Ιστορία της Αλώσεως του Βυζαντίου υπό των Φράγκων και της αυτόθι εξουσίας αυτών

Part 2

Chapter 242 wordsPublic domain

Την επιούσαν οι βαρώνοι και οι ιππόται απεφάσισαν να δοκιμάσωσι την διά της πειθούς ανάβασιν του παρ' αυτών προστατευομένου επί του θρόνου. Επιβάντες λοιπόν επί των γαλερών, επί μιας των οποίων ήτο και ο νέος Αλέξιος έχων εκατέρωθεν τον Δόγην της Ενετίας και τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, επλησίασαν εις τα τείχη της πόλεως, και τότε κήρυξ τις ήρξατο κραυγάζων ταύτα «Ιδού ο νόμιμος κύριός σας. Μάθετε ότι ήλθομεν όχι όπως σας κακοποιήσωμεν, αλλ' όπως σας φρουρήσωμεν και υπερασπίσωμεν, αν πράξητε ό, τι πρέπει. Γνωρίζετε ότι εκείνος, ώ δουλεύετε, κακεντρεχώς και παραλόγως κατέλαβε την αρχήν, ουδ' αγνοείτε πόσον παρανόμως προσηνέχθη προς τον κύριον αυτού. Βλέπετε, ιδού ο κληρονόμος του Ισαακίου· αν έλθητε προς αυτόν, εκπληροίτε το καθήκον σας, άλλως μάθετε ότι θα σας κακοποιήσωμεν, όσον δυνηθώμεν.» Επειδή όμως ουδείς εκ των επάλξεων απεκρίνατό τι, οι ιππόται απεφάσισαν να προπαρασκευασθώσιν εις πόλεμον. (10)

Τη 6 Ιουλίου 1204 συνελθόντες οι βαρώνοι εν συμβουλίω εις την πεδιάδα της Χρυσουπόλεως, ένθα τανύν υπάρχει το Οθωμανικόν Κοιμητήριον, απεφάσισαν όπως ο μεν στόλος εισέλθη εις Βόσπορον, ο δε στρατός διαιρεθείς εις έξ φάλαγγας προσβάλη τον αυτοκράτορα, όστις ιδών τας προπαρασκευάς των σταυροφόρων, είχε στρατοπεδεύσει εις την από των νυν κανονοστασίων (Τοπ-Χανέ) μέχρι του Διπλοκιονίου (Μπεσίκ-τας) ακτήν μετά πολυαρίθμου στρατού, ού η θέα επί τοσούτον εξήγειρε τους σταυροφόρους, ώστε ils ne demendent mie chasquns qui doit aller devant. Εκ των έξ φαλαγγών, την πρώτην, την και εμπροσθοφυλακήν, εδιοίκει ο Βαλδουίνος κόμης της Φλάνδρας, την δευτέραν ο Ερρίκος, αδελφός του Βαλδουίνου, την τρίτην ο Λουδοβίκος κόμης του Βλοά, την τετάρτην ο Ούγος κόμης του αγίου Παύλου, την πέμπτην Ματθαίος ο εκ Μοντμορενσή και την έκτην, την και οπισθοφυλακήν, ο μαρκήσιος της Μοντφεράτης. Αλλ' ο χαύνος Αλέξιος μη τολμών να συμπλακή προς τους στραυροφόρους εθεώρησε κατάλληλον να εγκαταλείψη το στρατόπεδόν του και αποσυρθή εις την πόλιν, αφίνων ούτω κυρίους του Γαλατά τους Λατίνους, οίτινες εισήλθον τέλος και εις αυτό το φρούριον αυτού, αφού οι εντός απεπειράθησαν επί μικρόν να τους αντικρούσωσι. Μετά ταύτα δε θραύσαντες την μεγάλην άλυσον, ήτις εκώλυε την είσοδον του λιμένος και εισελθόντες εις αυτόν, εκυρίευσαν και τας των Βυζαντινών γαλέρας.

Μετά την πτώσιν του Γαλατά υπό τους Λατίνους, απελείπετο η άλωσις και αυτής της πόλεως του Κωνσταντίνου, ήτις ικανάς παρίστα δυσχερείας· δύο δε προς επιτυχίαν προετάθησαν σχέδια. Οι μεν Ενετοί έλεγον ότι όπως αλωθή έπρεπε να στηθώσιν εκ των πλοίων κλίμακες εις τα τείχη, και ούτως από μέρους της θαλάσσης να γείνη η έφοδος, οι δε Γάλλοι τουναντίον προέτεινον ταύτην από του μέρους της ξηράς, προφασιζόμενοι ότι δεν εδύναντο να νικήσωσιν άνευ των ίππων αυτών. Επί τέλους όπως μη προκύψη σχίσμα τι απεφασίσθη να γείνη η έφοδος ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης, και ούτως ο μεν στόλος έπλευσε κάτωθεν των προμαχώνων, αι δε έξ φάλαγγες, διαβάσαι τον Κύδαριν, εστρατοπέδευσαν όπου υπάρχει το νυν καλούμενον Εγιούπ, και εκείθεν ήρξαντο προσβάλλουσαι την Χαρσίαν ή Καλλιγαρίαν πύλην (Εγρή-καπού). (11)

