Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών
Part 4
Οι εκλογείς απέβλεψαν κατά πρώτον προς τον γεραρόν Δόγην Δάνδολον· αλλ' oι δημοκράται της Ενετίας απετροπιάζοντο ίνα ίδωσιν αυτοκράτορα εκ των συμπολιτών των. «Πώς να μη φοβώμεθα, έλεγον, από Ενετόν γενόμενον κύριον της Ελλάδος και μεγάλου μέρους της ανατολής; θέλομεν άρα υποταχθή εις τους νόμους του ή τουναντίον θα μείνη αυτός υποτεταγμένος εις τους νόμους της ημετέρας πατρίδος; Τις δύναται να μας εγγυηθή ότι επί της βασιλείας αυτού ή των διαδόχων του, δεν θα κατασταθή η Ενετία, η βασίλισσα των θαλασσών, μία εκ των πόλεων του κράτους τούτου;» Ταύτα λέγοντες οι Ενετοί εξύμνουν τον χαρακτήρα και τας αρετάς του Δανδόλου, προσθέτοντες ότι ούτος διανύσας στάδιον μεγαλουργόν και περικλεές, μίαν μόνον ευχήν έπρεπε να έχη, πώς να περατώση αυτό εντίμως, διότι και αυτός προτιμώτερον εύρισκε να ήνε αρχηγός νικηφόρου δημοκρατίας ή αυτοκράτωρ ηττηθέντος λαού. Ποίος Ρωμαίος, εκραύγαζον, ήθελε παραιτήσει τον τίτλον πολίτου της Ρώμης ίνα καταστή βασιλεύς της Καρχηδόνος ; (31)
Αλλ' αφ' ετέρου και αυτός ο Δόγης απεδιοπομπείτο το αυτοκρατορικόν στέμμα, άτε πηρός τας όψεις ων· και τούτου ένεκεν όταν τις τω εξήγγειλεν ότι σφοδρά έρις υπάρχει μεταξύ των δώδεκα εκλογέων, προτεινόντων αυτόν ως υποψήφιον, διεμήνυσε προς εκείνους τάδε, καθ' ά το Χρονικόν του Μωρέως αναφέρει. (32)
Ο κάποιος λόγους μ' έφερεν, ήλθεν απέσωσέν τους Το πώς τινές από εσάς, από της αρετής τους Ως ευγενείς και φρόνιμοι το θέλημά τους λέγουν Και λέγουν λόγους δι' εμέ περί της βασιλείας Ότι εγώ είμ' άξιος να γίνω βασιλέας. Λοιπόν εγώ ως φρόνιμους φίλους και αδελφούς μου Μεγάλως τους ευχαριστώ· ο Θεός να τους το στρέψη Το είπασι και λέγουσι δι' εμέ τον αδεφόν τους. Όμως εγώ από Θεού την χάριν και την δόξαν Ουδέν ευρίσκω εις εμέ, λέγω 'ς τ' ονόματόν μου Τοσούτην αδιάκρισιν, να μην το εγνωρίζω Εις το κουμού της Βενετιάς, εξέβησαν ανθρώποι Γνώσεως μεγάλης και στρατειάς ωσάν και εις τους άλλους, Αλλά κανείς ουκ έφθασε ποτέ εις τόσην δόξαν Το στέμμα το βασιλικόν να του έχουσι φορέσει· Εν τούτω σας παρακαλώ ως φίλους και αδελφούς μου Να παύσουσι τα σκάνδαλα, η ταραχή, τα λόγια, Τα ελαλήσετε δι' εμέ να γίνω βασιλέας. Επαίρνω εγώ τους λόγους των και ταις φωναίς οπού είπαν Και ας πήσωμεν διά βασιλιά τον κόντον Μπαλδουβίνον, Οπόναι αυθέντης φυσικός της αυθεντειάς της Φλάνδρας Διόν είναι ευγενής και άξιος, χρήσιμος εις τους πάντας Και άξιος διά βασιλεύς απόλον το φουσάτον.
