Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 9
Τον θάνατον του Βονιφατίου εθρήνησαν μεγάλως οι εν Κωνσταντινουπόλει, ο δε βασιλεύς Ιωάννης απαλλαχθείς του καταγωνιστοτέρου των εχθρών του εθεώρει πλέον ως ίδιον κτήμα την Θεσσαλονίκην, και έσπευσεν όπως, πολιορκήσας, καταλάβη αυτήν. Οι κάτοικοι αναλογιζόμενοι τα δεινά, άτινα έμελλον να υποστώσι πίπτοντες εις την εξουσίαν του αγρίου Μυσού, διέκειντο εις φρικώδη τρόμον και αγωνίαν, αλλ' επελθών ο θάνατος και τας βουλάς εκείνου και τους φόβους αυτών διεσκέδασεν. Ιδού δε πώς εκτίθενται τα κατά τον θάνατον αυτού. Μια των νυκτών, κεκλιμένος ο Ιωάννης εις την κλίνην του, ενόμισεν ότι είδε κατ' όναρ άνδρα καθήμενον επί ίππου λευκού, όστις δραμών προς αυτόν τον διεπέρασε διά της λόγχης. Εγερθείς περιδεής ο Ιωάννης ήρξατο προσκαλών τους υπηρέτας αυτού και κραυγάζων ότι είς στρατηγός του, Μαναστράς καλούμενος, ού η σκηνή ήτο εγγύς της ιδικής του, τον εδολοφόνει. Εις τας κραυγάς του έσπευσαν οι υπηρέται του, μεταξύ δε των άλλων και ο Μαναστράς, όστις απορών διά το συμβάν, διαμαρτύρετο κατά της αποδιδομένης αυτώ δολοφονίας. Εν τούτοις ο Ιωάννης τετραυματισμένος και καθημαγμένος εξέπνευσε μετ' ολίγον· οι δε Βυζαντινοί, αντί ν' αποδώσωσι τον φόνον αυτού εις τον Μαναστράν, τον οποίον ο ίδιος βασιλεύς κατηγόρει, τον απέδωσαν εις τον μεγαλομάρτυν Άγιον Δημήτριον, ού το μυρόβλητον σώμα εσώζετο εν Θεσσαλονίκη εις τον επ' ονόματι αυτού υπό του Λεοντίου ωκοδομημένον ναόν, και εθεώρησαν αυτόν ως σημείον της πανσθενούς του αγίου προστασίας. Έτεροι των ιστορικών αναφέρουσιν ότι ο Ιωάννης απεβίωσε κατά την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, προσβληθείς υπό πλευρίτιδος· όπως ποτ' αν η, ο Μαναστράς λύσας μετά τον θάνατον του Ιωάννου την πολιορκίαν της Θεσσαλονίκης, απεχώρησεν εις τα ίδια (78).
Κατά το έτος τούτο (1207) μεγίστη επήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν διένεξις μεταξύ του Πατριάρχου Μοροζίνη και των Ενετών ένεκα εικόνος τινός της Παναγίας, ήτις ελέγετο ιστορηθείσα υπό του Αποστόλου Λουκά και εγνωρίζετο υπό το όνομα Οδηγήτρια, διότι οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες οσάκις εξήρχοντο εις πόλεμον την έφερον μεθ' εαυτών, οιονεί οδηγώ αυτή χρώμενοι. Την εικόνα λοιπόν ταύτην λαβών ο αυτοκράτωρ Ερρίκος εκ του Βουκολέοντος εις τον οποίον είχε τεθή μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, μετέφερεν εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας και οψιαίτερον τη εκλιπαρήσει των Ενετών εδωρήσατο εις αυτούς. Κατά συνέπειαν ούτοι ηθέλησαν να την παραλάβωσιν εκ του ναού και πέμψωσιν εις Ενετίαν· αλλά του Πατριάρχου αντιστάντος εις τούτο, οι Ενετοί εκβιάσαντες τας θύρας της Αγίας Σοφίας και του θησαυροφυλακείου, εν ώ εκρύπτετο η εικών, παρέλαβον και μετέφερον αυτήν εις τον ναόν του Παντοκράτορος, ίνα εκείθεν την πέμψωσιν εις την πατρίδα των. Οργισθείς ο Πατριάρχης κατά της αυθαδείας ταύτης των Ενετών αφώρισε τον τε έπαρχον αυτών και τους μετασχόντας της ιεροσυλίας εκείνης, προυκάλεσε δε την επικύρωσιν του αφορισμού του υπό τε του παπικού εξάρχου καρδιναλίου της Αγίας Σουσάννης και του Πάπα αυτού. Οι Ενετοί αναγκασθέντες τοιουτοτρόπως εγκατέλιπον την εικόνα εις την εκκλησίαν εκείνην, μέχρις ού Μιχαήλ ο Παλαιολόγος, μετά την υπό των Βυζαντινών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, την επανέφερεν εις την αρχαίαν θέσιν της (79).
