Αντώνιος και Κλεοπάτρα Τραγωδία εις πράξεις 5

Part 2

Chapter 2 7 words Public domain Markdown

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Όταν αύται λέγωνται εις ανόητον ή άνανδρον. — Εξακολούθει. Ό,τι έγινεν, έγινεν. — Ούτως εκλαμβάνω εγώ τα πράγματα. Όπως τον κολακεύοντα, ούτω και τον λέγοντα αλήθειαν ακούω μετά προσοχής, και θάνατον αν υπέκρυπτεν η διήγησίς του.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ο Λιβηινός — λυπηρά αγγελία — υπέταξε διά των Πάρθων την Ασίαν από του Ευφράτου, και η τροπαιοφόρος αυτού σημαία κυματίζει από της Συρίας μέχρι της Λυδίας και Ιωνίας, ενώ...

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ενώ ο Αντώνιος ήθελες να είπης.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ω στρατηγέ!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λέγε ελευθέρως, μη μετριάζης τα υπό του πλήθους λεγόμενα. Ονόμασε την Κλεοπάτραν όπως την ονομάζουν εις την Ρώμην· επανάλαβε τας σκωπτικάς φράσεις της Φουλβίας, και επίπληξε τα σφάλματά μου με την παρρησίαν εκείνην μεθ' ης ομιλεί η αλήθεια και η κακεντρέχεια· διότι όταν παύση πνέων ο ζωογονών ημάς άνεμος της αληθείας, τότε φύονται εν ημίν χόρτα άγρια, μόνος δε των ημετέρων σφαλμάτων ο έλεγχος καλλιεργεί την ψυχήν ημών. Άφες με δι' ολίγον.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εις τας διαταγάς σου. (Εξέρχεται).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ε, τι νέα εκ Σικυώνος; Λέγε.

Α’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Ήλθε κανείς από την Σικυώνα;

Β’. ΥΠΗΡΕΤΗΣ. Περιμένει τας διαταγάς σας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας εισέλθη. — Πρέπει να θραύσω τα ισχυρά ταύτα δεσμά της Αιγύπτου, ή να εξαφανισθώ εις τον παράφορον τούτον έρωτα. (Εισέρχεται άλλος αγγελιαφόρος). Ποίος είσαι;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Απέθανεν η σύζυγός σου Φουλβία.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πού απέθανεν;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Εις την Σικυώνα. Την διάρκειαν της ασθενείας της και ό,τι άλλο μέλλεις να μάθης, θα αναγνώσης εις την επιστολήν ταύτην. (Τω εγχειρίζει επιστολήν).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Άφες με σε παρακαλώ. (Εξέρχεται ο αγγελιαφόρος). Ψυχή ευγενής απήλθε του κόσμου! Αυτό κ' εγώ επιθυμούσα:

[[Σελίδες 15-16: Έρχεται μέρα, πού ζητάμε ν' απολαύσουμε κείνο που με περιφρόνηση άλλοτε αποδιώχναμε. Η τωρινή απόλαυση γυρίζει με το πέρασμα του καιρού και γίνεται το αντίθετό της. Είναι καλή γιατί πια δεν υπάρχει· το χέρι που την απόδιωχνε, τώρα θέλει να την φέρει πίσω. Πρέπει να γλυτώσω πια απ' αυτή τη γόησσα Βασίλισσα. Δέκα χιλιάδες δεινά πιο μαύρα απ' όσα με βρήκανε, μου φέρνει το αποκοίμισμά μου. (Έρχεται ο Αινόβαρδος)

