υπέρ των διαδόχων αυτής, το διάδημα των Πτολεμαίων, όπερ είναι τώρα εις την διάθεσίν σου.