Δρυός πεσούσης, λέγει αρχαίος τις λόγος, πας ανήρ ξυλεύεται· τούτο επήλθε και εις το Βυζαντινόν κράτος μετά την πτώσιν της εθνικής εξουσίας. Η Ενετία θέλουσα να εκτείνη τας κτήσεις αυτής, αφ' ετέρου δε αναλογιζομένη ότι αδύνατον τη αποβαίνει δι ιδίων δυνάμεων να εξουσιάζη τους πολυαρίθμους λιμένας και νήσους, αίτινες κατά την διανομήν της αυτοκρατορίας τη εκληρώθησαν από Αδρία μέχρι Βοσπόρου, εξέδωκε ψήφισμα, εν έτει 1207, καθ' ό πας Ενετός πολίτης εδύνατο να εξοπλίση δι' ιδίας δαπάνης πλοία πολεμικά και κατακτήση οίαν ήθελε νήσον του αρχιπελάγους ή πόλιν εξ ών έλαχον αυτή, αναγνωρίζων όμως την κυριαρχίαν της Δημοκρατίας. Η προκήρυξις αύτη νέον ηνέωξε στάδιον εις την απληστίαν και φιλοδοξίαν, διότι ευγενείς αναμίξ και έμποροι έσπευσαν να εξοπλίσωσι στόλους και καταλάβωσιν ανά έν τεμάχιον της ανθηράς άλλοτε Βυζαντινής αυτοκρατορίας, οι δε δυστυχείς κάτοικοι των ωραίων αυτών χωρών κατέστησαν έρμαιον του πρώτου τυχοδιώκτου. Τοιουτοτρόπως ο μεν Μάρκος Σανούδος καταλαβών την Νάξον, Μήλον, Πολύκανδρον και Θήραν συνεστήσατο το μέχρι του 1570 διαρκέσαν δουκάτον της Ναξίας, οι δε Σομαρίπαι εκυρίευσαν την Πάρον και Άνδρον, οι Γκίζαι την Τήνον, Μήκωνον, Σκύρον, Σκίαθον και Σκόπελον, ο Πέτρος Ιουλινιάνης μετά του Δομινίκου Μικέλλη την Κέαν, ο Φιλοκλής Ναβαγιέρος την Λήμνον και άλλοι άλλας· αι δε σχηματισθείσαι αύται ηγεμονίαι εθεωρούντο τιμάρια της Ενετίας, ήτις και πλούτον και δύναμιν επορίζετο εξ αυτών (80).
Μετά τον θάνατον του βασιλέως των Βουλγάρων Ιωάννου, ο αυτοκράτωρ ενόμισεν ότι απηλλάγη αντιπάλου σκληρού και επιφόβου· αλλά ταχέως ηννόησεν ότι μεγάλως ηπατήθη τοιαύτα νομίσας και ότι ο προς τους Βουλγάρους πόλεμος δεν είχε περατωθή με τον θάνατον του βασιλέως των. Του Ιωάννου θανόντος άνευ άρρενος τέκνου, η εξουσία περιήλθεν εις τον ανεψιόν αυτού Φρορύλαν ή Βορύλαν, όστις όπως παγιώση το στέμμα αυτού, ενυμφεύθη την προς μητρός θείαν αυτού Σκυθίδα. Κληρονομήσας ο νέος βασιλεύς το κατά των Φράγκων μίσος του πατρός αυτού, ουχί όμως και το πολυμήχανον και την ανδρίαν, συνέλλεξε πολυάριθμον στρατόν και εισήλασεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος Ερρίκου· αλλά προσβληθείς υπό του Φραγκικού στρατού υπέστη ήτταν δεινήν, τη 30 Ιουλίου 1208, και απεχώρησε κατησχυμένος. Ο δε Ερρίκος ωφελούμενος εκ της νίκης ταύτης κατέκτησεν εντός μηνός μεγίστην έκτασιν γης από τους Βουλγάρους (81).