Ε! Αινόβαρδε.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Τι διατάζει ο στρατηγός;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πρέπει να φύγω από δω το γρηγορότερο.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Μα τότε πρέπει να σκοτώσουμε τις γυναίκες μας. Βλέπουμε πώς κάθε σκληρότητά μας τις θανατώνει· αν φύγουμε θα πεθάνουν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πρέπει να φύγω.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Αν υπάρχει λόγος σοβαρός, ας πεθάνουν οι γυναίκες. Θάταν κρίμα να τις θυσιάσουμε για το τίποτα, αν και μπροστά σε μια μεγάλη αιτία πρέπει να τις θεωρήσουμε τίποτα. Αν η Κλεοπάτρα πάρει είδηση το φευγιό μας, σίγουρα θα πεθάνει. Είκοσι φορές την είδα να ψυχομαχεί με ελάχιστη αιτία. Πραγματικά νομίζω ότι υπάρχει κάτι στον θάνατο, που την τραβά· Βλέπω να την τραβά τόσο γλυκά, που για ένα έτσι, είναι έτοιμη να πεθάνει.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Δε φαντάζεται κανείς πόσο πανούργα είναι.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Όχι στρατηγέ. Το πάθος της είναι αγνός, αγνότατος έρωτας. Δεν μπορούμε να ονομάζουμε τους άνεμους και τις πλημμύρες της, αναστεναγμούς και δάκρυα: είναι πιο μεγάλες καταιγίδες από ότι περιγράφει το Αλμανάκ. Αυτά δεν μπορούν να είναι πανουργία. Αν είναι, είναι καλλίτερη στο να κάνει βροχή απ’ ότι ο Δίας.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κάλλιο να μην την έβλεπα ποτέ.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Ω στρατηγέ. Τότε δεν θα είχατε δει ένα θαυμάσιο έργο τέχνης.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Η Φουλβία πέθανε.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Στρατηγέ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πέθανε η Φουλβία.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Η Φουλβία;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Πέθανε.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Μα στρατηγέ, θυσίασε στους θεούς: όταν αποφασίζουν να πάρουν την γυναίκα από ένα άνδρα, του δείχνουν τους ράφτες της γης· είναι παρηγοριά που όταν τα παλιά ρούχα φθείρονται, υπάρχουν άνθρωποι που φτιάχνουν καινούργια. Αν στρατηγέ μου υπήρχε στον κόσμο απάνω, μονάχα η Φουλβία, τότε το δυστύχημα θάταν πολύ μεγάλο και θα ταίριαζε να κλαις. Αυτή η λύπη έχει την παρηγοριά της, μια που το παλιό ρούχο φέρνει το καινούργιο. Πραγματικά για να κλάψτε για μια τέτοια λύπη, θα πρέπει να χρησιμοποιήστε κρεμμύδι.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Οι δουλειές που άνοιξε αυτή στο κράτος απαιτούν την παρουσία μου.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Ναι, μα οι δουλειές που άνοιξες κ' εσύ εδώ, χωρίς εσένα δεν τελειώνουν, ειδικά αυτή της Κλεοπάτρας που βασίζεται αποκλειστικά σε σένα.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ας λείψουν οι αλαφρόμυαλες αντιλογίες.— Κοινοποίησε στους αξιωματικούς την απόφασή μου. Κ' εγώ θα εξηγήσω στη βασίλισσα το λόγο που με βιάζει να φύγουμε και θα πάρω από την αγάπη της την άδεια να φύγω. Γιατί δεν είναι μόνο ο θάνατος της Φουλβίας που μας βιάζει: τα γράμματα πολλών φίλων μας στην Ρώμη ζητούν τον γυρισμό μας. Ο Σέξτος Πομπήιος εξεγέρθηκε κατά του Καίσαρα και έχει την αυτοκρατορία της θάλασσας. Ο λαός, που η αγάπη του ποτέ δεν πάει στον πιο άξιο παρά μόνο όταν η αξία του τον έχει εγκαταλείψει, αρχίζει να δίνει όλα τα αξιώματα και την δόξα του μεγάλου [Πομπηίου στον γιό του, που ήδη μεγάλος σε φήμη και δύναμη, πιο μεγάλος ακόμα λόγω κούνιας και κουράγιου, περνά για μεγάλος στρατιώτης. Αν αυτός υπερισχύσει, ο κόσμος μπορεί να βρεθεί σε κίνδυνο. Πες στους ανθρώπους μας ότι θέλω να φύγουμε γρήγορα από εδώ.

ΑΙΝΟΒΑΡΔΟΣ. Εις τας διαταγάς σας.— (Όταν βγαίνουν μπαίν' η Κλεοπάτρα, η Χάρμιον, η Είρα κι' ο Αλεξάς)

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού είναι;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Δεν τον είδα από κείνη την ώρα.]]

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. (Προς τον Αλεξά). Κύτταξε να ιδής πού είνε, ποίος είνε μαζί του και τι κάμνει. — Να μη φανή ότι σε έστειλα. — Αν μεν είνε μελαγχολικός, ειπέ εις αυτόν ότι χορεύω, αν δε εύθυμος, ότι αιφνιδίως ησθένησα. Ύπαγε και επάνελθε ταχέως.

(Εξέρχεται ο Αλεξάς).

ΧΑΡΜΙΟΝ. Νομίζω κυρία ότι αν τον αγαπάς πολύ, δεν ηξεύρεις τον τρόπον να τον αναγκάσης να σε αγαπήση και αυτός πολύ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Τι εξ όσων έπρεπε να κάμω δεν κάμνω;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Να υποχωρής εις όλα και να μη αντιλέγης εις τίποτε.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Με συμβουλεύεις ως μωρά τον τρόπον του να τον χάσω.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Μη τον παραθυμώνης· έχε και ολίγην υπομονήν. Μισούμεν με τον καιρόν ό,τι συχνά φοβούμεθα. (Εισέρχεται ο Αντώνιος). Να, έρχεται ο Αντώνιος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δεν είμαι καλά, αισθάνομαι αθυμίαν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Λυπούμαι αναγγέλλων την απόφασίν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Βοήθησέ με να εξέλθω, αγαπητή μου Χάρμιον· θα πέσω· δεν είνε δυνατόν να παραταθή πολύ η κατάστασις αύτη· δεν αντέχουν αι φυσικαί μου δυνάμεις.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τώρα, προσφιλής μου βασίλισσα . . .

