Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 8
Από της ολεθρίας μάχης της Αδριανουπόλεως ο Ερρίκος εξηκολούθει θαρραλέως υπερασπίζων την κλονιζομένην υπό των αδιαλείπτων των Βουλγάρων προσβολών και των επαναστάντων Γραικών επιθέσεων αυτοκρατορίαν· αι έκτακτοι όμως αύται περιστάσεις απήτουν ου μόνον χείρα στιβαράν, αλλά και εξουσίαν πεπαγιωμένην όπως αντεπεξέλθη κατά τοσούτων εχθρών. Έτος είχεν ήδη παρέλθει από της αιχμαλωσίας του Βαλδουίνου, όστις, ως είπομεν. δεν είχεν αφήσει άρρενας απογόνους, και η φήμη του θανάτου αυτού διαδοθείσα μεταξύ των Φράγκων, έπεισεν αυτούς όπως προβώσιν εις την εκλογήν νέου αυτοκράτορος. Τις δε ήτο καταλληλότερος του Ερρίκου όπως φορέση το στέμμα κατά τας κρισίμους εκείνας περιστάσεις; Και εκ σεβασμού λοιπόν προς τας αρετάς και την μνήμην του σφαγιασθέντος Βαλδουίνου, και εκ δικαίας εκτιμήσεως της ανδρίας και των προτερημάτων του αδελφού αυτού Ερρίκου, ο κλήρος έπεσεν επ' αυτόν και την εικοστήν Αυγούστου 1206, ημέραν Κυριακήν, εστέφθη υπό του Πατριάρχου Θωμά Μοροζίνη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας δεύτερος Φράγκος αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως μετά πασών των κατά τοιαύτας περιπτώσεις διατυπώσεων (64).
Η εκλογή του νέου αυτοκράτορος ηκούσθη μετά μεγάλης ευχαριστήσεως εν Κωνσταντινουπόλει παρά πάντων των Φράγκων και εορταί δημόσιαι πανταχού ετελέσθησαν· αλλ' ο Ερρίκος μικράν προσοχήν εις τα τοιαύτα δίδων, χαρακτήρος δ' ών ενεργητικού και σοβαρού ενησχολήθη από της πρώτης της εκλογής του ημέρας περί τα της πολιτείας. Ήρξατο λοιπόν τας εργασίας αυτού από της ανανεώσεως των προς την Ενετικήν δημοκρατίαν συμβάσεων του προκατόχου του, και πέμψας τέσσαρας πρέσβεις εις Ενετίαν, επεκύρωσε τας προνομίας, άς αι πολίται της δημοκρατίας εκείνης εν Κωνσταντινουπόλει εκέκτηντο. Μετά ταύτα, επειδή αι συνεχείς ταραχαί και η βραχυχρόνιος διάρκεια της βασιλείας του αδελφού του δεν είχον επιτρέψει εκείνω να συντάξη τους θεμελιώδεις του κράτους νόμους, επέστησε την προσοχήν του εις το αντικείμενον αυτό, αρξάμενος από των σχέσεων των υποτελών προς το στέμμα. Ενομοθέτησε λοιπόν ότι οι υποτελείς του αυτοκράτορoς είτε Γάλλοι είτε Ενετοί ώφειλον να συνοδεύωσι μετά του στρατού των, ιδία δαπάνη συντηρούντες αυτόν, εν ταις εκστρατείαις του τον αυτοκράτορα από της πρώτης Ιουνίου μέχρι της επετείου εορτής του αγίου Μιχαήλ· συνετέμνετο δε ο χρόνος ούτος κατά το ήμισυ, εάν οι υποτελείς είχον εχθρόν τινα παρά τα όρια των, και ήσαν ολοσχερώς απαλλαγμένοι της τοιαύτης υποχρεώσεως, εάν ο εχθρός ούτος ήθελε προσβάλει αυτούς. Προσέτι εάν εχθρός τις εισέδραμεν εις τας χώρας του αυτοκράτορος, οι υποτελείς ώφειλον να τον συνδράμωσιν, ιδία πάντοτε δαπάνη, άνευ προθεσμίας, ενόσω δηλονότι δεν απεσοβείτο ο εχθρός εκείνος· πας δ' υποτελής ελλείπων του τοιούτου καθήκοντος, εξέπιπτε της αξίας του δικαζόμενος υπό δικαστών του ιδίου έθνους. Ταυτοχρόνως ηθέλησε χάριν της μελλούσης ευημερίας των υπηκόων του να περιστείλη την ισχύν αυτού τε και των διαδόχων του, θεσμοθετών ότι ο αυτοκράτωρ ώφειλε να συμμορφούται επί υποθέσεων αφορωσσών την αύξησιν ή υπεράσπισιν του κράτους προς την γνωμοδότησιν συμβουλίου συγκειμένου εκ των βαρώνων, των κομήτων, του Ενετού πράκτορος και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης, ότι ουδέν ήθελε πράττει εναντίον των νόμων, την αρμοδιότητα των οποίων ουδ' αυτός εδύνατο να διαφύγη, και ότι όπως επαρκή εις την αξιοπρεπή διατήρησίν του εδικαιούτο να λαμβάνη τας προσόδους της Θράκης, καθώς και οι υποτελείς διά τας πολεμικάς δαπάνας, εις τας οποίας υπέκειντο κατά τον ανωτέρω κανονισμόν, εδικαιούντο να νέμωνται τας προσόδους των τιμαρίων αυτών. Θέλων δε να καταστήση τας διατάξεις ισχυράς και αμετάκλητους, εψήφισεν ότι ουδέν άρθρον δύναται να προστεθή ή ν' αφαιρεθή απ' αυτών άνευ της συγκαταθέσεως πάντων των μελών του ως άνω είρηται συμβουλίου, άτινα και υπέγραψαν παραδεξάμενα αυτάς (65).
