Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 5
Ο Βαλδουίνος έσπευσε να υποδεχθή μετά χαράς τους προμάχους εκείνους της Αγίας γης και πλείστας απένειμεν αυτοίς τιμάς, τον μεν κόμητα Πέρκης ονομάσας δούκα της Φιλαδελφείας, τον δε Θιερρήν κοντόσταυλον Ρωμανίας, εις δε τους ταμπλιέρους και οσπιταλιέρους δωρησάμενος νοσοκομεία και άλλα καταστήματα. Αλλά την χαράν του αυτοκράτορος ετάραξεν η οδυνηρά είδησις του θανάτου της συζύγου αυτού Μαργαρίτας. Η ηγεμονίς αύτη αναγκασθείς κατά την μετά των σταυροφόρων αναχώρησιν του Βαλδουίνου να μείνη εν Φλάνδρα ένεκεν εγκυμοσύνης, επεβιβάσθη μετά τον τοκετόν εις πλοίον εν Μασσαλία ελπίζουσα να συναντηθή μετά του συζύγου της εν Πτολεμαΐδι. Αφικομένη δ' εκεί έμαθεν ότι ο σύζυγός της ανηγορεύθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως και εδέξατο την επίσκεψιν Βρεμόνδου του Α' πρίγγιπος της Αντιοχείας όστις έσπευσε να την χαιρετήση ως αυτοκράτειραν και να τη προσφέρη την υποταγήν της ηγεμονίας του, φεουδαλικώς από του Βυζαντίου εξαρτωμένης. Προυτίθετο δε ν' αναχωρήση διά Κωνσταντινούπολιν, ότι ασθενήσασα απεβίωσε τη 21 Αυγούστου 1294, και το πλοίον το προωρισμένον να φέρη εις Κωνσταντινούπολιν την νέαν αυτοκράτειραν, μετεκόμισε μόνον το πτώμα αυτής. Ο Βαλδουίνος εν τω μέσω των ιπποτών του έκλαυσε τον θάνατον γυναικός, ήν τρυφερώς ηγάπα, και ήτις διά των αρετών και των χαρίτων της νεότητος αυτής ώφειλε να ήναι ο στολισμός και το υπόδειγμα της Βυζαντινής αυλής. Την ενεταφίασε λοιπόν μετά μεγίστης πομπής εις τον ναόν της αγίας Σοφίας, εν τη οποία ολίγας ημέρας πρότερον είχε στεφθή αυτοκράτωρ, και ούτως ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως είδε ταυτοχρόνως σχεδόν την στέψιν ενός αυτοκράτορος και την ταφήν μιας αυτοκρατείρας, ημέρας δηλονότι θριάμβου και χαράς, φαιδρότητος και πένθους. Η αντίθεσις δε αύτη παρίστα ακριβή εικόνα της δόξης των κατακτητών και της μελλούσης τύχης του κράτους των. Ο αυτοκράτωρ και οι βαρώνοι του με την συνδρομήν, ήν έλαβον, μόλις είχον εικοσακισχιλίους άνδρας όπως δι' αυτών υπερασπίσωσι τας κτίσεις των και χαλιναγωγήσωσι τον λαόν της πρωτευούσης και των επαρχιών. Ο Σουλτάνος του Ικονίου και ο βασιλεύς των Βουλγάρων ηπείλουν από πολλού να επιδράμωσιν εις τας γειτνιαζούσας χώρας των κρατών των, η δε πτώσις του Βυζαντίου προσέφερεν εις την φιλοδοξίαν και ζηλοτυπίαν των περίστασιν αρμοδίαν όπως πράξωσι τούτο. Οι λαοί της Ελλάδος ήσαν ουχί υποτεταγμένοι, αλλ' ηττημένοι, διά τούτο όσοι είχον διαφύγει την κατάκτησιν, ουδέν άλλο δικαίωμα πλέον αναγνωρίζοντες ή το της σπάθης, ευρίσκοντες αρχηγούς τολμηρούς και γενναίους εσχημάτιζον ανά μίαν ηγεμονίαν ή ανά έν βασίλειον, και τοιουτοτρόπως εκ των ερειπίων της άλλοτε αχανούς αυτοκρατορίας ανιδρύοντο πλείστα νέα κράτη, τα οποία ηπείλουν να καταστρέψωσιν εκείνο, όπερ οι σταυροφόροι είχον συστήσει.
