Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 6

Chapter 620 wordsPublic domain

Ενώ ταύτα συνέβαινον, αφικνείτο εκ της αγίας Γης παρά τω Βαλδουίνω ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, ανεψιός του πρωτοστράτορος της Καμπανίας μετά πολυαρίθμων ιπποτών και Βουργουνδίων Καμπανιτών. Το πλοίον όπερ τους έφερεν είχε πάθει υπό τρικυμίας, διό αγκυροβολήσαν εις Μεθώνην, διέτριβεν εκεί. Γραικός τις δε κύριος των παρακειμένων χωρών, υπό φιλοδοξίας αμέτρου κατεχόμενος, ελθών επρότεινε προς τους Λατίνους συμμαχίαν διά να κατακτήσωσιν όλην την Πελοπόννησον, επί τω όρω του να διανεμηθώσιν αυτήν εξ ημισείας. Η πρότασις αύτη εγένετο δεκτή, και είχον ήδη αρχίσει τας πολεμικάς επιχειρήσεις των, ότε ο Γραικός εκείνος απέθανεν, ο δε υιός του αθετήσας την σύμβασιν, ανεστάτωσε κατά των Λατίνων όλας τας κατακτηθείσας χώρας. Ο Γοδοφρέδος μη νομίζων εαυτόν ικανόν, όπως τας ανακτήση μόνος, έπλευσε προς το Ναύπλιον, ένθα ήτο το στρατόπεδον του μαρκησίου, και απευθυνθείς προς αυτόν τω εξέθηκε τα εν Μεθώνη γεγονότα. Εντυχών δε προς τοις άλλοις τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον παρώρμησεν ίνα τον συνδράμη προς κατάκτησιν της Πελοποννήσου, και τοσούτον ευχερές τω παρέστησε το πράγμα, ώστε εκείνος προθύμως υποδεξάμενος την πρότασιν, «Αρκούμαι, είπε, λαμβάνων μέρος εις την εκστρατείαν ταύτην, εις ό,τι μοι παραχωρήσητε, και το oποίον θέλω λάβει ως υποτελής σας. Δεν επιθυμώ δι' εμέ να πολεμήσω, αλλά διά την τιμήν και την ωφέλειαν του έθνους μου». Τοιουτοτρόπως απεφάσισαν οι δύο ιππόται την κατάκτησιν της Πελοποννήσου· επιδοκιμάσαντος δε του μαρκησίου της Μοντφεράτης την απόφασιν ταύτην, οι δύο εκείνοι ανεχώρησαν συνεπάγοντες εκατόν ετέρους ιππότας, ών έκαστος, κατά το τότε έθος, συνωδεύετο υπό πολλών ιππέων και πεζών· πλεύσαντες δε εις Μεθώνην, εγένοντο κύριοι αυτής.

Της Ηπείρου εδέσποζε τότε ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός, υιός νόθος του Ιωάννου Αγγέλου σεβαστοκράτορος, και εκ της μάμμης του Θεοδώρας απόγονος του αυτοκράτορας Αλεξίου, του πρώτου των Κομνηνών. Τον Μιχαήλ τούτον ο αυτοκράτωρ Ισαάκιος είχε δώσει ως όμηρον προς τον αυτοκράτορα Φριδερίκον, ότε ούτος διήρχετο διά του Βυζαντινού κράτους μεταβαίνων εις Παλαιστίνην· επαναστάς δε τω 1204 κατά Αλεξίου του Γ', επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν μετά την κατάκτησιν των σταυροφόρων, και φιλόδοξος, ατρόμητος, τολμητίας ών, προσωκειώθη τον μαρκήσιον Βονιφάτιον, μεθ' ού συναπήλθεν εις Θεσσαλονίκην. Αλλά πριν ή φθάση εκεί, δραπετεύσας εις Επίδαμνον, είλκυσε την συμπάθειαν του διοικητού αυτής, ού ενυμφεύθη και την θυγατέρα· εκδιώξας όμως μετ' ου πολύ τον πενθερόν του, εγένετο αυτός κύριος της πόλεως, και επεκτείνας τας κτήσεις του μέχρι του κόλπου της Ναυπάκτου διά της κατακτήσεως της Ηπείρου, Ακαρνανίας, Αιτωλίας και μέρους της Θεσσαλίας, εγένετο ιδρυτής της εγνωσμένης εν τη ιστορία υπό το όνομα δεσποτείας της Ηπείρου, (49)