Τοιουτοτρόπως αρθείσης της υποψηφιότητος του Δανδόλου, δύο μόνοι παρίσταντο εκλέξιμοι, ο κόμης Φλάνδρας και ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Οι φρονιμώτεροι εφοβούντο μη εκείνος των δύο υποψηφίων, όστις απετύγχανεν ήθελε δυσαρεστηθή και προσπαθήσει διά βιαίων μέσων την κατάπτωσιν του θρόνου, όν ο αντίπαλός του κατείχεν· όπως λοιπόν προληφθώσι τα αποτελέσματα της ολεθρίας έριδος, συνεφωνήθη εκ προοιμίων, ότι ο εκλεχθείς αυτοκράτωρ υπεχρεούτο να παραχωρήση εις τον αποτυχόντα, επί όρω υποτελείας, την κυριότητα της νήσου Κρήτης και πασών των εκείθεν του Βοσπόρου κειμένων χωρών. Μετά την απόφασιν ταύτην οι εκλογείς ενησχολήθησαν πλέον καθ' ολοκληρίαν περί την του αυτοκράτηρος οριστικήν εκλογήν, και η απόφασις αυτών επί πολύν χρόνον ήτο αμφίρροπος. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης εφάνη κατά πρώτον πλειοψηφών· αλλ' οι Ενετοί δεν επεθύμουν να ίδωσιν επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως ηγεμόνα, έχοντα κτήσεις εγγύς της δημοκρατίας των. Υπέδειξαν λοιπόν εις την συνέλευσιν ότι η εκλογή του Βαλδουίνου υπήρχε συμφερωτέρα εις τους σταυροφόρους, διότι εκλέγοντες αυτόν, ήθελον αφ' ενός μεν κολακεύσει τα μάχιμα έθνη των Φλαμανδών και των Γάλλων, και εν πάση περιπτώσει έχει την συνδρομήν αυτών, αφ' ετέρου δε επειδή το πλείστον μέρος του στρατού συνέκειτο εκ Γάλλων, ήθελον ούτοι υποχρεωθή να μη παραιτήσωσι τον αυτοκράτορα εν πάσαις αυτού ταις ανάγκαις, ενώ ουδεμίαν ποτέ συνδρομήν εδύναντο να προσδοκώσιν υπό του μαρκησίου της Μοντφεράτης, ού αι κτήσεις έκειντο εν Ιταλία, διηρημένη ούση εις πλείστας όσας ηγεμονίας, ών οι άρχοντες ποικίλα είχον τα συμφέροντα και τας διαθέσεις. Των ιδεών τούτων συνεμερίζετο και ο Δάνδολος, όστις επεθύμει να εκλεχθή εκείνος ού αι κτήσεις απείχον όσον ένεστι περισσότερον της Ενετίας, ώστε εν περιπτώσει καθ' ήν ο αυτοκράτωρ και οι Ενετοί ήθελον διχονοήσει προς αλλήλους, να μη δύναται ούτος εκ του παραχρήμα να προσβάλη τα όρια της δημοκρατίας, όπερ εδύνατο να συμβή κάλλιστα, εκλεγομένου του Βονιφατίου. (33)
Εν τούτοις οι σταυροφόροι προ των ανακτόρων του Βουκολέοντος συνηγμένοι προσεδόκων μετ' ανυπομονησίας την απόφασιν των εκλογέων. Τέλος περί το μεσονύκτιον Νεβελών ο επίσκοπος της Σοασών, προβάς εις τον εξώστην, εφώνησε μεγάλη τη φωνή· «Την ώραν ταύτην της νυκτός, εν τη οποία εγεννήθη ο Σωτήρ του κόσμου, γεννάται νέα αυτοκρατορία υπό την αιγίδα του Παντοδυνάμου· αυτοκράτορα δ' έχετε Βαλδουίνον τον κόμητα Φλάνδρας και Αϊνώ». Κραυγαί χαράς και ενθουσιασμού αντήχησαν μεταξύ των Ενετών και των Γάλλων, μαθόντων ότι
Δι' άνακτα έχρισαν της Κωνσταντίνου Βαλδουίνον κόμητα χώρας της Φλάντρας Νεανίαν κάλλιστον, ωραίον φύσει, Φιλευσεβή τε και φιλόχριστον λίαν, Πραΰν, ιλαρόν, σωφρονέστατον μάλα Μερίδα και μέλλοντι διδόντα βίω, Πολλών ταμείον αρετών θεοδότων, Μάλιστ' εραστήν σωφροσύνης και δίκης, Ός είχε δις κήρυκα της εβδομάδος Τορόν βοώντα μη καθεύδειν μηδένα Των βασιλείων ένδοθεν καθ' εσπέραν, Μηδέν νομίμω γυναικί συνημμένον, Πόρνη δ' αθέσμως συμβιούν ηρημένον, Ήν και φύλαξ νόμων τε δίκης τ' εννόμου, Γυναικί προσχείν ου θελήσας ουδόλως Μηδ' αν μέχρι βλέμματος εμπαθή θέαν, Όσον περ απήν της συνεύνου τον χρόνον. (34)
Ο δε λαός Κωνσταντινουπόλεως, ειθισμένος ήδη εις συνεχείς αλλαγάς ηγεμόνων, ήκουσε σχεδόν αδιαφόρως την ανακήρυξιν του νέου αυτοκράτορος, συνενώσας μάλιστα τας επευφημίας αυτού μετά των Λατίνων. Ο Βαλδουίνος, υψωθείς επί ασπίδος, εκομίσθη ως εν θριάμβω εις την εκκλησίαν της αγίας Σοφίας, παρακολουθούμενος υπό πάντων των σταυροφόρων, και αυτού του αντιζήλου του μαρκησίου εν τοις πρώτοις, του οποίου το γενναιόφρον παράδειγμα έθελξε τους πάντας.