Είς εγγονός του Ανδρονίκου ίδρυεν εις Τραπεζούντα την φερώνυμον αυτοκρατορίαν, έτερός τις τολμητίας «μέγας, ως λέγει ο Νικήτας, εκ μικρού γενόμενος ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι», Λέων δε Σγουρός καλούμενος, από μικρού άρχοντος της Ναυπλίας, εγένετο βαθμηδόν δεσπότης απάσης Αργολίδος και του Κορινθιακού ισθμού. Μιχαήλ Άγγελος ο Κομνηνός ιδρύσατο το βασίλειον της Ηπείρου και Θεόδωρος ο Λάσκαρις προυκηρύχθη αυτοκράτωρ Νικαίας. Τοιαύτη ήτο η κατάστασις των πραγμάτων ότε ο Βαλδουίνος, ρυθμίσας όπως εδύνατο τα πράγματα της Κωνσταντινουπόλεως, απεφάσισε να εξέλθη προς καταστροφήν των εχθρών τούτων, νομίζων, και δικαίως, ότι όσω εις τούτων έμενεν έχων τίτλον τινά, η λατινική αυτοκρατορία διετέλει εις αένναον κίνδυνον.
Και πρώτιστον λοιπόν πάντων εθεώρησε την απώλειαν του τελευταίου αυτοκράτορος Μαυρτζούφλου. Ο χαύνος ούτος και βάρβαρος ανήρ, συνοδευόμενος υπό της συζύγου αυτού Ευδοκίας και της πενθεράς Ευφροσύνης, εξελθών της Κωνσταντινουπόλεως, είχε καταφύγει εις Τζουρουλόν, προτιθέμενος εκείθεν να διεκδικήση τα επί του θρόνου δικαιώματα αυτού· αλλά πληροφορηθείς ότι αφικνείτο κατ' αυτού Ερρίκος ο του Βαλδουίνου αδελφός μετά δυνάμεων, καθ' ών ούτος ήτο ανίσχυρος ν' αντιστή, κατέφυγεν εις Μυσυνούπολιν παρά τω πενθερώ αυτού Αλεξίω. Ο Αλέξιος, μένεα πνέων κατά του γαμβρού αυτού, όν εθεώρει ως αίτιον των δυστυχιών του, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον όπως τον εκδικηθή, και κατέφυγεν εις πράξιν φρικαλέαν μεν και αποτρόπαιον, αλλά συνηθεστάτην κατά τους χρόνους εκείνους. Κρύψας υπό χαράν απατηλήν το πάθος υφ' ού ενεπνέετο έδειξε προς τον γαμβρόν αυτού τοσαύτας περιποιήσεις, ώστε εκείνος υπέλαβεν ότι η παρελθούσα διαγωγή αυτού είχεν ολοσχερώς λησμονηθή, και ήρξαντο μάλιστα οι δύο κακούργοι σχεδιάζοντες τα μέσα προς την παλινόρθωσίν των. Αλλά μια των ημερών, φιλοφροσύνην προς τον Μούρτζουφλον ο Αλέξιος επιδεικνύμενος, τον προσεκάλεσεν εις τον οίκον αυτού μετά της συζύγου του ως δήθεν διά να λουσθή· μόλις δ' εκείνος εισήλθεν εις τον λουτρόν, ορμήσαντές τινες στρατιώται του Αλεξίου κατ' αυτού τον ετύφλωσαν, μάτην της Ευδοκίας προσπαθησάσης ν' απαλλάξη τον σύζυγόν της από των χειρών εκείνων. Ο Μούρτζουφλος όλως καθημαγμένος και τυφλός, στερηθείς των στρατιωτών του, ών οι μεν ελειποτάκτησαν αμέσως, οι δε συνηνώθησαν μετά των στρατιωτών του Αλεξίου, στερηθείς της συζύγου του, ήν ο Αλέξιος βιαίως εκράτησε παρ' εαυτώ, φεύγων από κρυσφήγετον εις κρυσφήγετον, αποδιωκόμενος παρά πάντων, ών εζήτει τον έλαιον, διήγε βίον αβίωτον και οικτρόν, μέχρις ού συλληφθείς, ενώ διήρχετο εις Ασίαν, υπό του Θιερρή δε Λος, εκομίσθη εις Κωνσταντινούπολιν παρά τω Βαλδουίνω. Συμβουλίου εκεί γενομένου παρά των βαρώνων και κυρίων περί της τιμωρίας, ήτις έπρεπε να επιβληθή εις τον φονέα του αυτοκράτορός του, ο Μούρτζουφλος εζήτησε να απολογηθή κατά των αποδιδομένων αυτώ εγκλημάτων. Λαβών δε τον λόγον είπεν, ότι ο νέος Αλέξιος άξιος θανάτου ήν ως προδότης της πατρίδος του, ότι ως τοιούτον άπασα η οικογένειά του τον είχε καταδικάσει, και ότι αυτός δεν εγένετο ή εκτελεστής της αποφάσεως. Η τοιαύτη απολογία ουδόλως ίσχυσε να εξευμενίση υπέρ εαυτού τους δικαστάς του, και ο θάνατός του απεφασίσθη παρά πάντων· αλλ' επειδή ουδεμία ποινή εφάνη τοις Λατίνοις ανταξία του κακουργήματός του, απεφάσισαν πρώτον μεν να του συνθλάσωσι τα οστά, είτα δε να τον ρίψωσιν από υψηλήν τινα στήλην, την οποίαν Θεοδόσιος ο μέγας είχεν ιδρύσει εν τη πλατεία του Ταύρου. Επί της στήλης ταύτης, κατά την μαρτυρίαν των Βυζαντινών χρονογράφων, υπήρχον σήματά τινα γεγλυμμένα παρά Λέοντος του Σοφού, τα οποία έλεγον· (43)
Απέδω εκ τούτου του κιονιού οφείλουσι κρημνίσει Τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου πόλης.