Ο Μιχαήλ ούτος είχε τα βλέμματα εστραμμένα προς την Πελοπόννησον, ής διεχωρίζετο διά μόνου του στενού της Ναυπάκτου· μαθών λοιπόν τας εν αυτή κατακτήσεις των Φράγκων, διήλθε μετά του στρατού του το στενόν και επορεύθη προς αποσόβησίν των, καυχώμενος ότι ευχερώς θέλει τους εκδιώξει εκείθεν. Πληροφορηθέντες δε και οι σταυροφόροι ότι επήρχετο κατ' αυτών ο Μιχαήλ, οχυρώσαντες την Μεθώνην και καταλιπόντες τας αποσκευάς και τους ανικάνους εν αυτή, εξήλθον περί τους πεντακοσίους ιππείς προς απόκρουσιν του εχθρού. Συμπλοκής δε γενομένης μεταξύ των δύο πολεμίων, ο Μιχαήλ καί τοι άγων δεκαπλασίαν σχεδόν στρατιάν, ηττήθη αισχρώς και διά της φυγής εσώθη, καταλιπών εις τους νικητάς τας τε σκηνάς, τας αποσκευάς αυτού και πολλούς αιχμαλώτους. Μετά την νίκην ταύτην οι Φράγκοι εκυρίευσαν την Κορώνην, ήν ο Γουλλιέλμος παρεχώρησεν ως τιμάριον εις τον Γοδοφρέδον, τας Καλάμας και επί τέλους τας πλείστας της Πελοποννήσου πόλεις, εκτός της Λακεδαίμονος, ήν κατείχε γραικός τις άρχων καλούμενος Λέων Χαμάρετος.

Ο Γουλλιέλμος δε Σαμπλίτ, κύριος ων ήδη άπαντος του Μωρέως έλαβε τον τίτλον πρίγκιπος Αχαΐας· ολίγον όμως χρόνον μετά την εκστρατείαν ταύτην μαθών ούτος τον θάνατον του αδελφού του κόμητος του Λιζόν, απεφάσισε να εγκαταλίπη τας κατακτήσεις του, παραδίδων αυτάς εις τον πρωτοστράτορα του Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, επί τω όρω αν εντός ενός έτους ο Γουλλιέλμος. δεν έπεμπέ τινα να λάβη επ' ονόματί του την κατοχήν του Μωρέως, τότε αυτοδικαίως ο Γοδοφρέδος καθίστατο αυθέντης αυτού. Ταυτοχρόνως κατά διαταγήν του δέκα των σταυροφόρων συνέταξαν κατάλογον των γαιών, άς έμελλον να λάβωσιν οι συμμετασχόντες της κατακτήσεως ταύτης ιππόται· είς δε των δέκα ην και ο Γοδοφρέδος, όστις, επειδή εξ αφιλοκερδίας παρέβλεψε να κατατάξη εαυτόν μεταξύ των εχόντων απαιτήσεις, έλαβε παρά του Γουλλιέλμου την κυριότητα των Καλαμών και της Αρκαδίας μετά των εξαρτημάτων αυτών. Είκοσι και είς ιππόται συμμετέσχον της διανομής των τιμαρίων, συνταχθέντος οργανικού νόμου περί της εν τω μέλλοντι υπηρεσίας εκάστου. Κατά τον νόμον τούτον, οι κύριοι τεσσάρων τιμαρίων εδικαιούντο να υψώσι φλάμπουρον, υποχρεούμενοι όμως εν ανάγκη να παρέχωσιν ένα ιππότην και δώδεκα στρατιώτας· οι πλείω τούτων τιμάρια λαβόντες, υπεχρεούντο να παρέχωσι διπλάσιον αριθμόν στρατιωτών, και οι έν μόνον τιμάριον σχόντες υποχρεούντο εις την προσωπικήν εργασίαν μόνον. Έτεροι δε νόμοι εκανόνιζον τα μέτρα της γενικής ασφαλείας και τας υποχρεώσεις των εκκλησιαστικών και στρατιωτικών αρχηγών εν ώρα πολέμου.