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Στάσου μακράν, σε παρακαλώ.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Τι συμβαίνει;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Βλέπω εκ των οφθαλμών σου ότι έχεις καλάς ειδήσεις. Τι λέγει η σύζυγος; Δύνασαι να αναχωρήσης. Είθε να μη σου επέτρεπε ποτέ να έλθης! Ας μη είπη ότι εγώ σε κρατώ εδώ. Ουδεμίαν εξουσίαν έχω επί σου· εις αυτήν ανήκεις.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μάρτυρες μου οι θεοί.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω, ουδέποτε βασίλισσα επροδόθη κατά τρόπον τοιούτον! Και όμως είδον εξ αρχής τεκταινομένην την προδοσίαν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Κλεοπάτρα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς να πιστεύσω ότι είσαι ιδικός μου και πιστός, και αν ακόμη οι όρκοι σου εκλόνιζαν τους θρόνους των θεών, συ ο εξαπατήσας την Φουλβίαν; Τρέλλα τερατώδης να πιστεύσω εις τους ψευδείς εκείνους όρκους οίτινες καταπατούνται άμα προφερόμενοι!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Γλυκυτάτη βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μη ζητής σε παρακαλώ πρόφασιν διά την αναχώρησίν σου, αλλ' αποχαιρέτησέ με και φύγε. Όταν παρεκάλεις να μείνης, είχες τότε προχείρους τους λόγους. Δεν ωμίλεις τότε περί αναχωρήσεως. Επί των οφθαλμών και των χειλέων μου υπήρχεν η αιωνιότης, η δε ευτυχία επεκάθητο επί των βλεφάρων μου· και το ευτελέστατον των πραγμάτων εν εμοί είχε τι τότε το αγγελικόν. Είμαι ακόμη η ιδία ή συ, ο μέγιστος στρατιώτης του κόσμου, έγινες και μέγιστος ψεύστης.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ω! κυρία!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ήθελα να είχα το ανάστημά σου· θα εμάνθανες τότε ότι υπάρχει γενναία καρδία εις την Αίγυπτον.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Άκουσέ με, βασίλισσα· η κρατερά των περιστάσεων ανάγκη απαιτεί επί τινα χρόνον τας υπηρεσίας μου, αλλ' η καρδία μου θα μείνη πλησίον σου. Η Ιταλία ημών είνε έρμαιον εμφυλίων σπαραγμών. Ο Σέξτος Πομπήιος βαδίζει προς τας πύλας της Ρώμης· το ισόπαλον των εσωτερικών κομμάτων γεννά φατριαστικάς ανησυχίας. Οι άλλοτε μισούμενοι καθίστανται τώρα αγαπητοί ένεκα της ισχύος αυτών, ο δε καταδικασθείς Πομπήιος, ωφελούμενος εκ της δόξης του πατρός του, αποσπά ταχέως τας συμπαθείας των μη ωφεληθέντων εκ της παρούσης καταστάσεως, τούτων δε ο πληθυνόμενος αριθμός αποβαίνει επικίνδυνος· οι δε εκ της ησυχίας απαυδήσαντες ζητούν αντιφάρμακον δι' οιασδήποτε παρατόλμου και απελπιστικής μεταβολής. Αλλ' ότι αφορά μόνον εις εμέ, τούτο δε κάλλιον παντός άλλου πρέπει να σε καθησυχάζη δια την αναχώρησίν μου, είνε ο θάνατος της Φουλβίας.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Αν η ηλικία δεν ηδυνήθη ακόμη να με απαλλάξη της κουφονοίας, με έχει όμως απηλλαγμένην της νηπιώδους ευπιστίας. Είνε δυνατόν να αποθάνη η Φουλβία;