Των Βυζαντινών εστρατήγει ο του βασιλέως γαμβρός Θεόδωρος ο Λάσκαρις, ανήρ γενναίος και έμπειρος, όστις απέκρουσεν επανειλημμένως τας εφόδους των φράγκων, πλήττων αυτούς εκ των τειχών διά λίθων, υγρού πυρός και βολών, καθ' όν χρόνον σώματα πεζών εκπηδώντα εκ της πόλεως, πολλήν ενεποίουν αυτοίς την φθοράν· αλλά και εκ των πλοίων εμάχοντο εκείνοι μετά πολλού πείσματος. «Φέροντες τα πλοία, λέγει Νικήτας ο Χωνιάτης, έστησαν κατέναντι Πετρίων, βοείαις δοραίς φραξάμενοι ταύτα, ως είεν πυρί αδήωτα, και εν ταις κεραίαις τεκτηνάμενοι κλίμακας τας βαθμίδας μηρινθώδεις εχούσας, υποχαλωμένας διά κάλων και αύθις αιρομένας εις ύψος προσδεδεμένων τοις ιστοίς. Οι δε τειχεσιπλήτην κριόν κρατυνάμενοι και τους Τζαγγροτοξότας πολλαχή περιστήσαντες, ως αφ' ενός συνθήματος ποιούνται την σύρρηξιν. Και ην η μάχη φρικαλέα τις και στονόεσσα πάντοθεν. Οί τε γαρ περί τον κριόν οπλισάμενοι Λατίνοι, το τείχος ρήξαντες, πρόοδον έσχον ένδοθεν, ό παρατείνει προς θάλασσαν περί τόπον, ός Αποβάθρα βασιλέως ωνόμασται, ει και προς των επικούρων Ρωμαίοις Πισσαίων και των πελεκυφόρων βαρβάρων γενναιότερον απεκρούσθησαν, και τραυματίαι οι πλείονες ανέζευξαν. Οί τε τοις πλοίοις ενόντες τοις περί τα Πέτρια τείχεσι προσπελάσαντες και δι' ακατίων τας αγκύρας των πλοίων έραζε ρίψαντες εκ των κλιμάκων έπειτα τοις εκ των πύργων Ρωμαίοις συμπλέκονται και τρέπονται τούτοις ραδίως, ως εξ υπερδεξίων μαχομένοις, και ου μόνον από ύψους, αλλά και κατά κορυφήν εφιστώτες και βάλλοντες.»