Τοιουτοτρόπως δεν είχεν ήδη παρέλθει έτος της υπό των Λατίνων αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, και όλη η πριν Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε πέσει υπό την εξουσίαν των σταυροφόρων, εκτός της Νικαίας και Προύσσης, καθ' ών είχον εκστρατεύσει εντολή του ασθενούντος Λουδοβίκου κόμητος του Βλοά, όστις είχε τον τίτλον δουκός της Νικαίας, ο Πέτρος Βρασώ και Παγιανός ο εξ Αυρηλίας μετά εκατόν ιπποτών. Ούτοι μεταβάντες εις Καλλιούπολιν, διήλθον τον Ελλήσποντον και κατέλαβον τας Πηγάς, πόλιν παραθαλάσσιον υπό των Λατίνων κατεχομένην από του χρόνου των Βυζαντινών έτι αυτοκρατόρων. Εισδύσαντες δε εις τα ενδότερα, συνεπλάκησαν, τη 6 Δεκεμβρίου, προς στρατιωτικόν σώμα, όπερ ο Θεόδωρος είχεν εκπέμψει κατ' αυτών περί το λεγόμενον Ποιμανικόν, θέσεως oχυράς μεταξύ Μυσίας και Βιθυνίας· κατατροπώσαντες δε μετά ισχυρόν αγώνα αυτό, κατέλαβον το τε Ποιμανικόν και το Λοπάδιον και προχώρησαν προς τα ενδότερα, δεξιούμενοι _μετά σταυρικών σημείων και θείων λογίων_ παρά των εγκατοίκων, οίτινες βεβαίως δεν διετίθεντο τοσούτον φιλίως προς τους κατακτητάς έχοντας, κατά Νικήταν τον Χωνιάτην, «Φωνήν ασύμφωνον Έλλησι, γνώμην φιλοχρήματον, οφθαλμόν απαιδαγώγητον, γαστέρα ακόρεστον, οργίλον και δριμείαν ψυχήν και χείρα διφώσαν το ξίφος διά παντός». Η κατάκτησις όμως της Προύσσης, πόλεως οχυράς παρά τας υπωρείας του εν Ασία Ολύμπου κειμένης, δεν παρίστα τας αυτάς ευχερείας· διόπερ οι Φράγκοι αφικόμενοι προ των τειχών αυτής, διεκήρυξαν ότι ήθελον μεταχειρισθή τους κατοίκους ως φίλους, αν παραχρήμα, τοις ήνοιγον τας πύλας, τουναντίον δε ήθελον φρικωδώς τους τιμωρήσει, αν απεφάσιζον ν' αντιστώσιν. Οι κάτοικοι προς μηδέν λογισάμενοι τας απειλάς ταύτας ήρξαντο να ρίπτωσι βέλη και ακόντια κατά των Φράγκων, οίτινες μη όντες εις κατάστασιν να επιχειρήσωσι μακροχρόνιον πολιορκίαν, ενόμισαν καλόν, ν' αποσυρθώσι. Τολμηρότεροι ένεκα τούτου οι Γραικοί γενόμενοι, εξήλθον όπως καταδιώξωσιν αυτούς, και καταλαβόντες τας παρόδους των ορέων, ουκ ολίγην φθοράν τοις εποίησαν· φονεύσαντες δέ τινα των σημαιοφόρων αυτών και την σημαίαν κυριεύσαντες ενέπηξαν είς τι μέρος, περί το oποίον έστησαν ενέδραν, ελπίζοντες ότι οι Φράγκοι βλέποντες την σημαίαν των ήθελον συγκεντρωθή εκεί και πέσωσιν εις την παγίδα· αλλά τούτο υποπτεύσαντες εκείνοι προσέβαλαν εκ των οπισθίων τους Γραικούς και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκαν, ώστε ηνάγκασαν αυτούς να καταφύγωσιν εις Προύσσαν.

Ολίγον χρόνον μετά την αναχώρησιν του Πέτρον Βρασώ, δυο έτερα σώματα στρατιωτικά εξήλθον εκ Κωνσταντινουπόλεως. Το μεν υπό την ηγεμονίαν Ερρίκου, του αδελφού του αυτοκράτορος, κατελθόν εις Ελλήσποντον εκυρίευσε την Άβυδον, και ορμητηρίω ταύτη χρώμενον εξέτεινε τας κατακτήσεις αυτού, τη συνδρομή των Αρμενίων εις μέγιστον αριθμόν εκείσε οικούντων και εχθρών θανασίμων των Γραικών όντων· το δε, υπό την αρχηγίαν του Μακαρίου δε Σαιν-Μενεχούλ, του Ματθαίου Βαλιγκούρ και του Ροβέρτου δε Ρονσοά, διαβάν τον Βόσπορον, έναντι της Κωνσταντινουπόλεως, κατέλαβε την Νικομήδεαν, ής οι κάτοικοι πληροφορηθέντες την άφιξιν των Φράγκων είχον αναχωρήσει, και επισκευάσαντες τα οχυρώματα αυτής, μετεχειρίσθησαν ταύτην ως κέντρον των εις τα πέριξ επιδρομών του. (50)