Αι συνεταί αύται πολιτικαί πρόνοιαι, διεκόπησαν εκ του θορύβου των όπλων, διότι ενώ ο Ερρίκος εθεσμοθέτει εν Κωνσταντινουπόλει, ο Ιωάννης εβάδιζε μετά στρατού πολυαρίθμου προς το Διδυμότοιχον, το oποίον ο φρούραρχος Βρανάς δεν εδυνήθη να υπερασπίση κατά των επιδρομέων. Την πτώσιν αυτού και τας επακολουθησάσας ταύτην φρικαλέας σφαγάς, λεηλασίας και αιχμαλωσίας πληροφορηθέντες οι εν Αδριανουπόλει, έπεμψαν πρέσβεις προς τον αυτοκράτορα, εκλιπαρούντες αυτόν όπως τοις αποστείλη ταχείαν επικουρίαν. Ο Ερρίκος προθύμως αποδεξάμενος την ικεσίαν εκείνων ανεχώρησεν αμέσως μεθ' ικανού στρατού εκ Κωνσταντινουπόλεως και αφικόμενος εις Αδριανούπολιν επληροφορήθη ότι ο εχθρός πεφορτωμένος λείαν πλουσίαν είχεν αποσυρθή προς το κράτος του, συνεπάγων πολυπληθείς αιχμαλώτους εκ Διδυμοτοίχου. Αποφασίσας λοιπόν να καταπολεμήση τον βασιλέα των Βουλγάρων, συνάμα δε και ελευθερώση τους αιχμαλωτισθέντας υπηκόους του, ετράπη προς καταδίωξιν αυτού μέχρι Βερροίας της εν Θράκη, πόλεως εκείνω ανηκούσης, ής οι κάτοικοι μακρόθεν ιδόντες την έλευσιν του Φραγκικού στρατού απεσύρθησαν εις το όρος Αίμον. Αυτόσε πολυαρίθμους τροφάς ο αυτοκράτωρ ευρών και αναπαυθείς επ’ ολίγας ημέρας, ώδευσε προς την Βλίσνην, την οποίαν ομοίως εύρεν ακατοίκητον, των ενοίκων καταλιπόντων αυτήν. Εκεί πληροφορηθείς ότι ο βασιλεύς Ιωάννης εστρατοπέδευεν ου πολύ μακράν είς τινα κοιλάδα, εξέπεμψε κατ' αυτού δύο ίλας ιππικού μετά πολλών Γραικών εκ Διδυμοτοίχου και Αδριανουπόλεως, οίτινες εν μεγίστη προθυμία έδραμον προς απελευθέρωσιν των αιχμαλώτων οικείων των, υπό τον αδελφόν του Ευστάθιον, και τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ. Οι Βούλγαροι ιδόντες αυτούς μακρόθεν επερχομένους παρετάχθησαν εις μάχην, αλλά μετά συμπλοκήν πολύωρον και αιματηράν ηναγκάσθησαν να τραπώσιν εις φυγήν καταλιμπάνοντες εις τους νικητάς εικοσακισχιλίους Γραικούς αιχμαλώτους, τους οποίους εκ Διδυμοτοίχου είχον παραλάβει, και τρισχιλίας φορτηγούς αμάξας πλήρεις λείας. Επανελεθόντων των Φράγκων μετά την λαμπρών ταύτην επιτυχίαν εις Αδριανούπολιν, ο αυτοκράτωρ ηλευθέρωσε τους αιχμαλώτους και απέλυσεν αυτούς, επιδραμών δε εις τας χώρας του Ιωάννου, κατέστρεψε την πόλιν των Θερμών, περιώνυμον ούσαν διά τα ιαματικά αυτής ύδατα, και αφού εδήωσε και ελαφυραγώγησε διαφόρους άλλας πόλεις ανηκούσας εκείνω, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, της οποίας την φρούρησιν ενεπιστεύθη εις τους Γραικούς, άρχοντα αυτών καταστήσας τον Πέτρον δε-Ράδιγγεν μετά είκοσιν ιπποτών (66).