Εξηκολούθουν τοιουτοτρόπως αι αψιμαχίαι επί εννέα ημέρας μεταξύ πολιορκούντων και πολιορκουμένων, ότε οι Φράγκοι απεφάσισαν την δεκάτην ημέραν, 17 Ιουλίου 1204, πέμπτην της εβδομάδος, να ποιήσωσι ταυτοχρόνως εκ τε της ξηράς και εκ της θαλάσσης τον πόλεμον. Και δη εκ των έξ φαλάγγων, αι μεν δύο υπό τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης απελείφθησαν εις φρούρησιν του στρατοπέδου, αι δ' έτεραι τέσσαρες υπό τον κόμητα της Φλάνδρας Βαλδουίνον διετάχθησαν να προσβάλωσι την πόλιν. Ήρξαντο λοιπόν την προσβολήν κατά πρώτον είς τι προπύργιον, το oποίον εφρούρουν Άγγλοι και Δανοί. Οι Γάλλοι σταυροφόροι ανέπτυξαν κατά την ημέραν εκείνην ανδρίαν αξιοθαύμαστον, δεκαπέντε δε αυτών και επί τας επάλξεις επέτυχον να αναβώσιν· αλλ' ηναγκάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι την κινδυνώδη εκείνην θέσιν, δύο δ' εξ αυτών αιχμαλωτισθέντες προσηνέχθησαν και ενώπιον του αυτοκράτορος· ενώ δε οι Γάλλοι έβλεπον ματαιουμένας τας προσπαθείας αυτών, οι Ενετοί όμως εκ των πλοίων αυτών ηυδοκίμουν μεγάλως. Τάξας ο δόγης Δάνδολος τας γαλέρας εις δύο σειράς, εις μεν τας εν τη πρώτη έθηκε τας πολεμικάς μηχανάς, εις δε τας εν τη δευτέρα επεβίβασε τους πολεμιστάς, όπως ενώ αι πρώται προσβάλλουσι τα τείχη, οι εν ταις δευτέραις πολεμισταί φονεύωσι τους εν ταις επάλξεσι. Και εξηκολούθει λοιπόν η μάχη πεισματώδης και αιματηρά, καθόσον μάλιστα άφθονον ερρίπτετο από τα τείχη το υγρόν πυρ. Εντούτοις ο Δάνδολος, όστις vialz hom ere et gote ne véoit (ην γέρων και ουδόλως έβλεπε) θέλων αποτελεσματικωτέραν να ποιήση την προσβολήν, διέταξε να τον καταβιβάσωσιν εις την ξηράν, όπερ έσπευσαν οι υπηρέται του να πράξωσιν, έχοντες προ αυτού κυματίζον και το γόνφαλον του Αγίου Μάρκου. Τούτον ιδόντες δεν ώκνησαν να μιμηθώσι και εξ άλλων πλοίων οι ιππόται μετά κλιμάκων, ώστε ο πόλεμος κατήντησεν υπ' αυτά αμέσως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως. Αίφνης η σημαία του Αγίου Μάρκου φαίνεται επί τι προπύργιον της πόλεως και η θέα αυτής τους μεν Γραικούς αποθαρρύνει, την δε γενναιότητα των Φράγκων επαυξάνει, νομιζόντων ότι βλέπουσι την πανσθενή του ιερού Ευαγγελιστού χείρα ότι τους προστατεύει. Διπλασιάζουσι λοιπόν ζήλον και εν ακαρεί, είκοσι πέντε πύργοι πίπτουσιν εις την εξουσίαν αυτών. Καταδιώκουσι λοιπόν τους Γραικούς εν τη πόλει, αλλά φοβούμενοι ένεδράν τινα ή επίθεσιν εκ μέρους του πολυαρίθμου λαού, θέτουσι πυρ εις τας οικίας, άς απαντώσιν· αι φλόγες διαδίδονται ταχέως, και ιδού η Κωνσταντινούπολις παρίστησι το φρικώδες θέαμα πόλεως πυρπολουμένης. (12) Τότε μόλις εμφανίζεται ο αυτοκράτωρ Αλέξιος μετά στρατού τοσούτου, ώστε, κατά την έκφρασιν του Βιλλαρδουίνου, ενόμιζέ τις ότι ce fust tonz li mons (όλος ο κόσμος συνεσωρεύθη εκεί). Όταν είδον οι Λατίνοι τον αυτοκράτορα προερχόμενον, παρετάχθησαν εις μάχην, νομίζοντες ότι θέλουσι προσβληθή· αλλ' ο χαύνος αυτοκράτωρ μη τολμών αυτός, μηδ' επιτρέπων την προσβολήν εις τον οργώντα προς πόλεμον γαμβρόν αυτού Λάσκαριν, μόλις είδε την παράταξιν των εχθρών, εισήλθεν αύθις εις την πόλιν αίσχιστος και εφύβριστος. Όταν δε οι εν Βυζαντίω είδον τον αυτοκράτορα αυτών τοσούτον ανάνδρως επανελθόντα, περιήλθον εις μεγίστην οργήν, η δε ταραχή και η σύγχισις έφθασεν εις το έπακρον, διότι ο μεν λαός κατηγόρει τον στρατόν, ο δε στρατός τον βασιλέα, πάντες δ' εν γένει έπνεον μένεα κατ' αυτού. Ο Αλέξιος τοιουτοτρόπως καταρώμενος υπό πάντων, δυσπιστών εις τους περί αυτόν, και μηδεμίαν ελπίδα σωτηρίας έχων, απεφάσισε να εγκαταλείψη την πόλιν. Κοινωσάμενος λοιπόν την πρόθεσιν αυτού ταύτην εις ολιγίστους, και λαβών μεθ' εαυτού δέκα κεντηνάρια χρυσίου και διάφορα άλλα τιμαλφή πράγματα, αναχώρησε νύκτωρ προς το Δελβετόν «δείλαιος εν ανθρώπους, μη φίλτρω παίδων μαλαχθείς, μη γυναικός έρωτι δαμασθείς, μη τηλικαύτη πόλει μαλακισθείς, μηδέ τι των άλλων εις νουν βαλλόμενος, φιλοψυχία δε και δειλανδρία σωτηρίαν εαυτώ, και ταύτην αμφίβολον, χωρών και πόλεων τοσούτων και γένους παντός αλλαξάμενος.» Εβασίλευσε δε έτη οκτώ, μήνας τρεις και ημέρας δέκα. (13)