Εν τούτοις ο Θεόδωρος Λάσκαρις μετά την περί το Ποιμανικόν ήτταν του, συλλέξας νέον στρατόν έδωκε την αρχηγίαν αυτού εις τον αδελφόν του Κωνσταντίνον, και απεφάσισε παντοιοτρόπως να αποσοβήση τους Φράγκους· μαθών δε ότι ο Ερρίκος, τη συμβουλή των Αρμενίων, αναχωρήσας εξ Αβύδου, κατηθύνθη εις Αδραμύττιον, απεφάσισε να προσβάλη αυτόν εκεί. Οι σταυροφόροι πληροφορηθέντες την προσέγγισιν του στρατού του Θεοδώρου, παρεσκευάσθησαν εις μάχην, και συμπλοκής γενομένης, τη 12 Μαρτίου, οι Γραικοί υπέστησαν δεινήν ήτταν απολέσαντες τας αποσκευάς αυτών και πλήθος αιχμαλώτων. Μετά δε την επιτυχίαν ταύτην άπασα η περίχωρος παρεδόθη εις την εξουσίαν των νικητών.

Μέχρι τούδε είδομεν την τύχην προσμειδιώσαν εις τους Φράγκους, και την δύναμιν αυτών επεκταθείσαν επί τον Βόσπορον, την Προποντίδα, τον Ελλήσποντον, άπασαν την Ελλάδα και μέγα μέρος της Ασίας· αλλά «θνητών όλβιος εις τέλος ουδείς, ουδ' ευδαίμων». Η τύχη είνε αλλοπρόσαλλος, τα του κόσμου πεττευτά και αι ελπίδες των ανθρώπων φρούδαι. Ποσάκις τις μετά πεισματώδη αγώνα, νομίζει ότι επήλθεν η στιγμή ίνα απολαύση το γέρας του αγώνος εκείνου, και όμως ό,τι υπέθεσε τέρμα είνε η αρχή πάλης δυσχερεστέρας και επιπονωτέρας. Αυτό τούτο συνέβη και εις τους Φράγκους. Νομίσαντες ότι επαγίωσαν ήδη το κράτος αυτών εν τη Ανατολή, εξηλέγχθησαν δεινώς απατηθέντες.

Οι Γραικοί βλέποντες την πατρίδα αυτών δούλην, την εκκλησίαν τεταπεινωμένην και την εθνότητα εξυβριζομένην, έπνεον μένεα κατά των κατακτητών, οίτινες εν τη αλαζονία των, ελησμόνουν ότι τότε μόνον ο ηττηθείς, λησμονεί την ήτταν, όταν ο επιβληθείς αυτώ ζυγός δεν ήνε βαρύς. Μεταξύ των Γραικών αρχόντων είς μόνος ήτο πιστός φίλος του Βαλδουίνου, ο Θεόδωρος Βρανάς. Δεν συνεδέετο βεβαίως ούτος προς τους Λατίνους εκ πεποιθήσεως, αλλ' εξ αισθήματος απλού, του οποίου, εύκολον είναι να εννοήση τις την φύσιν. Ερών εμμανώς Αγνής της αδελφής του, βασιλέως Φιλίππου Αυγούστου, και χήρας Αλεξίου του Β' και του τυράννου Ανδρονίκου, επέτυχε να εμπνεύση εις την ηγεμονίδα εκείνην αμοιβαίον έρωτα, τον οποίον όμως, δεν εδύνατο να επιστέψη ο γάμος ένεκα της οικογενειακής ανισότητος αυτών. Σχέσεις επίμεμπτοι λέγεται ότι υπήρχον μεταξύ των δύο εκείνων, ο δε Βαλδουίνος, αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος, ενομιμοποίησε τας σχέσεις ταύτας, ουχί μόνον εις γάμον συνάψας αυτούς, αλλά και ως τιμάριον αυτώ δωρησάμενος την πόλιν Άπρω. Εννοείται λοιπόν ότι ο Βρανάς συνεδέετο προς τον Βαλδουίνον διά των δεσμών της ευγνωμοσύνης· αλλά πάντες οι άλλοι Γραικοί άρχοντες εξυβριζόμενοι και φενακιζόμενοι υπό των Λατίνων, εζήτουν κέντρον περί ό να συνέλθωσιν ίνα συγκεντρώσωσι τας ενεργείας των και αποσοβήσωσι τους εχθρούς της θρησκείας και της πατρίδος των. Τοιούτο δε κέντρον εύρον τον βασιλέα των Βουλγάρων Ιωάννην, όστις προθύμως εδράξατο της περιστάσεως ίνα καταπολεμήση τους σταυροφόρους, και επωφεληθή εκ της καταστάσεως των πραγμάτων. (51)