Ενώ οι Βούλγαροι απησχόλουν τα Φραγκικά όπλα, Θεόδωρος ο Λάσκαρις, κύριος της Βιθυνίας, Λυδίας, της παραλίας του αρχιπελάγους άχρις Εφέσου και μέρους της Φρυγίας, μη αρκούμενος πλέον εις τον απλούν του δεσπότου τίτλον, απεφάσισε να λάβη τον του αυτοκράτορος. Προσκαλεσάμενος λοιπόν εις Νίκαιαν σύνοδον εξ επισκόπων Ελλήνων ηθέλησε να στεφθή τοιούτος κατά τα έκπαλαι παρά τοις Βυζαντινοίς ειθισμένα· αλλ' επειδή ο αρμόδιος όπως τον στέψη, δηλονότι ο Πατριάρχης Ιωάννης Καματηρός έζη τότε εις τα πέριξ του Διδυμοτοίχου και προσκληθείς να μεταβή εις Νίκαιαν και μη πειθόμενος εις τούτο, έδωκεν, ίνα μη φανή εχθρόφρων προς τε τους ομοφύλους και προς την εκκλησίαν του, την παραίτησίν του, οι εν Νικαία επίσκοποι προβάντες εις την εκλογήν νέου Πατριάρχου, εξελέξαντο ως τοιούτον τον Μιχαήλ Αυτωρειανόν, όστις και έστεψεν αυτόν, κατά τα ειθισμένα, αυτοκράτορα. Ο Λάσκαρις θέλων να παγιώση την δύναμιν αυτού και γνωρίζων οποίαν ο πάπας εξήσκει επιρροήν επί των εν τη Ανατολή Φράγκων, έγραψε προς αυτόν εκθέτων τας βιαιοπραγίας εκείνων και καθικετεύων ίνα υποχρεώση τον αυτοκράτορα Ερρίκον να συνομολογήση μετ' αυτού ειρήνην και μη επιχειρήση τι κατ' αυτού πέραν του Βοσπόρου, όν η θέσις, φαίνεται, ώρισεν ως όριον των δύο επικρατειών. Προς ταύτα ο πάπας απεκρίθη δικαιολογών τους Φράγκους, ότι ενίοτε ηναγκάζοντο παρά την θέλησιν αυτών να καταφεύγωσι εις πράξεις σκληράς όπως περιστέλλωσι τας επιβουλάς των Γραικών, και τον συνεβούλευε να απαρνηθή το σχίσμα και εγκολπούμενος τον δυτικισμόν, υποταχθή εις τον Ερρίκον. Τότε μόνον ο πάπας ανεδέχετο να μεσολαβήση παρά τω αυτοκράτορι της Κωνσταντινουπόλεως υπέρ αυτού (67).
Ο Λάσκαρις κατ' ουδέν ήτο κατώτερος του Ερρίκου, ούτε κατά την ανδρίαν ούτε κατά την δραστηριότητα ούτε κατά την σύνεσιν· βλέπων λοιπόν την οικτράν της αυτοκρατορίας του κατάστασιν, ενόμισεν ότι όπως παγιώση τον αρτισύστατον θρόνον του ώφειλε ν' απαλλαχθή πολυαρίθμων ηγεμονίσκων, οίτινες επωφεληθέντες των περιστάσεων ιδρύσαντο διαφόρους ανεξαρτήτους ηγεμονίας επί των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας εις τα πέριξ αυτού. Αλλ' ίνα επιχειρήση την εκκαθάρισιν ως ειπείν ταύτην έπρεπε να διατελή αμέριμνος εκ μέρους της Κωνσταντινουπόλεως· προσπαθήσας λοιπόν επέτυχε συνομολόγησιν ανακωχής μετά των Φράγκων, οίτινες αφ' ετέρου είχον ανάγκην όλων αυτών των δυνάμεων όπως αντεπεξέλθωσι κατά των Βουλγάρων, και τοιουτοτρόπως λαβών καιρόν εξεδίωξε μεν Μωροθεώδορόν τινα, ηγεμονίσκον της Φιλαδελφείας, και Σάββαν τον άρχοντα της πόλεως του Σαμψών, σπονδάς δε ποιησάμενος προς τον Σουλτάνον του Ικονίου Καϊχοσρόην, απένειμε την αρχήν των Χωνών της Λαοδικείας και ετέρων παρά τω Μαιάνδρω πόλεων εις τον γαμβρόν αυτού Μανουήλ Μαυροζώμην και κατασκευάσας νήας μακράς εκυρίευσε τας πλείστας των νήσων (68).