Η τελετή της επισήμου στέψεως ανεβλήθη διά την τετάρτην μετά το πάσχα Κυριακήν, όπως έκαστος προπαρασκευασθή διά την επίσημον εκείνην ημέραν. Εν τω μεταξύ δ' επανηγυρίσθησαν μετά πλείστης όσης επισημότητος οι γάμοι του μαρκησίου της Μοντφεράτης μετά Μαργαρίτας, ή κατά Βυζαντινούς Μαρίας της εκ Παιάνων, ήτις ούσα ηρμοσμένη Ισαακίω τω εξ Αγγέλων, έμενε χήρα μετά τον θάνατον αυτού. Επελθούσης δε της ημέρας της στέψεως, ήτις ην η 23 Μαΐου 1204, ο Βαλδουίνος ωδηγήθη πανηγυρικώς εις την αγίαν Σοφίαν, ενδεδυμένος ιμάτια Βυζαντινού αυτοκράτορος και παρακολουθούμενος υφ' όλων των βαρώνων και μεγιστάνων του στρατού. Εν τω ναώ τελουμένης της θείας μυσταγωγίας, ο αυτοκράτωρ υψώθη επί θρόνου κεχρυσωμένου και έλαβε την πορφύραν εκ των χειρών του παπικού εξάρχου Πέτρου, επισκόπου Βηθλεέμ, εκπληρούντος χρέη πατριάρχου. Δύο ιππόται έφερον προ αυτού την πλατύσημων των Ρωμαίων υπάτων εσθήτα (_laticlave_) και την αυτοκρατορικήν σπάθην. Ο πρωθιεράρχης, όρθιος προ του θυσιαστηρίου, εφώνησεν ελληνιστί Ά ξ ι ο ς τ ο υ β α σ ι λ ε ύ σ α ι, και πάντες οι παρεστώτες επανέλαβον εν χορώ ά ξ ι ο ς ά ξ ι ο ς! Πάντα δε ταύτα, οι σταυροφόροι, δηλονότι κραυγάζοντες, οι ιππόται κεκαλυμμένοι με τας βαρείας πανοπλίας των, οι κεχηνότες προς τα παράδοξα συμβάντα Γραικοί, το γεγυμνωμένον του αρχαίου αυτοί στολισμού και διά νέου κεκοσμημένου θυσιαστήριον παρίστων θέαμα πανηγυρικόν άμα και πένθιμον, και εδείκνυον όλας του πολέμου τας δυστυχίας εν τω μέσω των τροπαίων της νίκης. Μετά των άλλων εθίμων της κατά τοιαύτας περιπτώσεις παρά τοις Βυζαντινοίς τελετής, δεν παρελήφθη ουδ' εκείνο, του προσφέρειν εις τον αυτοκράτορα αγγείον πλήρες κόνεως οστών και κροκιδίου στυπείου κεκαυμένου ως σύμβολον της βραχύτητος του βίου και του ευτελούς των ανθρωπίνων πραγμάτων· μετά δε την τελετήν, επανήλθεν αύθις εις τα ανάκτορα μετά της αυτής πομπής, των οδών δι' ών διήρχετο εστρωμένων ουσών με πλουσίους τάπητας.