Οι Βούλγαροι, λαός Σκυθικής καταγωγής, κατοικούντες το πρώτον τας μεσημβρινάς χώρας, άς περιβρέχει ο Βόλγας, έσχον εκ του ποταμού τούτου το όνομα αυτών. Ο Ίστρος εχρησίμευσεν ως όριόν των μέχρι Κωνσταντίνου του Πωγωνάτου, επί της βασιλείας του οποίου διελθόντες τον ποταμόν αυτόν κατέλαβον την Μυσίαν, κατόπιν την Ιλλυρίαν και οψιαίτερον εξελέξαντο ως πρωτεύουσαν του βασιλείαν αυτών την πόλιν των Αχριδών, την οποίαν ο αυτοκράτωρ Ιουστινιανός, εν αυτή γεννηθείς, μετωνόμασεν Ιουστινιανήν και επροίκισε διά πολλών προνομίων. Ωνομάσθη δ' έπειτα Βουλγαρία, καθώς και η επαρχία ολόκληρος εν ή κείται εκ του ονόματος των λαών, προς ούς οι βυζαντινοί εξηκολούθουν μαχόμενοι, μέχρις ού ο αυτοκράτωρ Βασίλειος κατανικήσας αυτούς επανειλημμένως και λαβών εκ των νικών αυτού και το όνομα Βουλγαροκτόνος, τους απώθησε προς την κάτω Μυσίαν, ένθα έμεινον, φόρον τελούντες, μέχρις Ισαακίου Αγγέλου του Κομνηνού, όστις επιβαλών εις τους λαούς αυτούς μεγάλους φόρους, επί προφάσει του να επαρκέση εις τας εκτάκτους δαπάνας του γάμου του, τους ηνάγκασε να επαναστατήσωσιν υπό την αρχηγίαν δύο αδελφών του Πέτρου και του Αζάν. Οι δύο ούτοι, αφού ενίκησαν επανειλημμένως τους στρατούς του αυτοκράτορος διήλθον τον Αίμον, και ληίσαντες πάσας τας εκείθεν επαρχίας, διένειμον αυτάς, και ο μεν Πέτρος, λαβών το στέμμα εκηρύχθη βασιλεύς του ενός μέρους, ο δ' Αζάν εκυβέρνησε το έτερον επί εννέα έτη, μεθ' ά εφονεύθη υπό Ιωάννου του εξαδέλφου του, καταλιπών δύο υιούς ανηλίκους τον Ιωάννην και τον Αλέξανδρον. Διαρκούσης της ανηλικιότητος αυτών, ο τρίτος αδελφός του Πέτρου και του Αζάν, όν οι μεν Ιωαννίκιον, οι δε Ιωάννην ονομάζουσι, καταλαβών το βασίλειον της Βουλγαρίας, εξηκολούθησε τον προς τους Γραικούς πόλεμον· όπως δε νομιμοποιήση τον σφετερισμόν τούτον, απηυθύνθη διά πρέσβεων προς τον Πάπαν Ιννοκέντιον και υποτάξας αυτώ το βασίλειόν του, απήτησε να τον χρίση βασιλέα· μετά πολλάς δ' επί του αντικειμένου τούτου διαπραγματεύσεις, ο Πάπας τω έπεμψεν έξαρχον τον καρδινάλιον Λέοντα, όστις στέψας επισήμως τον Ιωάννην εν Τυρνάβω, τω προσήνεγκεν εκ μέρους του Πάπα και την σημαίαν της εκκλησίας. Ταύτα δ' εγένοντο εν έτει 1204, καθ' όν χρόνον ήρξατο η μεταξύ σταυροφόρων και Βουλγάρων έρις, ήτις ολίγον έλειψε να επιφέρη την εν τη Ανατολή καταστροφήν την Λατινικής αυτοκρατορίας.