Η νυξ είχεν ήδη διακόψει τα πολεμικά έργα και οι κάτοικοι ανελάμβανον εν τοις κόλποις του ύπνου εκ των καμάτων αυτών. Σιγή βαθύτατη επεκράτει καθ' άπασαν την πόλιν, ότε κραυγή τις αντήχησεν εις όλας τας οδούς· «Έλειψε πλέον ο Αλέξιος Κομνηνός! έλειψεν ο τύραννος! εφυγαδεύθη!» Πάραυτα ο θόρυβος διεδέξατο την τέως ηρεμίαν, λαμπάδες εφώτισαν όλα τα παράθυρα, ερωτήσεις και ομιλίαι ηκούσθησαν πανταχού. «Τις θα μας υπερασπισθή;» ηρώτων οι μεν.» «Τις θα μας παραδώση εις τους Φράγκους; έλεγον οι άλλοι·» πάντες δ' ομοφώνως ήρξαντο να υβρίζωσι τον Αλέξιον, άρπαγα του θρόνου αποκαλούντες αυτόν και φαύλον και αίσχιστον. Η Ευφροσύνη, ήτις όπως βασιλεύση, δεν είχεν ανάγκην ειμή ενός φάσματος, συναγαγούσα τους συγγενείς και φίλους της, τοις προσέφερε το στέμμα· ουδείς όμως συγκατένευε να δεχθή φορτίον τόσον βαρύ. Εν τούτοις ο ευνούχος Κωνσταντίνος, ο μέγας θησαυροφύλαξ, πεπεισμένος ότι τα χρήματα είναι το μόνον σημείον, περί ό εν τοιαύταις περιστάσεσι περιστρέφεται η νομιμιμότης του βασιλέως, ήρξατο διανέμων τοιαύτα εις τους Βαράγγους επ' ονόματι του Ισαακίου. Τότε οι μεγιστάνες ενθυμήθησαν τον εν τη ειρκτή μένοντα τυφλόν Ισαάκιον, εις όν ανέθεσαν, ως επί άγκυραν ιεράν, πάσαν αυτών την ελπίδα· συναγαγόντες λοιπόν τους φίλους και δούλους των, μεταβαίνουσιν, εις τα ανάκτορα, συλλαμβάνουσι την Ευφροσύνης, και εκείθεν πορευθέντες εις την ειρκτήν, κατακλείουσι μεν αυτήν, λύουσι δε τα δεσμά του Ισαακίου και τον αποκαλούσιν αυτοκράτορα. Ο Ισαάκιος, όστις δεν εγνώριζε τί συνέβαινεν εν τη πόλει, ούτε αν ήνε νυξ ή ημέρα ηνόει, ενόμισεν ότι τον παρέλαβον εκ της ειρκτής, όπως τον οδηγήσωσιν εις τον θάνατον· έμεινεν όμως ως εννεός ότε μετ' ολίγον επείσθη περί της εσφαλμένης ιδέας του, αφού παραλαβόντες αυτόν, τον έφερον μετά πομπής εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών ένθα τον έστεψαν, κατά τα ειθισμένα. Έκπληκτος λοιπόν γενόμενος επί τη φορά των πραγμάτων, διαμηνύει τοις Φράγκοις και τω εν μέσω αυτών υιώ του Αλεξίω την φυγήν του άρπαγος του θρόνου και την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος. Τοσούτον δ' απροσδόκητον εφάνη τούτο εις τους σταυροφόρους, ώστε συνελθόντες εκείνοι εν συμβουλίω εις την σκηνήν του μαρκησίου της Μοντφεράτης, και δυσπιστούντες προς την πραγματικότητα των μηνυομένων, αφού εδοξολόγησαν τον Θεόν, παρετάχθησαν εις μάχην, υποπτεύοντες ένεδράν τινα· ότε δε πολυάριθμοι Γραικοί εξελθόντες της πόλεως, ήλθον να επιβεβαιώσωσι τα γεγενημένα, τότε μόνον απεφάσισαν να πέμψωσιν εντός της πόλεως τετραμελή επιτροπήν, συγκειμένην εκ του Ματθαίου Μοντμορενσή, εκ του Γοδοφρέδου Βιλλαρδουίνου και εκ δυο Ενετών, όπως ιδίοις οφθαλμοίς αντιληφθώσι την κατάστασιν των πραγμάτων, και, αν τα λεγόμενα έχωνται αληθείας, προσκυνήσωσι τον Ισαάκιον εκ μέρους των Φράγκων, και απαιτήσωσι την αναγνώρισιν των υποχρεώσεων, άς ο υιός αυτού Αλέξιος ανέλαβεν. Η επιτροπή μέχρι των πυλών τις πόλεως μετέβη έφιππος, εκεί δε αφιππεύσασα, ωδηγήθη εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών· προσαχθείσης δε ταύτης ενώπιον του αυτοκράτορος, λαβών τον λόγον ο Γοδοφρέδος Βιλλαρδουίνος, έλεξε τάδε· «Κύριε, βλέπεις τας υπηρεσίας, τας οποίας προσφέραμεν εις τον υιόν σου, και πόσον συνεδράμαμεν αυτόν. Απόκειται ήδη να εκπληρώση και αυτός τας υποχρεώσεις, άς ανεδέχθη απέναντι ημών· απόκειται δε και εις σε να αναγνωρίσης τας υποχρεώσεις εκείνας.» Ερωτήσαντος του Ισαακίου οποίαι εισιν αι υποχρεώσεις αύται, και του Γοδοφρέδου εκθέντος αυτάς, ως εν τοις προηγουμένοις είπομεν, ο αυτοκράτωρ εκπλαγείς επί τη δυσχερεία της εκπληρώσεως, «Βεβαίως, απήντησεν, αι υπηρεσίαι υμών εισί μεγάλαι, ουδέ δυνάμεθα τας αναλόγους να διομολογήσωμεν υμίν χάριτας· διό και το κράτος αυτό σύμπαν ει ζητήσητε, δικαίως ανήκει υμίν.» Ούτως ανεγνώρισε την συνθήκην του Αλεξίου και επεκύρωσεν αυτήν διά της χρυσής των αυτοκρατόρων σφραγίδος. (14)