Ο Βαλδουίνος εγεννήθη τω 1171 υπό Βαλδουίνου Ε', κόμητος του Αϊνώ, και Μαργαρίτας της Αλσακινής· ήτο λοιπόν τριάκοντα και τριών ετών ότε εχρίσθη αυτοκράτωρ Κωνσταντινουπόλεως. Νυμφευθείς Μαργαρίταν, Θυγατέρα Ερρίκου του Πλατέος, κόμητος Καμπανίας και Μαρία, θυγατρός Λουδοβίκου Ζ', βασιλέως της Γαλλίας, υιούς μεν ουδόλως εκ ταύτης εκτήσατο, έσχε δε μόνον δύο θυγατέρας, ών η μεν εκαλείτο Ιωάννα, η δε Μαργαρίτα· εκληρονόμησαν δ' αμφότεραι τα επί των κομητειών Φλάνδρας και Αϊνώ δικαιώματα του πατρός αυτών. Ο Βαλδουίνος κατά τους πολέμους, τους μεταξύ Ριχάρδου και Φιλίππου Αυγούστου βασιλέως της Γαλλίας, λαβών το μέρος του πρώτου, εζήτησεν υπό την σημαίαν του σταυρού άσυλον κατά της οργής του Φιλίππου Αυγούστου και ωρκίσθη εν τω εις Βρούγην ναώ του αγίου Δονάτου να υπάγη εις Ασίαν όπως καταπολεμήση τους μουσουλμάνους παρηκολούθησαν δ' αυτόν οι δύο αδελφοί του, Ευστάθιος και Ερρίκος, κόμης του Σαρβρούη, και ανδρείος και τολμηρός ων, έλαβε μέρος εις όλας τας προς άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως προσπαθείας, διευθύνας μάλιστα, τη 6 Ιουλίου, την εμπροσθοφυλακήν του κατ' αυτής στρατού. (35)
Πριν της τελετής της στέψεώς του ο νέος αυτοκράτωρ διένειμεν εις τους συμπολεμιστάς αυτού τα πρώτιστα της αυτοκρατορίας αξιώματα· και ο μεν πρωτοστάτωρ της Καμπανίας Βιλλαρδουίνος έλαβε τον τίτλον πρωτοστάτορος της Ρωμανίας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου την του κοντοσταύλου, ο Κόνων Πετούνης την του πρωτοβεστιαρίου, ο Μακάριος δε Σαιν-Μενεχούλ τον του αρχιοινοχόου και άλλοι άλλους. Ο δόγης της Ενετίας εγένετο δεσπότης και πρίγκηψ Ρωμανίας, έχων το δικαίωμα να φέρη βλαντία πορφυρά προνόμιον όπερ επί των Βυζαντινών αυτοκρατόρων μόνοι οι εκ βασιλικού αίματος εκέκτηντο. Ο Ερρίκος Δάνδολος αντεπροσώπευεν εις Κωνσταντινούπολιν την Ενετικήν δημοκρατίαν, το ήμισυ άρα της πόλεως ήτο κτήμα του και ανεγνώριζε τους νόμους αυτού, ανωτέρου πάντων των της αυλής του Βαλδουίνου όντος, απηλλαγμένου δε συνάμα πάσης υποσχέσεως, πίστεως και υποταγής προς τον αυτοκράτορα.
Εν τούτοις οι κόμητες και οι βαρώνοι των σταυροφόρων ήσαν ανυπόμονοι να διανεμηθώσι τας πόλεις και τας επαρχίας του κράτους, τας οποίας όμως εισέτι δεν είχον κατακτήσει. Εν συμβουλίω λοιπόν, συγκροτηθέντι υπό δώδεκα πατρικίων Ενετών και ισαρίθμων ιπποτών Γάλλων, όλη η Βυζαντινή αυτοκρατορία διηρέθη μεταξύ των δύο εθνών· και οι μεν Γάλλοι έλαβον την Βιθυνίαν, Ρωμανίαν, Θράκην, Θεσσαλονίκην και άπασαν την από Θερμοπυλών μέχρι Σουνίου Ελλάδα μετά των μεγαλειτέρων νήσων του Αρχιπελάγους, εν άλλαις λέξεσιν έλαβον ως κλήρον τον πόλεμον προς τους Τούρκους και τους Γραικούς, υφ' ών κατείχοντο αι πλείσται των χωρών τούτων, εις δε τους Ενετούς εδόθησαν αι Κυκλάδες και Σποράδες νήσοι, η ανατολική παραλία του Αδριατικού, τα παράλια της Προποντίδος και του Ευξείνου Πόντου, ας όχθαι του Έβρου και του Βάρδα, αι πόλεις