Τον πόλεμον τούτον των Βουλγάρων επηκολούθησεν έτερος εμφύλιος και κινδυνώδης, του οποίου αι συνέπειαι ήσαν επί τοσούτον δειναί, εφ' όσον υπέρ οιουδήποτε των διαμαχομένων και αν έκλινεν η πλάστιγξ του πολέμου τα αποτελέσματα ήσαν εξίσου διά τους Φράγκους φθοροποιά. Ο φονευθείς βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος κατέλιπε δύο υιούς, εκ των οποίων εις μεν τον πρώτον, καλουμένον Γουλλιέλμον και γεννηθέντα εκ της πρώτης συζύγου του, εκληροδότησε διά διαθήκης την ηγεμονίαν της Μοντφεράτης, εις δε τον δευτερότοκον, ώ όνομα ην Δημήτριος, γεννηθέντα εκ της δευτέρας αυτού συζύγου Μαργαρίτας της εκ Παιόνων, κατέλιπε το βασίλειον της Θεσσαλονίκης. Του τελευταίου τούτου, ανηλίκου όντος, κηδεμών διωρίσθη ο κόμης Βλάνδρας ανήρ επιχειρηματίας και παλίμβουλος όστις μόλις έλαβε κατοχήν του βασιλείου, απεφάσισε να καταστήση αυτό ολοσχερώς ανεξάρτητον από του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως, και απεκδύων του στέμματος τον κηδεμονευόμενόν του, επιθέση αυτό επί την κεφαλήν του Γουλλιέμου, ο οποίος ένεκα της ηλικίας του ήτο αρμοδιώτερος να βαστάση τοιούτον φορτίον. Περιελθόντος του ενόχου αυτού σχεδίου εις γνώσιν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως, καθ' όν χρόνον ούτος επανήρχετο εκ του κατά των Βουλγάρων πολέμου, ο Ερρίκος, καί τοι βαρέως χειμώνος όντος, κατηυθύνθη εις Θεσσαλονίκην, όπως προλάβη πάσαν ανταρσίαν· αλλ' αφικομένω αυτώ εις Χριστούπολιν, ο διοικητής, εντολή του κόμητος, τω έκλεισε τας θύρας της πόλεως και απηγόρευσε συνάμα τοις κατοίκοις να δώσωσι τροφάς εις τον αυτοκρατορικόν στρατόν, όπερ ηνάγκασε τον αυτοκράτορα να τελέση τας εορτάς της του Χριστού γεννήσεως εκτός της πόλεως. Εκείθεν ο αυτοκράτωρ κατηυθύνθη προς την κοιλάδα των Φιλίππων, και αποδιοπομπούμενος να έλθη φανερώς εις ρήξιν προς τον κόμητα, προσεκάλεσεν αυτόν ίνα έλθη όπως συνομιλήσωσι περί της ενεστώσης καταστάσεως των πραγμάτων, αλλ' εκείνος οχυρώσας την Θεσσαλονίκην έστειλε και εις Σέρρας Λομβαρδόν τινα καλούμενον Ωβερτίνον κύριον του Στίνα, ίνα οχυρώση και την πόλιν εκείνην (82).
Ο αυτοκράτωρ αναχωρήσας εκ Φιλίππων εστρατοπέδευσεν είς τι προ της Θεσσαλονίκης κείμενον μοναστήριον, εκείθεν δ' έπεμψε τον Κόνωνα Πετούνην, τον Πέτρον δε-Λουαί και τον Νικόλαον δε-Μαλλή ίνα ζητήσωσιν από τον Βλάνδραν λόγον της διαγωγής του· αλλ' εκείνος απεκρίθη μετ' επάρσεως ότι ο τόπος κατεκτήθη τη ανδρεία των Λομβαρδών, και ότι κατά συνέπειαν, απηλλαγμένος ων πάσης ετέρας εξαρτήσεως, εις μόνον τον βασιλέα του οφείλει υποταγήν. Εν τούτοις οι απεσταλμένοι έπεισαν τον κόμητα Βλάνδραν να δεχθή εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, υπό μόνων τεσσαράκοντα ιπποτών συνοδευόμενον· αλλά καθ' ήν στιγμήν ο Ερρίκος εισήρχετο εις την πόλιν, εισορμήσας άπας ο στρατός αυτού συνεισήλθε, και τοιουτοτρόπως ο Βλάνδρας συλληφθείς εκρατήθη αιχμάλωτος μέχρις ού ήθελε παραδώσει τω αυτοκράτορι και τας πόλεις Σερρών και Χριστουπόλεως. Τότε η χήρα του μαρκησίου Βονιφατίου Μαργαρίτα προσελθούσα διεμαρτυρήθη ότι εναντίον της θελήσεως αυτής ο Βλάνδρας διωρίσθη κηδεμών του τέκνου της και ότι ο φόβος μόνον την είχεν εμποδίσει ν' αντιστή προς την επανάστασιν· ο δε Ερρίκος όπως την πείση ότι ουδέποτε είχε πρόθεσιν να αφαιρέση από τον υιόν της το βασίλειον της Θεσσαλονίκης ανηγόρευσεν ιππότην τον νέον Δημήτριον και έστεψεν αυτόν κατά την ημέραν των Επιφανειών βασιλέα μετά πλείστης όσης επισημότητος (83).