Της Τραπεζούντος ήρχε τότε Δαυίδ ο Ανδρονίκου, όστις ανήρ φιλόδοξος εις υπερβολήν και επιχειρηματίας ών ηθέλησε να επεκτείνη το κράτος αυτού προς ζημίαν του Λασκάρεως, και δη συναγαγών ισχυράν στρατιάν Παφλαγώνων και Iβήρων εξέπεμψεν αυτήν υπό τον στρατηγόν Συνoδινόν προς κατάκτησιν της Νικομηδείας. Τούτο πληροφορηθείς ο Λάσκαρις, εκίνησε κατ' αυτού και επιπεσών αίφνης, τον μεν στρατόν του κατενίκησε, τον δε στρατηγούντα ηχμαλώτισε. Την ήτταν ο Δαυίδ μαθών εξητήσατο επικουρίαν παρά των Φράγκων της Κωνσταντινουπόλεως, οίτινες θέλοντες να ταπεινώσωσι τον αυτοκράτορα της Νικαίας, έπεμψαν συνδρομήν προς τον Δαυίδ· αλλ' ο Λάσκαρις μηδόλως εκ τούτου αποθαρρυνθείς έπεμψε κατά των ηνωμένων εχθρών του τον στρατηγόν Ανδρόνικον Γίδον, όστις επιπεσών κατ' εκείνων τους ενίκησεν αισχρώς, φονεύσας εν τη μάχη εκτός πολλών στρατιωτών του Δαυίδ και τριακοσίους λογάδας Φράγκους (69).
Βεβαίως μετά την επικουρίαν την οποίαν, εναντίον της συνομολογηθείσης ανακωχής, οι Φράγκοι της Κωνσταντινουπόλεως έπεμψαν προς τον εχθρόν του Δαυίδ, ο Λάσκαρις εθεωρείτο πάσης προς εκείνους υποχρεώσεως απηλλαγμένος. Συναγαγών λοιπόν στρατόν κατέλαβε τας Πηγάς, πόλιν ανήκουσαν τοις Φράγκοις· ο δε αυτοκράτωρ Ερρίκος θέλων να ανακτήση αυτήν έπεμψε Πέτρον τον εκ Πλάντζης, μετά Παγηνού του εξ Αυρηλίας, Ανσώ του δε-Καχιέ, του αδελφού του Ευσταθίου, τεσσαράκοντα ιπποτών και πολυαρίθμων στρατιωτών, οίτινες ελθόντες εις Πηγάς εκυρίευσαν διά προδοσίας των εγκατοίκων την πόλιν, και τους ταναντία φρονούντας εξ αυτών εν στόματι μαχαίρας επέρασαν. Εκείθεν διασπαρέντες εις τα περίχωρα ελήισαν διαφόρους χώρας και προέβησαν μέχρι πόλεως τίνος, ήν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει Exguire και ής περιγράφει την θέσιν ως την της Κυζίκου. «Ήτο, λέγει, αυτή θέσις οχυρά, περικυκλουμένη από θάλασσαν και φυλασσομένη από φρούριον νυν πεπτωκός.» Πέτρος ο εκ Πλάντζης εισήλθε πρώτος εκεί και την ωχύρωσε κτίσας εν αυτή δύο πύργους· έτερον δε σώμα στρατιωτικόν υπό τον Θιερρή δε-Λος, ανεκτήσατο την Νικομήδειαν, ωκοδόμησεν εκ νέου το φρούριον, όπερ ο Λάσκαρις είχε καταβάλει και μετέβαλεν εις οχύρωμα την μεγάλην εκκλησίαν της Αγίας Σοφίας, ήν ο Κωσταντίνος έκτισεν εκεί καθ' ομοίωσιν του εν Κωνσταντινουπόλει ομωνύμου ναού (70).