Ύψελα, Διδυμότειχον, Αδριανούπολις και έτεραί τινες. Αλλ' όμως περιστάσεις, άς δεν είχον προΐδει, συμφέροντα αντίθετα, αντιζηλίαι και φιλοτιμίαι παρήλλαξαν εντός μικρού την τοπικήν ταύτην διαίρεσιν. Αι χώραι αι κείμεναι εκείθεν του Βοσπόρου εγένοντο βασίλειον και εδόθησαν μετά της νήσου Κρήτης εις τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης· ούτος δε, μη έχων πλοία όπως τας προστατεύη κατά πάσης θαλασσίας επιδρομής, τας αντήλλαξε κατά Μάιον του 1204 προς την επαρχίαν Θεσσαλονίκης, επώλησε δε και την Κρήτην προς τους Ενετούς αντί τριάκοντα λιβρών αργυρίου, ώστε απαλλαγείς τοιουτοτρόπως των εκ θαλάσσης παρενοχλήσεων, συνώρευσε, κάτοχος της Θεσσαλονίκης γενόμενος, κάπως προς τον γαμβρόν αυτού βασιλέα της Ουγγαρίας. Αι δε Ασιατικαί επαρχίαι παρεχωρήθησαν εις τον κόμητα του Βλοά, όστις έλαβε τον τίτλον δουκός Νικαίας και Βιθυνίας. (36)
Ενώ οι βαρώνοι και οι κόμητες διενέμοντο ούτως έθνη και πόλεις, η φιλοδοξία του λατινικού κλήρου δεν καθυστέρει της των Ιπποτών, αλλά προσεπάθει εξίσου να ενθρονισθή επί των ναυαγίων της ελληνικής εκκλησίας. Όλοι οι ναοί εμοιράσθησαν μεταξύ των Γάλλων και των Ενετών· ιερείς αμφοτέρων των εθνών διωρίσθησαν να καταλάβωσι τα θυσιαστήρια των ορθοδόξων, και η Κωνσταντινούπολις αντήχει από τας θρησκευτικάς τελετάς των εξ Εσπερίας ελθόντων. Οι σταυροφόροι πριν της εκλογής του Βαλδουίνου είχον αποφασίσει ότι ο πνευματικός αρχηγός της νέας αυτοκρατορίας ώφειλε να εκλεχθή εκ του έθνους εκείνου, εις ό δεν ανήκεν ο κοσμικός, και συνεπεία της αποφάσεως ταύτης, ο πατριάρχης έπρεπε να η Ενετός, του αυτοκράτορος Γάλλου όντος. Εξελέχθη λοιπόν πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο εν Ενετία διατρίβων Θωμάς Μοροζίνης, τον οποίον Νικήτας ο Χωνιάτης περιγράφει ούτω. «Την μεν ηλικίαν μέσος ην, την δε σωματικήν πλάσιν λακκευτού συός ευτραφέστερος· ην δε και λείος ξυρώ το του προσώπου έδαφος ως οι λοιποί των εκ του γένους εκείνου και τας ενστηθίους παρατετιλμένος τρίχας ακριβέστερον δρώπακος, αμπεχόμενος δε στολήν συνυφασμένην μικρού τω δέρματι και ραφιδουμένην εκάστης τα εις καρπούς, δακτύλιόν τε τη χειρί περιστρέφων, ενίοτε δε και τα εκ δέρρεων εις δακτύλους διεσχισμένα των χειρών φυλακτήρια περικείμενος.» Κατά της εκλογής ταύτης πολλαί εγένοντο μεταξύ των σταυροφόρων ενστάσεις παρά των ατενιζόντων προς την πατριαρχικήν τιάραν· αλλά τη μεσολαβήσει του Δανδόλου τα πάντα εξωμαλύνθησαν και παραχρήμα επέμφθησαν εις Ιταλίαν ο Λεονάρδος Νοβαγιέρος και ο Ανδρέας Μολίνος, ο μεν όπως εξαγγείλη εις τον Θωμάν την εκλογήν του, ο δε όπως ικετεύση τον Πάπαν ίνα εγκρίνη ταύτην. (37)
