Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 3

Chapter 318 wordsPublic domain

Καταλαβών ούτως ο Μούρτζουφλος την αρχήν, αφού απηλλάγη και του εφημέρου αυτοκράτορος Καναβού, και προβλέπων τον προς τους Φράγκους επικείμενον πόλεμον, ήρξατο οχυρών την πόλιν, ανυψώσας τα παράλια της πόλεως τείχη και τας χερσαίας πύλας τειχίσμασιν οχυρώσας. Αφ' ετέρου οι Φράγκοι πληροφορηθέντες τον οικτρόν του Αλεξίου θάνατον υπό τοσαύτης κατελήφθησαν αγανακτήσεως, ώστε απεφάσισαν να καταπολεμήσωσι τους Γραικούς, προς τους οποίους ουδεμίαν του λοιπού εδύναντο να έχωσι πίστιν. Συνήλθον λοιπόν εις συμβούλιον και εκεί κατά πρώτον λόγος εγένετο περί αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, υπεστήριζον δε ιδίως την ιδέαν ταύτην οι κληρικοί, λέγοντες ότι ο πόλεμος ούτος εστιν ιερός και απαραίτητος. Αλλά πριν ή επιχειρήσωσι να προσβάλωσιν οριστικώς την πόλιν πεποιθότες ότι ευχερώς θέλουσιν αλώσει αυτήν και όπως προλάβωσι τας έριδας αι οποίαι εδύναντο να προέλθωσι κατά την διανομήν της πλούσιας λείας ήν ήθελον εύρει, οι Ενετοί και οι Γάλλοι συνεφώνησαν τα εξής εν τω στρατοπέδω κατά Μάρτιον του 1204.

Α'. Άμα η πόλις περιέλθη, Θεού θέλοντος, εις την εξουσίαν των σταυροφόρων, πάντες οφείλουσιν υποταγήν εις τους άρχοντας, ούς από κοινού οι Γάλλοι και οι Ενετοί ήθελον διορίσει.

Β'. Άπαντα τα εν τη πόλει ευρεθέντα λάφυρα, οιασδήποτε φύσεως και αν ώσι, θέλουσι φέρεσθαι εις τόπον υποδειχθέντα, χωρίς να δύνηταί τις να κρατήση δι' εαυτόν μέρος τι.

Γ'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι διανεμηθή εξίσου τα λάφυρα, υποχρεουμένων όμως των Γάλλων να πληρώσωσι το αναλογούν αυτοίς εις τους Ενετούς, διά την μεταφοράν αυτών εις Κωνσταντινούπολιν.

Δ'. Ο σίτος και τα λοιπά τρόφιμα θέλουσι παρακατατεθή εις αποθήκας φρουρουμένας εξ ημισείας παρά των Γάλλων και Ενετών, οίτινες θέλουσι καθ' ημέραν λαμβάνει εξ αυτών το αναλογούν εις τροφήν των εφ' όσον χρόνον μείνουσιν ομού· αν δ' ευρεθή κατά τον χωρισμόν των περίσσευμά τι, θέλει υπολογισθή η αξία αυτού.

Ε'. Οι Ενετοί καθ' όλην την διάρκειαν της αυτοκρατορίας, θέλουσι διατηρεί τους τίτλους, τας τιμάς και τας προνομίας, άς απολαμβάνουσιν εις την χώραν των κατά τε το πνευματικόν και κοσμικόν μέρος και θέλουσι διοικείσθαι κατά τους νόμους και κατά τα έγγραφα ή άγραφα έθιμά των.

ΣΤ'. Διά την εκλογήν νέου αυτοκράτορος εν Κωνσταντινουπόλει θέλουσι διορισθή έξ εκλογείς Γάλλοι και έξ Ενετοί, οίτινες θα εκλέξωσιν εκ του στρατού ή εκ του στόλου εκείνον, τον οποίον κρίνουσιν ότι είνε ικανός όπως παγιώση, διοικήση, υπερασπισθή το κράτος και διατηρήση το σέβας προς τον Θεόν, την υπακοήν προς την αγίαν Ρωμαϊκήν εκκλησίαν και την αξιοπρέπειαν του κράτους. Ο υπό της πλειότητος εκλεχθησόμενος, αναγνωρισθήσεται ως αυτοκράτωρ παρ' όλων· αν δε συμβή οι Γάλλοι να εκλέξωσιν ένα και οι Ενετοί έτερον, η κλήρωσις θέλει αποφασίσει μεταξύ των δύω.

Ζ'. Ο αυτοκράτωρ θέλει λάβει ως κτήματα αυτού το τέταρτον μέρος των κατακτηθησομένων μετά των δύο ανακτόρων του Βουκουλείου και των Βλαχερνών.