Ο κόμης Βλάνδρας αιχμάλωτος ων παρητήθη μεν κατά το φαινόμενον της κηδεμονίας και της αντιβασιλείας, αλλά πράγματι διετήρησεν όλην την εξουσίαν αυτού παρά τοις διοικηταίς, οίτινες ήσαν πλάσματά του· διότι υποσχεθείς να παραδώση εις τον αυτοκράτορα τας δύο εκείνας πόλεις, έπεμψε κρυφίως προς τους διοικητάς αυτών διαταγήν να μη υπακούσωσιν, ει προσεκαλούντο να παραδοθώσι. Κατά συνέπειαν δεν εδέχθησαν τους επιτρόπους, οίτινες ήλθον να λάβωσι κατοχήν της πόλεως, ο δε Ερρίκος εξοργισθείς κατά της προδοσίας ταύτης, εστενοχώρησε πολύ πλέον τον Βλάνδραν, θέσας αυτόν υπό την επιτήρησιν του Κόνωνος Πετούνη, του Ανσώ δε-Καχιέ και του Βαλδουίνου Σοριέλ. Ο Ωβερτίνος, διοικητής των Σερρών, φοβούμενος μη δεν δυνηθή ν' αντιστή προς τους στρατούς του αυτοκράτορος, έσπευσε να προσφέρη εις τον Βορύλαν την πόλιν, διαβεβαιών αυτόν ότι οι Γραικοί κάτοικοι ευχαρίστως απαλλασσόμενοι της των Φράγκων κυριότητος ήθελον υποβληθή εις την εξουσίαν αυτού. Αλλ' οι κάτοικοι αγανακτήσαντες διότι ήθελε να τους κατακτήση συνενόχους της προδοσίας του και φοβούμενοι τας συνεπείας αυτής, προσεκάλεσαν τον αυτοκράτορα, όστις επελθών εκυρίευσεν άνευ αντιστάσεως την πόλιν (84).
Μετά την άλωσιν των Σερρών υπελείπετο η της Χριστουπόλεως. Ο Βλάνδρας ώμνυεν ότι δεν εξήρτητο παρ' αυτού να υποτάξη την πόλιν ταύτην, εις τον αυτοκράτορα, αλλ' απαταιών υπάρχων, ενώ αφ' ενός διεμαρτύρετο κατά της αθωότητός του, αφ' ετέρου απέστελλε προς τον φρούραρχον Χριστουπόλεως τον πιστόν φίλον του Πέτρον δε-Βίνην, εντελλόμενος προς αυτόν να μη παραδώση την πόλιν, και αν ακόμη υπ' αυτού του ιδίου εγγράφως προσεκαλείτο. Ενώ ταύτα συνέβαινον ο Κόνων Πετούνης διετάχθη παραλαβών τον Βλάνδραν να μεταβή εις Χριστούπολιν επί τη ελπίδι ότι η παρουσία αυτού ήθελε συντελέσει εις την άμεσον παράδοσιν της πόλεως· αλλ' επειδή επήλθε το αντίθετον αποτέλεσμα αφ' ό,τι προσεδοκάτο, ο Κόνων μη έχων αρκούσας δυνάμεις όπως προσβάλη την πόλιν, συνομολόγησε μετά του φρουράρχου αυτής ημερών τινων ανακωχήν και απεσύρθη εις Δράμαν, ένθα οι Λομβαρδοί κύριοι του φρουρίου όντες νύκτωρ ελθόντες τον προσέβαλον και τον ηχμαλώτισαν μετά των στρατιωτών του. Οργισθείς κατά τοσούτων απιστιών ο Ερρίκος, αλύσεσι δεσμεύσας τον Βλάνδραν, έφερεν αυτόν εις Θεσσαλονίκην, ένθα τον παρέδωσεν εις χείρας της βασιλίσσης Μαργαρίτας, ήτις τον έρριψεν εις σκοτεινόν δεσμωτήριον μέχρις ού ήθελε διεξαχθή η δίκη του. Ταυτοχρόνως η φρουρά της Χριστουπόλεως αθετήσασα την ανακωχήν και επιδραμούσα ελήισε τας παρακειμένας χώρας. Τούτο μαθών ο Βαλδουίνος Σοριέλ, εξελθών της Δράμας επέπεσε κατά των Λομβαρδών και μετά αιματηράν συμπλοκήν τον μεν Πέτρον Βίνην και τον φρούραρχον Ραούλ ηχμαλώτισε, τους δε λοιπούς εφυγάδευσεν εις τα όρη, ένθα εγένοντο θύματα ελεεινά των χωρικών (85).