Την εκλογήν του Μοροζίνη κατά πρώτον δεν ηθέλησεν ο Πάπας ν' αναγνωρίση, διότι αύτη τω εφαίνετο υπεξαίρεσις των δικαιωμάτων της Αγίας Έδρας· αλλ' επειδή ο ανήρ εκείνος και εις διακεκριμένην ενετικήν οικογένειαν ανήκε και ο ίδιος εθεωρείτο ικανός, επένευσεν εις την εκλογήν, και προσκαλεσάμενος εις Ρώμην, τον εχειροτόνησε κατά τα ειθισμένα. Επανελθών εκ Ρώμης εις Ενετίαν ο νέος πατριάρχης υπεχρεώθη παρά της γερουσίας να υποσχεθή ενόρκως, ότι ουδέποτε ήθελε διορίσει εφημέριον της αγίας Σοφίας άνδρα όστις δεν ήτο εκ γεννετής Ενετός ή δεν είχε κατοικήσει δέκα κατά συνέχειαν έτη εις Ενετίαν, και ότι διά παντός μέσου ήθελε διακωλύσει την εκλογήν πατριάρχου ή αρχιεπισκόπου κατά την αυτοκρατορίαν μη Ενετού. Ο Μοροζίνης ανέλαβε τας υποχρεώσεις ταύτας, εφ' όσον όμως συνεβιβάζοντο προς την αγίαν Έδραν και προς τον οφειλόμενον αυτή σεβασμόν. Και όντως, μετά δύο έτη ο Πάπας μαθών τας συμφωνίας ταύτας, τον απαγόρευσε να υπακούση, και τον απήλλαξε παντός όρκου, τω λόγω ότι ουδείς εισέρχεται κληρονομικώ δικαιώματι εις το θυσιαστήριον του Κυρίου, αλλά μόνον ο άξιος και ικανός, μηδόλως λαμβανομένης υπ' όψιν της εθνικότητος και της οικογενείας αυτού. Ο πατριάρχης, αναχωρήσας μετά τεσσάρων γαλερών εξ Ενετίας, ανεκτήσατο την Ραγούζαν αποστάσαν από των Ενετών, και πλησιάσας εις την Κωνσταντινούπολιν, ανήγγειλε την έλευσίν του εις τον λαόν, όπως εξέλθη και τον υποδεχθή μετά των συνήθων κατά τοιαύτας περιπτώσεις τιμών. Τότε εξεδηλώθη άπασα η δυσαρέσκεια του Γαλλικού κλήρου, διότι εναντίον των μεταξύ Γάλλων και Ενετών συμφωνηθέντων, ηρνήσατο ν' αναγνωρίση τον νέον Πατριάρχην, τη προφάσει ότι η εκλογή αυτού δεν ήτο κανονική και ότι η επικύρωσις αυτού επετεύχθη υπό του Πάπα επί ψευδή εκθέσει· όπως δε μη φανή απειθής, ανηνέχθη εις αυτόν τον πάπαν. Ο Ιννοκέντιος ίνα καταπνίξη παν σπέρμα διχονοίας, έπεμψεν έξαρχον Βενέδικτον τον καρδινάλιον της αγίας Σουσάννης, όστις επέτυχε διά των προτροπών του να εξομαλύνη τας δυσχερίας και καταστήση παρά πάσι σεβαστήν την εκλογήν του Μοροζίνη. Μετ' αυτού δε ήλθον εις Κωνσταντινούπολιν πλήθος Λατίνων επισκόπων, προτιθεμένων να καταλάβωσι τας υπό των ορθοδόξων τέως κατεχομένας επισκοπάς. (38)
Ουδέν ανθίστατο πλέον εις τα όπλα των σταυροφόρων, τα πάντα έτρεμον προ αυτών, και η φήμη εξήγγελλε πανταχού τα κατωρθώματα και την δύναμίν των· αλλ' όμως εναντίον πάσης ταύτης της κατά το φαινόμενον ευτυχίας, ρίπτοντες τα βλέμματα προς το μέλλον ώφειλον εκείνοι να αισθάνωνται τον φόβον ότι η αποχώρησις των συντρόφων των ή ο θάνατος αυτών, ήθελε τους αφήσει άνευ υπερασπιστών, ενώ αφ' ετέρου οι της πόλεως κάτοικοι εξησθενημένοι ή διεσκορπισμένοι δεν εδύναντο να επαρκέσωσι μήτε εις την καλλιέργειαν των γαιών, μήτε εις τα της πόλεως έργα. Εν τοιαύτη περιπτώσει οι κόμητες και οι βαρώνοι οίτινες μετά φόβου απεξεδέχοντο πάντοτε τας αποφάσεις του αρχηγού της εκκλησίας, εδιπλασίασαν την προς τον άκρον ποντίφικα υποταγήν αυτών, και εξητήσαντο την συνδρομήν του επί τη ιδέα ότι ήθελε προμαχήσει υπέρ αυτών εν τη Δύσει, και ότι εις την φωνήν του πρωθιεράρχου της Ρώμης πολυάριθμοι Γάλλοι, Ιταλοί και Γερμανοί ήθελον έλθει να κατοικήσωσι και υπερασπίσωσι το νέον κράτος.