Η'. Ο κλήρος του έθνους όπερ δεν θα δώση αυτοκράτορα, θέλει δώσει Πατριάρχην· ούτος δε λαμβάνων κατοχήν της Αγίας Σοφίας, θέλει διαθέτει τα κατά την εκκλησσίαν ταύτην.

Θ. Οι εκκλησιαστικοί των δύο εθνών θέλουσιν έχει την διοίκησιν των εκκλησιών όσαι συμπεριλαμβάνονται εις τας κληρωθείσας τω έθνει αυτών χώρας. Εκ των προσόδων δε των εκκλησιών τούτων θέλει τοις ορισθή το ανάλογον ποσόν διά την αξιοπρεπή διατήρησιν αυτών και των εκκλησιών των.

Ι'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί υποχρεωθήσονται δι' όρκου να μείνωσιν επί έν έτος, αρχόμενον από την τελευταίαν ημέραν του παρόντος μηνός Μαρτίου, εις την υπηρεσίαν του αυτοκράτορος, απονέμοντες αυτώ πάντα σεβασμόν και υποταγήν.

ΙΑ'. Όσοι αποκατασταθώσιν εις τας κτήσεις της αυτοκρατορίας, ομόσουσι πίστιν και υπακοήν εις τον αυτοκράτορα, κατά τα ειθισμένα, υποχρεούμενοι ν' αρκεσθώσιν εις μόνην την γενησομένην αυτοίς διανομήν και εις ουδέν άλλο.

ΙΒ'. Μεταξύ των Γάλλων και Ενετών θέλουσιν εκλεχθή δώδεκα ή και περισσότεροι επίτροποι, οίτινες αφού ορκισθώσι θέλουσι διανείμει κατά συνείδησιν και πλειονοψηφίαν τα τιμάρια και τα υπουργήματα και ορίσει τα καθήκοντα και υπηρεσίας των Γάλλων και Ενετών προς τον αυτοκράτορα και το κράτος. Ούτοι θέλουσιν αποκαταστήσει τους τιμαριούχους και τους υπουργούς εις πλήρη κατοχήν των τιμαρίων και υπουργημάτων των, με εξουσίαν να τα μεταβιβάζωσιν εις τους κληρονόμους των άρρενας ή θήλεις και να τα διαθέτωσι κατ' αρέσκειαν, επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων του αυτοκράτορος και του κράτους.

ΙΓ'. Εκτός των υποχρεώσεων και υπηρεσιών, τας οποίας οι τιμαριούχοι θέλουσιν αναλάβει, ο αυτοκράτωρ θέλει επιφορτισθή πάντα τα λοιπά όσα τείνουσι προς την ασφάλειαν και ευδαιμονίαν του κράτους.

ΙΔ'. Εις τας χώρας της αυτοκρατορίας ουδείς είνε δεκτός ανήκων εις έθνος διατελούν εις πόλεμον προς τους Γάλλους και Ενετούς, εφ' όσον διαρκεί ο πόλεμος ούτος.

ΙΕ'. Οι Γάλλοι και οι Ενετοί θέλουσι μεταχειρισθή την επιρροήν αυτών παρά τω πάπα όπως τον πείσωσι να επικυρώση την παρούσαν σύμβασιν και υποβάλη εις αφορισμόν τους παραβιάζοντας ή αρνουμένους να υποβληθώσιν εις αυτήν.

ΙΣΤ'. Ο αυτοκράτωρ ομόσει ότι θέλει τηρήσει και επιβλέψει την πιστήν εκτέλεσιν της διανομής και των λοιπών εν τη παρούση μνημονευομένων κανονισμών και άρθρων. Αν δ' επέλθη ανάγκη ή να προστεθή ή ν' αναιρεθή τι εξ αυτής, η απόφασις ανήκει εις τους δώδεκα Γάλλους και Ενετούς εκλογείς εκ συμφώνου μετά του μαρκησίου της Μοντφεράτης και έξ συμβούλων παρ' αυτού ονομαζομένων.

ΙΖ'. Ο Δόγης της Ενετίας, κατ' εξαιρετικήν εις το άτομόν του τιμήν, απαλλάσσεται παντός όρκου προς το κράτος ή προς τον αυτοκράτορα δι' όσα υπουργήματα ή τιμάρια λάβη. Το προνόμιον τούτο παρέχεται αυτώ ατομικώς, μηδόλως εκτεινόμενον και εις τους διαδόχους του, όσοι ήθελον λάβει μετά ταύτα τα τιμάρια και τα υπουργήματά του. (20)