Επανελθούσης της επιτροπής παρά τοις σταυροφόροις και αγγειλάσης τα αποτελέσματα της αποστολής αυτής, εισήλθον εκείνοι εν μεγίστη, παρατάξει εις την πόλιν, έχοντες εν μέσω τον Αλέξιον, ού εκατέρωθεν ίππευον ο κόμης της Φλάνδρας και ο Δόγης της Ενετίας. Άπειρος λαός συνωθείτο περί την συνοδείαν χαιρετών διά φρενιτιωδών κραυγών τον νέον αυτοκράτορα. Ο Iσαάκιος ηυχαρίστησεν εκ νέου τους σταυροφόρους, δι' άς τω παρέσχον υπηρεσίας, και φοβούμενος μη έλθωσιν εις ρήξιν προς τους Βυζαντινούς, τους παρεκάλεσε να στρατοπεδεύσωσιν εις τον κόλπον του Χρυσοκέρατος. Οι σταυροφόροι υπήκουσαν, και εν τη αναπαύσει και αφθονία πάντων, ήρξαντο λησμονούντες τους κόπους και τους κινδύνους, ούς τέως υπέςτησαν, διότι ανέκαθεν το Βυζάντιον εθεωρείτο ως έδρα ακολασίας και αναπαύσεως. (15) Μετά τινας δε ημέρας ο Αλέξιος εστέφθη εν τω ναώ της Αγίας Σοφίας κοινωνός του πατρός του εν τη εξουσία.

Ενόσω ο Αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνας υποσχέσεις, τα πράγματα ώδευον καλώς· η εκπλήρωσις όμως αυτών πολλάς παρενέβαλλε δυσχερείας. Μη δυνάμενος να επιβαρύνη διά μιας τον λαόν με φόρους, αλλά και οφείλων να αποτίση, κατά τα συμπεφωνημένα, διακοσίας χιλιάδας μαρκών, προσκαλεσάμενος τους αρχηγούς των σταυροφόρων, τοις έδωκε μικράν τινα προκαταβολήν· ζητήσας δε προθεσμίαν ενός μηνός όπως εισπράξη χρήματα, παρασκευάση δε και τα πλοία δι' ών ώφειλε, κατά την συνθήκην, να συνοδεύση αυτούς εις Αίγυπτον ή Συρίαν, τοις έλεξε ταύτα δεικνύοντα άριστα τον εξευτελισμόν εις όν είχε περιέλθει το Βυζαντινόν στέμμα. «Κύριοι σταυροφόροι, εγώ ανέβην επί του θρόνου τον οποίον η γέννησίς μου μοι είχε προωρίσει, τούτο δε οφείλω εις την θείαν αγαθότητα και εις την υμετέραν ανδρίαν, και εφ' όσον διατηρήσω το κράτος, εστέ βέβαιοι ότι θέλετε βασιλεύει εν τη καρδία μου· πολύ όμως απέχουσιν οι υπήκοοι μου να αισθάνωνται προς εμέ ό,τι υμείς. Με μισούσι, και τολμώ ειπείν ότι εγκαυχώμαι διά το μίσος των, και μοι περιποιεί τιμήν διότι τας ρίζας του έχει εις την προς εμέ συμπάθειάν σας. Γνωρίζετε καλώς την απέχθειάν των προς τα Λατινικά έθνη, τα οποία δεν δύνανται να συγχωρήσωσι, δι' ήν μοι προσέφεραν επικουρίαν· κρίνατε λοιπόν αν ήμαι εις θέσιν να διατηρηθώ άνευ υμών. Η αναχώρησίς σας, ορισθείσα κατά την επέτειον ημέραν του αγίου Μιχαήλ πλησιάζει, εγώ δε αδυνατώ εν τοσούτω βραχεί χρόνω να αποτίσω το προς υμάς χρέος μου, το oποίον μάλιστα ουδέ θα δυνηθώ ποτέ να εξοφλήσω, αν στερηθώ της συνδρομής σας, διότι τότε κινδυνεύω ν' απολέσω ου μόνον το στέμμα, αλλά και την ζωήν. Έν μόνον μέσον βλέπω όπως προληφθή το τοιούτο, την παράτασιν της αναχωρήσεώς σας μέχρι του προσεχούς Πάσχα. Έως τότε θα δυνηθώ να παγιώσω την δύναμίν μου, να εισπράξω χρήματα όπως εκπληρώσω τας υποσχέσεις μου, και να παρασκευάσω και εξοπλίσω τα πλοία, άτινα οφείλουσι να σας συνοδεύσωσι, κατά τας συμφωνίας ημών. Αναδέχομαι κατά το διάστημα τούτο να σας προμηθεύσω ό,τι σας αναγκαιοί, και ν' αποζημιώσω τους Ενετούς διά τα πλοία των· άλλως τε η παράτασις της ενταύθα διαμονής σας κατ' ουδέν θέλει σας βλάψει, διότι τον χειμώνα πάσα επιχείρησις είνε ακατόρθωτος, το δε έαρ δύνασθε ν' αναλάβητε το ένδοξον έργον σας.» Η πρότασις του αυτοκράτορος εγένετο δεκτή, και τούτο μόνον το αποτέλεσμα έσχεν ότι επεβάρυνε τους υπηκόους του χωρίς να βελτιώση την τύχην αυτού. (16)