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Απέθανε, βασίλισσα μου. (Tη εγχειρίζει επιστολήν). Ιδέ και ανάγνωσον εν βασιλική ανέσει τας ταραχάς τας οποίας αύτη διήγειρε· τέλος, το πάντων κάλλιστον, ιδέ πότε και πού απέθανεν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω του ψευδεστάτου έρωτος! Πού είνε αι ιεραί φιάλαι τας οποίας έπρεπε να πληρώσης εκ δακρύων λύπης; Βλέπω τώρα εκ του θανάτου της Φουλβίας τίνι τρόπω θακούσης και τον ιδικόν μου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Παύσε πλέον τας έριδας, και ετοιμάσου να μάθης τα σχέδιά μου, των οποίων η εκτέλεσις είνε εις την πλήρη εξουσίαν σου. Ορκίζομαι εις το πυρ το ζωογονούν την ιλύν του Νείλου ναναχωρήσω πιστός προς σε στρατιώτης και θεράπων, κηρύττων πόλεμον ή συνομολογών ειρήνην κατά την επιθυμίαν σου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έλα, Χάρμιον, κόψε τον στηθόδεσμόν μου. Αλλ' όχι! άφησέ τον — εις την αυτήν στιγμήν και ησθένησα και ανέλαβον· τοιούτος είνε και ο έρως του Αντωνίου.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Ησύχασε, προσφιλεστάτη μου βασίλισσα, και έχε εμπιστοσύνην εις τον έρωτα εκείνου όστις υφίσταται σπουδαίαν δοκιμασίαν.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Έχω το παράδειγμα της Φουλβίας.... Στρέψε, σε παρακαλώ, το πρόσωπον, και κλαύσε δι' αυτήν· αποχαιρέτησέ με έπειτα, και ειπέ ότι τα δάκρυα ταύτα χύνονται χάριν της βασιλίσσης της Αιγύπτου. Έλα, σε παρακαλώ, παίξε πρόσωπον δεξιού υποκριτού και κατόρθωσε να φανής αισθανόμενος λύπην ακραιφνή.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αρκεί· θα μου ανάψης το αίμα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δύνασαι να υποκριθής έτι καλύτερον, αλλά και τούτο είνε αρκετόν.

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Μα το ξίφος μου!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και μα την ασπίδα σου! — Ε κάτι καλύτερα, αλλ' όχι τέλειον. Κύτταξε, σε παρακαλώ, Χάρμιον, πόσον αρμόζει ο θυμός εις τον Ηρακλείδην αυτόν Ρωμαίον (3).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Σε αφήνω, βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μίαν λέξιν, φιλόφρων στρατηγέ. Κύριε, συ κ' εγώ πρέπει να χωρισθώμεν. — Αλλά δεν πρόκειται περί τούτου. Κύριε, συ κ' εγώ ηγαπήθημεν — αλλά και πάλιν δεν πρόκειται περί τούτου, ως καλώς ηξεύρεις. Ήθελα να είπω περί — ω η μνήμη μου είνε τόσον άπιστος ως ο Αντώνιος. Τα πάντα λησμονώ (4).

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Αν δεν εγνώριζον ότι η βασίλισσα υπέβαλλεν εις το θέλημά της την κουφότητα, θα υπελάμβανον αυτήν ως την προσωποποίησιν της κουφότητος.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Και όμως είνε βαρύ φορτίον να έχη τις την κουφότητα ταύτην τόσον πλησίον της καρδίας όσον η Κλεοπάτρα, αλλά συγχώρησέ με, διότι και αυταί μου αι χάριτες με θανατώνουν, όταν και σε δεν ευχαριστούν (5). Η τιμή σου επιτάσσει την αναχώρησίν σου· μη προσέχης λοιπόν εις την άσπλαγχνόν μου ανοησίαν. Είθε οι θεοί να σε προφυλάττουν, είθε της δάφνης ο στέφανος να κοσμή το ξίφος σου, και η ευτυχία να σε ακολουθή κατά πόδας!

ΑΝΤΩΝΙΟΣ. Εμπρός, υπάγωμεν. Τοιαύτη είνε η φύσις του αποχωρισμού ημών, ώστε συ μεν μένουσα εδώ θα με συνοδεύης πανταχού, εγώ δε, καίπερ μακράν σου φεύγων, θα μένω μετά σου. Υπάγωμεν. (Εξέρχονται).

ΣΚΗΝΗ Δ' (Γ').

Ρώμη. Δωμάτιον εν τη οικία του Καίσαρος.

Εισέρχεται ο ΟΚΤΑΒΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ αναγινώσκων επιστολήν και ο ΛΕΠΙΔΟΣ μετά της συνοδείας των.

ΚΑΙΣΑΡ. Δύνασαι να ίδης, Λέπιδε, και να μάθης εις το εξής, ότι ο Καίσαρ δεν έχει το ελάττωμα να μισή μέγαν συνάρχοντα. Ιδού τι γράφουν εξ Αλεξανδρείας: «Αλιεύει, πίνει και διέρχεται τας νύκτας εις συμπόσια· δεν είνε ανδρικώτερος της Κλεοπάτρας, ούτε η Χήρα του Πτολεμαίου θηλυπρεπεστέρα αυτού». Μόλις ηξίωσε να δεχθή τους απεσταλμένους ημών ή να σκεφθή περί των συναδέλφων του. Εν ενί λόγω, έχει πάντα τα ανθρώπινα ελαττώματα.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Δεν δύναμαι να πιστεύσω ότι τα ελαττώματά του είνε τοσαύτα, ώστε να αμαυρώσωσι τας αρετάς του. Τα σφάλματά του είνε ως αι κηλίδες του ουρανού, αίτινες λάμπουσι πλειότερον εις το σκότος· κληρονομικά μάλλον ή επίκτητα, εκ της φύσεως μάλλον ή εξ αυτού προερχόμενα.