Αλλά και οι εν Βυζαντίω ουδόλως ησύχαζον· τουναντίον, αφού εκ δευτέρου προσεπάθησαν εις μάτην να καταστρέψωσι διά του υγρού πυρός τας εχθρικάς γαλέρας, κατεκλείσθησαν εις τα τείχη των, όπισθεν των οποίων έβλεπον την μόνην αυτών σωτηρίαν. Παρ' εχθρών τοιούτων ουδένα βεβαίως οι σταυροφόροι κίνδυνον είχον, αλλ' ήρξατο μαστίζων αυτούς εχθρός επικινδυνωδέστερος, η σπάνις των τροφίμων. Ηναγκάσθησαν λοιπόν να εκπέμψωσι προς συλλογήν τροφών ισχυρόν απόσπασμα υπό τον Ερρίκον Αϊνώ, όστις προβάς μέχρι Φινουπόλεως, ελαφυραγώγησεν αυτήν και πλείστα κατά των κατοίκων αυτής διεπράξατο. Ο Μούρτζουφλος, πληροφορηθείς την εκδρομήν ταύτην του Αϊνώ και αποφασίσας να τον προσβάλη εν τη επιστροφή του, εξήλθε μετά ισχυρού στρατού και εστρατοπέδευσεν εις τον κόλπον, εν ώ τανύν κείται η κωμόπολις Μπουγιούκ δερέ. Και προσέβαλε μεν όντως τους σταυροφόρους επιστρέφοντας, αλλ' εκείνοι μηδόλως θορυβηθέντες παρετάχθησαν εις μάχην, και ου μόνον απέκρουσαν τους Βυζαντινούς, αλλά και αυτόν τον Μούρτζουφλον μικρού εδέησε να αιχμαλωτίσωσιν. (21)

Εν τούτοις ο Δόγης της Ενετίας, θέλων ν' αποφύγη τον πόλεμον, προσεκάλεσεν εις συνέντευξιν τον αυτοκράτορα, όστις έσπευσεν έφιππος να μεταβή εις τας ακτάς του Κοσμιδίου, ένθα αφίκετο και ο Δάνδαλος μετά τριήρεως. Κατά την συνέντευξιν ταύτην συγκατένευσε μεν ο Μούρτζουφλος ν' αποτίση προς τους σταυροφόρους τα αιτούμενα πεντήκοντα κεντηνάρια χρυσίου (τεσσαράκοντα οκτώ εκατομμύρια φράγκων), ηρνείτο όμως να υποτάξη την ορθόδοξον εκκλησίαν υπό τον πάπαν. Ενώ δε ούτω συνδιελέγοντο, αίφνης εχθρικαί δυνάμεις επετέθησαν κατά του αυτοκράτορος, και μόλις ούτος εδυνήθη να σωθή χάρις εις την ταχύτητα του ίππου του.

Τοιουτοτρόπως πάσης συνδιαλλαγής ανεφίκτου καταστάσης, ήρξαντο αι ετοιμασίαι του πολέμου, και ο μεν Μούρτζουφλος μετά στρατού πολυαρίθμου εστρατοπέδευσεν ένθα τανύν κείται το Φανάρι, οι δε Φράγκοι επιβιβασθέντες εις τα πλοία αυτών το εσπέρας της 8 Απριλίου 1204, ημέρας πέμπτης, ήρξαντο την επιούσαν πρωίαν την κατά της πόλεως προσβολήν. «Όλην μεν ουν εκείνην την ημέραν, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, μάχη ενειστήκει στονόεσσα, ήν δε πως τα Ρωμαίων επικρατέστερα, αί τε γαρ κλιμακοφόροι νήες συν τοις ιππαγωγοίς δρόμοσιν άπρακτοι των τειχών απεκρούσθησαν και τα των λίθων αφετηρία πλείστους όσους των πολεμίων διέφθειραν.» Και ο Βιλλαρδουίνος δε αυτός ομολογεί την διά _τας αμαρτίας των_ αποτυχίαν των σταυροφόρων, οίτινες διετέλουν εις μεγίστην ταραχήν επί τη δυστυχία, ήτις τοις επήλθε κατά την ημέραν εκείνην. Αναπαυθέντες δύο ημέρας, την τρίτην επανέλαβαν την προσβολήν υποσχεθέντες, όπως ενθαρρύνωσι πάντας ότι, όστις πρώτος πήξει σημαίαν επί τινος πύργου της πόλεως, θέλει λάβει ως αμοιβήν εκατόν πεντήκοντα μάρκας αργυρίου. Εν τω μέσω της επιμόνου ταύτης μάχης, δύο πλοία, εφ' ών επέβαινον οι επίσκοποι Τρώης και Σοασώνος προσήγγισαν εις την ξηράν και έστησαν κλίμακας πλησίον των Πετρίων, δύο δε ιππόται, ο μεν, Γάλλος Ανδρέας Ορβοά καλούμενος, ο δε Ενετός Πέτρος Αλβέρτης, ελθόντες απεσόβησαν τους εκεί φρουρούντας. Η θέα αυτών ενεθάρρυνε τους σταυροφόρους όπως πηδήσωσιν επί τον πύργον, είς δε ιππότης, Πέτρος δε Βρασώ τούνομα, εισελθών διά της πύλης ενέπνευσε φρίκην εις τους φρουρούς ένεκα του γιγαντιαίου αυτού σώματος, και της επί της κεφαλής αυτού παμμεγέθους περικεφαλαίας. Η θέα αυτού έτρεψεν εις φυγήν τους Βυζαντινούς, και άφησεν ούτως ανεμπόδιστον την είσοδον εις πολυαρίθμους άλλους σταυροφόρους, οίτινες φοβούμενοι δολιότητά τινα έθεσαν πυρ εις άς απήντησαν οικίας και απετέφρωσαν τοσαύτας, όσαι, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, δεν υπήρχον εις τας τρεις ομού μεγαλειτέρας πόλεις της Γαλλίας. Μάτην ο Μούρτζουφλος απεπειράθη διά προτροπών και απειλών ν' αναζωπυρώση το θάρρος του λαού· ο φόβος ην ανώτερος παντός άλλου αισθήματος. Τότε ο αυτοκράτωρ βλέπων ότι ουδεμία σωτηρίας ελπίς πλέον απελείπετο και φοβούμενος μη συλληφθή, συμπαραλαβών Ευφροσύνην την σύζυγον του Αλεξίου, και Ευδοκίαν την θυγατέρα αυτής, ήν κατά την πολιορκίαν είχε νυμφευθή, εξήλθε της πόλεως μετά βασιλείαν μηνών δύο και ημερών επτακαίδεκα. (22)