Ενώ δε ο αυτοκρατορικός στρατός διέλυεν εις Χριστούπολιν τας Λομβαρδικάς του Βλάνδρα ορδάς, ο Ερρίκος ελάμβανεν υπό του Ρολάνδου Πίσχη, κυρίου Πλαταμώνος, πόλεως κειμένης παρά τον Θερμαϊκόν κόλπον, επιστολάς δι' ών εκείνος εζήτει επικουρίας όπως αντιστή κατά των επιθέσεων των οπαδών του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος τω έπεμψε παραχρήμα τον Ανσώ δε-Καχιέ και τον Γουλλιέλμον δε-Σαιν μετά τριάκοντα ιπποτών προς βοήθειαν· αλλ' ενώ ούτοι επορεύοντο, έμαθον καθ' οδόν ότι, ο Πισχής συνθηκολογήσας μετά των Λομβαρδών ηνώθη μετ' αυτών, όπως καταπολεμήση εκείνους οίτινες ήρχοντο προς βοήθειάν του. Ολίγοι όντες και μη δυνάμενοι να λάβωσιν επιθετικά μέτρα απεσύρθησαν εις Κίτρον, ένθα μετ' ού πολύ ήλθε και ο Ερρίκος μετά πασών των δυνάμεών του και έπεμψε κατ' αυτών τον Ανσώ δε-Καχιέ μέ τινας ίλας ιππικού. Οι Λομβαρδοί δειλιάσαντες εκ της αφίξεως του αυτοκράτορος, τω έπεμψαν πρεσβευτήν τον Ρολάνδον δε-Μαγχικούρ ίνα τω προτείνωσιν ειρήνην επί τω όρω ν' αποφασισθή παρ' επιτροπής Γάλλων και Λομβαρδών αν έπρεπεν ο Βλάνδρας να μένη αιχμάλωτος ή ελευθερωθείς να αναλάβη την του ανηλίκου Δημητρίου κηδεμονίαν. ο Ερρίκος άτοπον και αναξιοπρεπή την πρότασιν ταύτην ευρίσκων έπεμψε στρατόν επί την Χριστούπολιν, οι δε Λομβαρδοί καταλαβόντες την γέφυραν ποταμού τινος όν έμελλε να διέλθη ο αυτοκρατορικός στρατός, παρετάχθησαν εκεί όπως τω παρεμποδίσωσι την διάβασιν, αλλ' ελθόντων των αυτοκρατορικών και μάχης αιματηράς συγκροτηθείσης, οι Λομβανδοί ηττηθέντες, υπεχώρησαν προς την πόλιν, ένθα πολιορκηθέντες, ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν επί τω όρω του ότι ήθελε του χαρισθή η ζωή. Μετά την μάχην ταύτην ο μεν Ερρίκος απεσύρθη εις Μύρα, συνεφωνήθη δε να συνέλθωσιν αντιπρόσωποι του τε αυτοκράτορος και των Λομβαρδών εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης, όπως συνομολογήσωσι συνθήκην επί όρων δι' αμφοτέρους λυσιτελών· αλλ' οι Λομβαρδοί, καί τοι συγκατατιθέντες εις τούτο, δεν ετήρησαν όμως ακολούθως τον λόγον των.
Ενώ ταύτα συνέβαινον εν Μακεδονία, ελθών προς τον αυτοκράτορα ο Όθων δε-λα-Ρος επεκαλέσατο την επικουρίαν αυτού όπως εκδιώξη από των Θηβών τους καταλαβόντας αυτάς Λομβαρδούς. Ολίγω δε ύστερον του Όθωνος ήλθε και ο Βιλλαρδουίνος μετά τεσσαράκοντα ιπποτών όπως εκθέση προς τον αυτοκράτορα τον κίνδυνον όστις ηπείλει τας εν Θεσσαλονίκη κτήσεις αυτού από τους οπαδούς του Βλάνδρα. Ο Ερρίκος επιθυμών να καταστρέψη εσαεί τας τοσούτον παρενοχλούσας αυτόν Λομβαρδικάς ορδάς, παραλαβών τον Βιλλαρδουίνον και ισχυρόν στρατιωτικόν σώμα, εξεστράτευσε κατά των Θηβών. Οι της πόλεως ταύτης φρούραρχοι Ωβερτίνος και Ραϊνόλδος κατά πρώτον μεν τω έκλεισαν τας πύλας· αλλά πολιορκηθέντες ηναγκάσθησαν να παραδοθώσιν, επί τω όρω του να προσαγάγη τον Βλάνδραν ο αυτοκράτωρ εις Θήβας όπως απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ κατηγοριών. Εις ταύτα επένευσεν ο αυτοκράτωρ, αλλ' ο κατηγορούμενος ενώ ωδηγείτο εις Θήβας διαλαθών την προσοχήν των φυλάκων αυτού εδραπέτευσεν εις Εύβοιαν, ένθα ήρξατο τας κατά του Ερρίκου επιβουλάς αυτού, μελετών να τον καταστρέψη ή διά του σιδήρου ή διά του δηλητηρίου, όπερ ήθελε βεβαίως επιτύχει, ει μη ο της νήσου άρχων Ραβανός δε-λα-Κάρσερι διεκώλυεν αυτόν. Τας επιβουλάς ταύτας μαθών ο Ερρίκος, κατηυθύνθη εις Εύβοιαν όπως προσβάλη τον δραπέτην· αλλά μεσολαβήσαντος του Ραβανού, ο Βλάνδρας έτυχε της συγγνώμης του αυτοκράτορος και αναχωρήσας εις Ιταλίαν έπαυσε του να η αιτία τοσούτων δεινών εις αυτόν (86).