Και λοιπόν άμα μετά την στέψιν αυτού ο Βαλδουίνος έπεμψεν προς τον Πάπαν τον ιππότην Βαρόσην μετά πολυτίμων δώρων εκ χρυσού, λίθων τιμαλφών· ταπήτων λαμπρών, λειψάνων αγίων, και μετ' επιστολών δι' ών τω εξήγγελλε τας νίκας και τας κατακτήσεις των σταυροφόρων. Ο νέος αυτοκράτωρ, όστις ελάμβανε τον τίτλον Ιππότου της αγίας Έδρας, υπεμίμνησκεν εις τον άκρον ποντίφικα την απιστίαν και την μακροχρόνων αντίστασιν των Γραικών, ψαύων τας θρησκευτικάς χορδάς ίνα εξευμενίση αυτόν. «Υπετάξαμεν εις τους νόμους σας, έγραφε, την πόλιν ταύτην, ήτις εκ μίσους προς την αγίαν Έδραν, μόλις εδύνατο ν' ακούση προφερόμενον το όνομα του πρωτοθρόνου των αποστόλων, ουδ' έκτισε μίαν καν εκκλησίαν προς τιμήν εκείνου, όστις έλαβε παρά του Κυρίου την υπεροχήν εφ' όλων των εκκλησιών». Ο Βαλδουίνος προσεκάλει εν τη επιστολή του τον αντιπρόσωπον του Ιησού Χριστού ν' ακολουθήση το παράδειγμα των προκατόχων του Ιωάννου και Λέοντος, οίτινες επεσκέψαντο προσωπικώς την εκκλησίαν του Βυζαντίου· όπως δε δικαιολογήση την πράξιν των προσκυνητών, γενομένων κυρίων του Βυζαντινού κράτους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν όλων των χριστιανών της Ανατολής, προσέθεττεν· «Ότε εισήλθομεν εις την πρωτεύουσαν ταύτην, πολλοί των παρ' ημίν διατριβόντων κατοίκων της αγίας Γης εξεδήλουν υπέρ τους λοιπούς την χαράν των, επαναλαμβάνοντες γεγονυία τη φωνή ότι προσεφέρομεν εις τον θεόν υπηρεσίαν ευαρεστοτέραν ή αν ανεκτώμεθα τα Ιεροσόλυμα.» (39)
Αφ' ετέρου ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης απηύθυνε προς τον άκρον αρχιερέα επιστολήν, δι' ής διεμαρτύρετο περί της τελείας του υπακοής εις τας αποφάσεις της αγίας Έδρας. (40) «Το επ' εμοί, έλεγεν ο βασιλεύς της Θεσσαλονίκης, δεν έλαβον τον σταυρόν, ειμή διά την άφεσιν των αμαρτιών μου και ουχί διά να αμαρτήσω περιπλέον προφάσει θρησκευτική, ιδού υποβάλλομαι εις τας θελήσεις σας, και ει μεν θεωρήσητε ότι η παρουσία μου είναι αναγκαία εις Ρουμανίαν, ειμί έτοιμος ν' αποθάνω μαχόμενος κατά των εχθρών υμών τε και του Ιησού Χριστού· αλλ' αν τουναντίον νομίσητε ότι οφείλω να εγκαταλείψω τας πλουσίας ταύτας χώρας, χωρίς να λάβω υπ' όψιν ούτε τα αγαθά, ούτε τας τιμάς, ών απολαύω, ειμί έτοιμος και πάλιν να επανέλθω εις Δύσιν, διότι ουδέν επιθυμώ να πράξω δυνάμενον να ελκύση επ' εμέ την οργήν του υπερτάτου κριτού». Τα αυτά δε σχεδόν επανελάμβανε και ο δόγης της Ενετίας Δάνδαλος, όστις τέως είχε περιφρονήσει τας τε απειλάς και τους κεραυνούς της εκκλησίας.