Εν διαστήματι έξ μηνών η Κωνσταντινούπολις είχεν ιδεί πέντε αυτοκράτορας, ών οι μεν τρεις εξεμέτρησαν το ζην, οι δ' έτεροι δύο ήσαν φυγάδες· άμα λοιπόν ανεχώρησεν ο Μούρτζουφλος, επήλθεν η ανάγκη εκλογής νέου αυτοκράτορος. Εν μέσω των δεινών του πολέμου και του πυρός, όπερ ενέμετο την πόλιν, ο Θεόδωρος Δούκας και ο Θεόδωρος Λάσκαρις, αμφότεροι ανήκοντες εις επισήμους οικογενείας, απέβλεψαν εις τον τίτλον του αυτοκράτορος. Έκαστος αυτών είχε τους φίλους και οπαδούς του και τα προτερήματα και αι αρεταί των υποψηφίων παρ' εκείνων ποικιλοτρόπως εξετίθεντο· τέλος ο Λάσκαρις υπερίσχυσε και εξελέχθη αυτοκράτωρ. Εκ μετριοφροσύνης όμως αξιεπαίνου δεν ηθέλησε να δεχθή το όνομα του αυτοκράτορος, αλλά μόνον το του δεσπότου, λέγων ότι οφείλει πρότερον να ρυθμίση τα πράγματα του κράτους και αποδώση εις το στέμμα την ανήκουσαν αυτώ αίγλην. Αλλ' όμως η επιθυμία αυτού δεν εδύνατο να πραγματοποιηθή, διότι εις ήν κατάστασιν είχον περιέλθει τα πράγματα, αι ηρωικώτεραι προσπάθειαι έμελλον να ναυαγήσωσιν. Ενώ δε ο Λάσκαρις αντεποιείτο την εξουσίαν, ο Ερρίκος Αϊνώ μετά των περί αυτόν είχε κυριεύσει την Κωνσταντινούπολιν. (23)