Εν τούτοις ο φυγών εκ Κωνσταντινουπόλεως αυτοκράτωρ Αλέξιος καταλαβών την Αδριανούπολιν, έστησεν εκεί τον θρόνον αυτού, συναθροίζων στρατόν και τα λοιπά προετοιμάζων ως εις πόλεμον. Ταύτα πληροφορηθείς ο ανεψιός αυτού Αλέξιος, παραλαβών μέρος των Φράγκων, υπό Βονιφάτιον τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, τον κόμητα του Αγίου Παύλου, τον Ερρίκον αδελφόν του κόμητος της Φλάνδρας, τον Ιάκωβον Δαβέσνην, τον Γουλλιέλμον δε Σαμπλίτ και τον Ούγον δε Κολέμην, εξήλθεν όπως καταπολεμήση εκείνον. Περιήλθεν ούτω διαφόρους πόλεις, άς οι συνέκδημοι αυτώ Φράγκοι εφιλοτιμήθησαν να λαφυραγωγήσωσι, και αφού εφυγάδευσε την θείον αυτού, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν ως εν θριάμβω.

Αλλ' ήδη ήρξατο δύων και του Αλεξίου τούτου ο αστήρ. Όπως εισπράξη χρήματα ίνα πληρώση τους Φράγκους επώλησε τα κοσμήματα και λοιπά πολύτιμα σκεύη των ναών, αφήρεσε την περιουσίαν πάντων εκείνων, οίτινες ή υπεβοήθησαν την επί του θρόνου ανάβασιν του θείου αυτού ή ήσαν φίλοι του, επέβαλε φόρους δυσβαστάκτους και ενί λόγω έλαβε μέτρα τοσούτον βίαια, ώστε ο λαός ήρξατο αναφανδόν κραυγάζων κατά των νέων αυτοκρατόρων. Ταύτα βλέπων ο νέος Αλέξιος και δυσπιστών προς τους Βυζαντινούς, αφιερώθη ολοσχερώς εις τους Φράγκους, εν τω στρατοπέδω των οποίων νυχθημερόν διέτριβε συντρώγων μετ' αυτών και συμπίνων και πλείστα άλλα ανάξια βασιλέως έργα ποιούμενος. Επί τοσούτον δε βαθμόν οικειότητος μετά των σταυροφόρων προέβη, ώστε πολλάκις εν ώ χρόνω συνέτρωγον, οι Ενετοί αφαιρούντες από της κεφαλής αυτού το βασιλικόν λιθοκόσμητον διάδημα, τω επέθετον τον εξ ερίου χονδρόν σκούφον των ναυτών της Ενετίας· αλλά και ο του Αλεξίου πατήρ Ισαάκιος εις τας αυτάς υπέπιπτε πράξεις, εξ ού μεγίστη ηγέρθη κατακραυγή. Επηύξησε δε αύτη, οπόταν ο Αλέξιος πειθόμενος τοις Φράγκοις, αιτούσι την ένωσιν των εκκλησιών, ηνάγκασε τον τότε Πατριάρχην από του άμβωνος της Αγίας Σοφίας να διομολoγήση τον πάπαν Ιννοκέντιον Γ'. επίτροπον του Ιησού Χριστού επί της γης, αρχιποίμενα του πιστού ποιμνίου του και διάδοχον του αγίου Πέτρου. (17)