Εντούτοις ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης όστις διά της ανδρίας αυτού είχεν αποκρούσει τας προσβολάς των Βουλγάρων και ησχολείτο ήδη όπως ουλώση διά της καλής διοικήσεως τας πληγάς, άς αι εισβολαί εκείνων είχον ανοίξει εις διαφόρους πόλεις του κράτους του, θέλων να συσφίγξη επί πλέον τους μετά του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως δεσμούς, ίνα τοιουτοτρόπως επί ακραδάντων βάσεων παγιώση την βασιλείαν του, πέμψας προς αυτόν τον εν υπηρεσία του διατελούντα Όθωνα δε-λα-Ρος, κύριον των Θηβών και των Αθηνών, τω προέτεινε γάμον μετά της θυγατρός αυτού Αγνής, την οποίαν εκ Λομβαρδίας είχε φέρει. Επινεύσαντος δε εις τούτο του Αυτοκράτορος, κατέπλευσεν η Αγνή, φθίνοντος του έτους 1206, εις Άβυδον, ένθα πέμψας ο μέλλων σύζυγος αυτής τον πρωτοστράτορα της Ρωμανίας, και τον Μίλην δε-Βραβάντην, παρέλαβεν αυτήν, και έφερεν εις Κωνσταντινούπολιν· εκεί δ' ετελέσθησαν, τη 4 Φεβρουαρίου 1207 εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας οι γάμοι αυτών μετά πλείστης όσης επισημότητος. Τοιουτρόπως η Αγνή εστέφθη αυτοκράτειρα της Κωνσταντινουπόλεως εν τω μέσω της κοινής των Φράγκων χαράς και αγαλλιάσεως. (71)
Εν τούτοις ο Λάσκαρις, μένεα πνέων κατά του Ερρίκου, ιδίως μετά την εκ Νικομήδειας έξωσιν αυτού, εσκέπτετο τίνι τρόπω εδύνατο να εκδικηθή αυτόν· βλέπων δε τους Φραγκικούς στρατούς διεσπαρμένους τήδε κακείσε κατ' Ευρώπην τε και κατ' Ασίαν, ενόμισεν ότι η περίστασις υπάρχει πρόσφορος όπως προσβάλη και καταβάλη αυτούς. Πέμψας λοιπόν πρέσβεις προς τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην ανεκοίνωσεν αυτώ τους σκοπούς του, αποδείξας ότι πρέπει παντοιοτρόπως ν' απαλλαχθώσι των κοινών εχθρών· και τούτο ήτο εύκολον αν οι δύο ούτοι συνεφώνουν όπως ταυτοχρόνως προσβάλωσι τους Φράγκους, ο μεν Ιωάννης εν τη Ευρώπη, ο δε Λάσκαρις εν τη Ασία. Την πρότασιν ταύτην λίαν φρόνιμον ο των Μυσών βασιλεύς ευρών, συνήγαγεν όσω πλείους Βουλγάρους και Βλάχους εδυνήθη, και λαβών ικανήν επικουρίαν Κουμάνων, εισήλασεν εν Θράκη κατά Μάρτιον του 1207, και επολιόρκησε την Αδριανούπολιν, εκτείνων τας αρπαγάς και τας δηώσεις αυτού μέχρι σχεδόν αυτής της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Πέτρος δε-Ραδιγγέν μη έχων τον απαιτούμενον αριθμόν των στρατιωτών προς αντίκρουσιν, έπεμψε παραχρήμα εις Κωνσταντινούπολιν ζητών επικουρίας· ο δε αυτοκράτωρ μη δυνάμενος εκ του προχείρου να πέμψη τοιαύτας, έγραψε τοις εν Ασία ιππόταις να σπεύσωσιν εις Αδριανούπολιν, όπως σώσωσιν αυτήν απειλουμένην υπό των Βουλγάρων. Και πρώτος λοιπόν ο αδελφός του αυτοκράτορος Ευστάθιος και ο Ανσώ δε-Καχιέ έδραμον εις την πόλιν εκείνην, καταλιπόντες Πέτρον τον εκ Πλάντζης μετ' ολίγων στρατιωτών προς φρούρησιν εν Ασία (72).