Ενώ ο Ερρίκος ήτο εις Θήβας, ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ βλέπων μετά δυσαρεσκείας αυτόν εκτείνοντα την δύναμίν του τόσον πλησίον του κράτους του απεφάσισε να έλθη εις διαπραγματεύσεις περί ειρήνης μετά των Φράγκων, καθόσον μάλιστα επ' εσχάτοις είχεν αποβάλλει και την πλουσίαν πόλιν Επίδαμνον. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις εξέφρασε την επιθυμίαν του προς τον αυτοκράτορα, όστις αφ' ετέρου θέλων εν τη ειρήνη να εύρη ανακούφισίν τινα, παρεδέχθη την πρότασιν του Μιχαήλ, και εν ταχθείση ημέρα οι δύο ηγεμόνες συνήλθον εν τη κοιλάδι της Θεσσαλονίκης όπως συνδιαλεχθώσι. Τούτου γενομένου, ο Μιχαήλ επρότεινε τον γάμον της θυγατρός αυτού μετά Ευσταθίου του κόμητος της Βολωνίας και αδελφού του Ερρίκου, προσφέρων αντί προικός το τρίτον του κράτους του και ομνύων πίστιν εις τον αυτοκράτορα. Του Ερρίκου παραδεχθέντος τας προτάσεις ταύτας, συνωμολογήθη η συνθήκη και ο γάμος εγένετο· αλλ' η συμμαχία μικρόν διήρκεσε, το μεν διά τον επελθόντα θάνατον του Ευσταθίου μη καταλιπόντος τέκνα, το δε διά τον φιλοτάραχον του Μιχαήλ χαρακτήρα (87).
Μετά την απέλασιν του Βλάνδρα η αντιβασιλεία του κράτους της Θεσσαλονίκης και η κηδεμονία του Δημητρίου ανετέθησαν παρά του αυτοκράτορος εις την Μαργαρίταν, ήτις διά παπικής βούλας, κατά Απρίλιον του 1210 εκδοθείσης προς τον αρχιεπίσκοπον Ηρακλείας και τους επισκόπους Γαρδικίου και Θερμοπυλών, είχεν επιτύχει υπέρ εαυτής τε και υπέρ του υιού της και την του Πάπα προστασίαν. Αλλ' ο αυτοκράτωρ ίνα παγιώση την δύναμιν αυτής και εξασφαλισθή περί της πίστεώς της, διώρισεν ένα βοηθόν εις την αντιβασιλείαν, όστις συμμετείχε της διοικήσεως εν τοις συμβουλίοις υπό το όνομα επιτρόπου του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως εν τω βασιλείω της Θεσσαλονίκης. Κατά τον αυτόν χρόνον ο βασιλεύς των Βουλγάρων ειρηνεύσας μετά του αυτοκράτορος και θέλων να προσελκύση την φιλίαν αυτού, τω προέτεινε συμμαχίαν και συγγένειαν δι' αγχιστείας. Η αυτοκράτειρα Αγνή είχε τέως αποθάνει εκ τοκετού, συναποθανόντος και του βρέφους ό εγέννησεν· ο Βορύλας λοιπόν, όστις δεν είχε ποσώς τέκνα, επρότεινεν εις τον Ερρίκον να νυμφευθή την θυγατέρα του προκατόχου του Ιωάννου· ιστορικοί δέ τινες αναφέρουσιν ότι και αυτός ενυμφεύθη την ανεψιάν του αυτοκράτορος και θυγατέρα του Πέτρου κόμητος του Ωξέρ, αλλά τούτο ουδόλως, φαίνεται, συνέβη. Εν τούτοις ο Ερρίκος ευρών αρεστάς τας προτάσεις του Βορύλα ενυμφεύθη την Βουλγαρίδα ηγεμονόπαιδα και οι Φράγκοι είδον επί του θρόνου καθεζομένην την θυγατέρα του θανασιμωτέρου εχθρού των (88).