Οποία υπήρξεν η διαγωγή των σταυροφόρων κατά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως διά των ζοφερωτέρων χρωμάτων εικονίζουσιν οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι. «Ω πόλις, πόλις, επιφωνεί ο αυτόπτης της καταστροφής Νικήτας, πόλεων πασών οφθαλμέ, άκουσμα παγκόσμιον, θέαμα υπερκόσμιον, εκκλησιών γαλουχέ, πίστεως αρχηγέ, ορθοδοξίας ποδηγέ, λόγων μέλημα, καλού παντός ενδιαίτημα, τίνες κακοποιοί δυνάμεις ητήσαντό σε και έλαβον εις συνίασιν; τίνες αλάστορες, φθονεροί και αμείλικτοι δαίμονες κώμον σοι επεκώμασαν άγριοι;» Και αυτοί οι εξ εσπερίας χρονογράφοι δεν εδίστασαν να ομολογήσωσιν ότι προ μεν της αλώσεως οι σταυροφόροι ήσαν άγιοι, μετά την άλωσιν δ' εγένοντο δαίμονες. Και όντως ουδέν ιερόν, ουδέν όσιον εσεβάσθησαν οι δυσωνύμως καλούμενοι σταυροφόροι· ύβρισαν τα θεία και τα ανθρώπινα, εξέκλιναν εις πράξεις θηριώδεις, Χριστιανοί όντες εφάνησαν και των απίστων απιστότεροι. «Απημφιάζετο Χριστός, προστίθησιν ο Νικήτας, και υβρίζετο και μερισμοί και κλήροι των αυτού ιματίων εγίνοντο, και μόνον ου λογχευόμενος την πλευράν θεορρύτου ρύακος αίματος εις γην και πάλιν απέσταξεν.» Οίκοι, ναοί, ανάκτορα, τάφοι αυτοκρατόρων εναλλάξ εσκυλεύθησαν και ελαφυραγωγήθησαν. Σκεύη ιερά μετά των ευτελεστέρων αγγείων επεσωρεύοντο φίρδην μίγδην υπό των αρπάγων και επί ημιόνων ή ίππων φορτονόμενα μετεφέροντο εις τα πλοία αυτών. Λείψανα άγια, κοσμήματα εκκλησιών αφηρούντο βιαίως και παριλαμβάνοντο. Παραλείπομεν τας παρθενοφθορίας και τας λοιπάς ακολασίας, διότι αφού τα θεία εξηυτέλισαν οι σταυροφόροι δεν ήτο δυνατόν να φεισθώσι των ανθρωπίνων· «Ην εις πόνον πάσα κεφαλή, εν στενωποίς θρήνοι και ουαί και κλαυθμοί, εν τριόδοις οδυρμοί, εν ναοίς ολοφυρμοί, ανδρών οιμωγαί, γυναικών ολολυγαί, ελκυσμοί, ανδραποδισμοί, διασπασμοί τε και βιασμοί σωμάτων συναφών πρότερον οι τω γένει σεμνοί ατίμως περιήεσαν, οι τω γήρα γεραροί γοεροί, οι πλούσιοι ανούσιοι. Ούτως εν πλατείαις, ούτως εν γωνίαις, ούτως εν τεμένεσιν, ούτως εν καταδύσεσι.» Τοιαύτα υπήρξαν τα άθλα των ελευθερωτών του Χριστιανισμού. (24)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.

ΒΑΛΔΟΥΙΝΟΣ Α'. Πρώτος αυτοκράτωρ Φράγκος της Κωνσταντινουπόλεως.

23 Μαΐου 1204-14 Απριλίου 1205.

Τοιουτοτρόπως περιήλθεν υπό την εξουσίαν των εξ εσπερίας σταυροφόρων η Κωνσταντινούπολις, το κοινόν απάντων εντρύφημά τε και εξάκουστον περιλάλημα, υποστάσα όλας τας δυσπραγίας πόλεως αλωθείσης υπό εθνών εις ληστρικόν μεν έκπλουν συγκροτηθέντων, όργανον δε και προσωπείον ευτύπωτον μεταχειρισθέντων την ευσέβειαν και την πίστιν. Αλλ' οι τοσαύτα κατά Χριστιανών διαπραξάμενοι και μηδενός ιερού ή οσίου φεισάμενος ενεπνέοντο άρα υπό ζήλου ενθέου; Αλλ' οι λαβόντες τον σταυρόν και ορκισθέντες ίν' αποθάνωσιν εν ταις εώαις χώραις υπέρ της δόξης του επ' αυτού προσηλωθέντος, διαρπάζοντες και θύοντες προυτίθεντο άρα να εκπληρώσωσι τον όρκον των; Όστις αναγνώση ουχί των συγχρόνων Βυζαντινών ιστοριογράφων τας αφηγήσεις, αλλά και αυτών των εσπερίων χρονογράφων τας περιέργους εκθέσεις, μακράν του να θεωρήση τους άνδρας εκείνους ως ελευθερωτάς των καταδυναστευομένων εν Χριστώ αδελφών αυτών ή ως απλούς Χριστιανούς, θέλει ενθυμηθή το του προφήτου και αναφωνήσει, «Το βδέλυγμα της ερημώσεως έστη εν τόπω αγίω.»