Πράγμα δε περίεργον, επί της στήλης ταύτης, εν ή εικονίζοντο γεγλυμμένα τα ανδραγαθήματα Θεοδοσίου του Μεγάλου, παρατηρείτο προς τοις άλλοις καί τις βασιλεύς κρημνιζόμενος από υψηλού κίονος, παρ' αυτώ δε πόλις διά θαλάσσης κυριευομένη. Επί της στήλης λοιπόν του Ταύρου αναβιβάσαντες τον δυστυχή Μούρτζουφλον, κατεκρήμνισαν αυτόν, παρουσία παντός του λαού, όστις εξέφερε κατ' αυτού αράς φρικώδεις. Τοιούτο τέλος έλαβεν ο οικτρός εκείνος αυτοκράτωρ, όστις διά δόλου και φόνου επί τον θρόνον αναβάς, ούτε το κράτος αυτού από της επιδρομής των αλλοτρίων εδυνήθη να διαφυλάξη, ούτε καν εαυτόν να σώση. Σύμπτωσις δε καταπληκτική, πεντήκοντά που έτη προ του θανάτου του Μουρτζούφλου αναφέρει ο Τζέτζης ότι η σύζυγος του Μεγαλεταιράρχου είδε κατ' όναρ· (44)
Την Κωνσταντίνου πρώτα μεν πλίνθινον έχειν τείχος, Περί βοός δε αγοράν, ήτοι προς βουν τον τόπον Εδόκει βλέπειν και στρατόν και πλήθη πανοπλίας, Περί τον ταύρον δ' άνθρωπον καθήμενον κιτρόχρουν Συμπλαταγούντα χείρας τε και σύνθρηνον βοώντα.
Αλλά και του Αλεξίου η φαυλότης δεν έμεινεν ατιμώρητος, διότι αφού ηναγκάσθη να περιπλανάται τήδε κακείσε και να κρύπτη ενίοτε υπό το πενιχρόν του επαίτου ιμάτιον την βασιλικήν πορφύραν, συνελήφθη οψιαίτερον παρά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και ωδηγήθη εις Ιταλίαν. Εκεί διαλαθών τους φύλακας αυτού επέστρεψεν εις Ασίαν και εύρεν άσυλον παρά τω Σουλτάνω του Ικονίου· δεν εδυνήθη όμως να ζήση και αυτόσε εν ειρήνη, διότι δεν ανείχετο να βλέπη βασιλεύοντα τον γαμβρόν του Λάσκαριν εν Βιθυνία. Στρατευσάμενος λοιπόν μετά των Τούρκων, προσέβαλεν αυτόν, αλλ' ηττηθείς έπεσεν αιχμάλωτος εις χείρας του, και κατακλεισθείς είς τι μοναστήριον, εξεμέτρησεν εν αυτώ παρά πάντων βδελυσσόμενος το ζην.