Ο Ιωάννης ίνα μεταχειρισθώμεν την του Νικήτα έκφρασιν, «ευφορώμενος το των Λατίνων αγέρωχον φρόνημα και την τούτων λόγχην ως φλογίνην ρομφαίαν υποβλεπόμενος, είχε πέμψει πρέσβεις προς τον Βαλδουίνον, ίνα τω προτείνωσιν αμοιβαίαν φιλίαν και ειρήνην· αλλ' ο Λατίνος αυτοκράτωρ, εν τη αλαζονία αυτού, ανάξιον τιμής τον Βούλγαρον βασιλέα θεωρών, τω εμήνυσεν ότι «δεν αρμόζει εις αυτόν να διαπραγματευθή προς τον Ιωάννην, ως προς ίσον, ότι αν εκείνος επεζήτει την εύνοιαν του αυτοκράτορος, έπρεπε να λάβη ήθος υποτελούς προς κυρίαρχον, ότι αν άλλως έπραττεν, ώφειλε να περιμένη μετ' ού πολύ τους Φραγκικούς στρατούς εν μέσω τόπου, τον οποίον κατείχεν εξ αρπαγής, και ότι εδύνατο να τον επαναφέρη εις την ασημότητα, εξ ής η οικογένειά του εξήλθε». Γλώσσα τοιαύτη εξώργισε τον υπερήφανον Ιωάννην, όστις φρικώδη εκδίκησιν κατά του Βαλδουίνου μελετών, πρώτον μεν έπεισε τους παρ' αυτώ Γραικούς άρχοντας να επιστρέψωσιν εις τας πατρίδας των διά να εξεγείρωσι τους συμπολίτας των κατά των Λατίνων, παρεσκευάσθη δε και αυτός όπως δείξη εις τον αυθάδη αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως ότι η γλώσσα δεν έπρεπε να προτρέχη της διανοίας. (52)

Η αυτοκρατορία των Λατίνων, εις ήν εισήχθησαν οι φεουδαλικοί της Δύσεως νόμοι, ήτο διαμοιρασμένη εις πλείστας ηγεμονίας ή βαρωνίας και απετέλει ούτως είδος τι δημοκρατίας δυσκυβερνήτου. Οι Ενετοί εκέκτηντο ιδίαν αρμοδιότητα και αι πλείσται των πόλεων εκυβερνώντο αναμίξ κατά την νομοθεσίαν των Ενετών και κατά τους φεουδαλικούς κώδηκας. Οι κόμητες και οι βαρώνοι είχον αντίθετα προς αλλήλους συμφέροντα και αντιζηλίας, αίτινες εδύναντο καθ' εκάστην να μετατραπώσιν εις εμφυλίους πολέμους. Αφ’ ετέρου οι Λατίνοι εκκλησιαστικοί, οίτινες είχον εγκαθιδρυθή επί των ναυαγίων της ορθοδόξου εκκλησίας, διά του παραδείγματός των προυκάλουν την διχόνοιαν και έφερον το σκάνδαλον των αντιζηλιών των μέχρις αυτού του θυσιαστηρίου, απαιτούντες όπως οι της Ρωμαϊκής αυλής νόμοι κατισχύσωσι των του αυτοκράτορος. Πολλοί αυτών είχον σφετερισθή τα τιμάρια των βαρώνων και επειδή ταύτα ήσαν απηλλαγμένα στρατιωτικής υπηρεσίας, το κράτος διετέλει εστερημένον των φυσικών αυτού προμαχών. Προς δε επί τούτοις το κλίμα, τα πλούτη της Ελλάδος και τα θέλγητρα του Βυζαντίου, το οποίον ανέκαθεν εθεωρείτο ως καθιστών τους κατοίκους του τρυφηλούς, εξενεύρισαν τους μαχητάς και εισήγαγον μεταξύ αυτών διαφθοράν μεγίστην. Οι λαοί περιεφρόνησαν τέλος την δύναμιν και τους νόμους των σταυροφόρων, ών εσάρκαζον τα ήθη, και επειδή ούτοι ήσαν διεσπαρμένοι οι μεν εν Ευρώπη, οι δε εν Ασία, ήρξαντο να εμπνέωσιν εις τους Γραικούς θάρρος και την πεποίθησιν ότι οι πολεμισταί της Δύσεως δεν ήσαν απροσμάχητοι.

Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων, ότε οι τελευταίοι ούτοι απεφάσισαν να εκδιώξωσιν εκ των χωρών αυτών τους ξένους, ούς εβδελύσσοντο, καθ' ά και αυτός ο ομοταγής αυτοίς χρονογράφος Βιλλαρδουίνος δεν διστάζει να ομολογήση, «pour lor grans desloiautês. Εν τη αποφάσει αυτών λοιπόν ταύτη και εν τη προσδοκία της Βουλγαρικής επικουρίας, εξύφαναν εκτενή συνωμοσίαν κατά των Φράγκων, τους οποίους εκήρυσσον εχθρούς αμειλίκτους της πίστεως και της πατρίδος. Η σημαία της ανταρσίας ανεπετάσθη πανταχού, το δε σύνθημα εδόθη εν Διδυμοτείχω, άμα τω θανάτω Ούγου κόμητος του Αγίου Παύλου, εις όν είχε κατακληρουχηθή η πόλις αύτη. Κραυγή πολέμου ηκούσθη από Αίμου άχρις Ελλησπόντου, και η σφαγή των Λατίνων ήρξατο απανταχού. Πρώτοι οι εν Διδυμοτείχω Φράγκοι στρατιώται κατεσφάγησαν υπό των κατοίκων, και ολίγιστοι μόλις διασωθέντες κατέφυγον εις Αδριανούπολιν· αλλ' εξαναστάσης κακεί της πληθύος, πολλοί μεν των φρουρών επεράσθησαν εν στόματι μαχαίρας, οι δε λοιποί κατέφυγον εις Τζουρουλόν ίνα σωθώσιν. Ο της Αδριανουπόλεως φρούραρχος Γουλλιέλμος δε Βρανουέλ επιτυχών να συμπυκνώση τους ιππότας του εβάδιζε κατά της πόλεως ταύτης, ήν εύρεν έρημον, των κατοίκων φυγόντων. Εισελθών εν αυτή προσεπάθησε να την οχυρώση αλλά προσβληθείς υπό χιλιάδων Γραικών, αντέταξε μεν μεγίστην ανδρίαν, βλέπων όμως ότι πάσα αντίστασις είναι ματαία και πληροφορούμενος ότι ισχυρά επικουρία Βουλγάρων προσδοκάται κατ' αυτού, εγκατέλιπε την Αδριανούπολιν και απεσύρθη εις Τσουρουλόν. Πολλοί δε των οπαδών του και εκεί φοβούμενοι των Γραικών την προσβολήν, παρήτησαν αυτόν και επέστρεψαν εις Κωνσταντινούπολιν. (53)

Τεθορυβημένος ο Βαλδουίνος εκ των αγγελιών τούτων, συνεκάλεσεν εις συμβούλιον τον τε δόγην της Ενετίας και τον κόμητα του Βλοά, τη ομοφώνω αποφάσει αυτών διέταξε τον αδελφόν του Ερρίκον να παραιτήση το Αδραμύττιον και σπεύση εις βοήθειάν του με όσας έχει δυνάμεις. Ο κόμης του Βλοά αφ' ετέρου διέταξε τον Πέτρον δε Βρασσώ και Παγινόν τον εξ Αυρηλίας ν' αφήσωσι μικράν δύναμιν εις Πηγάς, όπως κρατώσιν εν ασφαλεία την διάβασιν της Ασίας, και έλθωσιν αμέσως εις Κωνσταντινουπόλιν. Ταυτοχρόνως προσεκλήθησαν ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ και οι δύο σύντροφοί του εκ Νικομηδείας· και ο Βαλδουίνος όπως καταπνίξη, ει δυνατόν, εν τοις σπαργάνοις την ανταρσίαν, απέστειλε τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον και τον Μανασσήν Δελίσλην εις Τζουρουλόν μετ' ολίγων δυνάμεων, υπισχνούμενος να τοις πέμψη ακολούθως και άλλας. Ούτοι δ' εντυχόντες εκεί τον Γουλλιέλμον δε Βρανουέλ, απετέλεσαν σώμα εξ ογδοήκοντα περίπου ιπποτών και μετά τοσαύτης μικράς δυνάμεως έλαβον την προς Αδριανούπολιν οδόν· αφικόμενοι δε εις Νικίτζαν εστρατοπέδευσαν εκεί περιμένοντες τον αυτοκράτορα εκ Κωνσταντινουπόλεως. (54).