Μόλις ανεχώρησαν εκείθεν οι Φράγκοι στρατιώται, ο Λάσκαρις επελθών προσέβαλε τα Σύβοτα, ών η ασθενής φρουρά αντέταξε μεν ηρωικήν αντίστασιν, αλλά βλέπουσα ότι δεν θέλει δυνηθή να υπομείνη επί πολύ των προσβαλλόντων την ορμήν, έγραψε κατεσπευσμένως εις Κωνσταντινούπολιν, εξαιτουμένη το ταχύτερον συνδρομήν. Έκπληκτος μείνας ο αυτοκράτωρ επί ταις αλλεπαλλήλαις ταύταις δυσπραγίαις, αγνοών δε και πού πρότερον να πέμψη επικουρίας, απεφάσισε να μεταβή ο ίδιος, όπως διά της παρουσίας του εμπνεύση θάρρος εις τους στρατιώτας του και αποθαρρύνη τους εχθρούς. Ετοιμασθείς δε ν' αναχωρήση εκ Κωνσταντινουπόλεως ανήγγειλε διά κήρυκος εις άπασαν την πόλιν ότι τα Σύβοτα μετά της εν αυτή φρουράς απόλλυνται, ει μη σπεύσωσι πάντες προς σωτηρίαν αυτής, και ότι οφείλει πας πιστός στρατιώτης να συνοδεύση τον αυτοκράτορά του μεταβαίνοντα εκεί ίνα χύση το αίμα του υπέρ των ομοφύλων. Η αγγελία αύτη ηλέκτρισε τους πάντας εν Κωνσταντινουπόλει, και πολυάριθμοι Γάλλοι, Ενετοί, Πισσαίοι και άλλοι δραμόντες εις τα πλοία εκήρυξαν ότι είναι έτοιμοι εις πάσαν θυσίαν υπέρ του αυτοκράτορος, όστις καταλιπών εν τη πρωτευούση τοποτηρητήν του τον Κόνωνα Πετούνην ανεχώρησε μετά δεκαεπτά μεγάλων και μικρών πλοίων, και δι' απαύστου κωπηλασίας αφίκετο την επιούσαν εις Σύβοτα, της οποίας οι υπέρμαχοι διέκειντο εις την οικτροτέραν κατάστασιν, απηλπισμένοι όντες και έν μόνον κατά νουν έχοντες, πώς ν' αποθάνωσιν εντιμώτερον. Η ναυτική δύναμις του Ερρίκου ήτο βεβαίως λίαν ανίσχυρος όπως επιτεθή κατά του εξ εξήκοντα πλοίων συγκειμένου στόλου του Λασκάρεως, αλλ' ο αυτοκράτωρ θεωρών ότι αν περιέμενε την άφιξιν επικουριών, η εν τη πόλει φρουρά ήθελεν αναποφεύκτως καταστραφή, και πεποιθώς επί την ανδρίαν των στρατιωτών του, απεφάσισε να αναδεχθή τον άνισον αγώνα. Και δη ότε ο ναύαρχος του Λασκάρεως διέταξε τα πλοία αυτού να κινηθώσι κατά των του Ερρίκου, ούτος ουδόλως εδειλίασεν, αλλά δεχθείς την προσβολήν τοσαύτην γενναιότητα έδειξεν, ώστε οι εχθροί ηναγκάσθησαν να σύρωσι τα πλοία των εις την ξηράν, και, αφού επυρπόλησαν αυτά, έλυσαν την πολιορκίαν και απεχώρησαν νύκτωρ κατεσπευσμένως. Ανατειλάσης της ημέρας, ο Ερρίκος μετά των περί αυτόν εισήλθεν εις Σύβοτα, ένθα εύρε τους ομοφύλους του ημιθνήτας εκ των πληγών και της κοπώσεως· αλλ' επειδή έβλεπεν ότι δεν ήτο εις κατάστασιν πλέον να διατηρήση την πόλιν ταύτην, παραλαβών εις τα πλοία την φρουράν, εγκατέλιπεν αυτήν. (73)
Μετά την επιτυχίαν ταύτην ο Ερρίκος παρεσκευάζετο ν' απέλθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν εστενοχώρουν οι Βούλγαροι και οι Κουμάνοι, ότε επληροφορήθη ότι Στυρίων, ο ναύαρχος του Λασκάρεως, εισελθών εις τον Ελλήσποντον μετά γαλερών επολιόρκει την Κύζιον, ήν αφ' ετέρου ηπείλει και ο Λάσκαρις, και ότι οι κάτοικοι επανέστησαν κατά του κυρίου αυτών Πέτρου του εκ Πλάντζης, πολλούς των Φράγκων στρατιωτών αυτού φονεύσαντες. Κίνδυνος τοσούτον εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως αναφαινόμενος ετάραξε τον αυτοκράτορα, όστις σκεπτόμενος ότι, κυριευομένης της Κυζίκου, απώλετο άπασα η Ανατολή, εξώπλισεν εν τάχει δεκατέσσαρας γαλέρας, ών την διοίκησιν ανέθηκεν εις τους γενναιοτέρους και επιδεξιωτέρους αυτού αρχηγούς, δηλονότι εις τον αδελφόν Ευστάθιον, εις τον Κόνωνα Πετούνην, εις τον Γοδδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, εις τον Μακάριον δε-Σαιν Μενεχούλ, εις τον Μίλην δε-Βραβάντην, εις τον Ανσώ δε-Καχιέ, εις τον Θιερρήν δε-Λος και εις τον Γουλλιέλμον δε-Περουά, και εξέμπεψεν αυτάς κατά των Γραικών. Αλλ' ο του Λασκάρεως ναύαρχος μη τολμών να ναυμαχήση ανεχώρησε, μακρόθεν ιδών τας εχθρικάς γαλέρας· αύται δε, αφού εις μάτην επί δύο ημερονύκτια τον κατεδίωξαν, επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. Μόλις