Απαλλαχθείς του ενός εχθρού αυτού ο Βαλδουίνος, κατέλιπεν εις Κωνσταντινούπολιν τον Λουδοβίκον δε Βλοά, εκ μακράς ασθενείας μόλις αναρρώσαντα, τον δόγην της Ενετίας και τον Κόνωνα Βεθούνιον μετά στρατού ικανού όπως περιστείλωσι πάσαν ανταρσίαν των Γραικών κατοίκων, των οποίων η πίστις εφαίνετο ύποπτος, και κατηυθύνθη ηγούμενος του επιλοίπου στρατού εις Αδριανούπολιν, ένθα συνηντήθη μετά του αδελφού αυτού Ερρίκου. Καταλιπών εκεί, τη παρακλήσει των κατοίκων φοβουμένων Βουλγαρικήν τινα επιδρομήν, μικράν φρουράν, προέβη προς την Ορεστιάδα, το Διδυμότοιχον και την Φιλιππούπολιν, ένθα εγκατέστησε τον Ρενιέρον δε Τριτ, ως δούκα της πόλεως ταύτης. Αναχωρήσας εκείθεν προυχώρησε προς την Ξάνθειαν, ένθα επετέθη κατ' αυτού λαθραίως άρχων τις καλούμενος Σεναχερείμ· αλλ' αποκρουσθείς, ηναγκάσθη να αποχωρήση μετά ζημίας, αφίνων την διάβασιν ελευθέραν εις τον Βαλδουίνον, όστις καταδιώκων τον Αλέξιον, προέβαινε προς την των Θεσσαλονικέων μητρόπολιν. Καθ' οδόν όμως συνήντησε τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, όστις συνεπάγων την νέαν σύζυγόν του Μαργαρίταν και ικανούς ιππότας, κατηυθύνετο εις Θεσσαλονίκην όπως λάβη κατοχήν του βασιλείου του. Ο μαρκήσιος ελθών εις προσκύνησιν του Βαλδουίνου τον παρεκάλεσε να μη υπάγη εις Θεσσαλονίκην, και ότι αυτός μεταβαίνων εκεί ήθελε τω πέμψει τας αναγκαίας τροφάς διά τον στρατόν του. Ο Βαλδουίνος επέμεινε να υπάγη όπως δήθεν αναγνωρισθή ως κυριάρχης, ο δε μαρκήσιος, ώ η επιμονή αύτη του αυτοκράτορος ενέπνεε σπουδαίας υπονοίας, επάσχιζε να τον πείση ότι η εν τω βασιλείω αυτού διατριβή πολυαρίθμου στρατού ήθελεν επιφέρει την καταστροφήν των υπηκόων του. «Μεγαλειότατε, τω έλεγε, τα δικαιώματά σας είν' εξησφαλισμένα· σας ωρκίσθην πίςτιν και ο όρκος μου όσω πάνδημος είνε, τόσω και απαραβίαστος. Καθήκον έχω πάντοτε να υπακούω εις τας διαταγάς σας και ειμί έτοιμος, αν θελήσητε, να βαδίσω κατά του βασιλέως των Βουλγάρων, όστις ληίζει το κράτος σας. Οσονδήποτε αναγκαία και αν η η παρουσία μου εις Θεσσαλονίκην, θέλω σας ακολουθήσει εις τον πόλεμον, προτιμών των εμών τα υμέτερα συμφέροντα. Αλλ' η εις Θεσσαλίαν μετάβασις ήν προυτίθεσθε, άνευ ωφελείας τινός θέλει σας απασχολήσει. Εγώ έχω αρκούσας δυνάμεις ίν' αποκαταστώ εις το βασίλειόν μου και ματαιώσω τα σχέδια των εχθρών σας.» Ο Βαλδουίνος κατά την περίστασιν ταύτην δεν έδειξε την συνήθη αυτού φρόνησιν, και είτε εκ κακώς εννοουμένης υπερφροσύνης, είτε εκ κακών εισηγήσεων επέμεινε· και ότε ο μαρκήσιος, δυσαρεστηθείς ένεκα της ισχυρογνωμοσύνης του, τω είπεν ότι των πραγμάτων ούτως εχόντων δεν θέλει τον συνοδεύσει, ο αυτοκράτωρ υπέλαβε _θα υπάγω μόνος_ και διέταξεν αμέσως να βαδίσωσιν εις Θεσσαλονίκην. Ο μαρκήσιος, μη κρύπτων πλέον την οργήν του, απεχωρίσθη αυτού, συνεπάγων πολλούς διακεκριμένους ιππότας, εν οίς τον Ιάκωβον Δαβέσνικ, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ, τον Ούγον δε Κολλεμή, τον Όθωνα δε Λα-Ρος, τον Βερθόλδον δε Κατζινελβόγεν και τους πλείστους άρχοντας Γερμανούς.