Αλλ' ήτο, φαίνεται, πεπρωμένον να μη έχη ο Ερρίκος ουδέ στιγμήν αναπαύσεως. Άρχων Κορίνθου και Άργους ήτο ο Θεόδωρος, όστις μετά μεγίστης δυσαρεσκείας έβλεπε τας προόδους των Φράγκων και την ειρήνην, ήν είχε συνομολογήσει μετ' αυτών ο της Ηπείρου δεσπότης Μιχαήλ, παρ' ού και μόνου, εδύνατο να προσδοκά βοήθειαν. Εγειτνίαζε δε με αυτόν ο Γουλλιέλμος Βίλλαρδουίνος, όστις θέλων να συμπεριλάβη εις τας κτήσεις του και την του Θεοδώρου χώραν, εξεστράτευσε κατ' αυτού και πολιορκήσας τον ηνάγκασε να παραδοθή δι' έλλειψιν τροφών· συνομολογήσας δε μετ' αυτού συνθήκην του αφήρεσε την Κόρινθον, καταλιπών εις εκείνον μόνην του Άργους την κυριότητα (89).
Την εν Κορίνθω εγκατάστασιν των Φράγκων πληροφορηθείς ο Μιχαήλ και θεωρήσας ταύτην ως παράβασιν των συνθηκών, ανέλαβε τον πόλεμον και συλλαβών τον ανύποπτον διατελούντα κοντόσταυλον της Ρωμανίας μετά εκατόν Φράγκων ιπποτών και στρατιωτών, μετεχειρίσθη αυτούς βαρβάρως και ανηλεώς, διότι άλλους μεν εμαστίγωσεν, άλλους δε καθείρξε, τον κοντόσταυλον απηγχόνισε και έτερόν τινα εις υπηρεσίαν του αυτοκράτορος διατελούντα εξέδαρε ζώντα. Επειδή δ' εγνώριζεν ότι οι στρατιώται του Ερρίκου εγόγγυζον κατά του ευτελούς μισθού των, προσείλκυσε προς εαυτόν πολλούς εκείνων το υποσχέσει μεγαλειτέρου μισθού, και τοιουτοτρόπως ήρξατο πολεμών τον αυτοκράτορα διά των ιδίων στρατιωτών του. Ο πάπας Ιννοκέντιος, πληροφορηθείς παρά του εν Κωνσταντινουπόλει εξάρχου αυτού την λειποταξίαν των στρατιωτών του αυτοκράτορος, εξεσφενδόνισε κεραυνοβόλον αφορισμόν κατ' εκείνων, οίτινες συνετάσσοντο τοις Γραικοίς και τω απίστω και απανθρώπω αυτώ ηγεμόνι· αλλ' οι της Ρώμης κεραυνοί ήσαν ανίσχυροι όπως διασκεδάσωσι μόνοι την καταιγίδα (90).
Εν τω μέσω της μήπω παγιωθείσης εισέτι τάξεως και ενώ ο αυτοκράτωρ ηγωνίζετο όπως αποσοβήση τους αδιαλείπτως γεννωμένους εχθρούς, οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί δεν έπαυον εργαζόμενοι υπέρ της υλικής αναπτύξεως αυτών, ουχί μόνον προσηλυτίζοντες τους δυστυχείς Γραικούς, αλλά και παντοιοτρόπως προσπαθούντες να επαυξήσωσι τα εαυτών πλούτη. Από της ενάρξεως της βασιλείας του Ερρίκου, ο αυτοκράτωρ, οι βαρώνοι και οι διάφοροι ιππόται είχον συμφωνήσει να παραχωρήσωσι τη εκκλησία αντί της περιουσίας ήν αύτη εκέκτητο επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων, το δέκατον πέμπτον των ακινήτων κτημάτων όσα απέκτησαν, και το δωδέκατον των ζώων και των γεωργικών ειδών· εξηρείτο δε της διατάξεως ταύτης η πρωτεύουσα και το εμπόριον αυτής. Τας παραχωρήσεις ταύτας είχεν εγκρίνει και ο Πάπας, όστις υπέβαλε ποινήν αφορισμού εις πάντας όσοι δεν ήθελον τυχόν συμμορφωθή προς αυτάς· αλλ' οι Φράγκοι εκκλησιαστικοί, ακόρεστοι εις τας αρπαγάς αυτών όντες και υπό πλεονεξίας ασυγγνώστου ελαυνόμενοι, έπειθον τους πιστούς των να προικίζωσι διά δωρητηρίων ή διά κληροδοτημάτων την εκκλησίαν με κτήματα και γαίας, και επειδή τα εκκλησιαστικά κτήματα ήσαν απηλλαγμένα πάσης