όμως εισήλθον εις τον λιμένα, εγένετο γνωστόν ότι στρατιωτικόν σώμα του Λασκάρεως προσέβαλε την Νικομήδειαν, ήτις τροφών έλλειψιν πάσχουσα, εκινδύνευε να πέση. Ο αυτοκράτωρ αναλογιζόμενος την σπουδαιότητα της θέσεως εκείνης διήλθε ταχέως τον Βόσπορον και ώδευσε προς την Νικομήδειαν, αλλ' οι Γραικοί θεωρούντες ότι εκ της αδιαλείπτου ταύτης κινήσεως εξηντλούντο οι εχθροί περισσότερον ή εάν αδιακόπως επολεμούντο, απέφυγον και πάλιν να έλθωσιν εις μάχην και απεσύρθησαν προς την Νίκαιαν. Ο Ερρίκος καταλιπών εν Νικομηδεία τον Θιερρήν δε-Λος και τον Γουλλιέλμον δε-Περσοά μεθ' ικανού στρατού προς εξασφάλισιν της πόλεως, επανήλθεν εις την πρωτεύουσαν και ητοιμάζετο ν' απέλθη εις Αδριανούπολιν· αλλ' ενώ εποίει τας προς τούτο προετοιμασίας, εκωλύθη και πάλιν εκ νέου δυστηχήματος. Οι δύο αρχηγοί, ούς κατέλιπε προς φρούρησιν της Νικομηδείας, εξελθόντες μετ' αποσπάσματος στρατού όπως κατασκοπεύσωσι τον εχθρόν, ενέπεσαν εις ενέδραν, και αναγκασθέντες να συμπλακώσι προς πολύ ανωτέρας δυνάμεις υπέστησαν μεγίστην ζημίαν, πεσόντος κατά την μάχην και του ετέρου των δύο αρχηγών, του Θιερρή δε-Λος· οι δε σωθέντες απεκλείσθησαν πανταχόθεν υπό των εχθρών, και άνευ τινός εξωτερικής επικουρίας εκινδύνευον ή να φονευθώσιν άπαντες ή να παραδοθώσιν, όπερ ήτο ταυτοσήμαντον (74).
Η απροσδόκητος αύτη αγγελία, εξ ής τέταρτον ήδη ο Ερρίκος ηναγκάζετο να αναβάλη την εις Αδριανούπολιν μετάβασιν, κατετάραξε τον αεικίνητον αυτοκράτορα, όστις οικτείρων την δεινήν των στρατιωτών του θέσιν, έσπευσε και πάλιν εις Νικομήδειαν, ήν μετά τον αποκλεισμόν του Γουλιέλμου δε-Περσοά και των συν αυτώ, επολιόρκει στενώς ο του Λασκάρεως αδελφός Κωνσταντίνος. Αλλ' ούτος μακρόθεν ιδών τον Φραγκικόν στρατόν ερχόμενον έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη αύθις εις Νίκαιαν· ο δε αυτοκράτωρ απαλλάξας τους στρατιώτας του της απελπιστικής εκείνης θέσεως εστρατοπέδευσεν έξω της πόλεως, ότε πέμψας ο Λάσκαρις τω προέτεινε διετή ανακωχήν επί τω όρω του να μείνωσιν αυτώ τα φρούρια της Κυζίκου και της Μακεδονίας, ανθ' ών υπέσχετο να αποδώση τους πολυαρίθμους Φράγκους, ούς είχεν αιχμαλωτίσει. Τας προτάσεις ταύτας ευρών ωφελίμους ο Ερρίκος, συνωμολόγησεν ειρήνην, και τοιουτοτρόπως ο μεν Λάσκαρις απέλυσε παραχρήμα τον δε-Περσοά και τους λοιπούς αιχμαλώτους, ο δε Ερρίκος τω παρέδωσε τα της Κυζίκου και Νικομηδείας φρούρια (75).
Συνθηκολογήσας μετά του ενός των δύο επικινδυνωδεστέρων εχθρών του ο Ερρίκος επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, απαλλαγμένος πάσης ετέρας ασχολίας και έν μόνον κατά νουν έχων, πώς να ταπεινώση τον αγέρωχον των Βουλγάρων βασιλέα. Κέντρον λοιπόν των πολεμικών εργασιών του την Σηλλύβριαν καταστήσας ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως, φθίνοντος Ιουνίου του 1207, και κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν, την οποίαν οι Βούλγαροι είχον κατελίπει, και ένθα εγένετο δεκτός μετά μεγάλου ενθουσιασμού. Διατρίψας δ' εν αυτή μίαν ημέραν προς επιθεώρησιν των ζημιών, άς οι εχθροί εποίησαν, ανεχώρησε κατευθυνθείς προς τας υπωρείας του Αίμου ίνα ληίση τας Βουλγαρικάς πόλεις, και μετά τετραήμερον οδοιπορίαν αφίκετο είς τινα χώραν, ήν τέως ο Ιωάννης είχε συνοικίσει, και την οποίαν ο Βιλλαρδουίνος ονομάζει τω αγνώστω εις την γεωγραφίαν ονόματι Ε υ λ ο υ ή. Ευρών ταύτην έρημον, άτε των κατοίκων αποσυρθέντων εις τα όρη, εστρατοπέδευσεν εις αυτήν εφ' ικανάς ημέρας· λαφυραγωγήσας δ' αυτήν τε και ετέρας παρακειμένας πόλεις, ών οι κάτοικοι επίσης είχον φύγει εις την προσέγγισιν του Φραγκικού στρατού, και πλείστα κερασφόρα ζώα και ίππους κυριεύσας, επέστρεψεν εις Αδριανούπολιν, του εχθρού, πλην ασημάντων τινών ακροβολισμών, μη τολμήσαντος να τον προσβάλη.