Υπό τοιούτους απαισίους οιωνούς ήρχιζεν η σύστασις της εν Ανατολή Λατινικής αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο Βαλδουίνος εβάδιζε προς την Θεσσαλονίκην, ο Βονιφάτιος εξυβρίζων εκείνον, ως «Γραικών απατηλότερον και το ήθος σκαμβώδη και άπιστον και παλίμβολον υπέρ όστρακον και κύβον», κατελάμβανε το Διδυμότοιχον, πόλιν ανήκουσαν εις τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως. Εις την φήμην της αλληλομαχίας των δύο τούτων ηγεμόνων, οι Γραικοί έσπευδον πανταχόθεν προς τον Βονιφάτιον, όστις εξαπατών αυτούς τοις έλεγεν ότι διέκοψε πάσαν προς τους ομοφύλους αυτού σπονδήν και την προτέραν σύμπνοιαν και τους προσεκάλει ίνα εκδιώξωσι τον ληστρικώς επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως καθεζόμενον· όπως δε καταστή πειστικώτερος, αναγόρευσε τον πρωτότοκον υιόν της συζύγου αυτού Μαρίας Μανουήλ, όν εκ του Ισαακίου εκείνη είχεν, αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Ενίσχυον δε την έριν των δύο ηγεμόνων, οι συνήθως εις τας αυλάς ζώντες κόλακες, εξ ών οι μεν περιστοιχίζοντες τον Βονιφάτιον έλεγον ότι ο Βαλδουίνος, καταχρώμενος της δυνάμεως, ήν άλλων αγώνες και άθλοι τω έδωσαν, εφαίνετο άρπαξ, οι δε περιστοιχίζοντες τον Βαλδουίνον, έλεγον ότι δείκνυσι μεγίστην γενναιοφροσύνην προς ένα υπήκοον, και εν τη υπερβολή της κολακείας των τον ήλεγχον ως λίαν επιεική προς ένα υποτελή άπιστον. (45)
Εκ Διδυμοτοίχου ο μαρκήσιος κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν όπως την κυριεύση· ο δε ταύτης φρούραχος Ευστάθιος δε Σαμβρούκ, όν ο Βαλδουίνος κατέλιπεν εκεί μετά φρουράς, ετοιμασθείς ίν' αντιστή κατά πάσης προσβολής, έπεμψε ταχυδρόμους εις Κωνσταντινούπολιν προς τον κόμητα του Βλοά, τον δόγην της Ενετίας και τους λοιπούς επιτετραμμένους την κυβέρνησιν εν απουσία του αυτοκράτορος, όπως τοις εξαγγείλη τα συμβαίνοντα. Οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες μετ' απορίας ταύτα, συνήλθον εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών και ανέθεσαν εις τον Βιλλαρδουίνον, φίλον του μαρκησίου, να μεταβή εις Αδριανούπολιν όπως καταπαύση την ολεθρίαν ταύτην έριν. Ο Βιλλαρδουίνος παραλαβών τον Μανασσή δε Λιλ μετέβη εις το στρατόπεδον του μαρκησίου, όστις τους εδέχθη μετά τιμών και ήκουσεν άνευ δυσαρεσκείας τας πικράς επιπλήξεις, άς ο Βιλλαρδουίνος τω απηύθυνε. Δικαιολογηθείς δε απέδωκεν εις τον αυτοκράτορα την αιτίαν του κακού, διότι εναντίον των παρακλήσεών του εισήλθεν εις Θεσσαλονίκην και κατέλαβεν αυτήν. Όπως δε δείξη ότι αυτός ουδόλως ενείχετο διεκήρυξεν ότι ήτο έτοιμος να υποβάλλη το ζήτημα εις την διαιτησίαν των συναδέλφων του. Του Βιλλαρδουίνου δεξαμένου την πρότασιν ταύτην, ο στρατός του μαρκησίου ανέστειλε τας εχθροπραξίας. Οι προ μικρού αντίπαλοι τότε περιπτυξάμενοι αλλήλους συνωμολόγησαν ανακωχήν, και ενώ οι απεσταλμένοι επέστρεφον εις Κωνσταντινούπολιν όπως συμβουλευθώσι τους βαρώνους, ο μαρκήσιος έλυσε την πολιορκίαν και απεσύρθη εις Διδυμότοιχον ένθα είχεν αφήσει την σύζυγον αυτού.
Τούτο βεβαίως είδον οι Γραικοί μετά λύπης, καθόσον ήλπιζον την σωτηρίαν αυτών εκ της αλληλομαχίας εκείνων, και παντοιοτρόπως προσεπάθησαν να παρεμποδίσωσι την συμφιλίωσιν. Εν τούτοις οι εν Κωνσταντινουπόλει πληροφορηθέντες παρά του Βιλλαρδουίνου τας ειρηνικάς του μαρκησίου διαθέσεις, έσπευσαν να πέμψωσι και προς τον αυτοκράτορα πρέσβυν όπως τον πείσωσι να συγκατατεθή και αυτός εις την περί διαιτησίας πρότασιν του Βονιφατίου (46).