Υπήρχε τότε εν Κωνσταντινουπόλει ανήρ τις, ονόματι Αλέξιος Δούκας, τον οποίον οι συνέταιροι, διότι συνέσπα τας οφρύς είχον επονομάσει Μούρτζουφλον. Ο ανήρ ούτος ανήκεν εις μίαν των πρώτων οικογενειών του Βυζαντίου, διότι ην υιός Ισαακίου Δούκα του Σεβαστοκράτορος και κατά συνέπειαν εξάδελφος του Αλεξίου· φιλόδοξος δε εις υπερβολήν ων και πολυμήχανος, ενόμισε την περίστασιν πρόσφορον εις τους σκοπούς αυτού και προσεποιήθη μεγίστην αφοσίωσιν προς τον αυτοκράτορα Αλέξιον, όστις και Πρωτοβεστιάριον τον κατέστησεν. Αλλ' ενώ εις αυτόν εμεγαλοποίει την κατακραυγήν του λαού, ενέπνεε φόβους εις την καρδίαν του και ως μόνην άγκυραν σωτηρίας τω παρίστα τον προς τους Φράγκους σφιγκτόν σύνδεσμον, αφ' ετέρου διέβαλλε τον βασιλέα παρά τω λαώ, λέγων αυτώ, ότι ο Αλέξιος προτίθεται να εκλατινίση το Βυζάντιον και παραδώση την πόλιν εις τους σταυροφόρους. Εμάνη ο λαός επί τη αγγελία ταύτη, ο δε Μούρτζουφλος θέλων να περιπλέξη επί μάλλον τα πράγματα του κούφου αυτοκράτορος, προέτρεψεν αυτόν, όπως εξευμενίση δήθεν το πλήθος, να παύση την προς τους Φράγκους φιλίαν, και να κηρύξη τον προς αυτούς πόλεμον, διότι τότε μόνον εδύνατο να στηριχθή επί του θρόνου. Αλλ' επειδή ο Αλέξιος δεν επείθετο εις ταύτα, ενθυμούμενος οποίαν συνδρομήν παρ' εκείνων έλαβεν, ο Μούρτζουφλος υπεκίνησε στάσιν, συνεπεία της οποίας ανηγορεύθη νεανίσκος τις, Νικόλαος Καναβός τούνομα, αυτοκράτωρ, ανήρ ως λέγει ο Νικήτας «το ήθος μειλίχιος και δεξιός την γνώμην, μηδ' αγενής τα πολέμια.» Σπεύδει ο Μούρτζουφλος μετά δακρύων κροκοδείλου να εξαγγείλη τα γενόμενα εις τον Αλέξιον, ώ ως μόνον προς σωτηρίαν μέσον προβάλλει τον προς τους Φράγκους πόλεμον. Και βλέπει μεν ο δυστυχής αυτοκράτωρ το προ αυτού χαίνον βάραθρον· αλλά μη έχων άλλο να πράξη, πείθεται εις του απατεώνος τους λόγους και επιτρέπει εις αυτόν ίνα μετά πολυαρίθμου στρατού επιπέση αίφνης κατά των σταυροφόρων, και ει δυνατόν, τους καταστρέψη. Αλλ' οι Φράγκοι, έτοιμοι αείποτε όντες, αντικρούουσιν ισχυρώς την επίθεσιν και αναγκάζουσι τους Βυζαντινούς να επανακάμψωσιν εις την πόλιν κατησχυμένοι· η δε αποτυχία αύτη, αντί να επιφέρη την ταπείνωσιν του Μουρτζούφλου, τουναντίον κατέστησεν αυτόν υψηλοφρονέστερον, περί αυτόν δε συνησπίσθησαν πολλοί άλλοι, οίτινες ώμωσαν να συναποθάνωσιν υπέρ πατρίδος. (18)

Η απροσδόκητος αύτη προσβολή εξηγρίωσεν επί τοσούτον τους Φράγκους ώστε πανταχόθεν ήρξαντο κραυγάζοντες ότι πρέπει να καταπολεμήσωσι τον αχάριστον αυτοκράτορα, όστις, ως αντιμισθίαν των όσων υπέρ αυτού διεπράξαντο, τοις αποδίδωσι δόλον και πλεκτάνας· αλλά πριν ή προβώσιν εις το τελευταίον τούτο μέτρον, απεφάσισαν να πέμψωσι πρέσβεις εις Βυζάντιον τον Κόνωνα Πετούνην, τον Γοδοφρέδον Βιλλαρδουίνον, τον Μίλην δε Βραιβάνσιον και τρεις ευγενείς Ενετούς, όπως, ει δυνατόν, εμπνεύσωσιν εις τον αυτοκράτορα νομιμώτερα αισθήματα. Μεταβάσης λοιπόν της πρεσβείας εις τα ανάκτορα των Βλαχερνών, λαβών τον λόγον ο Κόνων Πετούνης, έλεξε προς τον αυτοκράτορα τάδε· «Μεγαλειότατε, ο Δόγης και οι βαρώνοι σοι λαλούσι σήμερον διά στόματός μου. Γνωρίζεις τας υπηρεσίας, άς σοι προσήνεγκον και αίτινες ουδένα λανθάνουσιν. Ανεδέχθης ενόρκως συ και ο υιός σου, να τοις δείξης την ευγνωμοσύνην σου, τούτου δε έχουσιν ενσφράγιστον απόδειξιν· αλλά, φαίνεται, ότι συ ελησμόνησες την υπόσχεσίν σου. Πολλάκις σοι υπέμνησαν ταύτην, και σοι την υπομιμνήσκουσι και πάλιν σήμερον παρουσία της αυλής σου. Αν την εκπληρώσης, θέλεις φανή δίκαιος και ημείς θέλομεν διατελεί εν ειρήνη· άλλως όμως μάθε ότι οι βαρώνοι ημών δεν σε γνωρίζουσι πλέον ούτε ως αυτοκράτορα, ούτε ως φίλον, αλλά θέλουσι λάβει κατά σου όσα μέτρα δυνηθώσι. Τούτο δε σοι αναγγέλλουσι σήμερον εν πάση ειλικρινεία, διότι δεν γνωρίζουσι να μεταχειρίζωνται επιβουλάς ή να πολεμώσι πριν ή προκηρύξωσι τούτο. Ιδού το αντικείμενον της πρεσβείας ημών, εις σε δε ανήκει να αποφασίσης περί του πρακτέου.»