Η κατάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Φράγκων εγέννησε τας λαμπροτέρας ελπίδας, ότι η πρωτεύουσα αύτη έμελλε ν' αναλάβη την προτέραν αυτής δόξαν· αλλ' όμως αι ελπίδες αύται, ταχέως σκεδασθείσαι, απέδειξαν ότι δυσκολώτερον είναι να διατηρήση τις έν κράτος ή να κατακτήση αυτό, και ότι ευχερώς μεν δύναταί τις να μιμηθή τον κεραυνόν και την βροντήν, αδύνατον δε το διαρκές και γλυκύ φως του άστρου εκείνου, το oποίον εν τη τακτική και ομαλή πορεία του φωτίζει, ζωογονεί και γονιμοποιεί την φύσιν. Οι αγώνες και αι καταπληκτικαί προσπάθειαι των σταυροφόρων, ουδέν σχεδόν έτερον αποτέλεσμα έσχον, ειμή την γέννησιν βραχυχρονίου και γελοιώδους αυτοκρατορίας, ενώ τουναντίον ανεπτέρωσαν παρά τοις τέως εκπεφαυλισμένοις Βυζαντινοίς το αίσθημα της τιμής και του προς την θρησκείαν και την πατρίδα καθήκοντος. (25)

Η Κωνσταντινούπολις έπεσεν εις την εξουσίαν των Λατίνων περί τα τέλη της τεσσαρακοστής. Οι συνοδεύοντες τους σταυροφόρους ιερείς ήρξαντο προσκαλούντες αυτούς εις μετάνοιαν, η δε φωνή της θρησκείας δεν ήχησεν εις καρδίας σκληρυνθείσας υπό της νίκης. Οι στρατιώται έδραμον εις τας εκκλησίας, τας οποίας προ μικρού είχον διαρπάσει, και ετέλεσαν τα πάθη και τον θάνατον του Κυρίου εν τοις θυσιαστηρίοις, άτινα ου προ πολλού είχον ερημώσει και βεβηλώσει. Τελεσθείσης δε της εορτής του πάσχα, οι αρχηγοί των σταυροφόρων ώρισαν τρεις εκκλησίας, εν ταις οποίαις έκαστος των ιπποτών ώφειλεν επί ποινή αφορισμού να καταθέση την λείαν αυτού, διά να την διανείμωσιν οψιαίτερον άπαντες εξ ίσου. Πλείστοι στρατιώται καί τινες μάλιστα των αρχηγών υπό φιλαργύρου διαθέσεως ελαυνόμενοι εκράτησαν κεκρυμμένα παρ' εαυτοίς διάφορα είδη λείας, ο δε κόμης του αγίου Παύλου απηγχόνισε και ένα των τοιούτων. Εν τούτοις η διανομή εγένετο και τα μεν τρία τέταρτα της λείας έλαβον οι σταυροφόροι, το δ' έν τέταρτον επεφυλάξαντο διά τους αρχηγούς τους οποίους ήθελε διορίσει ο αυτοκράτωρ. Μόνον οι Γάλλοι σταυροφόροι έλαβον πεντακοσίας χιλιάδας μαρκών αργυρίου, τουτέστιν είκοσιν επτά εκατομμύρια φράγκων, ώστε, αν αφαιρέσωμεν το ποσόν πεντήκοντα χιλιάδων μαρκών, τας οποίας εκράτησαν οι Ενετοί προ της διανομής, άτε έχοντες να λαμβάνωσιν υπό των Γάλλων, μετά του μερίσματος αυτών, δυνάμεθα να υπολογίσωμεν ότι το ολικόν μέρος των λαφύρων συνεποσούτο εις εξήκοντα εκατομμύρια φράγκων· εννοείται δ' ότι ισάριθμον ποσόν διήρπασαν οι μη σταυροφόροι ιδιώται, οι παρακολουθούντες αυτοίς εις την εκστρατείαν. Εάν προσέτι αναλογισθώμεν ότι ου προ πολλού τρεις αλληλοδιαδόχως πυρκαϊαί απετέφρωσαν πλέον του ημίσεος της πόλεως και επομένως ουκ ευκαταφρόνητα πλούτη, προς δε ότι τα πολυτιμώτερα είδη ένεκα της ανωμάλου καταστάσεως των πραγμάτων, είχον τεραστίως υποτιμηθή, θέλομεν συμπεράνει ότι η Κωνσταντινούπολις πριν ή αλωθή υπό των Λατίνων εκέκτητο πλούτη κινητά αξίας εξακοσίων εκατομμυρίων φράγκων. Εν δε τη διανομή, τη γενομένη μεταξύ των μαχητών της Λομβαρδίας, Γερμανίας και Γαλλίας έκαστος μεν ιππότης έλαβε μέρισμα ίσον προς το των δύο ιππέων, και έκαστος ιππεύς ίσον προς το των δύο πεζών. Οι Ενετοί είχον προσφέρει ν' αγοράσωσιν όλα τα λάφυρα, δίδοντες τετρακοσίας μάρκας αργυρίου εκάστω ιππότη, διακοσίας εκάστω ιππεί ή ιερεί και εκατόν εκάστω πεζώ, αλλ' η πρότασίς των αύτη απερρίφθη, (26)