Ενώ η οργή του μαρκησίου ήναπτε του πολέμου το πυρ, και η φρόνησις των εν Κωνσταντινουπόλει προσεπάθει να σβέση αυτό, ο αυτοκράτωρ εξηκολούθει την προς την Θεσσαλονίκην πορείαν του. Κυριεύσας την Χριστούπολιν, εις τα όρια της Μακεδονίας κειμένην, εδέχθη επίσης και τον όρκον της υποταγής διαφόρων πόλεων, εις τας οποίας επεκύρωσε τας προνομίας, όσας έκπαλαι εκέκτηντο· όταν δ' επλησίασεν εις Θεσσαλονίκην, εξελθών άπαξ ο λαός προς συνάντησιν, τω προσέφερε τας κλείδας της πόλεως, και τον παρεκάλεσαν να μη εισέλθη, μήτε να επιτρέψη εις τον στρατόν του τούτο, τω φόβω μη λεηλατηθή η πόλις. Ο Βαλδουίνος, το μεν εμπνεόμενος υπ' αγαθών αισθημάτων, το δε φοβούμενος μη παράσχη νέους οπαδούς εις τον μαρκήσιον, εισήκουσε των παρακλήσεών των, και ου μόνον δεν εισήλθεν εις την πόλιν, αλλά και γράμμα ερυθρόγραφον ενεχείρισε τοις κατοίκοις αυτής, δι' ού επεκύρου τη πόλει τα αρχαία αυτής έθιμα. Διαμείνας δέ τινας ημέρας προ της Θεσσαλονίκης και εγκαταστήσας κυβερνήτην αυτής τον Ρενιέρον δε Μοντ, έλαβε την προς την Κωνσταντινούπολιν οδόν.
Ου μετά πολύ, ο Βαλδουίνος επληροφορήθη τας πράξεις του Βονιφατίου και εξοργισθείς κατ' αυτού, αναφανδόν εις αποστασίαν κηρυχθέντος, κατηυθύνθη εις Αδριανούπολιν. Εν τούτοις ο στρατός του δεν διέκειτο εις ανθηράν κατάστασιν, διότι η κατάχρησις των οπωρών, υφ' ών έβριθεν ο τόπος, επήνεγκε πολλάς ασθενείας. Πολυάριθμοι στρατιώται έμενον καθ' οδόν ασθενείς, πλείστοι δε αυτών δεν έμελλον πλέον να ίδωσι το πάτριον έδαφος. Ο Ιωάννης Ναγιών, ενάρετος και εύγλωττος ιεροκήρυξ του στρατού, Πέτρος ο εξ Αμμιέν, Γιράρδρος ο Μαχικούρ, Γίλλιος ο δ' Ωνόης και τεσσαράκοντα άλλοι ιππόται απεβίωσαν καθ' οδόν· ο δε αυτοκράτωρ, τεθλιμμένος επί ταις τοσαύταις δυσπραγίαις, κατηυθύνετο εις Αδριανούπολιν, ότε συνήντησε τους πρέσβεις, οίτινες τω εστέλλοντο εκ Κωνσταντινουπόλεως. Ο είς αυτών, Ούγος Φρανσούρος καλούμενος, υποτελής δε του κόμητος του Βλοά, λαβών τον λόγον έλεξε προς τον αυτοκράτορα ταύτα· «Μεγαλειότατε, ο δόγης της Ενετίας, ο κόμης Λουδοβίκος, ο κύριός μου, και άλλοι βαρώνοι, οι εν Κωνσταντινουπόλει όντες, σας χαιρετώσιν ως κύριόν των και παραπονούνται εις τον Θεόν και εις υμάς κατ' εκείνων, οίτινες εξήγειρον την έριν ταύτην μεταξύ υμών και του μαρκησίου της Μοντφεράτης, εκ της οποίας μικρού εδέησε να επέλθη η καταστροφή της χριστιανοσύνης. Κάμνετε πολύ κακά να ακούητε τους ανθρώπους εκείνους. Ήδη σας πληροφορούσιν ότι ο μαρκήσιος ανηνέχθη εις την απόφασίν των διά την διαφοράν, την επελθούσαν μεταξύ υμών και εκείνου. Σας παρακαλούσι λοιπόν ως κύριόν των, ν' ανανεχθήτε επίσης εις αυτούς και να δώσητε τον λόγον σας ότι θέλετε υπακούσει εις ό,τι αποφασίσουσι. Μάθετε δε ότι δεν θα υποφέρωσιν ώστε ο πόλεμος ούτος να διαρκέση επί πολύ» (47).