Εν τούτοις η αγγελία της εξεγέρσεως των Γραικών και της αφίξεως των Βουλγάρων, ενέσπειρε τον τρόμον εις τας καρδίας των γενναιοτέρων τέως σταυροφόρων, παρ' οίς ουχί πλέον το αίσθημα της τιμής, αλλά και αυτό το συγγενικόν φίλτρον είχεν εκλείψει. Ο Ρενιέρος δε Τριτ, γηραιός ιππότης, διέτριβεν εις Φιλιππούπολιν μετά εκατόν είκοσι ιπποτών, αλλά το μικρόν τούτο σώμα, όπερ εν άλλαις περιστάσεσι εδύνατο να πράξη θαύματα, τοσούτον είχε καταληφθή υπό φόβου, ώστε πρώτοι εδραπέτευσαν, καταλιπόντες τον αρχηγόν των, ο υιός, ο αδελφός, ο ανεψιός και ο γαμβρός αυτού. Μάτην ο γέρων ιππότης δακρυχέων τους καθικέτευε να μείνωσιν εις τας τάξεις των. Η φωνή του καθήκοντος εξηφανίζετο ενώπιον της φωνής του τρόμου και οι περίφοβοι, στρατιώται του διεσπάρησαν, όπως καταφύγωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, αλλ' οι πλείστοι αυτών κατεκερματίσθησαν καθ' οδόν υπό των Γραικών εναλλάξ και των Βουλγάρων, ολίγιστοι δε μόνοι εσώθησαν φέροντες εις το μέτωπον το στίγμα της αισχράς λειποταξίας.

Ο Βαλδουίνος ανυπόμονος ν' αρχίση τον πόλεμον, μόλις έλαβε τας πρώτας εκ Νικομηδείας επικουρίας, ανεχώρησεν εκ Κωνσταντινουπόλεως και το αυτό εσπέρας αφίκετο εις Νικίτζαν, ένθα συνεκρότησε συμβούλιον μετά των εκεί ολιγαρίθμων ιπποτών. Εν τω συμβουλίω τούτω απεφασίσθη να οδεύσωσι την πρωίαν της επιούσης απ' ευθείας εις Αδριανούπολιν, όπως προσβάλωσι τους εχθρούς· η δε κατεσπευσμένη και τολμηρά αύτη απόφασις εγένετο η αιτία του ολέθρου του Βαλδουίνου, όστις τότε κυρίως διέγνω τον μικρόν αριθμόν των στρατιωτών του, ότε τη 20 Μαρτίου, ελθών προ των τειχών της Αδριανουπόλεως είδεν επί των επάλξεων αυτής πολυαρίθμους μαχητάς.

Τρεις ημέραι είχον παρέλθει εν τω μέσω ματαίων διαπραγματεύσεων, ότε ο Ερρίκος Δάνδολος αφίκετο προ της πόλεως ταύτης μεθ' όλων, των Ενετικών δυνάμεων· επειδή δε ο αριθμοί των στρατιωτών του Βαλδουίνου είχε διά της νέας επικουρίας διπλασιασθή, κατέλαβεν ούτος τας αρμοδίας θέσεις προς πολιορκίαν της Αδριανουπόλεως. Δυστυχώς όμως διά τους Φράγκους, αι τροφαί ήρξαντο εντός μικρού να εκλείπωσι, τα δε περίχωρα, όθεν εδύναντο να προμηθευθώσι τοιαύτας, κατείχοντο υπό των Γραικών, οίτινες δεν επέτρεπον εις αυτούς να απομακρυνθώσι του στρατοπέδου. Δεινήν λοιπόν στέρησιν τροφών του στρατού πάσχοντος, απεφάσισεν ο κόμης του Βλοά να ποιήση προσωπικώς, την 3 Απριλίου, ημέραν των Βαΐων, εκδρομήν εις τα πέριξ, αλλά προσβληθείς υπό των Γραικών ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος. Ούτω δε εξηκολούθει η πολιορκία, των μεν έξωθεν προσπαθούντων διά μηχανών να κρημνίσωσι τα τείχη, των δ' έσωθεν καρτερικώτατα ανθισταμένων. (55)