ΚΑΙΣΑΡ. Είσαι πολύ επιεικής. Ας παραδεχθώμεν ότι δεν είνε άτοπον να κυλίεται επί της κλίνης των Πτολεμαίων, να παραχωρή βασίλειον δια μίαν αστειότητα, να κραιπαλά μετά δούλων, οινοβαρής δε και κλονούμενος να διέρχεται τας οδούς εν πλήρει μεσημβρία, γρονθοκοπούμενος μετά ρυπαρών φαυλοβίων· ας παραδεχθώμεν ότι ταύτα πάντα δεν είνε απρεπή — και αληθώς πρέπει να είνε σπανία φύσις διά να μη κηλιδωθή υπό τοιούτων πράξεων — και όμως, δεν πρέπει [παντάπασι να συγχωρή ο Αντώνιος τα αίσχη ταύτα, όταν ημείς υποφέρωμεν εκ των αποτελεσμάτων της επιπολαιότητός του. Αν μόνον κατά τας ώρας της σχολής αυτού παρεδίδετο εις τον ηδυπαθή τούτον βίον, ο κόρος και η εξάντλησις ήθελον συνετίση αυτόν, αλλά να σπαταλά τον χρόνον, όστις επιτάσσει εις αυτόν ναφήση τας διασκεδάσεις και να σκεφθή περί του ιδίου και του ημετέρου συμφέροντος, τούτο σημαίνει ότι είνε άξιος της τιμωρίας εκείνης, ην επιβάλλουσι συνήθως εις τους νεανίσκους, οίτινες έχουν μεν αρκούσαν μάθησιν, θυσιάζουν όμως την πείραν αυτών εις τας εφημέρους ηδονάς και γίνονται αποστάται της λογικής. (Εισέρχεται αγγελιαφόρος). Ιδού μας φέρουν νέας ειδήσεις.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Αι διαταγαί σου εξετελέσθησαν, πανευγενέστατε Καίσαρ, και μετ' ολίγον θα μάθης τα συμβαίνοντα. Ο Πομπήιος είνε ισχυρός κατά θάλασσαν και φαίνεται ότι προσείλκυσε την αγάπην εκείνων οίτινες εκ φόβου μόνον ηκολούθουν τον Καίσαρα. Οι δυσηρεστημένοι σπεύδουν εις τους λιμένας, η δε κοινή γνώμη παριστά αυτόν ως θύμα της αδικίας.

ΚΑΙΣΑΡ. Έπρεπε να το περιμένω. Από της αρχαιοτάτης εποχής διδασκόμεθα ότι ο άρχων έχει υπέρ αυτού τας ευχάς του λαού, μέχρις ότου καταλάβη την εξουσίαν, ότι ο εκπεσών τότε μόνον αγαπάται, όταν πλέον δεν είνε άξιος αγάπης, και ότι καθίσταται επιθυμητός μόνον όταν εκλίπη. Ο λαός ομοιάζει προς φύκον κυματίζοντα επί των υδάτων, όστις φέρεται τήδε κακείσε υπό του εκάστοτε μεταβαλλομένου ανέμου και φθείρεται εν τη αενάω ταύτη κινήσει.

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Σου αναγγέλλω, Καίσαρ, ότι οι διαβόητοι πειραταί Μενεκράτης και Μηνάς είνε κύριοι της θαλάσσης, και ότι διασχίζουν αυτήν διά πλοίων παντός είδους. Πολλάς επιδρομάς επιχειρούσιν εις την Ιταλίαν, και πανικόν εμπνέουσιν εις τας παραλίους πόλεις, εξανίσταται δε και επαναστατεί η σφριγώσα νεολαία· αν κανέν πλοίον τολμήση ν' αποπλεύση, συλλαμβάνεται αυθωρεί, το δε όνομα του Πομπηίου εμπνέει περισσότερον φόβον παρ' όσον θα ενέπνεεν ο κατ' αυτού πόλεμος.