Ο Ιννοκέντιος προ πολλού ήτο εξωργισμένος κατά της απειθείας των σταυροφόρων· εν ταις απαντήσεσι λοιπόν αυτού μετά φαρμακεράς πικρίας επέπληττεν αυτούς ότι προυτίμησαν των ουρανίων αγαθών τα εγκόσμια, κατέκρινε τους αρχηγούς διότι εξέθηκαν εις τας ύβρεις των στρατιωτών και των υπηρετών των την τιμήν των γυναικών και των παρθένων, μέχρι και αυτών των αφιερωθεισών τω θεώ, ότι κατέστρεψαν την Κωνσταντινούπολιν λαφυραγωγήσαντες μεγάλους και μικρούς, ότι εβεβήλωσαν τα θυσιαστήρια και έφερον χείρα εναγή και επ' αυτών των θησαυρών των εκκλησιών· ενί λόγω μετά τοσαύτης αυστηρότητος ο Ιννοκέντιος ήλεγχε τους σταυροφόρους, ώστε η παρά Βαρονίω ανάγνωσις μιας των προς τον Δάνδαλον επιστολών αυτού, κινεί επ' αληθείας τον θαυμασμόν των αναγινωσκόντων. (41) Εν τούτοις ο πρωθιεράρχης μη τολμών να εισδύση εις τα κρίματα της θείας Προνοίας, ηρέσκετο να πιστεύη ότι οι Γραικοί δικαίως ετιμωρήθησαν ένεκα των παραπτωμάτων αυτών, οι δε σταυροφόροι εχρημάτισαν όργανα της θεότητος και εκδικηταί της δικαιοσύνης αυτής. «Φοβήθητε, έγραφε προ τους Λατίνους, την οργήν του Κυρίου· ελπίσατε θαρραλέως ότι θα σας συγχωρήση τα παρελθόν, αν κυβερνάτε τους λαούς εν ευθύτητι και δικαιοσύνη, αν ήσθε πιστοί εις την αγίαν Έδραν και επί πάσιν αν ήσθε αποφασισμένοι, να εκπληρώσητε την ευχήν ήν εποιήσατε, του να ελευθερώσητε την Αγίαν γην.»
Εν τούτοις ο πάπας συγκινηθείς εκ των ικεσιών και των δειγμάτων της υποταγής των σταυροφόρων, εκ των κατορθωμάτων των οποίων αντήχει άπασα η Εσπερία, επικύρωσε την εκλογήν του Βαλδουίνου και συγκατετέθη ν' αναγνωρίση έν κράτος εις το oποίον ώφειλε να δώση νόμους· όσω δε πλέον οι σταυροφόροι εφαίνοντο υποτεταγμένοι εις την εξουσίαν του τόσω ηδραιούτο εν τη ιδέα ότι αι κατακτήσεις εκείνων συνετέλουν προς την μεγαλειτέραν δόξαν του θεού και του επί της γης αντιπροσώπου του Ιησού Χριστού. Γράφων λοιπόν προς τους επισκόπους της Γαλλίας τοις έλεγεν, ότι ο Κύριος ηυδόκησε να παραμυθήση την εκκλησίαν διά της επιστροφής των αιρετικών, ότι η θεία Πρόνοια εταπείνωσε τους Γραικούς, λαόν εναγή, αλαζόνα και αντάρτην, και ότι εδωρήσατο το κράτος τοις Λατίνοις, λαώ ευσεβεί, ταπεινώ και πειθηνίω συνίστα δε αυτοίς να πέμψωσι κληρικούς εις Έω διά να διδάξωσι τας υγιείς διδασκαλίας. Αφ' ετέρου απευθυνόμενος προς τους της Γαλλίας λαούς ο άκρος ποντίφιξ προσεκάλει αυτούς εν ονόματι του αυτοκράτορος Βαλδουίνου να μεταβώσιν εις Ελλάδα, ίνα λάβωσιν εκεί γαίας και πλούτη κατά την αξίαν και ποιότητά των, παρέχων πλήρη άφεσιν αμαρτιών εις τους πιστούς, οίτινες μετέβαινον ίνα κατοικοίσωσι και υπερασπίσωσι την νέαν αυτοκρατορίαν. (42)
Εις την φωνήν του αυτοκράτορος στίφη άμετρα τυχοδιωκτών έδραμον προς τας ακτάς του Βοσπόρου, ιδία δε οι μεταβάντες εις Αγίαν γην, όπως εκδιώξωσι τους απίστους, παραιτήσαντες τας τάξεις αυτών έσπευσαν εις Κωνσταντινούπολιν, την νέαν της επαγγελίας γην, όπως συμμετάσχωσι των τιμών και των ωφελειών των εκείσε. Απελείφθη δε μόνος εις Πτολεμαΐδα ο αυτόκλητος βασιλεύς των Ιεροσολύμων, επικαλούμενος την συνδρομήν των εσπερίων χριστιανών.