Καθ' όν χρόνον ο Ερρίκος διέτριβεν εις Αδριανούπολιν, ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πέμψας πρέσβεις προς αυτόν τω προσέφερε τα σεβάσματά του και συγχρόνως εξεδήλωσε την μεγίστην επιθυμίαν, υφ' ής κατείχετο όπως συνεντευχθή μετά του αυτοκράτορος, τον οποίον προ πολλού χρόνου δεν είχεν ιδεί. Του Ερρίκου επινεύσαντος εις ταύτην την επιθυμίαν του Βονιφατίου, αμφότεροι οι ηγεμόνες ελθόντες εις την παρά τω Έβρω πόλιν των Υψάλων περιεπτύξαντο αλλήλους και επί δύο ημέρας συνεσκέφθησαν περί των κοινή συμφερόντων και περί του πώς εδύναντο αποτελεσματικώτερον να πολεμήσωσι τον βασιλέα των Βουλγάρων. Κατά την συνέντευξιν ταύτην ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης επιθυμών να παράσχη μαρτύριον ευνοίας και τιμής προς τον Βιλαρδουίνον, τω προσέφερε να εκλέξη ως δώρον μίαν των δύο πόλεων, την Μοσυνούπολιν δηλαδή ή τας Σέρρας μεθ' απασών των εξαρτήσεων αυτής. Ο Βιλλαρδουίνος εξελέξατο την πρώτην και οι δυστυχείς κάτοικοι αυτής ηναγκάσθησαν να αλλάξωσι κύριον, καθώς αλλάσσουσι τοιούτον τα μη έχοντα λαλιάν κτήνη. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις της Ελλάδος τότε! (76)
Πέντε είχον μόλις παρέλθει ημέραι από της συνεντεύξεως των δύο ηγεμόνων, ότε ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης απεφάσισε να εξέλθη όπως καθαρίση την Ροδόπην, ήν ελυμαίνοντο ληστρικαί των Βουλγάρων συμμορίαι, πάσαν κωλύουσαι των περικύκλω πόλεων συγκοινωνίαν και πολλήν επιφέρουσαι την καταστροφήν. Τούτο πληροφορηθέντες οι Βούλγαροι έδραμον πανταχόθεν όπως τον προσβάλωσι και εντυχόντες αυτόν τον περιεκύκλωσαν πανταχόθεν εις μέγιστον αριθμόν. Ο Μαρκήσιος μετά των ολίγων οπαδών του αντέστη ανδρείως προς τα επιθέσεις των Βουλγάρων, αλλ' η αμείλικτος Άτροπος κατ' ουδέν έλαβεν υπ' όψιν τον ηρωισμόν και τους αγώνας αυτού. Ο αστήρ του είχε πλέον δύσει, και ο Μαρκήσιος λαβών κατά τινα μάχην σφοδράν διά λόγχης πληγήν, επεράτωσεν εις το όρος της Ροδόπης το ένδοξον αυτού στάδιον, ενώ πολλοί των στρατιωτών του εξεμέτρησαν, ανδρείως περί αυτόν μαχόμενοι, το ζην· οι δε Βούλγαροι αποκόψαντες, ενώ έτι έπνεε, την κεφαλήν του, έφερον αυτήν οικτρόν τρόπαιον εις τον βασιλέα των. Τοιούτο τέλος έλαβε και ο ανήρ εκείνος, όστις αρχηγός των σταυροφόρων εκλεχθείς και στέμμα περιβληθείς, διά της ανδρίας και των πολεμικών αρετών αυτού ουχί μόνον εις το ίδιον κράτος του ηδυνήθη να παγιωθή, αλλά και τας κτήσεις του παρεξέτεινε, και τας προσβολάς των Βουλγάρων απέκρουσε και δεξιός, ούτως ειπείν, βραχίων της εν Ανατολή Φραγκικής αυτοκρατορίας υπήρξε (77).