ΚΑΙΣΑΡ. Άφες, Αντώνιε, τον ακόλαστον και ηδυπαθή βίον σου. Διωχθείς ποτε εκ της Μουτίνης όπου εφόνευσες τους υπάτους Πάνσαν και Ίρτιον και ταλαιπωρούμενος υπό της πείνης, υπέφερες αυτήν, καίτοι αβροδιαίτως ανατραφείς, και αυτών των αγρίων υπομονητικώτερον, πίνων και ίππων ούρον, και βορβορώδες και διεφθαρμένον ύδωρ, το οποίον και αυτά τα ζώα απέφευγον μετ' αποστροφής· ο ουρανίσκος σου [δεν απηξίου ούτε των αγριωτέρων βάτων τους καρπούς, και ως έλαφος, όταν η χιών κάλυπτε τας βοσκάς, εβλαστολόγεις και αυτούς ακόμη τους φλοιούς των δένδρων· λέγεται δε ότι επί των Άλπεων σε είδον τρώγοντα κρέας παράδοξον, ούτινος η θέα μόνη επέφερεν είς τινας τον θάνατον. Ταύτα δε πάντα — και το λέγω προς καταισχύνην σου — υπέφερες τόσον ανδρικώς, ώστε ουδαμώς ηλλοιώθη το πρόσωπόν σου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Είνε άξιος οίκτου.

ΚΑΙΣΑΡ. Είθε το αίσθημα της καταισχύνης να επιταχύνη την έλευσίν του. Είνε καιρός να εμφανισθώμεν οι δύο επί του πεδίου της μάχης, και προς τον σκοπόν τούτον πρέπει πάραυτα να προσκαλέσω το συμβούλιον. Η αδράνεια ημών εξυπηρετεί τα συμφέροντα του Πομπηίου.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Αύριον, Καίσαρ, θα δύναμαι να σου αναγγείλω ακριβώς διά τίνων δυνάμεων θα δυνηθώ να επαρκέσω κατά ξηράν και κατά θάλασσαν εις τας παρούσας περιστάσεις.

ΚΑΙΣΑΡ. Έως ότου δε συνέλθωμεν θα φροντίσω και εγώ περί τούτου. Χαίρε.

ΛΕΠΙΔΟΣ. Χαίρε, Καίσαρ. Αν κατά το διάστημα τούτο μάθης τι νεώτερον περί των συμβαινόντων, σε παρακαλώ να μου το αναγγείλης.

ΚΑΙΣΑΡ. Μη αμφιβάλλης, Λέπιδε· γνωρίζω το καθήκον μου.

ΣΚΗΝΗ Ε'.

Αλεξάνδρεια, Δωμάτιον εν τοις ανακτόροις. ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. ΧΑΡΜΙΟΝ, ΕΙΡΑΣ ΚΑΙ ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χάρμιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Κυρία.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Χα, χα! — Δος μου να πίω μανδραγόραν.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Διατί, κυρία;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Δια να δυνηθώ να κοιμηθώ κατά το διάστημα της απουσίας του Αντωνίου μου.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Παραπολύ σκέπτεσαι περί αυτού.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω, είνε προδοσία!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Όχι, κυρία, δεν πιστεύω,

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ε! ευνούχε! Μαρδιανέ!

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Τι επιθυμεί η υμετέρα Υψηλότης;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Όχι βεβαίως ν' ακούσω τώρα το τραγούδι σου. Δεν ευχαριστούμαι εις ό,τι έχει ο ευνούχος. Είσαι ευτυχής ων ευνούχος, διότι ούτως αι σκέψεις σου δεν πλανώνται μακράν της Αιγύπτου. Αισθάνεσαι ποτέ έρωτα;

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Ναι, χαριτωμένη βασίλισσα.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πράγματι; (6)

ΜΑΡΔΙΑΝΟΣ. Εν τω πράγματι, όχι κυρία, (7) διότι δεν δύναμαι να κάμω άλλο, παρ' ό,τι είνε εμπράκτως αθώον να κάμη τις. Έχω όμως άγρια πάθη και συχνά συλλογίζομαι τι έκαμεν η Αφροδίτη με τον Άρην.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πού νομίζεις, Χάρμιον, ότι θα είνε τώρα; Είνε όρθιος ή κάθηται; περιπατεί ή ιππεύει; Ω συ, μακάριε ίππε, όστις φέρεις τον Αντώνιον! Βάδιζε ασφαλώς! διότι ηξεύρεις ποίον φέρεις; τον ημιάτλαντα του κόσμου, τον βραχίονα και την περικεφαλαίαν του ανθρωπίνου γένους. Ομιλεί κατά την στιγμήν ταύτην ή ψιθυρίζει τα εξής : « Πού είνε ο εκ του γηραιού Νείλου όφις μου», διότι ούτω με ονομάζει. Αλλά βλέπω ότι τρέφομαι με ηδυπαθέστατον δηλητήριον. Είνε δυνατόν να σκεφθή περί εμού ην εμαύρισαν τα ερωτικά φιλήματα του Φοίβου και ερρυτίδωσε βαθέως ο χρόνος; Επί της εποχής σου, ω ευρυμέτωπε Καίσαρ, ήμην αξία μονάρχου, ο δε μέγας Πομπήιος, μένων ακίνητος και τους οφθαλμούς αυτού επί του μετώπου μου προσηλών, έβλεπεν αυτό ασκαρδαμυκτί και απέθνησκεν ατενίζων εκείνην εξ ης ηρύετο την ζωήν. (Εισέρχεται ο Αλεξάς).