Διανείμαντες ούτως οι σταυροφόροι τα πλούσια λάφυρα της πρωτευούσης του Βυζαντινού κράτους, παρεδόθησαν εις παντοίας τρυφάς και ασελγείας και διακωμωδήσεις των εγχωρίων, μη βλέποντες το σφάλμα, όπερ διέπραττον, καταστρέφοντες χώραν, την οποίαν ώφειλον να θεωρήσωσιν ωσανεί πατρίδα των, ουδέ σκεπτόμενοι ότι η καταστροφή των νικηθέντων εδύνατο μια ημέρα να συνεπαγάγη την των νικητών και επομένως να καταστήση αυτούς εξίσου προς τους Γραικούς πένητας. «Επεί δε και τα σκύλα διενείμαντο, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, (27) ουκ ην τις παρ' εκείνοις διαστολή επίπλων και σκευών βεβήλων τε και αγίων, αλλ' επ' ίσης άπασιν εις τας σωματικάς χρείας εκέχρηντο, Θεού και Θέμιδος κατά μηδέν εμπαζόμενοι, τα δε του Χριστού και των αγίων θεία εικάσματα εις έδρας και ποδών θρανίδας παρήγον.» Τοσαύτη υπήρχεν η λύσσα και ασέβεια αυτών! Άνευ σκέψεως, άνευ προνοίας του μέλλοντος, τα πάντα επί της σπάθης στηρίζοντες, εξαπέστειλαν πρέσβεις τοις εν Συρία ομοφύλοις των, μετά των πυλών της πόλεως, όπως εξαγγείλωσι τας επιτυχίας αυτών, και ήρξαντο να ρίπτωσιν εις κλήρους τας πόλεις και τας χώρας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ών η κυριότης έμελλε να περιέλθη αυτοίς. Τοιουτοτρόπως κατεκληρουχήθη η Αλεξάνδρεια και η Λιβύη, η Παρθική και Περσία, η Ιβηρία και η Ασσυρία, η Υρκανία και άπασα η μέχρι Γαδείρων χώρα. Και οι μεν, ως λαχόντες πόλεις ιπποτρόφους και πλουσίας, εμακάριζον εαυτούς επί τω κλήρω των, οι δε ήχθοντο διότι έλαχον λαούς πτωχούς και ημιβαρβάρους, έτεροι δε προέτειναν προς αλλήλους την ανταλλαγήν των κατά φαντασίαν κτήσεών των.

Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των πραγμάτων ότε, ανανήψαντες επί μικρόν της μέθης αυτών, απεφάσισαν να ασχοληθώσι περί την παγίωσιν πρώτον της εν Κωνσταντινουπόλει κατακτήσεως αυτών χρίοντες βασιλέα· αλλ' η εκλογή τοιούτου απήντα πολλάς και σπουδαίας δυσχερείας, ου μόνον διότι έκαστον έθνος εκ των μετασχόντων της σταυροφορίας ηξίου δι' εαυτό το σκήπτρον και το στέμμα, αλλά και διότι μεταξύ των αρχηγών των σταυροφόρων ήσαν πολλοί ίσοι προς αλλήλους κατά τε την ανδρίαν, την προγονικήν ευγένειαν και την λοιπήν αρετήν, και η προτίμησις ενός μεταξύ αυτών, εδύνατο να συνεπαγάγη την απείθειαν των άλλων και μετ' αυτής τον εμφύλιον πόλεμον. Θέλοντες λοιπόν οι βαρώνοι και οι κόμητες να προλάβωσι τα δυστυχήματα ταύτα, εξελέξαντο δώδεκα εκλογείς, εν οίς έξ ήσαν Ενετοί, ο Δόγης Βιτάλης Δάνδολος, ο Όθων Κουερίνης, ο Βερτούκιος Κονταρίνης, ο Νικόλαος Ναβαγιέρος, ο Παντολέων Βάρβος και ο Ιωάννης Βαζέγιος, ή κατ' άλλους, ο Ιωάννης Μικιέλης, και έξ Γάλλοι, Νεβελών ο επίσκοπος Σοασώνος, Κονράδος ο επίσκοπος Τρώης, Πέτρος ο επίσκοπος Βηθλεέμ, ο και έξαρχος του πάπα, Ιωάννης ο αρχιεπίσκοπος Πτολεμαΐδος και ο αββάς Λόκης, ο μετέπειτα προχειρισθείς πατριάρχης Αντιοχείας. Οι δώδεκα ούτοι ορκισθέντες επί του ιερού Ευαγγελίου να προβώσιν εν συνειδήσει εις την εκλογήν του αυτοκράτορος, ουδενί χαριζόμενοι ή αντικείμενοι, αλλ' εις μόνην την ικανότητα αφορώντες, κατεκλείσθησαν εις το παρεκκλήσιον των ανακτόρων του Βουκολείου ίνα σκεφθώσι περί του ικανοτέρου, καθώς και το Χρονικόν του Μωρέως λέγει· (28)