Η αγέρωχος αύτη γλώσσα φυσικόν ήτο να διαγείρη την οργήν εις μίαν αυλήν, ένθα ο αυτοκράτωρ υπήρχε πάντοτε το αντικείμενον της αισχροτέρας κολακείας· διά τούτο οι περί τον Αλέξιον εκραύγασαν ότι έπρεπε να τιμωρηθή ο αυθάδης Φράγκος, όστις απετόλμησε να εξυβρίση την σεπτήν του αυτοκράτορος κορυφήν· ο Αλέξιος όμως, υπό του παλιμβούλου Μουρτζούφλου συμβουλευόμενος, απεφάσισεν αντί της συμμαχίας των υπηκόων του να προτιμήση την των Φράγκων, και δη πέμψας αυτόν τον Μούρτζουφλον προς τον μαρκήσιον της Μοντφεράτης, έσπευσε να δικαιολογηθή, και να ζητήση σύναμα την συνδρομήν των Φραγκικών δυνάμεων ίνα δι' αυτών αποβάλη τον δημοπρόβλητον βασιλέα και στηριχθή αυτός επί του θρόνου, ενέχυρον δε έδιδε πολλούς άρχοντας της αυλής του. Γενομένων δεκτών των ικεσιών του Αλεξίου, την επιούσαν, 25 Ιανουαρίου 1204 ο μαρκήσιος της Μαντφεράτης μετά στρατού επαρουσιάσθη εις την πύλην των Βλαχερνών, όπως εισέλθη εν τη πόλει και αναλάβη υπό την προστασίαν αυτού τον αυτοκράτορα.

Εφρύαξαν οι εν Βυζαντίω, έτι μάλλον ερεθιζόμενοι υπό των πρακτόρων του Μουρτζούφλου, ιδόντες την νέαν ταύτην του Αλεξίου προδοσίαν, και ήρξαντο αναφανδόν εξυβρίζοντες αυτόν ότι από δούλου εγένετο κύριος. «Ερρέτω, εκραύγαζον, η γεννεά αύτη των Αγγέλων, προδοτών της πατρίδος αείποτε γενομένων, και τοις εχθροίς πωληθέντων.» Τότε και ο Μούρτζουφλος, ρίπτων πλέον το προσωπείον. (18α)

Λαλεί τιναίς του συγγενείς, φίλους, γαρ και γειτόνους. Τζαγδάρους και λυμαντικούς . . . . . .

Και διενεργεί ευρείαν κατά των αυτοκρατόρων στάσιν, την οποίαν σπεύδει πάλιν μετά υποκριτικής συμπαθείας να εξαγγείλη εις τον Αλέξιον· ούτος δε, περιδεής γενόμενος και βλέπων τον λαόν ερχόμενον προς τα ανάκτορα, ανατίθησι την σωτηρίαν αυτού επί τον Μούρτζουφλον, και περιβληθείς υπ' αυτού ποδήρη χειτώνα, οδηγήται, ίνα δήθεν διαφύγη την οργήν του όχλου, είς τινα σκηνήν, υποτονθορίζων το του προφητάνακτος «Έκρυψέ με εν σκηνή αυτού εν ημέρα κακών μου,» ενώ ώφειλε μάλλον να ενθυμηθή το, «Εμοί μεν ειρηνικά ελάλουν και επί καρδίας δόλους διελογίζοντο.» Ο Ισαάκιος, κλινήρης ων, μαθών την οικτράν του υιού του κατάστασιν, κατελήφθη υπό σπασμών και εξεμέτρησεν αγωνιωδώς το ζην, εις ηλικίαν πεντήκοντα ετών. Ο δε Μούρτζουφλος βλέπων, ούτω πληρουμένους τους σκοπούς του, προσφέρει δις εν κύλικι δηλητήριον εις τον Αλέξιον· αλλ' επειδή, είτε διότι ο μείραξ ην του φαρμάκου νεανικώτερος, είτε διότι μετεχειρίζετο αντίδοτόν τι, απέφευγε τον θάνατον, ο Μούρτζουφλος δι' αγχόνης τον εκπυρηνίζει προς το του άδου πέταυρον, μετά βασιλείαν μηνών έξ και ημερών οκτώ. Τοιούτον υπήρξε το τέλος των δύο αυτοκρατόρων, οίτινες παραγνωρίσαντες ότι μόνη του λαού η αγάπη είνε η αληθής ισχύς και επί ξενικής συνδρομής ερεισθέντες, και την πατρίδα κατά κρημνών έφερον και εαυτούς κακώς ώλεσαν. (19)