ΑΛΕΞΑΣ. Χαίρε, βασίλισσα της Αιγύπτου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πόσον διαφέρεις του Μάρκου Αντωνίου! Και όμως επειδή είσαι απεσταλμένος παρ' αυτού, ο φιλοσοφικός εκείνος λίθος σε εχρύσωσε διά της αφής του. Πώς είνε ο ανδρείος μου Μάρκος Αντώνιος;

ΑΛΕΞΑΣ. Η τελευταία του πράξις, αγαπητή βασίλισσα, ήτο έν φίλημα· το τελευταίον πολλών άλλων — το οποίον έδωκεν εις τον ανατολικόν τούτον μαργαρίτην. — Οι λόγοι του είνε ερριζωμένοι εις την καρδίαν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Η ακοή μου ανυπομονεί να τους αποσπάση εκείθεν.

ΑΛΕΞΑΣ. Φίλε μου, μου είπεν: Ειπέ εις την βασίλισσαν ότι ο πιστός Ρωμαίος στέλλει εις την ισχυράν βασίλισσαν της Αιγύπτου, τον θησαυρόν ενός οστράκου, και ότι διά να επανορθώση το μικροπρεπές τούτο δώρον θα στολίση διά βασιλείων τον μεγαλοπρεπή αυτής θρόνον. Ειπέ εις αυτήν ότι η ανατολή άπασα θα την ανακήρυξη βασίλισσαν. — Μετά δε ταύτα έκλινε την κεφαλήν, και με τρόπον σοβαρόν ανέβη επί θυμοειδούς ίππου, του οποίου οι γενναίοι χρεμετισμοί εκάλυψαν την φωνήν μου.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Πώς ήτο, μελαγχολικός ή φαιδρός;

ΑΛΕΞΑΣ. Όπως κατά την ώραν εκείνην του έτους την μεταξύ ψύχους και θάλπους· ούτε μελαγχολικός, ούτε φαιδρός.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ω κράσις ευτυχής! Ιδέ τον, καλή μου Χάρμιον· τοιούτος είνε ο Αντώνιος, αλλά πρόσεξέ τον. Δεν ήτο μελαγχολικός, διότι ήθελε να ενθαρρύνη εκείνους οίτινες ήντλουν θάρρος παρ' αυτού· δεν ήτο δε φαιδρός, ως να εφαίνετο λέγων εις αυτούς ότι η διάνοια του εστρέφετο προς την Αίγυπτον όπου ήτο και η τέρψις του· αλλά μεταξύ των δύο τούτων διαθέσεων. Ω θείον κράμα! Είτε μελαγχολικός είσαι, είτε φαιδρός, η υπερβολή του ενός ή του άλλου πάθους σου αρμόζει όσον εις ουδένα άλλον θνητόν. (Προς τον Αλεξάν). Συνήντησες τους ταχυδρόμους μου;

ΑΓΓΕΛΙΑΦΟΡΟΣ. Ναι, βασίλισσα, είκοσι διαφόρους αγγελιαφόρους. Προς τι τόσω πολλούς;

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Ο γεννηθείς την ημέραν καθ' ην θα λησμονήσω να πέμψω απεσταλμένον προς τον Αντώνιον, θα αποθάνη επαίτης. — Χαρτί και μελάνη, Χάρμιον. — Καλώς ήλθες, φίλτατε Αλεξά. — Ηγάπησα ποτέ τόσω τον Καίσαρα, Χάρμιον;

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ω τον ανδρείον εκείνον Καίσαρα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Να σκάσης αν αποκριθής πάλιν με τόσην έμφασιν! Ειπέ τον ανδρείον Αντώνιον.

ΧΑΡΜΙΟΝ. Τον ανδρείον Καίσαρα!

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Μα την Ίσιδα, θα σου σπάσω τα δόντια, αν παραβάλης και πάλιν με τον Καίσαρα τον πρώτον άνδρα του κόσμου!

ΧΑΡΜΙΟΝ. Ζητώ ταπεινώς συγγνώμην. Επαναλαμβάνω &το τραγούδι σου&.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ. Κατά την νεαράν μου ηλικίαν, ότε η κρίσις δεν ήτο ώριμος . . . . το αίμα ψυχρόν, να επαναλαμβάνης τώρα ό,τι έλεγον τότε! . . Έλα, ας εξέλθωμεν... Φέρε χαρτί και μελάνη· θα λαμβάνη καθ' εκάστην νέους χαιρετισμούς, και αν πρόκειται ακόμη να καταστήσω την Αίγυπτον έρημον κατοίκων.