συνεισφοράς ή άλλης υποχρεώσεως προς την πολιτείαν, το δε κυριώτερον οι κάτοικοι των τοιούτων κτημάτων εξηρούντο της στρατολογίας, συνέβαινεν ώστε η μεν εκκλησία οσημέραι επλούτει, το δε κράτος αδιαλείπτως επτώχυνε και εξησθένει. Τούτο βλέπων ο Ερρίκος εξέδωκε διάταγμα δι' ού απηγορεύετο εις πάντας η επί οιωδήποτε τίτλω και λόγω παραχώρησις γαιών εις την εκκλησίαν είτε υπό ζώντων, είτε υπό θανόντων, ένιοι δε των ιπποτών προφασιζόμενοι ότι τα κτήματα άτινα ο κλήρος κατείχε, τω εδωρήθησαν μετά την έκδοσιν του διατάγματος, επέβαλον χείρα επ' αυτών. Εμάνησαν οι του κλήρου ιδόντες την πράξιν ταύτην του αυτοκράτορος και σπεύσαντες κατήγγειλαν αυτόν εις τον Πάπαν ως εναγή και ιερόσυλον και ως παραίτιον της καταστροφής εκκλησίας κατά την Ανατολήν. Ο Πάπας λαβών τας επιστολάς των κληρικών προσεκάλεσε τον αυτοκράτορα ν' ανακαλέση το ανόσιον εκείνο διάταγμα και εν παρακοή επέτρεπεν εις τους επισκόπους να προσβάλωσιν αυτόν τοις βέλεσι του πνεύματος· αλλά βλέπων ότι αι απειλαί του μικρόν έσχον αποτέλεσμα, διέταξε τους επισκόπους Γαρδικίου και Σήθωνος να κηρύξωσιν ότι η πράξις του αυτοκράτορος παραβλάπτουσα τα δικαιώματα της εκκλησίας, και άντικρυς αντιβαίνουσα προς το δίκαιον, ήτο άκυρος και ουδείς υπεχρεούτο να συμμορφωθή προς αυτήν. Ο Ερρίκος φοβούμενος τα σκάνδαλα άτινα, επιμένοντος αυτού, εδύναντο να επέλθωσι, και εκ σεβασμού προς την Αγίαν Έδραν, ετροποποίησε το πρώτον διάταγμα και τοιουτοτρόπως διεσκεδάσθη η μεταξύ αυτού και του Πάπα διένεξις (91).
Ολίγω μετά ταύτα επήλθεν ετέρα διαφωνία αφορμήν λαβούσα την αξίωσιν του κλήρου επί της πρωτοκαθεδρίας εν τη εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Ο πατριάρχης Μοροζίνης ισχυρίζετο ότι εν ταις ιεροτελεστίαις όφειλε να κάθηται ένδον του βήματος, του αυτοκράτορος καθημένου εκτός· ούτος δε απήτει όπως κάθηται επί θρόνου εντός του βήματος έχων εκ δεξιών και εις θέσιν κατωτέραν τον Πατριάρχην· επειδή δε αι αξιώσεις αμφοτέρων εβασίζοντο επί των πρωτείων της εκκλησίας ή της πολιτείας, ο Πατριάρχης ανηνέχθη προς τον Πάπαν, όστις γράψας μετά δριμύτητος προς τον αυτοκράτορα, αφού απεδείκνυεν εκ διαφόρων ρήσεων της Γραφής το ιερατικόν αξίωμα υπέρτερον του βασιλικού, τον επέπληττε πώς διενοήθη να ταπεινώση τοσούτον τον Πατριάρχην της Κωνσταντινουπόλεως, εκ των πρωτίστων μελών της εκκλησίας όντα, ώστε να τω προσδιορίση ως θέσιν τους πόδας του θρόνου του. Επί του αντικειμένου τούτου τω παρετήρει ότι οι Γραικοί αυτοκράτορες είχον τον θρόνον των εν τη Αγία Σοφία εκτός του βήματος και έναντι του άμβωνος, κατά προτροπήν του Αγίου Αμβροσίου, όστις υπέδειξεν εις τον αυτοκράτορα Θεοδόσιον ότι εν τω βήματι δεν έπρεπε να εισέρχωνται ειμή οι εκ του κλήρου. (92) Ο αυτοκράτωρ μη θέλων να ενδώση προφασιζόμενος ότι οι Γάλλοι βασιλείς είχον τον θρόνον των εντός του βήματος, επέμενε, και αγνοούμεν τι ήθελε συμβή, ει μη ο επελθών κατά Ιούλιον του 1211 θάνατος του Πατριάρχου διέκοπτε την τοιαύτην έριν.