Ο αυτοκράτωρ δεν απεκρίθη κατά πρώτον εις τον λόγον τούτον και εφάνη ωσεί εκπεπληγμένος εκ της τοιαύτης ομιλίας, αλλ' επειδή τω ελάλουν εξ ονόματος του δόγου της Ενετίας, όν εσέβετο, και των λοιπών κομήτων και βαρώνων, άνευ της συνδρομής των οποίων τω ήτο αδύνατον να διατηρήση το κράτος, δεν επεθύμει να φανή απειθής και εζήτησε καιρόν όπως σκεφθή. Οι περί αυτόν κόλακες δεν έλειψαν και πάλιν να τω παραστήσωσιν ότι πολύ εξευτελεστικόν δι' αυτόν ήτο αν συγκατετίθετο να έλθη εις διαιτησίαν μεθ' ενός υπηκόου του· αλλ' ο Βαλδουίνος, σκεψάμενος τας συνεπείας τοιαύτης αρνήσεως, συγκατετέθη τέλος εις τας προτάσεις των πρέσβεων, και απεφάσισεν να μεταβή κατ' ευθείαν εις Κωνσταντινούπολιν όπως καθυποβάλη εις την λύσιν των βαρώνων και των κομήτων την προς τον μαρκήσιον έριν αυτού.
Οι βαρώνοι και κόμητες πληροφορηθέντες την εις Κωνσταντινούπολιν επάνοδον του Βαλδουίνου, εξήλθον εις προαπάντησιν αυτού και τον υπεδέξαντο μετά μεγάλων τιμών ως κυριάρχην των. Στείλαντες δε πρέσβυν προσεκαλέσαντο και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, υποσχόμενοι αυτώ τε και τοις συν αυτώ πάσαν ασφάλειαν. Ο Βονιφάτιος έσπευσε να υπακούση εις την πρόσκλησιν ταύτην και μετέβη μεθ' εκατόν ιπποτών εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα εγένετο δεκτός μετά πλείστων τιμών. Ο δόγης της Ενετίας, οι κόμητες, βαρώνοι, και οι συνετώτεροι των ιπποτών έκριναν την υποβληθείσαν αυτοίς έριν και απεφάσισαν ανεκκλήτως μεταξύ του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως και του βασιλέως της Θεσσαλονίκης. Οι δύο ούτοι ώμοσαν να μη ακούωσι πλέον απίστους συμβούλους, ενηγκαλίσθησαν αλλήλους παρουσία του στρατού, όστις εχάρη λίαν θεωρήσας την επάνοδον της ομονοίας ως μεγίστην νίκην, διότι, καθ' ά λέγει ο Βιλλαρδουίνος, «Ει μη ο Θεός ηλέει τους σταυροφόρους, ούτοι ήθελον απολέσει τας κτήσεις των, και η χριστιανοσύνη υποστή μεγάλην ζημίαν»· και τοιουτοτρόπως ο μεν Βονιφάτιος έλαβε κατοχήν της Θεσσαλονίκης μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτής, ο δε Βαλδουίνος ανέλαβεν υπό την εξουσίαν του το Διδυμότοιχον, όπερ στρατός του μαρκησίου κατείχε.
Τοιουτοτρόπως της ειρήνης επανελθούσης, ο Βονιφάτιος ελθών εις Θεσσαλονίκην και παρά πάντων δεκτός γενόμενος, κατά πρώτον μεν, ως λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, «επεκρύψατο το του τρόπου σκαιώδες τε και στρεβλόχειλον, αλλά τη γαλή παρομοιωθείς, ήν διήλεγξε το στέαρ παρεισπεσόν», μαθών ότι οι Θεσσαλονικείς ήσαν εύποροι και αφ' ετέρου ίνα τους εκδικηθή, διότι υπεδέξαντο μετ' ενθουσιασμού τον Βαλδουίνον, εζημίωσε χρηματικώς, είτα δε αφελόμενος τας καλλίστας αυτών οικίας, τας έδωκεν εις τους ακολούθους του. Καταλιπών δε την σύζυγόν του εν τη πόλει μετά μοίρας στρατού, εξήλθεν αυτός προς άλωσιν των χωρών, όσαι περί Σέρρας καθυπτιάζουσι και τοις όροις της Βερροίας, μέχρι των Θετταλικών Τεμπών· κρατήσας δε τούτων, απεφάσισε διά της Λαρίσσης να εισελάση εις την Ελλάδα και κυριεύση την Πελοπόννησον. Συνείποντο δε αυτώ καί τινες των Γραικών και μάλιστα εκ των επισημοτέρων, οίτινες, εκθαμβούμενοι εκ της αίγλης του γελοιώδους αυτοκράτορος Μανουήλ, του προγόνου του μαρκησίου παρακολουθούντος τον στρατόν μετά βασιλικών ιματίων, εξηπάτων τους λαούς όπως προσφέρωσι την υποταγήν των εις αυτόν, πράγματι δε εγένοντο προαγωγοί της ιδίας πατρίδος εις τον μαρκήσιον και τους Λατίνους.