ΠΡΑΞΙΣ ΔΕΥΤΕΡΑ

ΣΚΗΝΗ Α'.

Μεσσήνη. Δωμάτιον εν τη οικία του Πομπηίου. ΠΟΜΠΗΙΟΣ, ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ, ΜΗΝΑΣ

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Αν οι μεγάλοι θεοί είνε δίκαιοι, θα συνταχθώσι μετά των δικαίων.

ΜΗΝΑΣ. Μάθε, ανδρείε Πομπήιε, ότι δεν αρνούνται ό,τι αναβάλλουσι.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Καθ' ον χρόνον ικετεύομεν αυτούς γονυκλινείς εις τους πόδας του θρόνου των, καταστρέφεται το παρ' ημών αιτούμενον.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Ημάς αυτούς αγνοούντες, αιτούμεν συνεχώς εκείνο το οποίον δύναται να μας βλάψη, αλλ' οι θεοί αρνούνται αυτό εν τη συνέσει των προς σωτηρίαν ημών· ώστε κερδίζομεν όταν αι προσευχαί ημών δεν εισακούωνται.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Θα επιτύχω· ο λαός με αγαπά, η δε θάλασσα είνε εις την εξουσίαν μου. Η ισχύς μου αυξάνει αδιαλείπτως, και ελπίζω να φθάση εις τον κολοφώνα της δυνάμεως. Ο Μάρκος Αντώνιος δεν έχει κατά νουν ν' αφήση τα συμπόσια της Αιγύπτου χάριν εξωτερικών πολέμων. Ο Καίσαρ συλλέγει χρήματα, αλλ' αποβάλλει τας συμπαθείας του λαού. Ο Λέπιδος, κολακεύων και τους δύο, κολακεύεται υπ' αμφοτέρων· ουδένα αγαπά, αλλά και ουδείς εκ των δύο σκέπτεται περί αυτού.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Ο Καίσαρ και ο Λέπιδος εξεστράτευσαν μετά στρατεύματος ισχυρού.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Πόθεν το γνωρίζεις; είνε ψεύδος.

ΜΕΝΕΚΡΑΤΗΣ. Παρά του Σιλβίου, στρατηγέ.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Ονειρεύεται. Γνωρίζω ότι και οι δύο είνε εις την Ρώμην, αναμένοντες τον Αντώνιον. Είθε πάντα τα θέλγητρα του έρωτος να καλλύνωσι τα μαραμένα σου χείλη, ω ακόλαστος Κλεοπάτρα! Ας ενωθή η μαγεία μετά της καλλονής, και μετ' αυτών αμφοτέρων η ηδυπάθεια. Πρόσδεσον τον ακόλαστον εις παρατεταμένα συμπόσια, και κράτει εξημμένον τον εγκέφαλόν του. Ας οξύνωσι την όρεξίν του μάγειροι Επικούρειοι δι' ερεθιστικών καρυκευμάτων, και ας αμβλύνωσι της τιμής το αίσθημα, ο ύπνος και η τρυφή, έως ου πέση εις εντελή λήθαργον. — Λοιπόν, Βάριε; (Εισέρχεται ο Βάριος).

ΒΑΡΙΟΣ. Έχω τι θετικώτατον να σου αναγγείλω. Ο Μάρκος Αντώνιος αναμένεται εις Ρώμην από ώρας εις ώραν. Τόσος χρόνος παρήλθεν αφ' ότου ανεχώρησεν εκ της Αιγύπτου, ώστε ηδύνατο να φθάση και μακρύτερα.

ΠΟΜΠΗΙΟΣ. Μετά περισοτέρας ευχαριστήσεως θα ήκουον αγγελίαν ολιγώτερον σπουδαίαν. Δεν επίστευον, Μηνά, ότι ο ακόρεστος ούτος ερωτοτρόπος ήθελε φορέση την περικεφαλαίαν του χάριν τόσω μικρού πολέμου· η στρατιωτική αυτού ικανότης είνε δις υπερτέρα των δύο άλλων. Αλλά τώρα πρέπει να μεγαλαυχώμεν, αφού η εκστρατεία μας δύναται ναποσπάση από τους κόλπους της Αιγυπτίας χήρας τον ουδέποτε υπό των ηδονών κορεννύμενον Αντώνιον.

ΜΗΝΑΣ. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είνε δυνατόν να ομονοήσωσι ποτέ ο Καίσαρ και ο Αντώνιος. Η αποθανούσα σύζυγος του εστασίασε κατά του Καίσαρος, ο δε αδελφός του εκήρυξε κατ' αυτού πόλεμον, μολονότι δεν πιστεύω να παρωτρύνθησαν υπό του Αντωνίου.