Βουλήν επήραν ενομού να πήσουν βασιλέα. Έκλεξαν δώδεκ' άρχοντας, άξιους, φρονιμωτάτους, Οι έξ ήσαν αρχιερείς και οι έξ φλαμπουριάροι. Συνθήκαις και όρκους έτηκαν να εκλέξουν βασιλέα. Με πιστωσύνην του λαού άνευ τρόπου και δόλου, Εσέβησαν εισέ κελλίν, εκεί τους αποκλείσαν Όπως του να πληρώσουσι τον βασιλέα της πόλης· Πολλά εταραχεύθησαν αλλήλους με τους λόγους, Διόν ομού ουκ ίσιαζαν να πήσουν βασιλέα. Διόν τινες ελέγασι και σφόδρα επαινούσαν Τον δούκα γαρ της Βενετιάς φρόνιμον επιδέξιον Έλεγαν ότι άξιος ένι της βασιλείας.

Υπήρχεν αρχαίον τι έθιμον εις τους Φράγκους να εκλέγωσι τους βασιλείς αυτών ως εξής. Θέτοντες στιχηδόν τόσους κρατήρας, όσοι υποψήφιοι του θρόνου ήσαν, έστεγον υπό ένα εξ αυτών την αναίμακτον θυσίαν, μετά ταύτα δε προσκαλούντες τους θυηπόλους εφώνουν το όνομα ενός εκ των υποψηφίων και ο θυηπόλος λαμβάνων αδιακρίτως τον τυχόντα κρατήρα, προσήγεν αυτόν εις τους επί της εκλογής. Εκείνος δε εις την προσφώνησιν του ονόματος του οποίου, ο κρατήρ αιρόμενος, απεκάλυπτε την αναίμακτον θυσίαν, ο τοιούτος εξελέγετο βασιλεύς. Το αρχαίον λοιπόν τούτο έθιμον διενοήθησαν κατά πρώτον και οι σταυροφόροι να πραγματοποιήσωσι κατά την εκλογήν του αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως· αλλά μεταμεληθέντες απεφάσισαν άλλως να εκλέξωσιν αυτόν. (29)

Τρεις ήσαν οι μάλλον των άλλων υπέρ εαυτών τας των εκλογέων ψήφους συνενούντες. Αν η πορφύρα ήτο γέρας της πολυπειρίας, της περί τας συμβουλάς επιτηδειότητος και της αμοιβής των εκδουλεύσεων, βεβαίως αύτη έπρεπε να δοθή, εις τον Ερρίκον Δάνδολον, το ελατήριον και την ψυχήν της σταυροφορίας. Ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης είχεν επίσης τίτλους ουχί ευκαταφρονήτους επί του στέμματος, διότι και οι σταυροφόροι τον είχον εκλέξει ως αρχηγόν των και οι Γραικοί τον ανεγνώριζον ήδη ως κύριον αυτών. Η ανδρία του, εν πολλαίς περιστάσεσι καταδειχθείσα, υπισχνείτο σταθερόν και γενναίον υποστήριγμα του θρόνου, όστις έμελλε να υψωθή εν μέσω των ερειπίων της αρχαίας αυτοκρατορίας. Η σύνεσις αυτού και η μετριοφροσύνη ήσαν τοιαύται, ώστε και οι Φράγκοι και οι εγχώριοι ήλπιζον ότι, του μαρκησίου εκλεγομένου, ήθελον ανακύψει εκ των δεινών του πολέμου. Τέλος τρίτος υποψήφιος ήτον ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος, συγγενεύων προς τους μονάρχας της δύσεως και εξ αγχιστείας απόγονος του Καρόλου Μάγνου. Ηγαπάτο ούτος υπό των στρατιωτών αυτού, των οποίων συνεμερίζετο τους κινδύνους, ετιμάτο δε και υπ' αυτών των Γραικών, οίτινες και εν μέσω έτι της συγχίσεως και των αταξιών της κατακτήσεως, τον εξύμνουν ως υπόδειγμα σωφροσύνης και τιμής. «Ην δε ο ανήρ, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, ευλαβής τα προς Θεόν, ως ελέγετο, και την δίαιταν εγκρατής, γυναικός δε μηδέ μέχρι βλέμματος προσεσχηκώς, εφ' όσον χρόνον της οικείας γαμετής απεφοίτησεν, αλλά και εις τους ύμνους εσχόλαζε του Θεού και τους εν ανάγκαις εκυβέρνα, και ακούειν τους προς αυτόν αντιλέγοντας κατεδέχετο· το δε μέγιστον δις είχεν εκάστης εβδομάδος τον εσπέρας επεμβοώντα μηδένα των οικείων αρχείων εντός κατευνάζεσθαι, μη νομίμω γυναικί πλησιάζοντα. (30)