Εκπεριελθών ο μαρκήσιος υφ' ηγεμόσι Γραικοίς τα Θετταλικά Τέμπη, διήλθε τα στενά του Ολύμπου και της Όσσης και κατέλαβε την Λάρισσαν· εκ δε ταύτης άρας προυχώρει εις τα έμπροσθεν, μηδενός τολμώντος ν' αντιστή αυτώ. Μόλις δε περί τας Θερμοπύλας συνήντησε λόχον τινά, όν Λέων ο Σγουρός είχε τοποθετήσει ίνα κωλύση του μαρκησίου την πρόοδον. Ο Σγουρός ούτος, του ονόματος του οποίου εμνήσθημεν ήδη, λαβών παρά του πατρός αυτού την δεσποτείαν της Ναυπλίας, ωφελήθη εκ των τότε ταραχών του κράτους όπως επαυξήση τας κτήσεις αυτού· και πρώτον μεν κετέλαβε το Άργος και την Κόρινθον, τον αρχιεπίσκοπον της οποίας, εις την εισβολήν του αντιστάντα, ετύφλωσε και κατά πετρών εκρήμνισε, μετέβη δε ακολούθως και προς άλωσιν των Αθηνών. Ο ταύτης αρχιεπίσκοπος Μιχαήλ Χωνιάτης, φοβούμενος τας επί του ποιμνίου του βιαιοπραγίας του Σγουρού, επάσχισε παντοιοτρόπως να τον αποτρέψη της αλώσεως ταύτης· αλλ' επειδή ο τύραννος ην αμετάπιστος, συναγαγών τους κατοίκους και οχυρώσας την ακρόπολιν, τοσούτον γενναίως απέκρουσε τας προσβολάς του, ώστε ηναγκάσθη εκείνος να λύση την πολιορκίαν και ν' αποσυρθή, λαφυραγωγήσας τας Θήβας και τας εν τω μέσω χώρας. Εν τη τελευταία δε ταύτη πόλει ετέλεσε τους γάμους αυτού μετά Ευδοκίας της πρώην συζύγου του Μουρτζούφλου, ότε πληροφορηθείς την εισβολήν του μαρκησίου, προσεπάθησε να την αναχαιτίση εις Θερμοπύλας, αλλ' οι στρατιώται, ούς προς τούτο εξέπεμψε, μηδόλως αιδεσθέντες τον ιερόν χώρον και τας σκιάς των τριακοσίων, ετράπησαν εις φυγήν άμα είδον τον στρατόν των σταυροφόρων. Τοιουτοτρόπως αι Θήβαι, ήνοιξαν τας πύλας αυτών εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, ο δε αρχιεπίσκοπος Αθηνών Μιχαήλ, πεπεισμένος ότι μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, βεβαίως πάσα αντίστασις εν Αθήναις ήθελεν είσθαι αυτόχρημα μωρία, δεν ώπλισε μεν το ποίμνιόν του κατά των ξένων, αλλά μη θέλων και να θεωρηθή, ως προδότης της πατρίδος του, κατέλιπε μετά τριακονταετή πνευματικήν διοίκησιν την εκκλησίαν του και παρεχώρησε τον αρχιεπισκοπικόν θρόνον του εις Λατίνον αρχιεπίσκοπον, ενώ αφ' ετέρου την διοίκησιν του τόπου ανελάμβανεν ο Όθων δε-Λα-Ρος ως δουξ Αθηνών και Θηβών. Η Εύβοια επίσης έστειλε πρέσβεις όπως τω προσφέρη την υποταγήν της, ο δε Ραβανός Καρκέριος, ευγενής εκ Βερώνης, απεστάλη όπως καταλάβη την νήσον.
Εντούτοις ο Βονιφάτιος διελθών τον Ισθμόν, κατέλαβε την Κόρινθον και το Άργος και ηνάγκασε τον Σγουρόν να περιορισθή, εις μόνον δύο πόλεις, το Ναύπλιον και την Ακροκόρινθον, εξ ών η μεν πρώτη υπερησπίζετο υπό οχυρών τειχών και φρουράς πολυαρίθμου, η δ' Ακροκόρινθος ήτο φρούριον δυσάλωτον. Την πολιορκίαν των δύο τούτων μερών διέταξεν ο Βονιφάτιος, αλλά και ο Σγουρός δεν έπαυε παρενοχλών τους πολιορκητάς· μια δε των ημερών παρατηρήσας ότι ούτοι ραθύμως εφρούρουν, επέπεσεν αίφνης κατ' αυτών και τοσαύτην ζημίαν τοις επήνεγκεν, ώστε ο Βονιφάτιος μη ευρίσκων λυσιτελές ν' απασχολή τας δυνάμεις του εις την πολιορκίαν ταύτην, διέταξε να λύσωσιν αυτήν, περιορισθείς μόνον να κτίση είς τι ύψωμα απέναντι έτερον φρούριον, όπως αντιπερισπά τους Γραικούς. (48)